Κορνήλιος Καστοριάδης: Η ψυχανάλυση και το πρόταγμα της αυτονομίας

985541-1168687

Οι περισσότεροι απ’ όσους έχουν γράψει για τις σχέσεις της ψυχανάλυσης με την πολιτική στάθηκαν, μονόπλευρα, πάνω σε μεμονωμένες διατυπώσεις του Φρόιντ, ή πάνω στα γραπτά του που αποτελούν παρεκβάσεις και εμφιλοχωρήσεις στα πεδία της φιλοσοφίας, της κοινωνίας και της ιστορίας (Δυσφορία μες στον Πολιτισμό. Το μέλλον της αυταπάτης, Μωυσής). Και απ’ αυτά τα κείμενα συνήγαν, σχεδόν πάντα, «απαισιόδοξα» ή «αντιδραστικά» συμπεράσματα σχετικά με τις συνέπειες της ψυχανάλυσης ως προς τα προτάγματα κοινωνικού και πολιτικού μετασχηματισμού. Οι ίδιοι οι ψυχαναλυτές, στο – ελάχιστο – μέτρο που εκφράζουν μια γνώμη γι’ αυτά τα ζητήματα, φαίνονται να αρκούνται σ’ αυτά τα «συμπεράσματα», ύποπτα δε και οκνηρά κλείνουν εσπευσμένα το θέμα. Πέρα απ’ αυτό, είναι πολύ πιο σοβαρό, το ότι χρειάστηκε να συγκαλυφθούν μερικά θεμελίωση και ουσιαστικά ερωτήματα, που βαραίνουν πολύ περισσότερο απ’ τις «γνώμες» του Φρόιντ. Ποια είναι η σημασία της ίδιας της ψυχανάλυσης, ως θεωρίας και ως πράξης; Ποιες είναι οι συνέπειές της, που ασφαλώς δεν ερευνήθηκαν όλες απ’ τον Φρόιντ; Η ψυχανάλυση δεν έχει καμία σχέση με το απελευθερωτικό κίνημα της Δύσης; Η προσπάθεια να γίνει γνωστό το ασυνείδητο, και να αλλοιωθεί το ανθρώπινο υποκείμενο, δεν έχει καμία σχέση με το ζήτημα της ελευθερίας και με τα ερωτήματα της φιλοσοφίας; Η ψυχανάλυση θα μπορούσε να υπάρξει έξω από τις κοινωνικο-ιστορικές συνθήκες της Ευρώπης; Η γνώση του ασυνείδητου δεν μπορεί να μας διδάξει τίποτα σχετικά με την κοινωνικοποίηση του ατόμου, και άρα με τους κοινωνικούς θεσμούς; Γιατί ο πρακτικός στόχος της ψυχανάλυσης στο ατομικό πεδίο θα πρέπει να μηδενίζεται αυτομάτως όταν περνάμε στο συλλογικό πεδίο; Είμαστε υποχρεωμένοι να διαπιστώνουμε ότι τα ερωτήματα αυτά ανακινούνται σπανιότατα, και ποτέ ικανοποιητικά. Στις σελίδες που ακολουθούν συνοψίζω, και διευρύνω, τα συμπεράσματα είκοσι πέντε χρόνων δουλειάς.

* * *

Θα αρχίσω από μια φράση του Φρόιντ που τη θεωρώ βαθιά και αληθινή. Ο Φρόιντ έγραψε κάποτε ότι η ψυχανάλυση, η παιδαγωγική και η πολιτική είναι τα τρία αδύνατα επαγγέλματα. Η φράση βρίσκεται στο κείμενο για την Περατή και απέραντη ανάλυση. Υπήρχε ήδη σε ένα προηγούμενο κείμενο του Φρόιντ, πρόλογο σε βιβλίο άλλου συγγραφέα. Ο Φρόιντ φαίνεται να τη θεωρεί σαν ένα είδος παραδοσιακής εκφράσεως.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Φρόιντ δε μιλάει για ψυχανάλυση, παιδαγωγική και πολιτική, αλλά για ψυχανάλυση, παιδαγωγική και κυβέρνηση (Regierung). Αλλά νομίζω ότι στην ουσία μιλάει για αυτό το πρόβλημα που μας ενδιαφέρει και εμάς. Αναφέρει μεν τα τρία αυτά επαγγέλματα, αλλά δεν λέει γιατί τα θεωρεί αδύνατα. Ο όρος αδύνατος πρέπει να ληφθεί, νομίζω, και κυριολεκτικά και μετά κόκκου άλατος, δεδομένου ότι εντέλει ο Φρόιντ δημιούργησε την ψυχανάλυση και την ασκούσε συνεχώς.

