Ο Heathcliff και τα ανθρώπινα ερείπια: από την Emily Brontë στον σύγχρονο εκριζωμένο άνθρωπο

Anne, Emily και Charlotte Brontë – (Του Branwell Brontë)

Πόσο λάθος θα είχαμε αν λέγαμε ότι η ιστορία που ξετυλίγεται στο Wuthering Heights της Ρομαντικής Emily Brontë προεικονίζει κατά κάποιον τρόπο τον εκριζωμένο σύγχρονο άνθρωπο; Στην ουσία καθόλου! Αρχικά, αυτό που βλέπει κανείς στον κόσμο του Wuthering Heights, από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος είναι πως ο έρωτας, ο φθόνος, ο φόβος, η άγνοια και η ελπίδα πλημμυρίζουν κάθε πτυχή της ύπαρξης των ηρώων. Έρωτας παράφορος που συμβιώνει με την μελανή ψυχή και το αβυσσαλέο μίσος τους. Όπως λέει η Martha Nussbaum (2003, σ.404) σε αυτό το μυθιστόρημα η επίγεια αγάπη είναι αυτοσκοπός. Αυτό που, ωστόσο, παίζει κυρίαρχο ρόλο στην ιστορία είναι η ψυχοσύνθεση ενός από τους πιο κεντρικούς χαρακτήρες, του περιβόητου Heathcliff. Αν πραγματικά μπορούσε να υπάρξει μια θρησκεία που δεν θα δεχόταν την ύπαρξη κάποιου Θεού, παρά μόνο της κολάσεως, τότε ίσως η φιγούρα του Heathcliff να ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της σε αυτόν τον κόσμο! Στην ουσία, η φιγούρα του Heathcliff σκιαγραφεί τις πιο καταστροφικές ορέξεις των ανεξέλεγκτων ανθρώπινων επιθυμιών προς την εξαπάτηση, την επιβολή και τη μνησικακία· αναπαριστά το τερατόμορφο μεγαθήριο (βέχεμωθ) του Hobbes, τον αμετροεπή εγωιστή του Ντοστογιέφκσι, που δεν θα διστάσει να καταπατήσει κάθε αρχή, να αγνοήσει κάθε ηθική ευπρέπεια, αποσκοπώντας στην εκπλήρωση ενός και μόνο σκοπού: να εκδικηθεί δίχως έλεος και συγχώρεση. Πoιό είναι, ωστόσο, το βασικό μοτίβο που διαμορφώνει την ψυχοσύνθεση του Heathcliff, αν όχι αυτό της εκρίζωσης; Μπορεί κανείς να διαφωνεί ως προς αυτή την προσέγγιση, τονίζοντας πως ο αναγνώστης θα πρέπει αρχικά να εστιάσει στην ταπείνωση που ο χαρακτήρας αυτός είχε υποστεί κατά την παιδική του ηλικία. Ποιός μπορεί, όμως, να αρνηθεί πως η ταπείνωση του Heathcliff ήταν αποτέλεσμα του δικού του ξεριζωμού;

Η ιστορία, λοιπόν, ξεκινά με την επίσκεψη του Lockwood στην έπαυλη του Thrushcross Grange στη βόρεια Αγγλία. Ο Lockwood δεν είναι παρά ένας πλούσιος αστός από τη νότια Αγγλία, που νοικιάζει την έπαυλη αναζητώντας ψυχική ηρεμία προκειμένου να αναρρώσει από την ασθένειά του. Όταν στον ύπνο του εμφανίζεται η μορφή της Catherine (ένα από τα παιδιά της οικογένειας Earnshaw της οικίας με το όνομα Wuthering Heights) ξυπνά τρομαγμένος. Στη συνέχεια, ζητά από την οικονόμο, Nelly Dean, να του αφηγηθεί την ιστορία της οικογένειάς στα Heights. Ο Heathcliff, λοιπόν, είχε υιοθετηθεί από τον πατέρα Earnshaw όταν ο δεύτερος επέστρεψε από ταξίδι στο Liverpool. Ο Heathcliff, που συνήθως περιγράφεται σαν ένα βρώμικο και σκουρόχρωμο αγόρι, θα γίνει μέλος της οικογένειας, αλλά θα βρεθεί στη δυσμένεια τόσο των θετών γονέων του όσο και του γιου τους, Handley. Παρά τις διακρίσεις και τον ρατσισμό που βιώνε μέχρι και το 13ο έτος της ηλικίας