Χάνα Άρεντ – Εξουσία και αστική τάξη (μέρος πρώτο)

Απόσπασμα από το βιβλίο The Origins of Totalitarianism, τόμος 2 (Imperialism), ενότητα (The political emancipation of the bourgeoisie), σ.135-143 (Α Harvest Book, 1976, New York).
Μετάφραση Μιχάλης Θεοδοσιάδης

hannah_arendt_ap_img

Αυτό που οι ιμπεριαλιστές στην πραγματικότητα ήθελαν, ήταν η επέκταση της πολιτικής εξουσίας δίχως την εγκαθίδρυση κάποιου πολιτικού σώματος. Η ιμπεριαλιστική εξάπλωση είχε πυροδοτηθεί από μια περίεργης μορφής οικονομική κρίση: από την υπερπαραγωγή κεφαλαίου και την εμφάνιση του «πλεονασματικού» χρήματος (το αποτέλεσμα της υπερεξοικονόμησης που δεν ήταν δυνατό πλέον να βρει παραγωγική επένδυση εντός των εθνικών συνόρων). Για πρώτη φορά, η επένδυση στην εξουσία δεν άνοιξε το δρόμο για οικονομικές επενδύσεις, αλλά η εξαγωγή εξουσίας ακολουθούσε δειλά την πορεία του εξαγόμενου χρήματος, από τη στιγμή που οι ανεξέλεγκτες επενδύσεις σε μακρινές χώρες απειλούσαν να μετατρέψουν μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε τζογαδόρους, να αλλάξουν ολόκληρη την καπιταλιστική οικονομία από ένα σύστημα παραγωγής σε σύστημα οικονομικής κερδοσκοπίας, και να αντικαταστήσουν τα κέρδη της παραγωγής με κέρδη προμηθειών. Η δεκαετία αμέσως πριν την ιμπεριαλιστική εποχή, η δεκαετία του 70 του προηγούμενου [1800-1900] αιώνα, γνώρισε μια – χωρίς προηγούμενο – αύξηση σε απάτες, οικονομικά σκάνδαλα, και τζόγο στο χρηματιστήριο.

Πρωτοπόροι σε αυτή την προ-ιμπεριαλιστική ανάπτυξη ήταν αυτοί οι Εβραίοι κεφαλαιούχοι που είχαν κερδίσει τον πλούτο τους έξω από το καπιταλιστικό σύστημα, και τα αναπτυσσόμενα έθνη-κράτη τους είχαν άμεση ανάγκη ώστε να παρέχουν διεθνώς εγγυημένα δάνεια. Με την εγκαθίδρυση του φορολογικού συστήματος που εξασφάλιζε ισχυρότερη κυβερνητική οικονομία, αυτή η ομάδα είχε κάθε λόγο να φοβάται την πλήρη εξαφάνισή της. Κερδίζοντας για αιώνες χρήματά μέσα από προμήθειες, ήταν οι πρώτοι που φυσικά θα έπρεπε να μπουν στον πειρασμό και να κληθούν να συνεισφέρουν στην τοποθέτηση κεφαλαίου που δεν μπορούσε πλέον να επενδυθεί επικερδώς στην εγχώρια αγορά. Οι Εβραίοι διεθνείς κεφαλαιούχοι φαινόταν πράγματι εξαιρετικά κατάλληλοι για τέτοιες διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες [34]. Ακόμα περισσότερο, οι ίδιες οι κυβερνήσεις, των οποίων η βοήθεια κάποιας μορφής ήταν αναγκαία για επενδύσεις σε μακρινές χώρες, είχαν την τάση εξ’ αρχής να προτιμούν τους γνωστούς Εβραίους χρηματοδότες από τους νεοφερμένους στο διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα, πολλοί από τους οποίους ήταν τυχοδιώκτες.

