Ιδεολογικές αμετροέπειες ή τι παθαίνει κανείς όταν διαβάζει πολύ Agamben

jeeyoung_lee_opiom_gallery_311

“Όταν το 2003 δημοσίευσα ένα βιβλίο όπου προσπάθησα να δείξω ακριβώς πως η κατάσταση εξαίρεσης γινόταν στις Δυτικές δημοκρατίες ένα κανονικό σύστημα διακυβέρνησης, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι η διάγνωσή μου θα αποδεικνυόταν τόσο ακριβής” είπε ο Giorgio Agamben σε διάλεξή του στην Αθήνα το 2013. Και παρακάτω: “Έχοντας να αντιμετωπίσει μια συνεχόμενη κατάσταση εξαίρεσης, η κυβέρνηση τείνει να παίρνει τη μορφή ενός διαρκούς πραξικοπήματος. Παρεμπιπτόντως, αυτό το παράδοξο θα ήταν μια ακριβής περιγραφή αυτού που συμβαίνει εδώ στην Ελλάδα όπως και στην Ιταλία, όπου η κυβέρνηση εννοεί να κάνει συνεχή μικρά πραξικοπήματα. Η παρούσα κυβέρνηση της Ιταλίας δεν είναι νόμιμη.” (πηγή)

Οι μεγαλόστομες εκφράσεις του ομιλητή φανερώνουν το αδιέξοδο της σκέψης που προσπαθεί με σαρωτικούς oρισμούς, όπως η κατάσταση εξαίρεσης ή το πραξικόπημα, να ερμηνεύσει ένα σύνολο πολιτικών φαινομένων και καταστάσεων που θα έπρεπε να περιγραφούν ξεχωριστά και σε διαφορετικές το καθένα διαστάσεις. Έτσι μια συνταγματική εκτροπή χαρακτηρίζεται αμέσως πραξικόπημα, ή μια κυβερνητική νομοθετική αυθαιρεσία, κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Το άλμα είναι πολύ μεγάλο κι όμως γίνεται εύκολα πιστευτό από πολλούς γιατί στηρίζεται στον εξής απλοϊκό συλλογισμό: τα παραδείγματα αυταρχικής επιβολής της από τα πάνω εξουσίας (κρατικής ή από διεθνείς θεσμούς) πολλαπλασιάζονται, και εφόσον η κατεξοχήν λειτουργία της εξουσίας είναι η συνεχώς εντεινόμενη καταστολή, η εξουσία θα χρησιμοποιεί όλο και συχνότερα τα πιο αποτελεσματικά της εργαλεία – την κατάσταση εξαίρεσης και έκτακτης ανάγκης – για να διατηρήσει την παντοδυναμία της. Ο συλλογισμός είναι ανάξιος σοβαρής περαιτέρω ενασχόλησης, κρίνεται παρόλα αυτά αναγκαίο να επιμείνουμε λίγο ακόμα στην ανάλυση των επιπτώσεών του, καθώς αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα από έναν αριθμό αναγνωστών που φαίνεται πως ικανοποιούνται με την επιβεβαίωση ιδεολογικών γραμμικών αφηγήσεων και εντυπωσιάζονται από φαινομενικά βαθυστόχαστες αναλύσεις που δεν αντέχουν σε θεωρητικές αναμετρήσεις ουσίας.

