Η συμμόρφωση του ατόμου προς την ομάδα

Σε προηγούμενη ανάρτηση με τίτλο «Γιατί σχηματίζονται οι ανθρώπινες ομάδες;» ο  Ν. Χ. Τάτσης, στο βιβλίο του Κοινωνιολογία – Κοινωνική Οργάνωση και Πολιτισμικές Διεργασίες Εκδόσεις Οδυσσέας 1994, προσέγγισε τις αιτίες σχηματισμού των ανθρώπινων ομάδων. Το παρόν κείμενο περιλαμβάνει αποσπάσματα του παραπάνω βιβλίου που σχετίζονται με τη συμμόρφωση των μελών μιας ομάδας. Δηλαδή με την υπακοή των ατόμων της ομάδας στην ομαδική βούληση.

——————– / ——————–

«Τόση είναι η δύναμη συμμόρφωσης του ατόμου προς την ομάδα, ώστε τα άτομα με δημόσιο ήθος και σπάνια ακαδη­μαϊκή κατάρτιση να δέχονται την ένοχη σιωπή της ανομίας και του παραλόγου»

H συμμόρφωση προς την ομάδα αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα που δείχνει τη δύναμη της συλλογικής κυριαρχίας πάνω στις ατομικές επιλογές, την ικανότητα της ομάδας να διαπλάθει τη συμπεριφορά εκάστου από εμάς με τρόπο συνάδοντα σε ένα γενικό πρότυπο σκέψης και δράσης.

H συμμόρφωση προς την ομάδα προκύπτει έντονα σε δύο καταστάσεις που μπορούν να μας χρησιμεύσουν σαν ενδεικτι­κά πλαίσια της σημασίας της: Αφενός με την ετερογενή επίδραση ομάδων σε μια πλουραλιστική κοινωνία και αφετέ­ρου με την ετερόκλητη επιρροή των κoινωνικoπoιητικώv φο­ρέων. Αν υποθέσουμε ότι ένας ανήλικος μαθητής του λυκείου συλληφθεί για βανδαλισμό ενός δημόσιου μνημείου, συνήθης είναι η αιτιολόγηση της πράξης του σαν αποτέλεσμα της «κακής παρέας» που οδήγησε το νεαρό σε μια αντικοινωνική πράξη χωρίς αυτός να συνειδητοποιήσει το μέγεθος των συνεπειών. Η άσκηση της ομαδικής πίεσης για ανεύθυνη «πλάκα» γίνεται συχνά καταλυτική στις δραστηριότητες των «παραβατι­κών ανηλίκων». Ας σκεφθούμε τώρα έναν ενήλικα ο οποίος ανήκει σε κάποιο πολιτικό κόμμα και υφίσταται τη συνειδη­σιακή πίεση να δεχθεί κάποιο μέτρο κοινωνικής πρόνοιας που απάδει προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Όπως στο πρώτο παράδειγμα, η ομάδα της πολιτικής ένταξης μεταβάλει εδώ τη στάση του καλού χριστιανού. Πρέπει να αναγνωρίσου­με πως τόσο οι καταλυτικές μεταστροφές στα στάδια της κοινωνικοποίησης, όσο και η πληθώρα των διαφοροποιημένων ομαδικών προσανατολισμών στις σύγχρονες κοινωνίες, κάνουν το θέμα πρωταρχικού ενδιαφέροντος.

Ποιος είναι ο βαθμός της επήρειας; Μέχρι ποιου σημείου μπορεί να φτάσει το άτομο από την επιβολή της ομάδας; Τι χαρακτηρίζει την καθόλου διαδικασία μεταστροφής των απόψεων ενός ατόμου; Υπάρχουν όρια αντίστασης στην ομαδική ευθυγράμμιση; Οι κοινωνιολόγοι και οι κοινωνικοί ψυχολόγοι ασχολήθηκαν εκτενέστατα με όλα αυτά τα ζητήματα. Ο λόγος ήταν φυσικά οι πολλές και συνεχείς διαπιστώσεις ότι το άτομο κινείται μαγνητικά προς τη συμμόρφωση σε μια πλειάδα κατα­στάσεων ομαδικής επενέργειας.