Αλλά νομίζω ότι πρέπει να σκεφτούμε απάνω στη χρήση αυτού του όρου: αδύνατο. Ο Φρόιντ δε λέει ότι αυτά τα τρία επαγγέλματα είναι τρομερά δύσκολα, όπως π.χ., η νευροχειρουργική, ή το να είσαι πιανίστας και να δίνεις κοντσέρτα, ή να είσαι sharpa και να ανεβάζεις τους ανθρώπους πάνω στα Ιμαλάια. Είπε αδύνατα. Μήπως μπορούμε να σκεφτούμε ότι είναι αδύνατα γιατί έχουν να κάνουν με το πιο αδάμαστο από όλα τα υλικά, το ανθρώπινο ον;

Ούτε αυτό νομίζω ότι στέκεται, διότι τελικά και οι στρατηγοί και οι πολιτικάντηδες και οι πόρνες ασχολούνται με το ανθρώπινο υλικό, και δεν θα λέγαμε ότι το επάγγελμα της πόρνης ή του πολιτικού ή του στρατηγού είναι αδύνατο. Βέβαια μπορούμε να σκεφτούμε ένα λόγο για τον οποίο η ψυχανάλυση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αδύνατη, το γεγονός ότι ο σκοπός της είναι να αλλάξει και όχι απλώς να μεταχειριστεί ή να χειριστεί τα ανθρώπινα όντα όπως είναι.

Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. Παράδειγμα, ένας ψυχίατρος ο οποίος ακολουθεί τη λεγόμενη μπεχαβιοριστική θεραπεία, ο οποίος νομίζει ότι θεραπεύει τους αρρώστους με ποινές και αμοιβές, ή ένας «παιδαγωγός», όπως ο πατέρας του προέδρου Σρέμπερ, ή οι φύλακες ενός ναζιστικού ή σταλινικού στρατοπέδου συγκεντρώσεως, είτε στο 1984 του Όργουελ οι πράκτορες του Μινιλάβ και ο ίδιος ο Ό ΄Μπράιεν. Όλοι αυτοί δρουν για να αλλάξουν τα ανθρώπινα όντα και συχνά το πετυχαίνουν.

Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις ο σκοπός της δραστηριότητας τους είναι ήδη πλήρως καθορισμένος στη σκέψη του δρώντος. Στα παραδείγματα που ανέφερα ο σκοπός αυτός είναι να ξεριζωθεί από τη σκέψη και από την ψυχή του πάσχοντος, ας πούμε, κάθε ίχνος βουλήσεως και κάθε ιδίας σκέψεως. Επίσης ο δρων χρησιμοποιεί καθορισμένα μέσα και υποτίθεται ότι ασκεί πλήρη έλεγχο και των μέσων και της όλης διαδικασίας. Ότι μπορεί φυσικά να αποτύχει και ότι όλες αυτές οι αποτυχίες δεν είναι καθόλου τυχαίες, δεδομένης της φύσεως του ανθρώπινου όντος, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση. Τέλος, σε αυτές τις περιπτώσεις, και οι σκοποί και τα μέσα υποτίθεται ότι βρίσκονται σε μιαν ορθολογική και, κατά τη δική μου ορολογία, συνολιστική-ταυτιστική σχέση. Δηλαδή: δεδομένων των συνθηκών και των όρων, συμπεριλαμβανομένης και όποιας γνώσης μπορεί να έχει αυτός που δρα, δεδομένων των σκοπών του, δεδομένου του τι γνωρίζει ή νομίζει ότι γνωρίζει για το αντικείμενό του, για τον άνθρωπο που έχει στα χέρια του, δρα ή θα έπρεπε να δρα με τον πιο ορθολογικά αποτελεσματικό τρόπο.

