Η εξουσία του ναρκισσισμού

«Υπάρχει μόνο ένα πράγμα στον κόσμο χειρότερο από το να μιλά κανείς για σένα· να μην μιλά για σένα κανείς»
Oscar Wilde – The Picture of Dorian Gray (σ.4)

Σχεδόν τρεις δεκαετίες πριν, ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Christopher Lasch εκδίδει την Κουλτούρα του Ναρκισσισμού. Το πολυσυζητημένο αυτό βιβλίο θα γίνει αποδεκτό από ανθρώπους διάφορων πολιτικών χώρων, ενώ την ίδια στιγμή θα δεχθεί ποικίλες αντιδράσεις και σχόλια. Για τον Lasch, λοιπόν, στη μεταπολεμική Αμερική αναδύεται ένας τύπος ανθρώπου που σύμφωνα με τις κλινικές μελέτες εμπίπτει στην κατηγορία του «παθολογικού ναρκισσισμού». Αυτή η παθολογία δεν αφορά μονάχα την καθημερινή ναρκισσιστική συμπεριφορά, δηλαδή τον ηδονιστικό εγωισμό. Έχει να κάνει, εξίσου, και με την ατέρμονη ανάγκη μας για υπερβολικό αυτο-θαυμασμό, καθώς και με την έλλειψη κατανόησης των συναισθημάτων των άλλων. Επιπλέον, στο ίδιο βιβλίο, ο Lasch εντοπίζει εκδηλώσεις αυτής της διαταραχής σε διάφορες πτυχές της κοινωνικής ζωής, και κυρίως στον χαρακτήρα διαφόρων διάσημων προσώπων (τα γνωστά celebrities), λόγω της τάσης τους να προσπαθούν με κάθε μέσο να τραβήξουν τα φώτα της δημοσιότητας. Από τη στιγμή, βέβαια, που ο κόσμος των celebrity διεκδίκησε να παρουσιαστεί στο «δημόσιο βίο» ως κοινωνικό πρότυπο και δείγμα προσωπικής επιτυχίας, το αναμενόμενο επόμενο βήμα ήταν να εισβάλει στην πολιτική ζωή. Έτσι, από την εποχή του Ronald Reagan και του Silvio Berlusconi μέχρι και σήμερα, τον πολιτικό κόσμο κατακυριεύουν μηδαμινές περσόνες, άνθρωποι δίχως ίχνος ευπρέπειας και ευσυνειδησίας, που καταφεύγουν στον λαϊκισμό με στόχο – αποκλειστικά και μόνο – να εξυπηρετήσουν τη δίψα τους για λίγη δημοσιότητα. Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, όχι μόνο δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση, αλλά απεναντίας πρόκειται για μια από τις πιο θλιβερές αντανακλάσεις αυτής της διαβρωτικής κουλτούρας.

Ο εαυτός ως εμπόρευμα

Κατά τον Lasch, λοιπόν, νάρκισσος είναι αυτός που επιθυμεί όλος ο δημόσιος λόγος να εξαντλείται γύρω από το πρόσωπό του. Κανένα πολιτικό πρόσωπο δεν κατάφερε να πετύχει αυτόν τον στόχο τόσο καλά όσο ο Donald Trump. Όπως φαίνεται, από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε τον «αγώνα» του για τη διεκδίκηση του χρίσματος στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, βασική του επιδίωξη ήταν να στρέψει προς το πρόσωπό του όλα τα φώτα της δημοσιότητας. Φυσικά ο Αμερικανός δισεκατομμυριούχος δεν είναι απλά ένας αμόρφωτος και απολίτιστος σεξιστής, όπως πολύ συχνά τον παρουσιάζει ο αριστερός και φιλελεύθερος καθεστωτικός τύπος. Όντας ένας πανούργος επιχειρηματίας γνωρίζει πολύ καλά πώς να προωθεί στην αγορά τα δικά του προϊόντα. Άλλωστε, η ίδια η επιχειρηματικότητα βασίζεται πάνω στη ναρκισσιστική λογική· μια εταιρία επιδιώκει μέσω της διαφήμισης και της προπαγάνδας να προσελκύσει όσο το δυνατό περισσότερη πελατεία, κάτι που επιτυγχάνεται μονάχα όταν τα προϊόντα προς πώληση απασχολούν το μυαλό και τη σκέψη του καταναλωτικού κοινού όσο το δυνατό περισσότερο γίνεται. Μόνο που αυτή τη φορά βασικό προϊόν του Trump κολοσσού δεν είναι ούτε κάποιος χώρος αθλητισμού, ούτε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, αλλά ο ίδιος του ο εαυτός. Όντας λοιπόν ο ίδιος «γάτος» στο επιχειρείν, χρησιμοποιεί άψογα όλες τις τεχνικές που θα μπορούσαν να καταστήσουν τον ίδιο αντικείμενο συνεχούς συζήτησης, δίχως να τον αφορά ιδιαίτερα αν τα σχόλια του τύπου είναι επικριτικά για το πρόσωπό του ή όχι. Ως ένα βαθμό θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι επιθέσεις του αριστερού καθεστωτικού τύπου εναντίον του όχι μόνο δεν καταφέρνουν να πλήξουν τη δημοτικότητά του, αλλά απεναντίας, την ενίσχυσαν, όσο και αν οι προθέσεις των δημοσιογράφων ήταν αντίθετες.

Από την πρώτη μέρα, λοιπόν, που ξεκίνησε την κούρσα για το χρίσμα, ο Trump αρκούνταν στο να εκσφενδονίζει συνεχώς εκκεντρικά σχόλια. Χτυπώντας τα ταμπού της πολιτικής ορθότητας μέσα από δηλώσεις που αναπαράγουν σεξιστικά και ρατσιστικά υπονοούμενα καταφέρνει να στρέψει εναντίον του τα βέλη τόσο των αριστερών υποστηρικτών του Bernie Sanders όσο και των κεντροδεξιών τραπεζοτσολιάδων της Clinton και των νεοσυντηρητικών του Bush. Τη στιγμή, μάλιστα, που όλα αυτά τα πολιτικά πρόσωπα αποφασίζουν να βρεθούν σε κοινή συμμαχία εναντίον του Trump (όπως άλλωστε είδαμε και με τις συνεχόμενες προτροπές του Sanders υπέρ της Clinton μετά την αποτυχία του για την κούρσα των Δημοκρατικών), ο ίδιος  πετυχαίνει να προβληθεί ως ο «μόνος εναντίον όλων των καθεστωτικών δυνάμεων». Την ίδια στιγμή, έχοντας διαρρήξει το κέλυφος της politically correct κανονικότητας, καταφέρνει να αναδειχθεί ως «ο μοναδικός πολιτικός που ξεχωρίζει» και «δεν είναι σαν τους άλλους». Εκκεντρισμοί και δηλώσεις που προκαλούν, πύρινα λόγια και υποσχέσεις που οδηγούν τους αριστερούς και φιλελεύθερους στο να αναπαράγουν τη γνωστή ρητορική περί έλευσης ενός «νέου ολοκληρωτισμού», είτε να αναλώνονται σε αβάσιμες αναλύσεις αναφορικά με τους «κινδύνους του λαϊκισμού», όλα αυτά τον καθιστούν στο επίκεντρο όλων των συζητήσεων και μάλιστα σε παγκόσμιο επίπεδο. Θα άξιζε πραγματικά, στο σημείο αυτό, να αναρωτηθούμε αν όντως έχει υπάρξει κάποιο μέσο ενημέρωσης στο οποίο έστω και για μια μέρα δεν λαμβάνουν χώρα μία ή δύο αναρτήσεις για τον «αμφιλεγόμενο Trump». Βλέπουμε, λοιπόν, την αθυροστομία και τη θρασύτητα ενός ανθρώπου που επιλέγει να θυσιάσει κάθε αξιοπρέπεια στο βωμό της δημοσιότητας. Ποιοί κίνδυνοι απορρέουν από μια τέτοια διολίσθηση και πώς θα μπορούσε να απαντήσει σε όλα αυτά ένα δημοκρατικό πολιτικό πρόταγμα;