Η παραπάνω αστόχαστη χρήση όρων όπως πραξικόπημα ή κατάσταση εξαίρεσης, επαναλαμβάνεται από μελετητές πολιτικής θεωρίας  – και διαχέεται στον δημόσιο διάλογο – και για μια σειρά από άλλους όρους: δικτατορία, φασισμός, ολοκληρωτισμός. Έτσι η δικτατορία δεν είναι πια μόνο το αυταρχικό πολιτικό καθεστώς που προκύπτει από την κατάληψη της εξουσίας με στρατιωτικά μέσα· o φασισμός δεν είναι μόνο το μαζικό αυταρχικό πολιτικό κίνημα που επιδιώκει να καταλάβει την εξουσία με οποιοδήποτε τρόπο και να καταλύσει τον κοινοβουλευτισμό· και ο ολοκληρωτισμός δεν είναι μόνο το πολιτικό σύστημα που διεισδύει με απόλυτο έλεγχο σε κάθε πτυχή της ζωής καταλύοντας τον διαχωρισμό ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας. Έχουμε τώρα και τις μεταμοντέρνες εκδοχές της δικτατορίας, του φασισμού, του ολοκληρωτισμού, για τις οποίες το προσωπικό και το καθημερινό μετατρέπονται στο πολιτικό (το γνωστό Τhe personal is political των New Left φοιτητικών και φεμινιστικών κινημάτων των δεκαετιών του 1960 και 70). Έτσι ψάχνουμε τον ορισμό του φασισμού, της δικτατορίας, του ολοκληρωτισμού όχι στα συγκεκριμένα πολιτικά καθεστώτα για τα οποία είναι φτιαγμένοι οι όροι αυτοί, αλλά στις συμπεριφορές των καθημερινών ανθρώπων, σε επιμέρους εξουσιαστικές σχέσεις και συμβάντα, σε αφηρημένα σχήματα. Διαβάζουμε και ακούμε λοιπόν απόψεις για εποχή φασισμών εκεί που δεν υφίσταται κίνδυνος κατάληψης κρατικής εξουσίας από φασιστικά κινήματα. Διαβάζουμε σχετικά με τον παραλληλισμό των ναζιστικών στρατοπέδων εξόντωσης με τα σύγχρονα κέντρα κράτησης μεταναστών, εκεί που δεν υπάρχουν συνθήκες καταναγκαστικής εργασίας και βίαιου ξεριζωμού των ανθρώπων από τις εστίες τους από φασιστικά καθεστώτα. Ακούμε για δικτατορίες του κεφαλαίου ή των αγορών και ύπαρξη ολοκληρωτικών πρακτικών εκεί που επικρατεί ο οικονομικός φιλελευθερισμός και έχουμε καταφανώς να κάνουμε με φιλελεύθερες ολιγαρχίες στο πολιτειακό επίπεδο.

Πρώτο μέλημά μας λοιπόν για την σε βάθος κατανόηση του κοινωνικoύ γίγνεσθαι είναι να έχουμε ξεκάθαρη αντίληψη των εννοιών που χρησιμοποιούμε, και στη συνέχεια να προσπαθήσουμε να διαυγάσουμε τα πράγματα με βάση τις έννοιες κι όχι να προσπαθούμε να στριμώξουμε τα πράγματα μέσα σε αταίριαστα εννοιολογικά σχήματα. Γίνεται φανερό από την περίπτωση του Agamben ότι τα ιδεολογικά εργαλεία όχι μόνο δεν βοηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά συσκοτίζουν τις πιθανώς ειλικρινείς προθέσεις για κριτική στάση απέναντι στα γεγονότα. Όταν βάλουμε στις διαστάσεις που τους αρμόζουν έννοιες όπως αυτές που αναφέρθηκαν σε αυτό το κείμενο τότε ίσως να αναγνωρίσουμε και την δημοκρατία ως αυτό που είναι, το πολιτικό δηλαδή καθεστώς όπου η εξουσία βρίσκεται απευθείας στα χέρια των πολιτών και ουδεμία σχέση έχει με τον κοινοβουλευτισμό.

 

Αναρτήθηκε στις: 24 Οκτωβρίου 2016
2 Σχόλια »
“Ιδεολογικές αμετροέπειες ή τι παθαίνει κανείς όταν διαβάζει πολύ Agamben”
  • Η κατάσταση εξαίρεσης σαν μοντέλο για την ερμηνεία της ελληνικής κρίσης, και κυρίως των μηχανισμών διαχείρισής της, δεν είναι καθόλου άτοπη. Είναι αρκετά χρήσιμη και για την κατανόηση των νέων καθεστώτων απασχόλησης, τύπου voucher, όπου ο εργαζόμενος τοποθετείται εκτός εργασιακού δικαίου. Μια προσωρινή αναστολή των εργασιακών δικαιωμάτων με στόχο την ενίσχυση της απασχόλησης, της ανταγωνιστικότητας κλπ.