Αφότου οι χρηματοδότες είχαν ανοίξει το δρόμο για την εξαγωγή κεφαλαίων στον πλεονασματικό πλούτο – ο οποίος βρίσκονταν καταδικασμένος σε απραξία μέσα στο στενό πλαίσιο της εθνικής παραγωγής – γρήγορα έγινε φανερό ότι οι απόντες μέτοχοι δεν ενδιαφέρονταν να πάρουν το μεγάλο ρίσκο που αντιστοιχούσε στα τεράστια κέρδη τους. Ενάντια σε αυτούς τους κινδύνους, οι χρηματοδότες που κέρδιζαν από προμήθειες ακόμη και με την καλοπροαίρετη βοήθεια του κράτους, δεν είχαν αρκετή δύναμη για να ασφαλίσουν τα κέρδη: μόνο η υλική ισχύς του κράτους μπορούσε να το κάνει αυτό.

Από τη στιγμή που κατέστη σαφές ότι η εξαγωγή των χρημάτων θα πρέπει να ακολουθείται από την εξαγωγή κυβερνητικής εξουσίας, η θέση των κεφαλαιούχων, σε γενικές γραμμές, και ιδιαίτερα των Εβραίων κεφαλαιούχων, είχε αποδυναμωθεί σημαντικά, και η ηγεσία των ιμπεριαλιστικών συναλλαγών και επιχειρήσεων σταδιακά κυριαρχήθηκε από μέλη της ντόπιας αστικής τάξης. Πολύ κατατοπιστική, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, είναι η σταδιοδρομία του Cecil Rhodes στη Νότια Αφρική, ο οποίος όντας απόλυτα νεοφερμένος εξ’ αρχής, μέσα σε λίγα χρόνια μπορούσε να αντικαταστήσει τους παντοδύναμους Εβραίους κεφαλαιούχους. Στη Γερμανία, ο Bleichroeder, ο οποίος το 1885 ήταν ακόμα συνέταιρος στην ίδρυση της Stafrikanische Gesellschajt, ξεπεράστηκε μαζί με τον Βαρώνο Χιρς από τους επερχόμενους κολοσσούς της ιμπεριαλιστικής επιχειρηματικότητας, τη Siemens και τη Deutsche Bank, όταν η χώρα δεκατέσσερα χρόνια αργότερα ξεκίνησε την κατασκευή του σιδηροδρόμου της Βαγδάτης. Κατά κάποιον τρόπο, η απροθυμία της κυβέρνησης να δώσει πραγματική ισχύ στους Εβραίους και η απροθυμία των Εβραίων να συμμετάσχουν σε επιχειρήσεις με πολιτικές επιπτώσεις συνέπεσε τόσο καλά ώστε, παρά τον μεγάλο πλούτο του εβραϊκού γκρουπ, καμία πραγματική πάλη για την εξουσία δεν αναπτύχθηκε ποτέ, έπειτα από τη λήξη του αρχικού σταδίου του τζόγου και των κερδών από προμήθειες.

Οι διάφορες εθνικές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν με ενδοιασμούς την αυξανόμενη τάση να μετατραπεί η επιχειρηματικότητα σε ένα πολιτικό ζήτημα και να προσδιοριστούν τα οικονομικά συμφέροντα μιας σχετικά μικρής ομάδας με τα κατεξοχήν εθνικά συμφέροντα. Αλλά φαινόταν ότι η μόνη εναλλακτική στην εξαγωγή της εξουσίας ήταν η σκόπιμη θυσία ενός μεγάλου μέρους του εθνικού πλούτου. Μόνο μέσω της επέκτασης των εθνικών/κρατικών οργάνων άσκησης βίας θα μπορούσε να εξορθολογιστεί η ξένη επενδυτική κίνηση, και η άγρια αισχροκέρδεια με πλεονασματικά κεφάλαια (που είχε οδηγήσει στο τζόγο όλες τις αποταμιεύσεις) και, τέλος, να επανενταχθεί στο οικονομικό σύστημα της χώρας. Το κράτος επέκτεινε την ισχύ του. Διότι, μεταξύ μεγαλύτερων απωλειών (συγκριτικά με αυτό που το οικονομικό σώμα της κάθε χώρας θα ήταν σε θέση να στηρίξει) και μεγαλύτερων κερδών (από ότι οποιοσδήποτε λαός αφημένος στην τύχη του ήταν δυνατό να ονειρευτεί) θα μπορούσε μόνο να επιλέξει το τελευταίο.