Η συντριβή του δημόσιου λόγου

«Η εμμονή των φιλελευθέρων με το φασισμό … τους οδηγεί να βλέπουν «φασιστικές τάσεις» ή τάσεις «πρωτο-φασισμού» σε όλες τις απόψεις που αντιτίθενται στον φιλελευθερισμό, όπως ακριβώς και η ακροδεξιά ανιχνεύει «ύπουλο σοσιαλισμό» στον ίδιο τον φιλελευθερισμό. Παρότι οι φιλελεύθεροι έχουν πέσει θύματα αντικομμουνιστικών διώξεων, οι ίδιοι έχουν τελειοποιήσει τη δική τους τεχνική απόρριψης· επεκτείνουν την έννοια του φασισμού σε όλα όσα τάσσονται ενάντια στην παράδοση του Διαφωτισμού».
(Christopher Lasch – The True and Only Heaven, σ.305) [1]

Η συνεχόμενη τάση της μεταμοντέρνας, «αντιρατσιστικής» – και πολιτιστικά φιλελεύθερης – αριστεράς να ανακαλύπτει συνεχώς «φαινόμενα κοινωνικού εκφασισμού» έφτασε στο αποκορύφωμά της έπειτα από τη «νίκη» του Trump. Έκτοτε, άρθρα που συνεχώς μιλούν για την ανάδυση ενός «πρωτο-φασισμού» δίνουν και παίρνουν, φανερώνοντας το απογοητευτικό επίπεδο ανάλυσης που κυριαρχεί εντός αυτού του χώρου. Η μονομανία των νεοαριστερών αναλυτών με τον ολοκληρωτισμό, μια τάση που αποτελεί απόρροια των νεολαιίστικων κινημάτων της δεκαετίας του ’60, τα οποία είχαν σφυρηλατηθεί κάτω από το φαντασιακό του «αντι-ολοκληρωτισμού» και του «αντιεθνικισμού» – ακριβώς λόγω των διδαγμάτων των στρατοπέδων συγκέντρωσης και της ατομικής βόμβας, όπως αναλύει η Hannah Arendt στο On Violence – φανερώνει την έλλειψη στοιχειώδους κοινωνικής ανάλυσης και, ως εκ τούτου, εκτίμησης της εκάστοτε συγκυρίας από μέρους τους (όπως είχα αναλύσει σε προηγούμενη ανάρτηση). Διότι ο μεγάλος κίνδυνος σήμερα δεν είναι τόσο η αυταρχικοποίηση του κράτους, ή ένας πιθανός ολοκληρωτικός Αρμαγεδδώνας, όσο η υποβάθμιση και υποτίμηση του πολιτικού λόγου εν γένει. Ο ναρκισσισμός του Trump, ο εκκεντρικός του χαρακτήρας, μαγνητίζει εκατομμύρια ανθρώπους στο πρόσωπό του, ενώ την ίδια στιγμή διατείνεται ότι αποτελεί τον βασικό εκφραστή ενός (κάποιου) κινήματος, μέσα από το οποίο δήθεν αναδύθηκε. Συνεπώς, κάθε ουσιαστική πολιτική συζήτηση εξαντλείται γύρω από μια περσόνα που υποτίθεται εκφράζει τους απλούς ανθρώπους (τους οποίους η καθεστηκυία τάξη παραμέλησε για δικό της όφελος) αντί να προωθείται ένας δημόσιος διάλογος με στόχο την εξεύρεση λύσεων σε μια σειρά από κρίσιμα θέματα (όπως το μεταναστευτικό, η ανεργία και η διάλυση της κοινωνικής συνοχής). Διότι, η εξεύρεση λύσεων από μόνη της προϋποθέτει ένα τέλος, δηλαδή, έναν απώτερο σκοπό που πρέπει να εκπληρωθεί. Ο ναρκισσισμός του Trump, απεναντίας, οδηγεί στην ατέρμονη «κινητοποίηση» (δηλαδή στην περιστροφή όλων των συζητήσεων γύρω από τον ίδιο) και όχι στην επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου στόχου. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να ποδηγετεί και να χειραγωγεί. Βέβαια, μια ναρκισσιστική προσωπικότητα, όπως ένα celebrity για παράδειγμα, που έχει καθηλώσει εκατομμύρια βλέμματα, γίνεται αντικείμενο μίμησης. Συνεπώς, όσοι φτάνουν στο σημείο να μιμηθούν το celebrity μιμούνται ταυτόχρονα και την ίδια του τη (ναρκισσιστική) συμπεριφορά. Έτσι και ο Trump, μετατρέπεται σε πρότυπο για χιλιάδες οπαδούς του, οι οποίοι τον αναπαράγουν έστω και υποσυνείδητα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες χιλιάδες «κλώνοι» του Trump ξεπηδούν, και όλοι μεταξύ τους ανταγωνίζονται στο ποιος θα καταφέρει να προσελκύσει όσο το δυνατό περισσότερα βλέμματα γίνεται.