του, δεν εκφράζει καμία αντίδραση. Όταν ο Handley -μετά τον θάνατο του Earnshaw- γίνεται κύριος των Heights, αμέσως θα δείξει όλο το μίσος που τρέφει για τον θετό του αδελφό, κάνοντάς τον σε σκλάβο στα κτήματα. Την ταπείνωση αυτή μόνο η στοργή της Catherine (αδελφή του Handley) μπορεί να καταπραΰνει, η οποία, ωστόσο, είχε ήδη εγκαταλείψει τον οίκο, έχοντας βρει την υλική γοητεία που αναζητούσε στον αριστοκρατικής καταγωγής Linton. Έτσι, μετακομίζει μόνιμα στη συζυγική της εστία, το Thrushcross Grange. Ο Heathcliff, όντας προδομένος από την Catherine, εγκαταλείπει τα Heights, για να επιστρέψει έπειτα από χρόνια, έχοντας μυστηριωδώς αποκτήσε μεγάλη περιουσία. Αμέσως βάζει σε εφαρμογή ένα σχέδιο αμείλικτης επιβολής, όπου με αγελαίο μίσος επιτίθεται σε όλους του τους αντιπάλους, μαζί και στον θετό του αδερφό, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να φυλακίσει τη νεαρή Cathy (κόρη της Catherine) στο Heights, θέλοντας έτσι να εκδικηθεί την προδοσία της μητέρας της. Κανείς δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στα σχέδιά του δίχως να έρθει αντιμέτωπος με την μανία και το αγελαίο μίσος του.

Ο Heathcliff, λοιπόν, ο νεαρός που βρίσκονταν να περιφέρεται στους δρόμους του Liverpool, δεν θα καταφέρει ποτέ του να γίνει ένας Earnshaw. Δεν γνωρίζει ούτε το παρελθόν του, αν είναι απόγονος κάποιας πριγκιπικής οικογένειας της Ινδίας η της Κίνας, και μεταφέρθηκε στην Αγγλία κατόπιν απαγωγής του από Βρετανούς στρατιώτες, όπως του λέει η Dean προσπαθώντας να τον καθησυχάσει τη στιγμή που η Catherine αποφασίζει να συζήσει με τον Linton[1], ή το εγκαταλελειμμένο παιδί κάποιων τσιγγάνων, ένας ακοινωνικός περιπλανώμενος, μια αταξική φυσική μορφή ζωής κατά τον Eagleton (2005, σ.103). Λόγω, ακριβώς, του ξεριζωμού του θα αντιμετωπίζεται πάντα ως ένας «περιττός» δούλος, όπως θα έλεγε η Hannah Arendt στο δεύτερο μέρος του Origins of Totalitarianism (1976), όπου θα δει κανείς μακροσκελείς συζητήσεις πάνω στο φαινόμενο της ανθρώπινης εκρίζωσης, ως αποτέλεσμα της καταστροφής του κοινού κόσμου. Ο κοινός κόσμος, κυρίως όταν αυτός αναδύεται μέσα από το δημόσιο πεδίο (όπου κυριαρχεί ο λόγος και όχι η βία) υπερέχει κάθε άλλου θεσμού· το δημόσιο πεδίο ριζώνει και δημιουργεί ασπίδα προστασίας από τη φθορά του χρόνου. Η διάλυση της ταξικότητας, την ίδια στιγμή, στα πλαίσια της μετατροπής των κοινωνιών από ταξικά διαχωρισμένες σε μαζικές κοινωνίες, ήταν αυτό που βοήθησε τα ολοκληρωτικά καθεστώτα να ανέλθουν στην εξουσία, διαβρώνοντας τον κοινό κόσμο, δηλαδή τις κοινές αξίες που οι άνθρωποι των διαφορετικών τάξεων συμμερίζονταν, νοηματοδοτώντας την ίδια τους την ύπαρξη μέσα στον χωροχρόνο. Αυτό, λοιπόν, είναι και το στοιχείο που απουσιάζει από τον μικρό Heathcliff· το νόημα και το συναίσθημα της κατεύθυνσης που απορρέουν από τις ρίζες μας, μέσα στον κοινό κόσμο της συλλογικής ζωής (στην περίπτωση του Wuthering Heights, μέσα από τον κοινό μικρόκοσμο του οίκου Earnshaw).