Φυσικά αυτή η γνώση που χρησιμοποιείται εργαλιακά, και χρησιμοποιείται ενδεχομένως για σκοπούς που τους θεωρούμε τρομερά απάνθρωπους, μπορεί να περιέχει, και συχνά περιέχει, γνώση βαθιών ψυχικών διαδικασιών. Αυτό το έδειξε π.χ. ο Μπρούνο Μπέτελχεμ αναλύοντας τη μεταχείριση των αιχμαλώτων στα ναζιστικά στρατόπεδα, όπου η κύρια μέθοδος ήταν η συντριβή της εικόνας που είχε ο αιχμάλωτος για τον εαυτό του, της αυτοεικόνας του φυλακισμένου, αν μπορώ να την ονομάσω έτσι. Πρόκειται για καταστροφή των στοιχείων που συγκροτούν την ταυτότητά του. Και ο Όργουελ άλλωστε, δείχνει με πολύ βάθος την ίδια διαδικασία στο 1984. Τώρα αν θεωρήσουμε την ψυχανάλυση, βλέπουμε ότι τίποτα από όλα αυτά δεν ισχύει. Οποιαδήποτε και να είναι η απόληξη των συζητήσεων για τους σκοπούς ή το τέλος της αναλύσεως, ο αντικειμενικός σκοπός που προσπαθεί να φτάσει ο αναλυτής δεν μπορεί να προσδιοριστεί εύκολα με καθορισμένους και συγκεκριμένους όρους.

Ο Ό ΄Μπράιεν, στο 1984 του Όργουελ, φτάνει στον σκοπό του όταν ο Σμίθ, ο οποίος είναι ο ήρωας και το θύμα της ιστορίας, όχι απλώς ομολογεί όλα όσα του ζητούσαν να ομολογήσει, αλλά παραδέχεται μέσα του ότι πραγματικά αγαπούσε τον Big Brother. Η τελευταία και βαθύτερη στιγμή του βιβλίου, είναι η τελευταία φράση (την οποία συνήθως οι κριτικοί την παραβλέπουν γιατί βλέπουν τα άλλα), όπου ο Σμίθ κλαίει ανακαλύπτοντας ότι αγαπάει τον Big Brother.

Το να κάνουμε τους ανθρώπους πραγματικά να αγαπάνε τον Στάλιν ή τον Χίτλερ ή οποιονδήποτε άλλον (εύκολο ή δύσκολο είναι άλλη υπόθεση), είναι μια κατάσταση του υποκειμένου την οποία μπορούμε να περιγράψουμε και να προσδιορίσουμε: ιδού ο σκοπός. Δεν μπορούμε να πούμε τίποτα το ανάλογο για την ψυχανάλυση.

Όπως ξέρουμε, ο Φρόιντ επέστρεψε συχνά στο ζήτημα του τέλους και των σκοπών της ανάλυσης, και του έδωσε διάφορες, και τουλάχιστον φαινομενικά, διαφορετικές απαντήσεις και διαφορετικούς ορισμούς.

Θα σταματήσω μια στιγμή σε μιαν από τις τελευταίες απαντήσεις που έδωσε, γιατί νομίζω ότι είναι η πιο περιεκτική, η πιο νόμιμη και η πιο επικίνδυνη. Είναι η περίφημη φράση στις Νέες διαλέξεις εισαγωγής στην ψυχανάλυση: «όπου ήταν Αυτό, πρέπει Εγώ να γίνω». Έχω συζητήσει αλλού (στη Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας) δια μακρών αυτήν τη διατύπωση, και θα δώσω εδώ μόνο τα συμπεράσματα της συζήτησης. Αν θεωρήσουμε, όπως δυστυχώς μας οδηγούν να εννοήσουμε οι αμέσως επόμενες διατυπώσεις του Φρόιντ, ότι η φράση αυτή σημαίνει: το Αυτό πρέπει να κατακτηθεί από το Εγώ, σαν να λέμε πρέπει να αποξηρανθεί και ενδεχομένως να καλλιεργηθεί όπως η Ζούιντερ-Ζεε, ο ολλανδικός κόλπος. Πράγματι, ένα μέρος της Ολλανδίας είναι αυτός ο αποξηραμένος και καλλιεργημένος κόλπος, και σε αυτό κυριολεκτικά αναφέρεται ο Φρόιντ· αν δώσουμε αυτό το νόημα στη φράση, τότε ορίζουμε στον εαυτό μας ένα σκοπό ο οποίος είναι και αδύνατος, δηλαδή ανεπίτευκτος, και τερατώδης. Αδύνατος και ανεπίτευκτος διότι δεν μπορεί να υπάρξει ανθρώπινο ον του οποίου το ασυνείδητο έχει κατακτηθεί από το συνειδητό, του οποίου οι ενορμήσεις έχουν τελείως εμποτιστεί και ελέγχονται από τέτοιες λογικές θεωρήσεις, που έχει σταματήσει να φαντασιώνει και να ονειρεύεται.