Την ίδια στιγμή, όπως λέει η Hannah Arendt στο The Human Condition, o λόγος και η πράξις αποτελούν δύο από τα βασικότερα στοιχεία που συνθέτουν τη δημόσια σφαίρα, δηλαδή το πολιτικό πεδίο. Ο λόγος είναι απόλυτα συνυφασμένος με την πολιτική, τη διαβούλευση, την επικοινωνία και τις συλλογικές/δημόσιες αποφάσεις. Αυτό που οι Trump πετυχαίνουν είναι ένας ιδιότυπος πόλεμος εγωπάθειας «όλων εναντίον όλων» και όχι ο διάλογος και η συζήτηση γύρω από τα κοινά. Συγχρόνως, η επιθετική ρητορική των «κλώνων» και των υποστηρικτών του – ουρά των οποίων είναι και διάφορες εξτρεμιστικές οργανώσεις όπως η Κου Κλουξ Κλαν – δεν ανέχεται διαφωνίες ή κριτικές (πράγμα που αποτελεί πεμπτουσία της δημόσιας σφαίρας), καθώς οποιοσδήποτε αρνείται να στηρίξει τον Trump και το σύνθημα «Let’s Make America Great Again», αυτόματα θεωρείται πως είναι εχθρός του American Greateness (Jan-Werner Müller 2016, σ.38). H name calling τακτική των Τραμπιστών και ο αποκρουστικός τσογλανισμός του δεξιού όχλου λουμπενοποιεί τον δημόσιο λόγο και συνάμα καταστρέφει κάθε έννοια κοινωνικότητας, εφόσον εμποδίζει τη δυνατότητα των ανθρώπων να επικοινωνούν μεταξύ τους, με στόχο την εξεύρεση λύσεων και τη συνδιαμόρφωση πολιτικών προταγμάτων. Ως εκ τούτου, το φαινόμενο Trump, αντί να οδηγεί στην εμβάθυνση των κοινωνικών σχέσεων, στην αναγέννηση της λαϊκότητας και των παραδοσιακών αξιών οι οποίες στο πλαίσιο του κοσμοπολιτισμού και της παγκοσμιοποίησης σβήνουν και εξασθενούν (αξίες που ο ίδιος ο Trump υπόσχεται δήθεν να αναστηλώσει), ενισχύει την εκρίζωση και την κοινωνική αποσύνθεση που ο νεοφιλελευθερισμός έχει ήδη επιφέρει. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον διάλυσης κάθε επικοινωνίας και δημόσιας διαβούλευσης, με άλλα λόγια, μέσα σε ένα περιβάλλον που κάθε έννοια κοινής ευπρέπειας και κοινής λογικής αντικαθίσταται από έναν όχλο που επιδίδεται σε αλληλοκατηγορίες και ύβρεις, με το κυνήγι της προσωπικής προβολής να δίνει και να παίρνει σε μια ατμόσφαιρα ναρκισσιστικής εγωπάθειας και λουμπενισμού, το μοναδικό που θα μπορούσε να επιτευχθεί είναι όχι η ανατροπή του Trump στις επόμενες εκλογές, αλλά η νίκη ενός νέου χειρότερου προέδρου.

Από την αυτοπαγίδευση στην απομάγευση

Αυτές τις μέρες οι πλατείες των μεγάλων πόλεων της Αμερικής κατακλύζονται από διαδηλώσεις εναντίον του Trump. Βέβαια, η δήθεν αυτή «αντίσταση στον Trump» προϋποθέτει κατά κάποιον τρόπο ενασχόληση με το πρόσωπό του. Μήπως, τελικά, αυτές οι διαδηλώσεις είναι ακριβώς αυτό που και ο ίδιος ο Trump επιθυμεί, να επικρατεί ένα συνεχόμενο σούσουρο και ένας πανζουρλισμός γύρω από την περσόνα του; Τούτες οι χίπστερ διαδηλώσεις, λοιπόν, με τα ροζ σκουφάκια και τα γραφικά πλακάτ καθιστούν τον Trump κέντρο όλων των «δημόσιων» συζητήσεων, ενισχύοντάς τον αντί να τον αποδυναμώνουν. Στην τελική, τόσο το στρατόπεδο του Trump όσο και οι anti-Trump «ιππότες κοινωνικής δικαιοσύνης» αναπαράγουν την ίδια ναρκισσιστική νοοτροπία, αποτυπώνοντας έτσι τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος· όχι μόνο οι φωτογραφίσεις στις πλατείες με τα πανό και τα πλακάτ δίνουν και παίρνουν, με τη συνεχόμενη κοινοποίησή τους σε προσωπικούς λογαριασμούς «κοινωνικής δικτύωσης» όπως Facebook και Twitter  (και προσωπικά σχόλια του τύπου «ήμουν κι εγώ εκεί») να αποτελεί φυσική συνέχεια όλου αυτού του χιπστερικού happening, αλλά την ίδια στιγμή πλήθος από celebrities (όπως η Madonna και η Scarlet Johhanson) χαιρετίζουν αυτές τις «κινητοποιήσεις», μαζί και ηγετικά στελέχη του Δημοκρατικού κόμματος, όπως η Elisabeth Warren. Ως εκ τούτου, αν θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε με μια γνωστή φράση τον αντι-Trump θίασο, δεν θα ήταν καθόλου άστοχο να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Lasch, «η εξέγερση των ελίτ». Ταυτόχρονα, όλο αυτό το χίπστερ σκηνικό αντικατοπτρίζει την υποκρισία και τον φιλοτομαρισμό της φιλελεύθερης αριστεράς, η οποία επιδιώκει να κινητοποιηθεί μονάχα όταν θίγεται ο ιδεολογικός της μικρόκοσμος από τις υστερικές κραυγές του Trump, μονάχα δηλαδή όταν ο ναρκισσισμός της πληγώνεται (πράγμα που την ωθεί στην ακατάσχετη αναπαραγωγή της ίδιας αερολογίας περί «νέου ολοκληρωτισμού» ή στις ελιτίστικες ύβρεις περί «κοινωνικού οχετού» [2]), τη στιγμή που καμία παρόμοια διαδήλωση δεν βλέπουμε υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών σε χώρες που επικρατεί ο Ισλαμικός νόμος, ή για τους θανάτους εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στη Συρία και τη βόρεια Αφρική (για τους οποίους ευθύνη φέρουν εξίσου και οι φιλελεύθερες κυβερνήσεις της δυναστείας Bush και του «ανθρωπιστή» Obama, που οι συγκεκριμένοι «διαδηλωτές» υποστηρίζουν ενάντια στον «μισαλλόδοξο» Trump). Αν πραγματικά υπάρχει μια φράση που απεικονίζει στο ακέραιο το πνεύμα των ημερών (αναφορικά με τον θίασο αριστερών και φιλελεύθερων), δεν θα ήταν άλλη παρά «η εμμονή ορισμένων ανθρώπων με το δικαίωμά τους στην πολυτέλεια», ή ένας επιλεκτικός – και υποκριτικός – ψευτοανθρωπισμός. Από τη άλλη, τα γενικευμένα μπάχαλα (που τις περισσότερες φορές γίνονται αντικείμενο θεαματικής εκμετάλλευσης από τα Μέσα Ενημέρωσης) δεν είναι παρά μια πράξη αυταρέσκειας μερικών αυτιστικών αναρχικών ομάδων, οι οποίες γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο Trump σε θέματα καταστολής δεν αστειεύεται. Η τάση τους να επιδίδονται σε τέτοιου είδους ενέργειες (που καμία σχέση δεν έχουν με τις προσπάθειες ανάδυσης ενός προτάγματος δημοκρατικής αναγέννησης) αποτελεί αφορμή να παρθούν δρακόντεια μέτρα από τη νέα κυβέρνηση, ώστε να μπορούν στη συνέχεια αυτές οι μικρές ομάδες να επαναλαμβάνουν την ίδια μεμψιμοιρία του φιλελεύθερου τύπου περί «κράτους έκτακτης ανάγκης». Άλλωστε, ο μεταμοντέρνος αναρχικός και η κρατική καταστολή δεν είναι παρά δύο αλληλένδετες υπάρξεις.