    Η ανάδυση ολοκληρωτικών πρακτικών σε φασιστικά καθεστώτα δεν αποκλείει την επαναχρησιμοποίησή τους σε δημοκρατικά καθεστώτα σε καιρό ειρήνης. Το έδειξε και ο Μαρκούζε αυτό: τεχνικές της ναζιστικής προπαγάνδας έχουν ενσωματωθεί στις διαφημιστικές πρακτικές του φιλελεύθερου κόσμου. Ναι, δεν έχουμε να κάνουμε με φασισμό, σε καμία περίπτωση, αλλά με μια τεχνολογία που κληροδότησε αυτό το καθεστώς στις αστικές δημοκρατίες. Αυτού του είδους η ανάλυση δεν έχει καμία σχέση με κάποια ιδεολογική αμετροέπεια.

    Τέλος, όσον αφορά τις «δικτατορίες του κεφαλαίου» ή τις περιπτώσεις οικονομικού φιλελευθερισμού, θα πρέπει να διευκρινίσουμε που αναφερόμαστε. Για παράδειγμα, οι περιπτώσεις των TTIP και CETA, είναι πιο κοντά στην έννοια του ολοκληρωτισμού, παρά σε αυτή του οικονομικού φιλελευθερισμού. Όταν μια ομάδα πολυεθνικών μπορεί και νομοθετεί απευθείας (χωρίς καν τη μεσολάβηση πολιτικών αντιπροσώπων), για κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης (από την διατροφή μέχρι την ασφάλεια) τότε γιατί να μην κάνουμε λόγο για ολοκληρωτισμό; Έναν ολοκληρωτισμό τεχνικό, οικονομικό, πιο εκλεπτυσμένο,που καταλύει και αυτός τον διαχωρισμό ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας, όπως ακριβώς ο πολιτικός ολοκληρωτισμός των καθεστώτων του Μεσοπολέμου.

    Καλοπροαίρετα πάντα,
    Σπύρος Κ.