Τερατώδης, διότι αν υπετίθετο ότι θα μπορούσαμε να φτάσουμε σε αυτή την κατάσταση, θα είχαμε ασφαλώς δολοφονήσει το στοιχείο που μας κάνει ανθρώπινα όντα και που δεν είναι, φυσικά, ούτε η λογική ούτε και η λογικότητα, με τη στενή έννοια, αλλά η ανεξέλεγκτη και ανελέγξιμη συνεχής ανάδυση της δημιουργικής ριζικής φαντασίας, μέσα στον ρου των παραστάσεων, των αισθημάτων και των επιθυμιών. (Όταν λέω αισθήματα δεν εννοώ τα αισθήματα του Ρομάντσου, εννοώ τα affects). Και πράγματι, ένας από τους σκοπούς της αναλύσεως είναι ακριβώς να απελευθερώσει αυτόν τον παραστατικό ρου από την απώθηση την οποία υφίσταται συνήθως εκ μέρους ενός Εγώ που είναι, κατά κανόνα, και κατά πρώτη προσέγγιση, άκαμπτο και, ουσιαστικά, κοινωνικό κατασκεύασμα.

Γι’ αυτό άλλωστε πρότεινα και προτείνω πάντα να συμπληρωθεί η φράση του Φρόιντ με ένα: εκεί που είμαι Εγώ πρέπει και Αυτό να αναδυθεί. Το αντικείμενο της ανάλυσης, ο σκοπός της ανάλυσης, δεν είναι να εκτοπίσει μια ψυχική αρχή (instance) προς όφελος μιας άλλης. Είναι να αλλάξει τη σχέση μεταξύ αρχών. Για να το πετύχει πρέπει να αλλοιωθεί ουσιαστικά μια από αυτές τις αρχές, το Εγώ ή το συνειδητό αν θέλετε. Εδώ δεν μας ενδιαφέρει η διαφορά της πρώτης και της δεύτερης τοπικής του Φρόιντ. Πως αλλοιώνεται αυτό το Εγώ; Δεχόμενο, προσδεχόμενο, αναλαμβάνον τα περιεχόμενα του ασυνειδήτου, ανακαλώντας και στοχαζόμενο και αυτοστοχαζόμενο πάνω σε αυτά και καθιστάμενο ικανό να επιλέξει με σχετική διαύγεια ανάμεσα στις ενορμήσεις και στις ιδέες, για να αποφασίσει ποιες θα προσπαθήσει να πραγματοποιήσει.

Με άλλα λόγια, το Εγώ πρέπει να γίνει μια αυτοανακλαστική και αυτοστοχαστική υποκειμενικότητα, ικανή για στοχασμό και διαβούλευση. Ο σκοπός της ανάλυσης φυσικά δεν είναι κανενός είδους αγιότης. Όπως είπε άλλωστε ο Καντ έναν αιώνα πριν από τον Φρόιντ, κανένας δεν είναι ποτέ άγιος. Αυτό το σημείο, που μπορεί να φαίνεται κοινότοπο, έχει μεγάλη σημασία, γιατί δείχνει σε πιο βαθμό η ψυχανάλυση αντιτίθεται ρητά σε όλες τις ηθικές που στηρίζονται πάνω στην καταδίκη της επιθυμίας και συνεπώς πάνω στην ενοχή. Αν μπορώ όχι να συνοψίσω αλλά να παραστήσω την ηθική που είναι νομίζω η ηθική της ψυχανάλυσης, θα έλεγα: επιθυμώ να σας σκοτώσω ή να σας βιάσω αλλά δεν το κάνω. Συγκρίνετε αυτό με τον χριστιανικό λόγο. Εκ του κατά Ματθαίον Ιερού Ευαγγελίου το ανάγνωσμα: 5,27-28. «Ακούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις, ου μοιχεύσεις. Εγώ δε λέγω υμίν ότι πας βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού».