Σε αυτές τις συνθήκες βαθιάς πολιτικής κρίσης, λοιπόν, επείγει η ανάδυση ενός κινήματος που δεν θα εξαντλείται σε κομματικές ηγεσίες (σαν αυτές του Bernie Sanders ή του Jeremy Corbyn) και δεν θα αναπαράγει τη νοοτροπία του «να φύγει αυτός» και να «σταματήσουν οι περικοπές στο Obamacare». Η τακτική των φιλελεύθερων και αριστερών είναι πέρα για πέρα τυχοδιωκτική, καθώς δεν καταφέρνει να αγγίξει τα πιο απο-πολιτικοποιημένα κομμάτια της Αμερικανικής κοινωνίας. Άλλωστε, αποτελεί ύψιστη αλαζονεία να περιμένει κανείς από τη βαθιά κρυμμένη Αμερική να ενδιαφέρεται για τις high class λεσβίες μέχρι τη Madonna και το Hollywood, ή για το αν όλοι οι άνθρωποι (κάθε φύλου) θα κατουράμε στις ίδιες τουαλέτες (gender neutral toilets), ενώ ταυτόχρονα θα κυκλοφορούμε στους δρόμους φορώντας όλοι μας κραγιόν και φουστάνια. Η μοναδική κινητοποίηση που αξίζει να ασχοληθεί κανείς δεν είναι άλλη παρά αυτή που θα μετασχηματίσει την άρνηση σε μια θετική κατάφαση, αντιπροτείνοντας αλλαγή όλου του πολιτικού παραδείγματος, αντί να προβάλει τα ιδιαίτερα συμφέροντα των ΜΚΟ, ανάγοντας τον αντιρατσισμό σε ιδεολογία και θέτοντας ως απώτερο σκοπό μας το τέλος της προεδρίας του Trump και την αντικατάστασή του από έναν άλλο πιο φιλελεύθερο. Απαιτείται, κοντολογίς, μια κοινωνική κινητοποίηση που θα επικεντρώνεται σε αιτήματα τα οποία αγγίζουν πιο ευρεία στρώματα της κοινωνίας (όπως οι φτωχοί, οι άστεγοι, οι άνεργοι και οι αποκλεισμένοι πολιτικά, λευκοί ή μαύροι, Ινδιάνοι ή Λατίνος). Τι είναι λοιπόν αυτό που πράγματι επιθυμεί αυτός ο χίπστερ θίασος του «ουράνιου τόξου»; Κατά βάση, τίποτα που να μην απολαμβάνει ήδη (δεδομένου ότι κανένα φιλελεύθερο κεκτημένο δεν κινδυνεύει από την εκλογή του Trump, πέρα από την ελευθερία της πολιτικής συμμετοχής, για την καταστρατήγηση της οποίας δεν ευθύνεται ο ίδιος, τουλάχιστον όχι όσο οι προκάτοχοί του από το 1960 και έπειτα). Ως εκ τούτου, το βασικό πρόβλημα της αριστερής ελίτ είναι αποκλειστικά αισθητικό· αντί δηλαδή για τον Trump θα επιθυμούσε έναν πολιτικό κομμένο και ραμμένο στα δικά της αισθητικά κριτήρια (έναν μαύρο, έναν ομοφυλόφιλο, ή έναν που χειρίζεται πιο σωστά τη γλώσσα της πολιτικής ορθότητας). Τέλος, σε αντίθεση με την υποκρισία του χιπστερικού ναρκισσισμού, αυτό που πραγματικά φαίνεται να έχει ανάγκη ο δυτικός κόσμος δεν είναι μια θεατρικού τύπου γκλίτερ κινητοποίηση, αλλά μια αντιπρόταση που θα θέτει ως βασικό της στόχο τη συνολική αλλαγή των πραγμάτων και θα αφορά πιο ευρεία τμήματα της κοινωνίας. Για παράδειγμα, όπως λέει, τέλος ο Lasch «το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα, στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στη δεκαετία του ’60, υπήρξε, από πολλές απόψεις, επιστροφή σε μια παλαιότερη αντίληψη για τη δημοκρατία. Απηχούσε εκείνους τους στόχους των Μαύρων που μπορούσαν να συγκινήσουν όλον τον κόσμο. Χτυπούσε τον ρατσισμό, όχι μόνο τον ρατσισμό των Λευκών, αλλά τον ρατσισμό γενικά».

Σημειώσεις

[1] Ο Lasch χρησιμοποιεί τον όρο «φιλελεύθερος» (liberal) με βάση την Αμερικανική του εκδοχή. Στην Ευρώπη – καθώς και σε άλλα μέρη του κόσμου -, φιλελεύθερος θεωρείται οποιοσδήποτε βάζει την ελεύθερη αγορά πάνω από κάθε επιδίωξη, στοχεύοντας στην ελαχιστοποίηση κάθε κρατικού παρεμβατισμού από την οικονομική δραστηριότητα, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα τα κοινωνικά δικαιώματα όλων των μειονοτήτων. Αντίθετα, στην Αμερικανική πολιτική σκηνή, φιλελεύθεροι προσδιορίζονται όσοι/ες αποσκοπούν στον κρατικό παρεμβατισμό, στην αύξηση της φορολογίας με στόχο την ενίσχυση του κράτους πρόνοιας, δίνοντας έμφαση στα δικαιώματα των μειονοτήτων και στην πολιτική ορθότητα. Ένας Αμερικανός φιλελεύθερος, με άλλα λόγια, βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που εμείς αποκαλούμε «σοσιαλδημοκράτης» ή κεντροαριστερός, ενώ ένας Ευρωπαίος φιλελεύθερος για τα Αμερικανικά δεδομένα συνήθως υπάγεται στον λιμπερταριανισμό (libertarian) ή στον συντηρητισμό (όχι όμως στον παλαιοσυντηρητισμό, όπου εκεί κυριαρχεί το στρατόπεδο των pro-life, των θρησκευόμενων της παραδοσιοκρατίας και του εθνικισμού, κάτι ανάλογο με την τάση του ΛΑ.Ο.Σ ή της Μαρίν Λεπέν).

[2] Παρόμοια κριτική στην αριστερά ασκεί ο Κριστόφ Γκιλουί, στο κείμενο ««Ζώντας μαζί» ή χωριστά;».

Πηγές
Christopher Lasch. 1979. The Culture of Narcissism. New York & London. W. W. Norton & Company. 
Christopher Lasch. 1991. The True and Only Heaven. New York & London. W. W. Norton & Company.
Jan-Werner Müller. 2016. What is Populism. Pennsylvania: University of Pennsylvania Press.
Hannah Arendt. 1970. On Violence. London: A Harvest Book.
Hannah Arendt. 1998. The Human Condition. Chicago & London: The University of Chicago Press.
Oscar Wilde. 1993. The Picture of Dorian Gray.. London: Everyman.