Η επικαιρότητα, λοιπόν, του μυθιστορήματος βρίσκεται σε αυτό ακριβώς το ιδιαίτερα λεπτό σημείο που συναντά κανείς στο αερόφυτο Heathcliff, ένας χαρακτήρας που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αλληγορικά, προκειμένου να μας προειδοποιήσει για τις συνέπειες που ακολουθούν όταν όλες οι σημασίες που θα μπορούσαν να προσδώσουν κάποιο νόημα και κατεύθυνση απουσιάζουν, όταν ο ίδιος ο κοινός μας κόσμος διαβρώνεται στα πλαίσια της στροφής προς τον εσπεραντισμό (μια από τις πιο κίβδηλες μορφές κοσμοπολιτισμού). Η ιστορία του Πύργου της Βαβέλ αποτελεί σαφή προειδοποίηση για την αναπόφευκτη καταστροφή που επιφέρει κάθε προσπάθεια οικοδόμησης μιας ιεραρχίας που θα αντιπροσωπεύει όχι μια τοπική συλλογικότητα αλλά ολόκληρη τη την ανθρωπότητα. Το υπέρμετρο ύψος του πύργου, η εξύψωση της διοίκησης σε μια απροσπέλαστη κορυφή, έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ της ίδιας την κορυφής με τη βάση. Μια τέτοια υπερδομή αντιστρέφει το παράδειγμα που μέχρι χθες αποτελούσε κανόνα για κάθε οργανική πολιτική κοινότητα, το παράδειγμα που συνδέει τη βάση με την κορυφή ως ένα και το αυτό, αντί η πολιτική εξουσία να εξορίζεται στον ουρανό, όντας αποκομμένη από την καθημερινή ζωή. Από την άλλη, ο εσπεραντισμός σηματοδοτεί τη σταδιακή απώλεια όχι μόνο της ταυτότητας, όπως ισχυρίζεται η Simone Weil στο βιβλίο της Ανάγκη Για Ρίζες, αλλά και το τέλος της ελευθερίας να μπορεί μια ομάδα ανθρώπων να αναγνωρίζεται ως τέτοια. Όπως ακριβώς ο Heathcliff με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να υποχρεώσει τα άλλα μέλη της οικογένειας να αλλάξουν πολιτική εναντίον του, έτσι και ο σύγχρονος εκριζωμένος άνθρωπος, κάτω από την απόλυτη κυριαρχία του εσπεραντικού συστήματος που απομακρύνει κάθε δυνατότητα άσκησης εξουσίας από το το τοπικό επίπεδο, καταντά γρανάζι μιας μηχανής που αποζητά την απόλυτη κεφαλαιακή εξάπλωση, αδύναμος να κατευθύνει ο ίδιος τη μοίρα του και το μέλλον του. Αν φυσικά θελήσουμε να δούμε πιο καθαρά την εικόνα του νεαρού Heathcliff, τότε δεν έχουμε παρά να συγκρίνουμε όλες αυτές τις περιπτώσεις με το ατέλειωτο δράμα των προσφύγων, όντας ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ανθρώπινου ξεριζωμού στις μέρες μας. Όπως ο Heathcliff, λόγω ακριβώς της αδυναμίας του να συμμετάσχει στη συλλογική ζωή και τις αποφάσεις του οίκου, καταντά μια «περιττή» ύπαρξη, έτσι και οι ίδιοι οι πρόσφυγες, όχι μόνο εκτίθενται στην ισχύ και την υπεροχή των ευνοούμενων του έθνους-κράτους, αλλά καταντούν «περιττές μάζες».