Η πρώτη συνέπεια της εξαγωγής πολιτικής εξουσίας ήταν τα όργανα της κρατικής βίας, η αστυνομία και ο στρατός, τα οποία στο πλαίσια του έθνους/κράτους υπήρχαν παραπλεύρως, και βρίσκονταν υπό τον έλεγχο άλλων εθνικών ιδρυμάτων, να αποχωριστούν από αυτό το σώμα και να προωθηθούν στη θέση εθνικών αντιπροσώπων σε μή πολιτισμένες ή αδύναμες χώρες. Εδώ, σε περιοχές που είχαν μείνει πίσω δίχως βιομηχανίες και πολιτική οργάνωση, όπου είχε δοθεί μεγαλύτερο περιθώριο στη βία από ότι σε άλλη Δυτική χώρα, οι λεγόμενοι νόμοι του καπιταλισμού επέτρεψαν να δημιουργηθούν «πραγματικότητες». Η κενή επιθυμία της αστικής τάξης να έχει χρήματα που γεννάν χρήματα όπως οι άνθρωποι γεννάν ανθρώπους, παρέμεινε εφιάλτης, από τη στιγμή που τα χρήματα έπρεπε να πάρουν το μακρύ δρόμο της παραγωγής• ουδέποτε το χρήμα γέννησε χρήμα: οι άνθρωποι δημιούργησαν πράγματα και χρήματα. Το μυστικό της νέας ευτυχισμένης εκπλήρωσης ήταν κυρίως ότι οι οικονομικοί νόμοι δεν στάθηκαν πια στο δρόμο της απληστίας της τάξης που κατείχε ιδιοκτησία. Τα χρήματα θα μπορούσαν τελικά να μετατραπούν σε εξουσία – δίχως να λογαριάζουν κανένα νόμο, μήτε οικονομικό ή ηθικό -, και θα μπορούσαν συνεισφέρουν στον πλούτο. Μόνο όταν τα εξαγώγιμα χρήματα κατάφεραν να θέσουν ως κίνητρο την εξαγωγή της εξουσίας ήταν εφικτό τα σχέδια των κατόχων τους να διεκπεραιωθούν. Μόνο η απεριόριστη συσσώρευση εξουσίας μπορούσε να οδηγήσει στην απεριόριστη συσσώρευση κεφαλαίων.

Οι ξένες επενδύσεις, οι εξαγωγές κεφαλαίων που είχαν ξεκινήσει ως μέτρο έκτακτης ανάγκης, έγιναν μόνιμο χαρακτηριστικό όλων των οικονομικών συστημάτων από τη στιγμή που βρίσκονταν κάτω από την εξαγωγή εξουσίας. Η ιμπεριαλιστική ιδέα της επέκτασης, σύμφωνα με την οποία η επέκταση είναι αυτοσκοπός και όχι ένα προσωρινό μέσο, εμφανίστηκε στην πολιτική σκέψη, όταν είχε γίνει φανερό ότι μία από τις σημαντικότερες μόνιμες λειτουργίες του έθνους-κράτους θα είναι επέκταση της ισχύος. Το κράτος εκμίσθωσε διαχειριστές της βίας και σύντομα σχηματίστηκε μια νέα τάξη εντός των εθνών και – παρόλο που το πεδίο της δραστηριότητάς τους ήταν μακριά από τη γενέτειρα χώρα – ασκούσε σημαντική επιρροή στο εγχώριο πολιτικό σώμα. Δεδομένου ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ασκητές της βίας, μπορούσαν να σκέφτονται μόνο από την άποψη της πολιτικής εξουσίας. Ήταν οι πρώτοι που (ως τάξη που υποστήριζε την καθημερινή της εμπειρία) θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η εξουσία αποτελεί την ουσία κάθε πολιτικής δομής.