Αναρτήθηκε στις: 22 Ιανουαρίου 2017
12 Σχόλια »
“Η εξουσία του ναρκισσισμού”
  • H μεταμοντέρνα οπτική της υποτιθέμενης «εναλλακτικής» αποδόμησης του κυρίαρχου λόγου που αναπτύχθηκε σε πολλά αμερικανικά κολέγια (όπως στο Harvard και στο Yale) έχει τις βάσεις της στην Ευρώπη και κυρίως στη γαλλική θεωρία (Φουκώ, Ντεριντά, Ντελέζ και Γκουατταρί ειδικά). Αυτά είναι γενικώς γνωστά. Όμως σήμερα, μετά την εκλογή του Τραμπ, σε αυτά ακριβώς τα κολέγια φαίνεται ότι πέφτουν και τα περισσότερα κροκοδείλια δάκρυα. Εκεί όπου μέχρι χθες σχετικοποιούσαν τα πάντα, για παράδειγμα, έκαναν μια ριζική και σφοδρή κριτική στην έννοια της αλήθειας (έφτασαν να μιλούν ακόμη και για «αποσωματοποίηση» του αρχικού κειμένου). Τώρα γιατί κλαίνε; Μήπως επειδή και αυτά που κήρυτταν άνοιξαν το δρόμο για το είδος του σημερινού λαϊκισμού του Τραμπ;
    Δεν νομίζω λοιπόν ότι θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη, ότι εδώ, εκτός του ναρκισσισμού και εκτός των άλλων, έχουμε να κάνουμε και με μια θεμελιώδη κρίση της φιλολογίας, δηλαδή των εννοιών. Σήμερα η κυβέρνηση Τραμπ χαρακτηρίζεται ως καιροσκοπική και αλαζονική γιατί πάει να ξαναγράψει την πραγματικότητα με βάση το άμεσο συμφέρον της. Αλλά εδώ και τριάντα χρόνια η σχολή Φουκώ, Ντεριντά, Ντελέζ και Γκουατταρί αυτό δεν λέει; “Ότι δηλαδή δεν υπάρχει μια αλήθεια και πως όλα είναι πολιτισμικά κατασκευάσματα που η εξουσία τα κάνει σημαία της κάθε φορά για να αυτό-νομιμοποιηθεί”
    Τι απαντούν λοιπόν σήμερα όλοι αυτοί (όλοι μας τελικώς) που ήρθε κάποιος που μας περιγράφει πράγματα τα οποία με τη σειρά του χαρακτηρίζει κατασκευάσματα που εφευρέθηκαν για να τον απονομιμοποιήσουν; Εδώ πως πρέπει να απαντήσει κανείς, με μια «μετα-αλήθεια»;

    Συγχαρητήρια Μιχάλη για το άρθρο!

    • Πολύ άστοχο και το σχόλιο του Κουτσαντώνη και το άρθρο του Θεοδωσιάδη. Στους δρόμους, εναντίον του Τραμπ, δεν κατέβηκαν οι μεταμοντέρνοι διανοούμενοι αλλά ένα ετερόκλητο πλήθος ανθρώπων οι οποίοι ξεδιάντροπα χαρακτηρίζονται από τον Θεοδωσιάδη ως »αντι-Τραμπ θίασος» και χιπστερικό happening που δήθεν άγεται από τα συμφέροντα της φιλελεύθερης ή αριστερής ελίτ. Αυτό δεν είναι ανάλυση αλλά λοιδορία και είναι ακριβώς το επιχείρημα του Τραμπ εναντίον των αντιπάλων του. Το άρθρο είναι μια καλή απόδειξη των συντηρητικών ορίων των αναλύσεων του Λας.

      • Νίκο τα περί ετερόκλητου πλήθους δεν μου λένε κάτι. Αναγνωρίζω τους φόβους και τις ανησυχίες κάποιων από αυτούς που διαδήλωσαν στις πλατείες των ΗΠΑ (έστω και αν τις θεωρώ υπερβολικές). Αλλά το να βλέπουμε κριτικά την τροπή που παίρνουν τα πράγματα, ή το να είμαστε σκεπτικοί – και καυστικοί μερικές φορές, σε βαθμό πολεμικής – απέναντι σε μια κινητοποίηση, δεν συνεπάγεται απαραίτητα λοιδορία. Παρομοίως και για το κίτς με τις κατσαρόλες στην πάνω πλατεία του Συντάγματος το 2011: δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι που βρίσκονταν εκεί δεν εξέφραζαν ανησυχίες απόλυτα κατανοητές. Δεν είμαι, όμως, υποχρεωμένος να δεχτώ όλο αυτό το θέαμα από πολιτικής άποψης (δεν μιλώ για το αισθητικό του κομμάτι που θεωρώ δευτερεύον), ιδίως από τη στιγμή που βλέπω ότι δεν οδηγεί πουθενά. Κάποια στιγμή πρέπει να καταλάβουμε πως είναι άλλο πράγμα το να αφουγκραζόμαστε τους φόβους ορισμένων ανθρώπων (ασχέτως και αν τους θεωρούμε βάσιμους ή όχι) και άλλο να απορρίπτουμε τον τρόπο δράσης τους, ιδίως όταν ισχυρές προσωπικότητες (όπως διάφορα celebrity) βρίσκονται σε θέση επιρροής.

        Μπαίνοντας στην ουσία της συζήτησης: ετερόκλητο ήταν και το πλήθος που κατέβαινε στο Σύνταγμα τον Φλεβάρη του 2015 για να στηρίξει τις διαπραγματεύσεις. Όλοι όμως γνωρίζουμε πως τον βασικό ρόλο και λόγο είχε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και στην περίπτωση των ΗΠΑ: ένα ετερόκλητο πλήθος, όσο ετερόκλητο και αν είναι, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δρα αυτόνομα. Αντιθέτως μπορεί να βρίσκεται κάτω από την κηδεμονία μιας άλλης δομής, εξουσίας, κτλ… Εν ολίγοις, σημασία δεν έχει τόσο το πλήθος που κατεβαίνει στους δρόμους αλλά ποιός έχει το momentum μιας κινητοποίησης. Έτσι και στην περίπτωσή μας, αυτό που πρέπει να δούμε είναι ποιός συναθροίζει τον κυρίαρχο λόγο και τί μπορεί να σημαίνει αυτό. Από τη στιγμή που επιφανείς προσωπικότητες κυριαρχούν, εντός των οποίων και ηγετικά στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος, τότε αυτό μας αφήνει λίγα περιθώρια αισιοδοξίας. Επίσης, το επιχείρημα «αυτά τα λέει ο Τραμπ» είναι άκυρο, όπως θα έλεγε και η Χατζοπούλου εδώ, καθώς δεν εστιάζει στο κατά πόσο αυτά που λέγονται είναι σωστά ή λάθος αλλά στο πρόσωπο αυτού που μιλάει: Argumentum ad hominem (επιχείρημα κατά του προσώπου, homo = άνθρωπος στα λατινικά, αιτιατική hominem). Εγώ επιμένω πως σε πρώτη φάση δεν θα πρέπει να κοιτάμε αν αυτός που μιλάει είναι ο Τραμπ ή ο Τσίπρας, αλλά να εστιάσουμε στο κατά πόσο αυτά που εκφράζονται είναι σωστά ή λάθος. Διαφορετικά ενδέχεται αυτά που λέγονται να μην τα αφήσουμε να ακουστούν από την προκατάληψη που έχουμε σχηματίσει στο μυαλό πως το ίδιο άτομο ό,τι και να πει έχει ύπουλες σκοπιμότητες. Αν δεν κάνω λάθος την ίδια ακριβώς συζήτηση είχαμε κι εδώ.