Αυτό που βλέπουμε στον (ενήλικα πλέον) Heathcliff, είναι η πιθανή εξέλιξη ενός ξεριζωμένου ανθρώπου. Πρόκειται για ένα πλάσμα βίαιο, μοχθηρό και εκδικητικό, που ενδιαφέρεται μονάχα για την προσωπική του δόξα, εφόσον καμία άλλη αξία δεν υφίσταται που να το συνδέει με τους ανθρώπους γύρω του. Όπως άλλωστε λέει η Weil -παίρνοντας ως παράδειγμα την αποικιοκρατία και την επικράτηση του νεωτερικού συγκεντρωτικού παραδείγματος έναντι της μικρής γειτονιάς- η ανθρώπινη εκρίζωση το μόνο που μπορεί να επιφέρει είναι είτε να οδηγήσει πληθυσμούς σε λήθαργο, είτε να τους μετατρέψει σε καταστροφικά αγρίμια, όπως συνέβη με τη Ναζιστική Γερμανία. Έτσι και για τον Heathcliff, τα ψυχικά του τραύματα διαλύουν κάθε ίχνος ευαισθησίας, συμπόνοιας, καλοσύνης και μετριοφροσύνης, ιδίως από τη στιγμή που κανένας κοινός κόσμος για τον ίδιο δεν έχει απομείνει, και ως εκ τούτου κανένα λιμάνι και κανένα καταφύγιο έπειτα από την προδοσία της Catherine και την συνεχόμενη ταπείνωση από την θετή του οικογένεια. Συνεπώς, το μοναδικό πράγμα με το οποίο μπορεί να συνδεθεί και να ταυτιστεί είναι ο υλικός πλούτος, η ολοένα και περισσότερη συγκέντρωση (αυθαίρετης) εξουσίας.

Όπως, επιπλέον, λέει ο Eagleton (2005, σ.111), η μοναδική ελευθερία που έχει απομείνει στον Heathcliff είναι η ελευθερία να υποδουλώνει κάθε ανθρώπινο ον. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται ξεκάθαρα και από την στάση του στον Handley, όταν θα ο πρώτος επιστρέφει στα Heights πλούσιος και εκλεπτυσμένος, εξαγοράζοντας όλα τα χρέη που ο θετός αδελφός του δημιούργησε έχοντας εξαρτηθεί από τον τζόγο. Όντας ένα μνησίκακο ον, δεν θα διστάσει να του επιβληθεί, παίρνοντας ταυτόχρονα εκδίκηση. Και εφόσον, λοιπόν, ολόκληρη η οικία έχει παρέλθει στα χέρια του Heathcliff, οι συντεχνιακές (προ-νεωτερικές) δομές που εξυπηρετούσαν τον οικονομικό εφοδιασμό των Heights εξαφανίζονται (Eagleton 2005, σ.115). Ο Heathcliff, βέβαια, συνεχίζει να έλκεται από την Catherine. Γνωρίζει, ίσως, ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να γίνει ένας Earnshaw, να ριζώσει και να αποκτήσει τον σεβασμό του οίκου. Όμως και η ίδια η Catherine έλκεται και αυτή από τον Heathcliff. Η τραγικότητα, βέβαια, αυτής της ανθρώπινης κατάστασης έγκειται ακριβώς σε αυτό που έλεγε η Weill (2002, σ.48), ότι ένας εκριζωμένος οδηγεί και τους υπόλοιπους στην εκρίζωση! Αυτό λοιπόν