    • Κατ’ αρχάς, ένας από τους βασικότερους λόγους που θεωρούμε τη γραμμή Agamben άτοπη είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία της να εξηγήσει το φαινόμενο του ολοκληρωτισμού, ως σύστημα όχι απλά επιβολής (ή των «άκρων») αλλά που ενσωματώνει εντός του διάφορες πτυχές τόσο της νεωτερικής όσο και της προ-νεωτερικής κοινωνίας. Σε πρώτη φάση, όπως μας λέει η Arendt (Origins of Totalitarianism) στο ολοκληρωτικό καθεστώς δεν έχουμε παρά τη διάλυση κάθε διάκρισης μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας. Ή για να το θέσω πιο σωστά, δεν πρόκειται απλά για άρση των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ αυτών των δύο σφαιρών, αλλά για διάβρωση των εννοιών δημόσιο-ιδιωτικό καθ’ αυτών. Μιλάμε για την επέμβαση του ολοκληρωτικού κράτους στις πιο εσωτερικές πτυχές της ανθρώπινης ζωής, και συνάμα τη διάλυση κάθε επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Αυτό συνεπάγεται τη μετατροπή της κοινωνίας σε μια άμορφη μάζα όπου η ανθρώπινη επικοινωνία και ενασχόληση περιορίζονται μονάχα σε έναν συγκεκριμένο σκοπό (στον τελικό στόχο της ιδεολογίας). Αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Το διαδίκτυο (στο οποίο συντελείται κάθε παρακολούθηση πλέον) δεν είναι καν ιδιωτική σφαίρα καν, για να πούμε ότι επεμβαίνει κανείς στην ιδιωτική μας ζωή, αλλά ένα ιδιόμορφο ιδιωτικό/δημόσιο πεδίο που κακώς προσπαθούμε να το χρησιμοποιήσουμε ως αντικαταστάτη της φυσικής ζωής. Επιπλέον, η μαζική κουλτούρα που έχει περιθωριοποιήσει το δημόσιο πεδίο δεν επιβάλλεται κάτω από κάποιο καθεστώς τρόμου αλλά επιδιώκει κυρίως στην αύξηση της κατανάλωσης και αποσκοπεί στην αποθέωση του καταναλωτικού ονείρου. Η μαζική κοινωνία σήμερα δεν είναι μια κοινωνία που ακολουθεί κάποια προφητική ιδεολογία, το λεγόμενο Grand Narrative, αλλά κάθε άλλο, μια κοινωνία ατομικοκεντρική, δίχως αξίες – το απόλυτο ξεχαρβάλωμα δηλαδή -, όπου ο καθένας κοιτά περισσότερο την δική του ιδιωτική απόλαυση και ανέλιξη. Αντιθέτως, στα ολοκληρωτικά καθεστώτα αυτό που κυριαρχεί είναι η πίστη πως μέσα από μεθόδους που ανταποκρίνονται σε επιστημονικές θεωρίες θα αλλάξει το σύνολο της ανθρωπότητας. Ο ολοκληρωτικός ανθρωπότυπος δεν κοιτά τις προσωπικές του ανέσεις αλλά το σύνολο. Ο ολοκληρωτικός ανθρωπότυπος είναι έτοιμος να υποστεί κάθε θυσία για να φέρει εις πέρας την ιδεολογική του προφητεία, η οποία του λέει πως ο κόσμος νομοτελειακά θα αλλάξει. Όποιος δεν συμβαδίζει με την πορεία της ιστορίας (την οποία πρέπει όλοι να ακολουθήσουν για το «κοινό καλό»), και άρα την θεωρία, αυτόματα θα περάσει από λεπίδι. Οι σφαγές, οι κατακτήσεις, οι θυσίες, το αίμα, είναι απόλυτα δικαιολογημένα (αξίζουν τον κόπο δηλαδή), καθώς όλοι όσοι ασπάζονται την ολοκληρωτική θεωρία είναι πεπεισμένοι ότι θα οδηγηθούν στο τελικό στάδιο, την απόλυτη εκπλήρωσης της επιστημονικά αποδεδειγμένης ιδεολογικής τους αποκάλυψης. Με άλλα λόγια, ο ολοκληρωτισμός είναι ένα σύστημα που βασίζεται σε αναντίρρητους ιστορικούς νόμους και επιστημονισμούς. Δεν είναι η απόλυτη κυριαρχία του Χομπσιανού Λεβιάθαν ή μια κατάχρηση του Lockean prerogative. Έχουμε να κάνουμε με ένα σύμπλεγμα καταστάσεων και αντιλήψεων που καλλιεργούν τις συνθήκες ώστε να αναδυθούν εξουσίες όχι απλά αυθαίρετες, αλλά καθοδηγούμενες από ιδέες οι οποίες βασίζονται σε νομοτελειακές ιστορικές διαδρομές, στοχεύοντας στην απόλυτη τελειότητα. Καί ο Μαρκούζε αλλά καί η Arendt είχαν (πολύ σωστά) εντοπίσει κοινά στοιχεία μεταξύ δυτικού καπιταλισμού και ολοκληρωτισμού, στις διαφημίσεις. Όμως οι επιχειρηματίες δεν αυτοπροβάλονται ως προφήτες, δεν σκοπεύουν μέσω της πώλησης ενός προϊόντος να επιβληθούν ολικά στην ανθρώπινη ζωή. Μπορώ εγώ να μην καταναλώσω το Χ προϊόν που το βλέπω στις φριχτές γιγαντοαφίσες, μπορώ να μην κατέβω για ψώνια το σαββατοκύριακο. Κανείς δεν θα έρθει να με ενοχλήσει αν αρνηθώ να αγοράσω το τελευταίο iphone. Αντιθέτως, στα ολοκληρωτικά καθεστώτα δεν υπάρχει άρνηση διότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει καν κατανοητό στην ολοκληρωτική σκέψη. Το ολοκληρωτικό σύστημα δεν αναγνωρίζει λάθη στη θεωρία που ακολουθεί, διότι η θεωρία είναι – επιστημονικά τεκμηριωμένα – αλάνθαστη, και όλοι (για το «κοινό» συμφέρον) πρέπει να την ακολουθήσουν. Διαφωνία σημαίνει απλά όχι μή υπακοή και «παραβατική συμπεριφορά» αλλά μή αναγνώριση του «συλλογικού» συμφέροντος, μή αναγνώριση της αλήθειας που μας προσφέρει η θεωρία, η οποία όταν εφαρμόζεται (με βάση το ολοκληρωτικό σκεπτικό) οδηγούμαστε στον νέο κόσμο της επίγειας απόλυτης ευτυχίας. Άρα, το άτομο που αμφισβητεί τη θεωρία αμφισβητεί και την απόλυτη ευτυχία. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξοντωθεί ως «ο απόλυτος εχθρός».