        Το ότι η θεωρία του Λας έχει συντηρητικές συνδηλώσεις δεν αποτελεί τεκμήριο ακύρωσης των θέσεων του στοχαστή και των δυνατοτήτων που προσφέρει η θεωρία του. Επιτέλους, έφτασε η στιγμή που αν πραγματικά θέλουμε να αποκαλούμε τον εαυτό μας σκεπτόμενα άτομα θα πρέπει να αποβάλουμε το πάγιο στερεότυπο: προοδευτικό = καλό, συντηρητικό = κακό. Παρομοίως, μια ώριμη κριτική δεν μπορεί να περιορίζεται στη λογική του χρησιμοποιείς «τα ίδια επιχειρήματα με τον Τραμπ». Δηλαδή, ένα επιχείρημα είναι λάθος επειδή «το χρησιμοποιεί ο Τραμπ», ή είναι λάθος επειδή είναι λάθος; Ακόμα όμως και αν δεχτούμε ότι αυτά που λέμε «τα λέει και ο Τραμπ», πάλι κανείς δεν μας υποχρεώνει να ασπαστούμε τις θέσεις του, ή να τον θεωρήσουμε συνοδοιπόρο μας επειδή τον μισεί το Hollywood. Είναι άλλο πράγμα η θέση ενός ανθρώπου και άλλο η στάση του: γνωρίζουμε πολύ καλά πώς κάποιος μπορεί να ξεκινάει την κριτική του από λάθος διατυπώσεις αλλά τελικά η πολιτική πρότασή του παραδόξως να οδηγείται στα σωστά συμπεράσματα (ομοίως μπορεί να συμβαίνει και με το αντίστροφο). Έτσι μπορεί να έχουμε μια αριστερή, ακραία «συντηρητική», δεξιά ή και νεοφιλελεύθερη γνώμη που τελικά οδηγεί σε σωστές διαπιστώσεις, αλλά και αντιστοίχως να έχουμε μια «αντιρατσιστική» στάση που να καταλήγει πολιτικά (παραδόξως!) στην βελτίωση του κοινοβουλευτισμού και στην απορρόφηση του νεοφιλελευθερισμού (από όπου και ξεκινά το πρόβλημα).

        Τέλος, το άρθρο μιλά και για τις επιπτώσεις του ακροδεξιού λόγου στη δημόσια σφαίρα και τους κινδύνους που απορρέουν από αυτό. Νομίζω είναι ξεκάθαρο αυτό, έτσι δεν είναι; Να πω, βέβαια, ότι σε αντίθεση με τις αντι-Τραμπ κινητοποιήσεις, η περίπτωση του Occupy Wall Street – και όλων των Occupy επί της ουσίας – διαφέρει ριζικά: παρότι και στη δεύτερη βλέπουμε επιφανείς προσωπικότητες και διάσημους ακαδημαϊκούς, όπως ο Ζίζεκ και ο Graeber, να συμμετάσχουν και να δίνουν «γραμμή», τον πρώτο και τελευταίο λόγο είχαν οι απλοί πολίτες, οι οποίοι τότε ένιωσαν ότι ότι κάτι παίζεται με τη ζωή τους, ότι κάποιος ενδιαφέρεται και γι’ αυτούς, για να βγούμε από τη μιζέρια μας, και ότι σε μια τέτοια δράση θα έχουν συνοδοιπόρους προς ένα κοινό σκοπό. Αντίθετα, τα περισσότερα αιτήματα των «ροζ κινητοποιήσεων» δεν πείθουν και δεν κινητοποιούν. Όχι μόνο λόγω του χίπστερ χαρακτήρα των διαδηλώσεων αυτών (που μοιραία ένας μέσος Αμερικανός θα τις συνδέσει με το establishment) αλλά πάνω απ’ όλα γιατί δεν φαίνεται πως μέσα από αυτό αναδύεται ένα πρόταγμα κοινωνικής ανατροπής, πέρα από μια τάση να «κοινωνικοποιήσει» την δική μας αισθητική, μέσα σε ένα πλαίσιο ψευδο-πλουραλισμού. Θα ρωτούσε κανείς εδώ: πού κατέληξε το OWS; Πού οδήγησαν οι πλατείες; Οι λόγοι που το OWS εξαντλήθηκε στο πρόσωπο του Sanders (ή του Corbyn) μάλλον πρέπει να μας βάζουν σε σκέψεις. Είναι πράγματι ανάγκη να σταθούμε κριτικά σε όλο αυτό το ρεύμα του 2011 που απέτυχε να μας δώσει αυτά που υποσχέθηκε εξ’ αρχής, διότι πάνω απ’ όλα, η άνοδος του Τραμπ είναι μάλλον το τίμημα της αποτυχίας που καλούμαστε τώρα να πληρώσουμε.

        Τέλος, θα σε παρακαλούσα να έδινες περισσότερη προσοχή σε όλα τα σημεία του άρθρου αντί να διαβάζεις αποσπασματικά τις προτάσεις που δεν σου αρέσουν, απομονώνοντάς τες ώστε να μπορείς μετά να επιτεθείς. Πριν οδηγηθείς στο Χ ή Ψ συμπέρασμα ρίξε μια ματιά αν οι ερωτήσεις που θέτεις έχουν ήδη απαντηθεί. Δηλαδή, αν είχες διαβάσει τα σημεία που ασκώ κριτική στον ακροδεξιό λόγο, και αν είχες ρίξει μια ματιά σε προηγούμενες αναρτήσεις μου πιθανότατα να είχες ήδη λάβει κάποιες απαντήσεις στα ερωτήματα που τώρα θέτεις. Ρίξε μια ματιά σε αυτό το άρθρο που μιλά για τη Simon Weil, και λέει ξεκάθαρα πώς η σκέψη της μπορεί να μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε καί τα αδιέξοδα του εθνορομαντισμού αλλά καί του πολιτισμικού φιλελευθερισμού, προς ένα πρόταγμα που θα στοχεύει στη συναδέλφωση των λαών (όπως το είχε δει η Weil). Παρομοίως, θα συνιστούσα μια πιο υπομονετική εξέταση των θέσεων του Lasch.

        Παρά ταύτα, ευχαριστώ για το σχόλιο και τον χρόνο που διέθεσες στη σελίδα.

  • Βέβαια η κριτική του Κουτσαντώνη προς τους μεταμοντέρνους είναι ορθή. Έχει απόλυτο δίκιο όταν λέει ότι »αυτά που κήρυτταν άνοιξαν το δρόμο για το είδος του σημερινού λαϊκισμού του Τραμπ». Από εδώ ξεκινάει μια σοβαρή συζήτηση κι όχι από την κατασυκοφάντηση χιλιάδων ανθρώπων που διαδήλωσαν εναντίον του Τραμπ.

  • Αν ο Βολταίρος έχει δίκιο εξουσία είναι αυτό που απαγορεύεται να του ασκήσουμε κριτική. Όχι δηλαδή ο Τράμπ, ο οποίος, όπως έχει επαρκώς εξηγηθεί, και την επιδιώκει αλλά και την χρησιμοποιεί υπέρ του, αλλά τα «κινήματα» και «οι χιλιάδες άνθρωποι».

    Εδώ ο Μιχάλης κινδυνεύει να γίνει θύμα της αυτοεκπληρούμενης προφητείας που διετύπωσε. «Διότι», όπως γράφει στο κείμενο του, «ο μεγάλος κίνδυνος σήμερα δεν είναι τόσο η αυταρχικοποίηση του κράτους, ή ένας πιθανός ολοκληρωτικός Αρμαγεδδώνας, όσο η υποβάθμιση και υποτίμηση του πολιτικού λόγου εν γένει». Αυτή η υποβάθμιση του πολιτικού λόγου από τα επιθετικά σχόλια του ιντερνετικού (παρα)λόγου μέχρι την ναρκισσιστική αυτοτέλεια των σύγχρονων κινημάτων λαμβάνει καθολικό χαρακτήρα και είναι ότι πιο αποκαρδιωτικό έχει δώσει η γενιά μας.