συμβαίνει στην ίδια την Catherine· αντί να «ριζώσει» τον Heathcliff στον οίκο, εκριζώνεται η ίδια! Έχοντας γητευτεί από τα φώτα της οικίας του Linton, από τον υλικό της πλούτο και την αριστοκρατική του θαλπωρή, θα επιχειρήσει (μάταια ωστόσο) να διαγράψει κάθε ζωντανή μνήμη. Θα επιχειρήσει, με άλλα λόγια, να παραβλέψει το γεγονός ότι ο Heathcliff για την ίδια ήταν μια ζωντανή έλξη. Ήταν κάτι περισσότερο από ένας εφήμερος παιδικός έρωτας· μια Στωική φιγούρα, μια ύπαρξη που συμπληρώνει τη δική της, ένα αναπόσπαστο κομμάτι του ίδιου της του εαυτού, από το οποίο θα προσπαθήσει να αποκοπεί, με στόχο πάντα την υλική ευμάρεια και πάνω απ’ όλα το κύρος που απουσιάζει από το παρελθόν ενός εκριζωμένου παρία, όπως ο Heathcliff. Κι έτσι, θα επιχειρήσει να διαγράψει το παρελθόν της από τα Heights και ως επακόλουθο εξαφανίζεται από τον ίδιο τον κόσμο, αφήνοντας τον Heathcliff παγιδευμένο στην πικρία της προδοσίας να δίνει έναυσμα στην ανεξέλεγκτη εκδικητικότητα του.

Θα ήταν λάθος, παρά ταύτα, να παραλείψουμε και τον χαρακτήρα του αστού Lockwood, ο οποίος ξεπερνά σε κυνισμό τόσο τον Linton όσο και τον Heathcliff χωρίς, βέβαια, να συμμερίζεται τη βιαιότητά του. Το όνομά του, εξάλλου, (Lock Wood) παραπέμπει αν μή τι άλλο σε μια «κλειδωμένη ψυχή» (locked in the wood), καθότι δεν έχει μάθει να αναζητά κανένα νόημα πέρα από την υλική του ευημερία και τις προσωρινές ανέσεις. Ο Lockwood, λοιπόν, είναι ο ακροατής της ιστορίας. Μόλις η Nelly Dean αφηγείται τα γεγονότα του Heights, ο ίδιος ταράζεται, σα να έρχεται σε επαφή με έναν κόσμο άγριο και ωμό, που μέχρι χθες αγνοούσε την ύπαρξή του, ζώντας στις ανέσεις της εύπορης νότιας Αγγλίας. Είναι ο τουρίστας/αστός της μητρόπολης, που περιφρονεί και αγνοεί την επαρχία και την ενδοχώρα, όπως οι διανοούμενοι του Orwell (βλ. The Road to Wigan Pier) απεχθάνονται τη λαϊκότητα και τον κοινοτικό πνεύμα των εργατών της Βόρειας Αγγλίας. Φαίνεται πως δεν γνωρίζει, μήτε θέλει να καταλάβει ότι η επαρχία έχει και αυτή τους δικούς της ρυθμούς ζωής, μέσα στους οποίους το μίσος, η αγάπη, η ζήλια, ο φθόνος και η αγαθοσύνη εκφράζονται με έναν ιδιαίτερο τρόπο, που ουδέποτε οι αριστοκράτες των μητροπόλεων προσπάθησαν να καταλάβουν. Για αυτόν οι ιστορίες του Yorkshire (όπου διαδραματίζεται η ιστορία του Heathcliff) δεν είναι παρά μια θεατρική παράσταση για σύντομη κατανάλωση αναλώσιμων εντυπώσεων.