Πως θα μπορούσε ποτέ η ψυχανάλυση να ξεχάσει ότι το θεμελιακό γεγονός πάνω στο οποίο βασίζεται είναι το γεγονός ότι αρχίζουμε τη ζωή μας βλέποντας μια γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν, είτε είμαστε άντρες είτε είμαστε γυναίκες; Και συνεχίζουμε, είτε γυναίκες είμαστε είτε άντρες, βλέποντας και έναν άντρα προς το επιθυμήσαι αυτόν; Και ότι αυτή η επιθυμία δεν μπορεί ποτέ να εκτοπιστεί, όπως το δείχνουν τα όνειρα ανθρώπων οποιασδήποτε ηλικίας, και, ακόμα πιο σημαντικό, ότι χωρίς αυτή την επιθυμία ποτέ δεν θα γινόμαστε ανθρώπινα όντα και, θα έλεγα, δεν θα μπορούσαμε καν να επιζήσουμε;

Αυτή την αλλοιωμένη σχέση ανάμεσα στις ψυχικές αρχές για την οποία μίλησα, μπορεί να την περιγράψει κανείς με τον εξής τρόπο: η απώθηση αντικαθίσταται από την αναγνώριση των περιεχομένων του ασυνειδήτου και από την ανάκλαση, αυτοανάκλαση και αυτοστοχασμό πάνω σε αυτά τα περιεχόμενα. Η ανάσχεση ή η καταναγκαστική αποφυγή ή η καταναγκαστική πράξη, υποχωρεί και ανοίγει τον δρόμο σε μια σχετικά διαυγασμένη διαβούλευση. Η σημασία αυτής της αλλαγής δεν έγκειται στο ότι με αυτόν τον τρόπο εκτοπίζουμε τις ψυχικές συγκρούσεις. Ουδείς ποτέ μας υπεσχέθη ότι έχουμε δικαίωμα, εκ γενετής, σε μια ψυχική ζωή άνευ συγκρούσεων. Η σημασία της έγκειται στην εγκαθίδρυση μιας αυτοστοχαστικής και διαβουλευτικής υποκειμενικότητας, η οποία δεν έχει γίνει ψευτολογική και κοινωνικά προσαρμοσμένη μηχανή, αλλά αντιθέτως έχει αναγνωρίσει και ελευθερώσει τη ριζική φαντασία που βρίσκεται στον πυρήνα της ψυχής. Επιμένω ότι στη φράση του Φρόιντ, αυτό το περίφημο werden πρέπει να μεταφραστεί «γίνομαι», όπου ήταν Αυτό πρέπει Εγώ να γίνω, ή να γίνομαι, διότι αυτή η υποκειμενικότητα που προσπαθώ να περιγράψω είναι μια διαδικασία και όχι μια κατάσταση στην οποία φτάνουμε μια για πάντα.

Γι’ αυτό επίσης θα έλεγα ότι μπορούμε απλώς να διαυγάσουμε τον σκοπό της ανάλυσης και όχι να τον ορίσουμε αυστηρά. Αυτό που ονομάζω πρόταγμα της αυτονομίας, στο πεδίο του ατομικού ανθρωπίνου όντος, είναι η αλλοίωση, η μεταμόρφωση του υποκειμένου, με τέτοιον τρόπο που να μπορέσει να μπει και να μείνει σε αυτήν τη διαδικασία.

Από αυτή την άποψη ο σκοπός της ψυχανάλυσης είναι ομοούσιος, αν μπορώ να πω, με το πρόταγμα της αυτονομίας. Αυτός ο σκοπός φυσικά δεν μπορεί να επιτευχθεί, και ούτε καν να πλησιαστεί, χωρίς την ενέργεια του αναλυομένου, δηλαδή την ανάμνηση, την επανάληψη, τη διεργασία των περιεχομένων του ασυνειδήτου. Ο αναλυόμενος είναι φυσικά ο κύριος δρων μέσα στην ψυχαναλυτική διαδικασία.