    Το βασικό πολιτικό ερώτημα που θα μπορούσαμε να θέσουμε, μετά από μια ειλικρινή ανάγνωση του επιμέρους κειμένου, είναι «τι είναι κίνημα». Αν στην αναζήτηση μας βάζαμε σε πρωταρχική θέση σκοπούς, κοινούς στόχους, μέσα, και αυτοαντίληψη, θα διαπιστώναμε πως τίποτα από αυτά παρεκτός μια ενστικτώδη αντίδραση ( Happening) δεν συνόδευσε το πάνδημο «αντι τραμπ» φαινόμενο. Οι ΗΠΑ και ο δυτικός κόσμος γενικότερα πάσχουν από απουσία πολιτικού προσανατολισμού, λείπουν τα πολιτικά οράματα και την θέση του κενού τους έχουν λάβει περιοδεύοντες αντιδράσεις (κινήματα). Ποιός αμφιβάλει πως σε λίγες εβδομάδες η αντι-Τραμπ φρενίτιδα θα δώσει την θέση της σε κάτι άλλο; Στην καλύτερη περίπτωση αν θέλαμε να αποτιμήσουμε πολιτικά αυτή την «μετακυλιόμενη αντίδραση από -αντί σε -αντί» θα το κάναμε στην βάση μιας συντήρησης να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση κεκτημένων δικαιωμάτων και ελευθεριών των οποίων η εκλογή του Τραμπ μετέφερε ως άγχος στα μικροαστικά στοιχεία της Αμερικής.

  • Θα πρέπει σε κάτι να συμφωνήσουμε πάντως…η προαναγγελία κινδύνου και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό είχε γίνει αρκετά εκτεταμένα για να μην πω μαζικά πριν την εκλογή του Τραμπ και σε όλο τον δυτικό κόσμο. Τόσο από τα ισχυρά ΜΜΕ και την αμερικανική και γενικά δυτική διανόηση, αλλά και από πολλούς αυτοδιορισμένους άγρυπνους θεματοφύλακες της μεταμοντέρνας «δημοκρατικότητας». Επομένως, κατά τη γνώμη μου και σε ό,τι αφορά στις κινητοποιήσεις τα ζητούμενα που θα έπρεπε να εξεταστούν εδώ είναι πρώτον εάν υπάρχει αυθορμητισμός και αυτονομία σε αυτή την αντίδραση του, ας συμφωνήσουμε, ετερόκλητου πλήθους και δεύτερον εάν σε τέτοιου είδους, ας τα πούμε, κινήματα υπάρχει μια ουσιαστική πολιτική σκοπιμότητα δηλαδή μια στράτευση που ζητάει συγκεκριμένα πράγματα. Ο καθένας από εμάς ασφαλώς μπορεί – και καλά κάνει – να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Ο Μιχάλης έβγαλε τα δικά του με τα οποία κάποιοι, όπως εγώ, συμφωνούμε κάποιοι άλλοι όχι. Ωστόσο θα πρέπει να συμφωνήσουμε και σε κάτι ακόμη. Ο Τραμπ και ο κάθε Τραμπ δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης, αντιθέτως είναι γνήσιο παιδί που μέχρι χθες δεν είχε το «ανάστημα» να φανεί και καθώς δεν ψήλωσε απότομα στα γεράματα, θα πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως κάποιοι έχουν κοντύνει ή του χάρισαν το σκαμνί, ή κάτι άλλο. Από αυτό μάλλον θα έπρεπε να ξεκινήσουμε τον προβληματισμό μας.

    • Πάνω σε αυτό που λες Γιώργο

      Ο Τραμπ και ο κάθε Τραμπ δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης, αντιθέτως είναι γνήσιο παιδί που μέχρι χθες δεν είχε το «ανάστημα» να φανεί και καθώς δεν ψήλωσε απότομα στα γεράματα, θα πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως κάποιοι έχουν κοντύνει ή του χάρισαν το σκαμνί, ή κάτι άλλο.

      Ο Τραμπ εν μέρει γεννήθηκε από το ίδιο το σύστημα που αυτός λέει ότι δεν θέλει να υπηρετήσει. Ανήκει στην παλιά ελίτ, σε αυτήν που ήταν κυρίαρχη πριν την επικράτηση της νέας ολιγαρχίας και φυσικά ακολουθεί κατά γράμμα τις δεξιές παραδόσεις της χώρας του, κυρίως το φαντασιακό που κυριαρχεί σε διάφορες πολιτείες του νότου (όπλα, εκτρώσεις, αποκλειστικός εθνικισμός, απόψεις που εκφράζονταν ούτως ή άλλως από αρκετά στελέχη του Ρεπουμπλικανικού κόμματος). Μας αρέσει ή δεν μας αρέσει (ξεκαθαρίζω, εμένα δεν μου αρέσει), αυτός είναι ο Τραμπ και όλο το άχρηστο επιτελείο του. Όμως αν ψάχνουμε να βρούμε ποιοί του έδωσαν σκαμνί τότε δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε δεξιά. Δεν χρειάζεται δηλαδή να ασχοληθούμε τόσο με τους οπαδούς του (οι οποίοι στο κάτω κάτω είναι λιγότεροι από της Κλίντον) μήτε να κάνουμε λόγο για «κοινωνικό εκφασισμό» (μιας και ούτε ο Τραμπ είναι φασίστας, μήτε το μεγαλύτερο ποσοστό των Αμερικανών τον ψήφισε). Αντί να μιλάμε συνεχώς για το πόσο μπούφοι είναι οι ψηφοφόροι του, ή για το πόσο ρατσιστές είναι οι alt-right (sic), μήπως ήρθε η στιγμή να δούμε τις ευθύνες της αριστεράς και των φιλελεύθερων για την άνοδό του; Μήπως τελικά αυτοί που έδωσαν σκαμνί στον Τραμπ είναι οι ίδιοι που υπηρέτησαν ένα καθεστώς, εντός του οποίου καλλιεργήθηκαν οι συνθήκες ανάδυσης του δεξιού λαϊκισμού, όπως θα έλεγε ο Thomas Frank;

  • Ο λόγος της Ντέϊβις είναι υπέρ του δεόντως αποκαλυπτικός. Ένα ποτ-πουρί 1.459 ημερών αντίστασης. Η Ντέϊβις στην κυριολεξία μιλάει για όλους και για όλα-άρα για κανένα και για τίποτα συγκεκριμένα. Από τους αμεα θύματα βίας μέχρι την Γάζα και το ενοχικό σύνδρομο της «κλεμμένης γης των ινδιάνων» μέχρι τον μισθό για 15 δολάρια την ώρα ξεδιπλώνει το σεντόνι του αντιστασιακού καθήκοντος. Αντί ενός συνεκτικού πολιτικού οράματος που η κυρία Ντέϊβις ως δια βίου ακτιβίστρια δεν μπόρεσε τελικά να βρεί ποτέ της μας προσφέρει το υποκατάστατο της πολιτικής ορθότητας. Ο λόγος της κυρίας Ντέϊβις θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ειπωθεί έτσι επακριβώς ο ίδιος και την ημέρα της ορκωμοσίας Ομπάμα.