Το νέο χαρακτηριστικό αυτής της ιμπεριαλιστικής πολιτικής φιλοσοφίας δεν είναι η κυρίαρχη θέση που έδωσε στη βία, ούτε η ανακάλυψη ότι η εξουσία είναι μία από τις βασικές πολιτικές πραγματικότητες. Η βία ήταν πάντα η έσχατη λύση στην πολιτική δράση και η εξουσία ήταν πάντα η εξώφλαθμη έκφραση του κράτους και της κυβέρνησης. Αλλά ποτέ δεν είχε καταστεί ως συνειδητός στόχος του πολιτικού σώματος ή ο απώτερος σκοπός κάποιας συγκεκριμένης πολιτικής. Η εξουσία όταν αφήνεται στον εαυτό της δεν μπορεί να επιτύχει τίποτα περισσότερο παρά περισσότερη εξουσία, και η διαχειριζόμενη βία για χάρη της εξουσίας (και όχι του νόμου) μετατρέπεται σε μια καταστροφική αρχή που δεν θα σταματήσει έως ότου δεν υπάρχει πια τίποτα να παραβιάσει.

Ωστόσο, αυτή η αντίθεση – όντας σύμφυτη σε κάθε πολιτική εξουσία – αποκτά νόημα (αν κανείς το καταλαβαίνει) στο πλαίσιο μιας δήθεν μόνιμης διαδικασίας, η οποία δεν έχει άλλο σκοπό ή στόχο πέρα από τον ίδιο της τον εαυτό της. Στη συνέχεια, η δοκιμή του επιτεύγματος μπορεί όντως να καταλήξει χωρίς νόημα και η εξουσία μπορεί να θεωρηθεί ως ο ατέρμονος και αυτοτροφοδοτούμενος κινητήρας κάθε πολιτικής ενέργειας που αντιστοιχεί στη θρυλικά ατέλειωτη συσσώρευση χρημάτων που γεννά χρήμα. Η ιδέα της αέναους επέκτασης που μόνη μπορεί να εκπληρώσει την ελπίδα για απεριόριστη συσσώρευση του κεφαλαίου, και επιφέρει την άσκοπη συσσώρευση εξουσίας, καθιστά την ίδρυση νέων πολιτικών σωμάτων – που μέχρι την εποχή του ιμπεριαλισμού πάντα είχαν ως αποτέλεσμα την κατάκτηση – σχεδόν αδύνατη. Στην πραγματικότητα, η λογική συνέπεια της είναι η καταστροφή όλων των ζωντανών κοινοτήτων, τόσο εκείνων των κατακτημένων λαών, καθώς και των εγχώριων. Για κάθε πολιτική δομή, νέα ή παλιά, που παρέμεινε στον εαυτή της, αναπτύσσει την ίδια σταθεροποιητικών δυνάμεων που στέκονται στο δρόμο του συνεχούς μετασχηματισμού και της εξάπλωσης. Συνεπώς, όλα τα πολιτικά σώματα φαίνεται να αποτελούν προσωρινά εμπόδια όταν αυτά θεωρούνται μέρος της αιώνιας πηγής της αυξανόμενης εξουσίας.

Ενώ οι διαχειριστές της διαρκούς αυξανόμενης εξουσίας στην εποχή του μετριοπαθούς ιμπεριαλισμού – η οποία είχε παρέλθει – δεν είχαν καν προσπαθήσει να ενσωματώσουν τα κατακτημένα εδάφη, και διατηρούσαν τις υφιστάμενες υποανάπτυκτες πολιτικές κοινότητες σαν άδεια ερείπια μιας περασμένης ύπαρξης, οι ολοκληρωτικοί διαδόχοί τους διέλυσαν και κατέστρεψαν όλες τις πολιτικά σταθεροποιημένες δομές, τις δικές τους καθώς και εκείνες των άλλων λαών. Η απλή εξαγωγή της βίας έκανε τους υπηρέτες αφέντες χωρίς να τους παρέχει το προνόμιο του αφέντη: την πιθανή δημιουργία κάτι νέου. Η μονοπωλιακή συγκέντρωση και η τεράστια συσσώρευση της βίας στα πάτρια εδάφη έκανε τους υπηρέτες ενεργούς παράγοντες στην καταστροφή, μέχρι που τελικά η επέκταση του ολοκληρωτισμού κατέστη μια δύναμη που καταστρέφει ανθρώπους ακόμα και σε εθνικό επίπεδο.