Συνεπώς εδώ δεν μπορούμε να βρούμε μέσα χωρισμένα από τους σκοπούς. Οι διάφορες όψεις του πλαισίου και της ρύθμισης της αναλυτικής διαδικασίας – το ντιβάνι, οι ώρες κ.λ.π. – δεν είναι τα μέσα της, είναι οι όροι κάτω από τους οποίους μπορεί η διαδικασία να εκτυλιχθεί. Η ίδια η διαδικασία είναι αναλυτική διαδικασία μόνο στο μέτρο που είναι ταυτόχρονα και μέσο και σκοπός. Π.χ. οι ελεύθεροι συνειρμοί του αναλυομένου δεν είναι ένα μέσο της αναλύσεως. Καθώς οι ελεύθεροι συνειρμοί εκτυλίσσονται, ήδη αυτό το ξετύλιγμα εκφράζει και πραγματοποιεί την αναπτυσσόμενη ικανότητα του αναλυομένου να ελευθερώσει τον παραστασιακό του ρου και συνεπώς, διότι αυτά τα πράγματα πηγαίνουν αδιάσπαστα μαζί, να αναγνωρίσει και τα αισθήματά του και τις επιθυμίες του. Και αυτή η ελευθέρωση του παραστασιακού ρου, που γίνεται στην ψυχαναλυτική συνεδρία, επάγει την είσοδο επί σκηνής, φυσικά με τη συγκεκριμένη στήριξη των ερμηνειών του αναλυτή, της στοχαστικής δραστηριότητας του αναλυομένου. Ο αναλυόμενος στοχάζεται, στοχάζεται τον εαυτό του και πάνω στον εαυτό του ανακλάται αν μπορώ να πω, επιστρέφει πάνω στο υλικό το επαναλαμβάνει ή το επαναδέχεται.

Για αυτούς ακριβώς τους λόγους η ψυχανάλυση δεν είναι μια τεχνική και νομίζω ότι είναι εσφαλμένο να μιλάμε για ψυχαναλυτική τεχνική. Η ψυχανάλυση είναι μια πρακτικο-ποιητική δραστηριότητα, όπου και οι δύο συμμετέχοντες είναι δρώντες, έστω και αν ο αναλυόμενος είναι ο κύριος δρων, διότι αυτός αναπτύσσει με την αυτενέργειά του τη διαδικασία.

Την ονομάζω ποιητική γιατί είναι δημιουργική. Το αποτέλεσμα της είναι, ή πρέπει να είναι, η αυτοαλλοίωση του αναλυόμενου, δηλαδή, αν σκεφτόμαστε αυστηρά, η ανάδυση ενός άλλου όντος. Την ονομάζω πρακτική, γιατί ονομάζω πράξη εν γένει τη διαυγασμένη δραστηριότητα, το αντικείμενο της οποίας είναι η ανθρώπινη αυτονομία και για την οποία το μόνο μέσο για να φτάσει αυτό το αντικείμενο είναι η ίδια η αυτονομία καθώς εκτυλίσσεται.

* * *

Από αυτή την άποψη, για να περάσουμε τώρα σε ένα δεύτερο σημείο, τα πράγματα είναι αρκετά ανάλογα στην παιδαγωγική. Η παιδαγωγική αρχίζει στην ηλικία μηδέν. Και κάνεις δεν ξέρει πότε τελειώνει. Εγώ νομίζω ότι εξακολουθώ και παιδαγωγούμαι, κατά κάποιον τρόπο, και από τον εαυτό μου και από τους άλλους. Ο σκοπός της παιδαγωγικής, μιλάω φυσικά de iure, δεοντολογικά, είναι να βοηθήσει αυτό το νεογέννητο εύελπι και τερατώδες ον, το hopeful και dreadful monster, να γίνει ένα ανθρώπινο ον.

Αυτός είναι ο σκοπός της παιδείας: να μεταμορφώσει, να αλλοιώσει αυτή τη δέσμη των ενορμήσεων και αυτή την αχαλίνωτη φαντασία, για να γίνει ένας άνθρωπος με την πλήρη έννοια του όρου. Άνθρωπος, όρος που τον χρησιμοποιώ εδώ όχι με τη βιολογική του σημασία αλλά με τη σημασία ενός αυτόνομου όντος, με την έννοια της αυτονομίας που έδωσα πιο πάνω, και θα μπορούσαμε να πούμε, για να θυμηθούμε και τον Αριστοτέλη, ενός όντος με την ικανότητα να κυβερνά και να κυβερνάται. Σε κάθε στιγμή η παιδαγωγική θα πρέπει να αναπτύξει την αυτενέργεια του υποκειμένου, χρησιμοποιώντας αυτή την ίδια την αυτενέργεια. Αυτό είναι όλο το πρόβλημα της παιδαγωγικής. Ο σκοπός της παιδαγωγικής δεν είναι να διδάξει ιδιαίτερα πράγματα, ιδιαίτερα μαθήματα αλλά να αναπτύξει στο υποκείμενο την ικανότητα να μαθαίνει, να μαθαίνει να ανακαλύπτει, να μαθαίνει να επινοεί. Φυσικά, αυτό η παιδαγωγική δεν μπορεί να το κάνει χωρίς να διδάξει μερικά πράγματα, όπως και η ανάλυση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τις ερμηνείες του αναλυτή. Αλλά όπως και στην ανάλυση, τα θέματα ή τα στοιχεία που γίνονται αντικείμενο διδαχής, πρέπει πάντα να τα θεωρούμε σαν στηρίγματα πάνω στα οποία προχωράμε. Και δεν προχωράμε απλώς για να μπορέσουμε να διδάξουμε μια αυξανόμενη ποσότητα γνώσεων, αλλά για να μπορέσουμε να αναπτύξουμε τις ικανότητες του παιδιού – ή του οποιουδήποτε είναι το αντικείμενο της παιδαγωγικής δραστηριότητας – για μάθηση, επινόηση, εφεύρεση.