  • Θα ήθελα να προσθέσω μερικά στοιχεία στη συζήτηση. Νομίζω ότι στα κινήματα του παρελθόντος, με στόχο αυτά να γίνουν πολύτιμος οδηγός για το μέλλον μας, θα πρέπει να ασκηθεί μια το δυνατό μη δεοντολογική και μη συναισθηματική κριτική, ώστε να μπορέσουμε να αντλήσουμε πληροφορίες από τα λάθη και τις αστοχίες. Αρχικά πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι οποιοδήποτε σύστημα πολιτικών και οικονομικών αξιών δεν θέλει ούτε φυσικά να ανατραπεί, ούτε και να μετασχηματιστεί σε κάτι άλλο και αυτό θα πρέπει να είναι απολύτως αυτονόητο. Κάθε φορά λοιπόν που παρουσιάζεται μια αντίδραση (για παράδειγμα μέσω κάποιου κινήματος), ενεργοποιείται ένας μηχανισμός τον οποίο οι επικοινωνιολόγοι ονομάζουν «μηχανισμό απορροφήσεως της αντιδράσεως». Πρόκειται για μια διαδικασία πολιτικής επικοινωνίας που έχει μια διορθωτική αποστολή. Αυτή συνίσταται στην εξουδετέρωση κάθε πολιτικής τοποθέτησης που αμφισβητεί ριζικά το υφιστάμενο σύστημα πολιτικών αξιών. Πρόκειται πραγματικά για απορροφητική διαδικασία γιατί ενώ εκφράζει έκδηλα την αντίθεσή της στο κίνημα αμφισβήτησης, του αφαιρεί και την επικινδυνότητα. Και του αφαιρεί αυτή του την επικινδυνότητα με το να το δέχεται με τροποποιημένη όμως τη μαχητική του κατεύθυνση. Η περίπτωση της απορρόφησης του κινήματος των hippis είναι από την άποψη αυτή χαρακτηριστική. Γνωρίζουμε (το ελπίζω) όλοι ότι η «ψυχεδελική αναζήτηση» που σε μια ορισμένη περίοδο αμφισβήτησε με σχετική (ή και μεγάλη) επιτυχία τη δομή της «καταναλωτικής κοινωνίας» τελικά έχασε κάθε υπονομευτική (ως προς το σύστημα πολιτικών αξιών) αποτελεσματικότητα.
    Γιατί όμως έγινε αυτό; Φυσικά δεν έγινε μόνο γιατί ήταν μια σχετικά άνετη φιλοσοφία που προσέφερε φυγή σε κάποιο εύκολο παράδεισο (ενώ συγχρόνως απέρριπτε την πολιτική δυνατότητα ως δυνατότητα κοινωνικής αλλαγής), αλλά κυρίως γιατί τελικά υπέκυψε στη διορθωτική απορρόφηση αυτής της ίδιας της κοινωνίας που ήθελε να μεταβάλει. Έτσι όταν η κοινωνία «υιοθέτησε» το χίπικο τρόπο εμφάνισης, τα λουλούδια και τα χρώματα, και τα μετέτρεψε σε καταναλωτικά προϊόντα, τα στέρησε στην ουσία από την δυνατότητα κοινωνικής κριτικής. Δίνω αυτό το παράδειγμα με στόχο να στηρίξω την θέση ότι δυστυχώς και (σε αντίθεση με το κίνημα Occupy) αυτή η αντίδραση εναντίων του Τραμπ, όπως και πολλές άλλες, μοιάζει να έχει στοιχεία που έχουν ήδη ενταχθεί σε αυτόν τον μηχανισμό απορρόφησης της αντιδράσεως. Θεωρώ ότι (ανεξάρτητα από την προσέγγιση του ναρκισσισμού) αυτόν το μηχανισμό ο Λας τον είχε καταλάβει πολύ καλά, άσχετα εάν κάποιοι δεν θέλουν να το δεχτούν.

    • Πάντως η διαδικασία που περιγράφεις, την οποία καθώς λες οι επικοινωνιολόγοι ονομάζουν «μηχανισμό απορροφήσεως της αντιδράσεως», είναι γνωστή ως ‘επαναφομοίωση’ (‘récupération’). Πρόκειται για όρο που εισήγαγε ο Debord ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 50 , προκειμένου να περιγράψει τον «αποχωρισμό» μιας ριζοσπαστικής πράξης ή ιδέας από μια συνολική διεκδίκηση και την ενσωμάτωσή της στο θέαμα ως μεμονωμένου πολιτικού ή πολιτιστικού στοιχείου.
      Και υπήρξε ένα από τα «θεωρητικά εργαλεία» των Καταστασιακών στην κριτική που άσκησαν τόσο στο πεδίο της κουλτούρας όσο και της πολιτικής, μηδέ εξαιρουμένων και των διάφορων όψεων της λεγόμενης «αντικουλτούρας» της εποχής τους.

  • Ο όρος récupération όπως ορθά λες είναι επινόησης του Debord, η μεταφορά του ωστόσο στα ελληνικά έγινε νομίζω από τον καθηγητή του Καποδιστριακού Α.-Ι.Δ Μεταξά ως «μηχανισμός απορροφήσεως της αντιδράσεως» και εντός παρενθέσεως (récupération) και έτσι ακριβώς αναγράφεται στα βιβλία του (Α.-Ι. Δ. Μεταξάς, Πολιτική Επικοινωνία, Αθήνα – Κομοτηνή: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1985). Δεν αντιλέγω, ο όρος ‘επαναφομοίωση’ θα μπορούσε να είναι δόκιμος και πολλοί μπορεί να τον χρησιμοποιούν, δεν ξέρω. Προσωπικά προτιμώ αυτή του Μεταξά καθώς είναι πιο κοντά στη φύση του ίδιου του μηχανισμού. Δεν κατάλαβα επομένως τι πρέπει να αποκαταστήσουμε εδώ, δεν νομίζω ότι αναφέρθηκε κάτι αναληθές. Πάντως ευχαριστώ για τη παρέμβαση.

    • Φυσικά δεν αναφέρθηκες σε κάτι αναληθές, ούτε πολεμική διάθεση υπάρχει.
      Η παρέμβαση μου έχει να κάνει με το ότι η απόδοση του «récupération» ως «επαναφομοίωση» υπάρχει σε όλες τις μεταφράσεις των έργων του Debord και των Καταστασιακών, ήδη από τα τέλη του 70, καθώς και παράγωγα όπως ‘επαναφομοιωτής» κλπ. Τουλάχιστον οι γηραιότεροι έτσι την πρωτοσυναντήσαμε.
      Επίσης έτσι έχει χρησιμοποιηθεί και στις αναλύσεις αρκετών «εγχώριων ομάδων», είναι δηλαδή ένας «πολιτικά φορτισμένος» όρος/λέξη και όχι απλά μια κάποια απόδοση του/της.
      Την απόδοση ως “μηχανισμός απορροφήσεως της αντιδράσεως” η αλήθεια είναι πως πρώτη φορά την ακούω/διαβάζω.
      Ευχαριστώ και εγώ για την απάντηση.

Σχολίασε

Go to top