      Σαφέστατα ο καπιταλισμός και η νεωτερικότητα γέννησαν τον θετικισμό, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Αλλά καλό είναι να γνωρίζουμε πως ο καπιταλισμός δεν αποτελεί τη μοναδική θεσμισμένη αξία των δυτικών κοινωνιών. Με άλλα λόγια, οι δυτικές κοινωνίες δεν είναι μονοσήμαντες. Διότι έχουν περάσει από στάδια ριζικών αλλαγών μέσα στις προηγούμενες δεκαετίες (και αιώνες), που καθιστούν την ανάδυση ενός καθεστώτος εξαίρεσης μή πιθανή περίπτωση (για την ώρα). Κοινώς, τα κινήματα της δεκαετίας του 60 και του 70 επέφεραν ριζικές αλλαγές στο κοινωνικο-πολιτικό σκηνικό, ενσωματώνοντας αυτό που θα λέγαμε «αντι-αυταρχικό φαντασιακό» μέσα στο ίδιο το σύστημα που βιώνουμε. Αυτό σε συνδυασμό με τη συλλογική μνήμη του Ολοκαυτώματος, των στρατοπέδων συγκέντρωσης και των γενοκτονιών, δεν καθιστούν πιθανή την εγκαθίδρυση ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος πουθενά στον δυτικό κόσμο. Οι μόνες χώρες στις οποίες μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχουν ψήγματα ολοκληρωτικά είναι αυτές της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες έμειναν αδιάβροχες από τα κινήματα που άλλαξαν την κοινωνική κατεύθυνση στη δύση (ακριβώς διότι όταν συντελούνταν αυτές οι αλλαγές, εκείνες οι χώρες βίωναν τον ολοκληρωτισμό πατόκορφα), και επηρέασαν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο επιβάλλεται και ασκείται η εξουσία σήμερα. Έτσι μπορεί να βλέπουμε μια διαδήλωση να καταστέλλεται, μπορεί να παραβιάζονται συνταγματικά δικαιώματα, αλλά η βιαιότητα σε ό,τι αφορά την επιβολή μιας συγκεκριμένης πολιτικής, παραμένει περιορισμένη εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου άσκησης πολιτικής, που δεν επιτρέπει διολίσθηση σε ολοκληρωτισμό. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχύει και για τα εργασιακά: η καταστρατήγηση νόμων που κατακτήθηκαν με σκληρούς αγώνες σαφέστατα και στοχεύει στην αναδιανομή του πλούτου από τα πάνω προς τα κάτω, αλλά υπάρχει μια θεμελιώδη διαφορά μεταξύ αυτών των πολιτικών με αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «καθεστώς εξαίρεσης». Αυτό, δυστυχώς, δεν μπορεί η αριστερά και οι αναρχικοί να το κατανοήσουν, καθώς η προσέγγισή τους είναι χιπστερική και, ως εκ τούτου, εγκλωβισμένη μέσα στη λογική της αντικουλτούρας του 60-70, από όπου και ξεκινά όλη η αντικομφορμιστική στάση, και κατ’ επέκταση ο αντιμπατσισμός, ο αντικρατισμός, και η τάση να βλέπουμε παντού χούντες και ολοκληρωτισμούς. Εδώ και χρόνια ακούμε για ολοκληρωτισμό όμως και ολοκληρωτισμό δεν βλέπουμε! Αυτό που περισσότερο συντελείται στις μέρες μας δεν είναι η επιβολή ενός φασιστικού καθεστώτος εξαίρεσης ή κάποια εκτροπή, αλλά η μεταφορά της εξουσίας από τα εθνικά κοινοβούλια σε διεθνείς οργανισμούς άσκησης εξουσίας. Αυτό παρότι είναι μια μέθοδος αυταρχισμού, δεν συνιστά παρά ταύτα ολοκληρωτισμό ή κράτος εξαίρεσης. Είναι ο αυταρχισμός των αγορών που καταρρακώνει κάθε έννοια δημοκρατίας, εφόσον πλέον ο πολίτης δεν μπορεί ούτε καν με δημοψηφίσματα και plescibite να επιβάλει την άποψή του. Απόλυτη εξουσία ασκούν οι αγορές και οι χρηματικοί οίκοι. Καμία καταστρατήγηση στην ελευθερία του λόγου δεν έχουμε, κάτι που έστω να θυμίζει τις εποχές όχι του μεσοπολέμου, με την πρωτοφανή αγριότητα, αλλά έστω τον 19ο αιώνα, που ναι μεν τα κράτη ήταν αυταρχικά, αλλά όχι ολοκληρωτικά. Άρα έχουμε τους λίγους (δηλαδή τις αγορές και αυτούς που το οικονομικό τους συμφέρον εξαρτάται άμεσα από την ευημερία των αριθμών και των αγορών) να κυριαρχούν, πράγμα που με ευκολία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε φιλελεύθερη ολιγαρχία, η οποία γίνεται περισσότερο αυταρχική (όχι όμως ολοκληρωτική) σε περιόδους όπου εξασθενεί η λαϊκή αντίσταση, και περισσότερο «φιλελεύθερη» όταν οι συνθήκες ευνοούν κάτι τέτοιο.