Ασφαλώς η παιδαγωγική πρέπει να διδάσκει πράγματα και, από αυτή την άποψη, πολλές υπερβολές ορισμένων μοντέρνων παιδαγωγικών σχολών είναι κατά τη γνώμη μου καταδικαστέες. Δυο αρχές μου φαίνονται όμως απολύτως αναμφισβήτητες. Κάθε παιδαγωγική διαδικασία που δεν αποσκοπεί στην κατά το μέγιστο δυνατόν ανάπτυξη της αυτενέργειας των παιδαγωγουμένων είναι κακή· και κάθε παιδαγωγικό σύστημα που δεν μπορεί να απαντήσει έλλογα στην ενδεχόμενη ερώτηση των παιδαγωγουμένων: γιατί θα έπρεπε να μαθαίνουμε αυτό το πράγμα; – κάθε τέτοιο παιδαγωγικό σύστημα είναι ελαττωματικό.

Δεν μπορώ εδώ να μπω στο τεράστιο θέμα των σχέσεων ανάμεσα στην ψυχανάλυση και την παιδαγωγική, αλλά τουλάχιστον μια παρανόηση πρέπει να διαλυθεί. Φυσικά η ψυχανάλυση δεν υποθέτει, δεν βάζει σαν αξίωμα ή σαν αίτημα, ένα ενδογενώς καλό ανθρώπινο ον. Ούτε πιστεύει, όπως ο Ράιχ ή ο Μαρκούζε ή μερικοί Γάλλοι ιδεολόγοι της επιθυμίας, ότι το μόνο που θα είχαμε να κάνουμε θα ήταν να αφήσουμε τις επιθυμίες και τις ενορμήσεις να εκφραστούν ελεύθερα, για να δημιουργηθεί η παγκόσμια ευτυχία. Αν αφήναμε τις ενορμήσεις και τις επιθυμίες, όχι να εκφραστούν, να πραγματοποιηθούν ελεύθερα, δεν θα είχαμε την παγκόσμια ευτυχία αλλά την παγκόσμια σφαγή. Για την ψυχανάλυση, όπως άλλωστε και για τον κοινό νου και για όλους τους σημαντικούς στοχαστές, αρχίζοντας από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη έως τον Ρουσσώ και τον Ντιντερό, ένα ενηλικιωμένο ανθρώπινο ον έχει κατ’ ανάγκην εσωτερικεύσει έναν τεράστιο αριθμό περιορισμών που του έχουν επιβληθεί εξωτερικά, και που αποτελούν εφεξής αναπόσπαστο τμήμα της ψυχής του. Από ψυχαναλυτική σκοπιά, αυτό το ενηλικιωμένο ον έχει κατ’ ανάγκη παραιτηθεί από την παντοδυναμία, έχει δεχτεί ότι οι λέξεις δεν σημαίνουν αυτό που θέλει να σημαίνουν, όπως λέει ο Χάμπτυ-Ντάμπτυ στην Αλίκη, αλλά σημαίνουν αυτό που η κοινότητα αποφάσισε ότι σημαίνουν, έχει αναγνωρίσει την ύπαρξη άλλων ανθρωπίνων όντων των οποίων οι επιθυμίες συχνά, ή περίπου πάντα, είναι αντίθετες με τις δικές του επιθυμίες, και ούτω καθεξής.