Η εξουσία έγινε η ουσία της πολιτικής δράσης και το κέντρο της πολιτικής σκέψης, όταν χωρίστηκε από την πολιτική κοινότητα που θα έπρεπε να εξυπηρετήσει. Αυτό, είναι αλήθεια, προκλήθηκε από έναν οικονομικό παράγοντα. Όμως, η συνεπαγόμενη εισαγωγή της εξουσίας ως το μόνο περιεχόμενο της πολιτικής και της επέκτασης ως αυτοσκοπός, δύσκολα θα είχε κερδίσει τέτοια οικουμενική υποστήριξη, ούτε θα είχε η διάλυση του πολιτικού σώματος της χώρας (ως φυσικό επακόλουθο) συναντήσει τόσο μικρή εναντίωση αν δεν απαντούσε τόσο τέλεια τις κρυφές επιθυμίες και τις μυστικές πεποιθήσεις των οικονομικά και κοινωνικά κυρίαρχων τάξεων. Η αστική τάξη, που τόσο καιρό είχε αποκλειστεί από την κυβέρνηση με την ανάδυση του έθνους-κράτους και από τη δική της έλλειψη ενδιαφέροντος για τις δημόσιες υποθέσεις, είχε χειραφετηθεί πολιτικά από τον ιμπεριαλισμό.

Ο ιμπεριαλισμός πρέπει να θεωρείται ως το πρώτο στάδιο στην πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης και όχι το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού. Είναι γνωστό το πόσο λίγο οι τάξεις που κατείχαν ιδιοκτησία φιλοδοξούσαν να κυβερνήσουν, πόσο καλά ευχαριστημένες ήταν με κάθε είδους κατάσταση που θα μπορούσε να εγγυηθεί την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας. Γι ‘αυτούς, μάλιστα, το κράτος πάντοτε υπήρξε μια καλά οργανωμένη αστυνομική δύναμη και μόνο. Αυτή η ψεύτικη μετριοφροσύνη, ωστόσο, είχε ως παράδοξη συνέπεια να κρατηθεί όλη η αστική τάξη έξω από το πολιτικό σώμα: πριν έπρεπε να υπακούει σε μια μοναρχία ή σε μια ρεπουμπλίκα των πολιτών. Ήταν ουσιαστικά μια τάξη ιδιωτών. Αυτή η ιδιωτικότητα και η κύρια ανησυχία με τον πλουτισμό είχαν οδηγήσει σε μια σειρά από συμπεριφορικά πρότυπα, τα οποία εκφράζονται σε όλες αυτές τις παροιμίες – «τίποτα δεν οδηγεί στην επιτυχία παρά η επιτυχία η ίδια», «η ισχύς είναι το δίκαιο», «δίκαιο είναι η σκοπιμότητα» κ.λπ. – που πηγάζουν απαραίτητα από το παράδειγμα της κοινωνίας των ανταγωνιστών.