Θα μπορούσαν, πραγματικά, να γραφτούν πάρα πολλά για τούτο το αξιοθαύμαστο μυθιστόρημα, μέσα από το οποίο με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο η Ρομαντική συγγραφέας προσπαθεί να εξερευνήσει τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης. Όπως για παράδειγμα, η σημασία της οικογένειας -όχι από την άποψη του προγονικού δικαίου που βασίζεται στις σχέσεις αίματος, πράγμα που οδηγεί στον αποκλεισμό των μή ομοαίματων, όπως στην περίπτωση του Heathcliff- αλλά περισσότερο λόγω της δυνατότητας του θεσμού αυτού να προσφέρει στοργή σε έναν ταραγμένο κόσμο, όπως Christpher Lasch στο βιβλίο του Heaven in a Heartless World (1995). Πολύ περισσότερο όμως, αυτό που μας διδάσκει το μυθιστόρημα, είναι πώς το φαινόμενο της εκρίζωσης (που όλο και περισσότερο συναντάμε στις μέρες μας) δεν είναι παρά μια τραγική ανθρώπινη κατάσταση, και με τίποτα δεν θα πρέπει να την βλέπουμε ως χειραφετική επιλογή ενάντια στις κλειστές ταυτότητες. Όπως φαίνεται, η Emily Brontë μάλλον γνώριζε πολύ καλά τί ακολουθεί όταν κάθε νόημα, επαφή και οικειότητα απομακρύνονται από τις ζωές των ανθρώπων, όταν τα ανθρώπινα όντα προσπαθούν να διαγράψουν κάθε ζωντανή μνήμη επικαλούμενοι τις εφήμερες υλικές απολαύσεις. Η έντονα Χριστιανική (αλλά ετερόδοξη) προσέγγισή της πάνω στην ηθική, πάνω στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση (Marsden 2014), μας προτρέπει να αναγνωρίσουμε τις συνέπειες του κύκλου της αποσύνθεσης, από τον καταναγκασμό και την ταπείνωση στην μανία και την εκδίκηση, φαυλότητες για τις οποίες, όπως πολύ σωστά είχε προειδοποιήσει η Weil (2002), ωθούν στην ανάδυση ακόμα πιο αυταρχικών μορφών επιβολής. Επιπλέον, η στάση του νεαρού εκριζωμένου Heathcliff δεν είναι παρά μια στάση που έτσι κι αλλιώς παίρνουν όλοι οι άνθρωποι όταν βρίσκονται σε θέση αδυναμίας, σε αντίθεση με τον «χειραφετημένο» Heathcliff, τον ανελέητο δεσπότη. Αξίζει να συζητηθεί και το παράδειγμα των Πουριτανών Εγγλέζων: όντας μια καταπιεσμένη μειονότητα στην Αγγλία του 1600 δήλωναν υπέρ της ανεξιθρησκίας. Πώς, όμως, αυτό το δικαίωμα οι ίδιοι αρνήθηκαν σε άλλους όταν απέκτησαν ισχύ; Ως εκ τούτου, θα ήταν λάθος να κρίνουμε τα ανθρώπινα πράγματα μονάχα από τη σκοπιά του διωκόμενου, αγνοώντας τις συνέπειες που θα είχε μια πιθανή αλλαγή της κοινωνικής θέσης ενός ψυχικά ταπεινωμένου/ξεριζωμένου ανθρώπου, όταν από «περιττός» παρίας αποκτήσει δύναμη στα χέρια του, αν από το ίδιο το άτομο απουσιάζει η συγχώρεση, τη σημασία της οποίας είχαν τονίσει τόσο η Arendt (1998) όσο και ο Martin Luther King (1986).