Αυτή η ψυχαναλυτική περιγραφή μπορεί να μεταφραστεί κοινωνικο-ιστορικά, να βρει το αντίστοιχό της στο κοινωνικο-ιστορικό πεδίο, αν πούμε ότι αυτό το ον έχει εσωτερικεύσει δυνάμει το σύνολο της υπάρχουσας θέσμισης της κοινωνίας, και ειδικότερα τις φαντασιακές σημασίες που σε κάθε ιδιαίτερη κοινωνία οργανώνουν τον ανθρώπινο και μη ανθρώπινο κόσμο και του δίνουν ένα νόημα.

Έτσι, από την ψυχαναλυτική άποψη η παιδαγωγική είναι η ανατροφή του νεογέννητου, που το φέρνει στην κατάσταση την οποία περιγράψαμε, με την ελάχιστη δυνατή αναστολή της ριζικής του φαντασίας και τη μέγιστη δυνατή ανάπτυξη της αυτοστοχαστικότητάς του.

Όμως από την κοινωνικο-ιστορική άποψη, αν πάρουμε τις κοινωνίες έτσι όπως υπάρχουν, η παιδαγωγική θα έπρεπε, και πρέπει, όπως και συμβαίνει στην πραγματικότητα, να αναθρέψει τον παιδαγωγούμενο με τέτοιον τρόπο ώστε να εσωτερικεύσει και συνεπώς να δεχθεί, και μάλιστα να αποδεχθεί, τους υπάρχοντες θεσμούς όποιοι και να είναι. Είναι σαφές ότι εδώ έχουμε φτάσει σε μια τουλάχιστον φαινομενική αντινομία, αλλά και σε μια βαθιά και δύσκολη ερώτηση. Αυτό μας φέρνει ακριβώς στο πρόβλημα του τρίτου αδύνατου επαγγέλματος, της πολιτικής, και στο πρόταγμα της αυτονομίας ως αναγκαστικά κοινωνικό και όχι απλώς ατομικό πρόταγμα. Πριν να περάσουμε σε αυτό το σημείο,θα ήθελα να σημειώσω κάτι επιπλέον για τον φροϋδικό όρο της αδυναμίας ή αδυνατότητας με το οποίο άρχισα.

Όπως βλέπουμε, αυτή η αδυνατότητα, τόσο της ψυχανάλυσης όσο και της παιδαγωγικής, έγκειται στο ότι και οι δυο πρέπει να χρησιμοποιούν μια αυτονομία, που δεν υπάρχει ακόμα, για να βοηθήσουν τη δημιουργία της αυτονομίας του αντικειμένου. Για τη συνηθισμένη λογική, την ταυτιστική συνολιστική, αυτό φαίνεται σαν μια λογική αδυνατότητα. Αλλά φυσικά η ανθρώπινη πραγματικότητα υπερβαίνει την ταυτιστική και συνολιστική λογική.

Η αδυνατότητα εμφανίζεται επίσης, τουλάχιστον έτσι φαίνεται, στην περίπτωση της παιδαγωγικής, με το γεγονός ότι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε αυτόνομα άτομα γίνεται μέσα στο πλαίσιο μιας ετερόνομης κοινωνίας, και, πέρα από αυτό, ίσως πολύ ριζικότερα, με την προσπάθεια να φτάσουμε στην αυτονομία ενώ, ή παρά το ότι, απορροφούμε και εσωτερικεύουμε δεδομένους θεσμούς.

Η λύση, ή τουλάχιστον η προσπάθεια της λύσης αυτού του τρομερού αινίγματος, είναι η πλέον αδύνατη δουλειά, το πλέον αδύνατο καθήκον, μπορώ να πω, της πολιτικής. (Φυσικά με τη λέξη πολιτική δεν εννοώ αυτά τα οποία διαβάζουμε στις εφημερίδες κάθε μέρα, ιδίως αυτόν τον καιρό). Τόσο περισσότερο αδύνατη, που και η ίδια η πολιτική, φυσικά, πρέπει να στηριχτεί σε μία μή υπάρχουσα ακόμη αυτονομία των ανθρώπων ως κοινωνικών ατόμων, προκειμένου να δημιουργήσει την αυτονομία.

2 σχόλια

  1. Έλλη Παντελίδη says

    Ποιά είναι η πηγή του άρθρου; Είναι απόσπασμα από κάποιο βιβλίο του Καστοριάδη ή άρθρο του σε εφημερίδα;
    Ευχαριστώ.

Comments are closed.