Όταν, στην εποχή του ιμπεριαλισμού, οι επιχειρηματίες έγιναν πολιτικοί και αναγνωρίστηκαν ως πολιτικοί, ενώ οι πολιτικοί λαμβάνονταν σοβαρά υπόψη μόνο εάν μιλήσουν τη γλώσσα των επιτυχημένων επιχειρηματιών και τη «σκέψη των ηπείρων», αυτές οι ιδιωτικές πρακτικές και συσκευές σταδιακά μετατράπηκαν σε κανόνες και αρχές για τη διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων. Το σημαντικό γεγονός για αυτήν την διαδικασία αναπροσαρμογής, η οποία ξεκίνησε στα τέλη του περασμένου αιώνα και βρίσκεται ακόμα σε ισχύ, είναι ότι ξεκίνησε με την εφαρμογή αποφάσεων αστικών πεποιθήσεων σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και μόνο σιγά-σιγά επεκτάθηκε στην εσωτερική πολιτική. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω χώρες δεν είχαν καθόλου επίγνωση ότι η απερισκεψία που είχε επικρατήσει στον ιδιωτικό βίο, και ενάντια στον οποίο το δημόσιο σώμα έπρεπε πάντα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και τους πολίτες του, ήταν για να αυξήσει στο την δημόσια τιμημένη πολιτική αρχή.

Σημειώσεις:

[34] Είναι ενδιαφέρον ότι όλοι οι πρώιμοι παρατηρητές των ιμπεριαλιστικών εξελίξεων δίνουν μεγάλη έμφαση στο εβραϊκό στοιχείο ενώ αυτό δεν παίζει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στη σύγχρονη βιβλιογραφία. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτες (πολύ αξιόπιστες στην παρατήρηση και πολύ ειλικρινείς στην ανάλυση) είναι οι αναλύσεις του J. A. Hobson’s σε ότι αφορά το θέμα αυτό. Στο πρώτο δοκίμιο «Capitalism and Imperialism in South Africa» (στο Contemporary Review, 1900) που έγραψε, αναφορικά με το ζήτημα αυτό, είπε: «οι περισσότεροι ήταν Εβραίοι, οι οποίοι ήταν κατεξοχήν διεθνείς χρηματοδότες και επειδή ήταν αγγλόφωνοι, οι πιο πολλοί από αυτούς ήταν ηπειρωτικής καταγωγής […] Πήγαν εκεί (Transvaal) για το χρήμα, και όσοι ήρθαν νωρίς και πλούτισαν περισσότερο, αποσύρθηκαν, αφήνοντας τις οικονομικές τους σημαίες στα σφάγια των θηραμάτων τους. Βολεύτηκαν στο Rand […] όπως και είναι διατεθειμένοι να βολευτούν σε κάποιο άλλο σημείο στην υδρόγειο […] Κατά κύριο λόγο, είναι οι κερδοσκόποι των χρηματιστηρίων, λαμβάνοντας τα κέρδη τους όχι από τους πραγματικούς καρπούς της βιομηχανίας, ή ακόμη και την βιομηχανία των άλλων, αλλά πέρα από την κατασκευή, την προώθηση και την οικονομική χειραγώγηση των επιχειρήσεων». Στη μετέπειτα έρευνα του Hobson σχετικά με τον Ιμπεριαλισμό, οι Εβραίοι δεν αναφέρονται καν. Έχει γίνει φανερό, στο μεταξύ, ότι η επιρροή και ο ρόλος τους ήταν προσωρινοί και κατά κάποιον τρόπο ισχνή. Αναφορικά με τον ρόλο των Εβραίων χρηματοδοτών στη Νότια Αφρική, βλ κεφάλαιο vii.

[36] Η σύμπτωση αυτής της ταύτισης με το ολοκληρωτικό πρόσχημα της ύπαρξης που καταργεί τις αντιθέσεις μεταξύ του ατομικού και δημόσιου συμφέροντος είναι αρκετά σημαντική (βλέπε κεφάλαιο xii). Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι ο Hobbes επιθυμούσε πάνω απ ‘όλα την προστασία των ιδιωτικών συμφερόντων με το να ισχυρίζεται ότι κατανόησε ορθώς πως αυτά ήταν ταυτόσημα με τα συμφέροντα του πολιτικού σώματος, ενώ αντιθέτως τα ολοκληρωτικά καθεστώτα διακηρύσσουν την ανυπαρξία της ιδιωτικής ζωής.

Αναρτήθηκε στις: 08 Ιουνίου 2015

Σχολίασε

Go to top