Η εκριζωση είναι ένας από τους βασικότερους λόγους που συμβάλει στη μετατροπή των ανθρώπων σε παρίες, οι οποίοι με την πρώτη ευκαιρία δεν θα δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο προκειμένου να ανέλθουν και αυτοί στα ανώτατα κλιμάκια της ιεραρχίας, αναπαράγοντας έτσι τη διαλεκτική δούλου/αφέντη. Το εθιμικό/δημώδες δίκαιο και η κριτική αποδοχή των παραδόσεων, που δεν έχει να κάνει με τον τυφλό εναγκαλισμό των δοσμένων αξιών, κοινώς η σημασία της μνήμης –την οποία πολύ σωστά διαχωρίζει ο Lasch (1991) από το «έθιμο»- και η επανάκτηση της λαϊκότητας -όπως την κατανοούσε ο Orwell στο England Your England (βλ Inside the Whale)- θα μπορούσαν να αποτελέσουν αναχώματα στη διάπλαση προσωπικοτήτων σαν αυτή του Heathcliff. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως η κοινή ευπρέπεια και η λαϊκότητα (ως ρίζα) είναι έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες. Με άλλα λόγια, η κοινή ευπρέπεια υπάρχει μέσα στο εθιμικό δίκαιο, πράγμα που ενισχύει την άποψη του Lasch (1995b, σ.111), ότι η κοινή λογική εμπεριέχεται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό μέσα στη συμπεριφορά των απλών ανθρώπων, παρά σε ιδεολογικά σχήματα που έχουν επικρατήσει εντός των δημόσιων διαλόγων, ή στις διδαχές των οργανικών διανοούμενων. Η διαρκής αναζήτηση μιας ταυτότητας, επομένως, όπως έκανε ο Οδυσσέας του James Joyce, δεν μπορεί παρά να στοχεύει στην αναγνώριση όλων αυτών των κοινών λαϊκών στοιχείων που θα μπορούσαν να οικοδομήσουν έναν πολιτισμό υποχρέωσης, κατανόησης και κριτικής αλληλεγγύης, αν δεν θέλουμε ο ήδη διαβρωμένος μας κοινός κόσμος, να καταστεί ένας σκουπιδότοπος ανθρώπινων ερειπίων…

[1] “I’ll tell you, I do. You’ re fit for a prince in disguise. Who knows but your father  was Emberor of China, and your mother an Indian queen, each of them able to buy up, with one week’s income, Wuthering Heights and Thrushcross Grange together? And you were kidnapped by wicked soldiers, and brought to England. Were I in your place, I would frame high notions of my birth; and the thoughts of what I was should give me courage and dignity to support the oppressions of a little farmer!” (Emily Brontë, Wuthering Heights, p.45).

Βιβλιογραφία:
Arendt, Hannah, 1976. The Origins of Totalitarianism. 6th ed. USA: A Harvest Book.
Arendt, Hannah., 1998. The Human Condition. Chicago: The University of Chicago Press.
Brontë, Emily. 2003. Wuthering Heights. London: Norton & Company.
Eagleton, Terry, 2005. Myths of Power. A Marxist Study of the Brontës. London: Palgrave MacMillan.
Kafka, Franz. 2000. The Castle. London: Penguin Books.
Lasch, Christopher. 1991. The True and Only Heaven London: Norton & Company.
Lasch, Christopher. 1995. Heaven in a Heartless World. London: Norton & Company.
Lasch, Christopher. 1995b. The Revolt of the Elites and the Betrayal of Democracy. London: Norton & Company.
Luther King Jr, M., 1986. A Testament of Hope. New York: Harper One.
Nussbaum, Martha. Wuthering Heights: The Romantic Ascent. Στο βιβλίο: Brontë, Emily. 2003. Wuthering Heights. London: Norton & Company.
Marsden, Simon., 2014. Emily Bronte and the Religious Imagination. London: Bloomsbury Academic
Orwell, Goerge. 1989. The Road to Wigan Pier. London: Penguin Books.
Orwell, Goerge. 1957. Inside the Whale and Other Essays. London: Penguin Books.
Weil, Simone. 2002. The Need for Roots. London: Routledge.