      Τέλος, ο ολοκληρωτισμός δεν μπορεί να κατανοηθεί δίχως την εμφάνιση πανεθνικιστικών κινημάτων, αυτών που η Arendt ονόμαζε (panmovements). Στην περίπτωσή μας σήμερα όχι μόνο πανεθνικισμούς δεν βλέπουμε (μιλάμε για τη δύση πάντα), αλλά περισσότερο βιώνουμε τη διάλυση κάθε ταυτότητας (ταξικής, εθνικής ή εθνοτικής) στα πλαίσια της αχαλίνωτης κατανάλωσης. Μολονότι τα πανεθνικιστικά κινήματα είχαν ως άμεσο στόχο τους τον θεσμό του έθνους κράτους – όπως και η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση – ωστόσο, η παγκοσμιοποίηση δεν θέτει καμία αποκλειστικότητα όπως τα panmovements. Δηλαδή, δεν εξασκεί πολιτική φυλετικής κατεύθυνσης (tribal nationalism) αλλά περισσότερο πρόκειται για πολυπολιτισμική, πολυφυλετική και ψευτοανεκτική μορφή άσκησης εξουσίας, πάντα στα πλαίσια της εμπορευματοποίησης, της κατανάλωσης, που ακούει στο motto follow your heart (δηλαδή, μιλάμε για την απόλυτη αποθέωση του ατομικισμού, σε αντιδιαστολή με τον ολοκληρωτισμό, όπου έχουμε την απόλυτη συντριβή του ιδιωτικού πεδίου). Σαφέστατα και οι εποχές μας δεν είναι οι καλύτερες. Καμία αμφισβήτηση ως προς αυτό. Ωστόσο έννοιες όπως «ολοκληρωτισμός», «κοινωνικός κανιβαλισμός» και «καθεστώς εξαίρεσης» θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με περισσότερη προσοχή αν θέλουμε να περιγράψουμε τη ζοφερότητα της παγκοσμιοποίησης.

      Κι εδώ μια πιο «ακαδημαϊκή» κριτική στον Agamben.

Σχολίασε

Go to top