Ο Ουίλιαμ Γουέστλεη βρήκε ότι οι αστυνομικοί αρνούνται να καταδώσουν συνάδελφό τους που παρανόμησε. Στο ερώτημα τι θα έκαναν εάν πληροφορού­νταν πως ένας συνάδελφός τους έκλεψε χρηματικό ποσό από κάποιο μεθυσμένο που συνελήφθη, η συντριπτική πλειοψηφία απάντησε πως ούτε θα τον κατέδιδε, ούτε θα δεχόταν να χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας. Τα όργανα του νό­μου παρέβαιναν, επομένως, συνειδητά το νόμο εξαιτίας της ομαδικής αίσθησης συμπαράστασης και φυσικά τις συνέπειες του εξοστρακισμού που οπωσδήποτε θα ακολουθούσε την α­ναίρεση της συναδελφικής υποστήριξης σε μια «κακή στιγμή» του εν λόγω παραβάτη αστυνομικού. Η συμμόρφωση ως προς τους άγραφους νόμους της ομαδικής αλληλεγγύης ήταν απόλυ­τη. Ένας μόνο αστυνομικός φάνηκε ότι ακολουθούσε το κα­θήκον του ως όργανο της τάξης, προς πάσα κατεύθυνση, μας πληροφορεί ο Γουέστλεη, και αυτός ήταν ένας νεαρός που μόλις είχε προσληφθεί στο σώμα της αστυνομίας. Οι διαπι­στώσεις πλείστων μελετών συνηγορούν υπέρ του κανόνα ότι με ελάχιστες εξαιρέσεις η ομάδα ρυθμίζει πλήρως την κοινωνι­κή δράση. Να δώσουμε όμως μερικές ακόμη έρευνες από εκείνες που άφησαν εποχή στις κοινωνικές επιστήμες και συνεχίζονται ως τις μέρες μας.

Η πρώτη έρευνα που παρέμεινε για καιρό πηγή έμπνευσης σε πλειάδα μελετητών ήταν εκείνη του Σόλομον Ας. Ο Ας έθεσε το ακόλουθο ερώτημα: Μέχρι ποιου σημείου τα άτομα αποδέχονται την πίεση της ομάδας όταν οι απόψεις τους δια­φωνούν με τις ομαδικές παραδοχές; Ο Ας οργάνωσε μικρο-ο­μάδες* στις οποίες ένα άτομο δεν γνώριζε τη σκηνοθετημένη πειραματική προσπάθεια. Το «αφελές υποκείμενο», όπως συ­νήθως αποκαλείται από τους ειδικούς, αγνοούσε ότι οι υπόλοι­ποι που συνευρίσκονταν στη σχετική διαδικασία συνεργάζο­νταν με τους επικεφαλής της ομάδας για να δημιουργήσουν τεχνητή πίεση σ’ αυτόν. Ο Ας έδειχνε δύο κάρτες με τις γραμμές που απεικονίζουν τα παρακάτω σχήματα:

Είναι άμεσα προφανές ότι η «Γραμμή A» της δεύτερης κάρτας συμπίπτει σε μήκος με τη γραμμή της πρώτης κάρτας. Καθώς όμως το μη μυημένο στο πείραμα άτομο άκουγε τους άλλους να υποδεικνύουν τις γραμμές B και Γ υφίστατο σύγχυ­ση και εκνευρισμό εξαιτίας της οφθαλμοφανούς παραβίασης της εμπειρικής πραγματικότητας. Να ήταν «όλοι» οι άλλοι ξαφνικά μύωπες; Ήταν λογικό «όλοι» οι άλλοι να κάνουν λάθος; Πώς να διαφωνήσει κανείς με το σύνολο των παρευρισκόμενων; Ο Ας παρ’ όλα αυτά είδε ποικιλία αντιδράσεων με διάφορους τρόπους προσαρμογής της μειοψηφίας στη βούλη­ση της πλειοψηφίας. Το ένα τρίτο των ατόμων που συμμετεί­χαν σαν «αφελή υποκείμενα» μετέβαλε τις απόψεις του και ακολούθησε την πασιφανώς λανθασμένη άποψη της ομάδας. Το ποσοστό αυτό είναι εκπληκτικό αν σκεφθεί κανείς ότι πολύ μικρότερα ποσοστά έχουν διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο στην ιστορία του κόσμου. Ο Ας μετέτρεψε τον αρχικό ερευνητικό του σχεδιασμό και έβαλε ένα μέλος να συμφωνήσει με το «αφελές υποκείμενο». H επίδραση της ομαδικής πίεσης μειώθηκε σημαντικά. Όταν όμως σε μια τρίτη πειραματική φάση, το μέλος που διαφοροποιήθηκε από την πλειοψηφία και συνετάγει με το «αφελές υποκείμενο» άλλαξε και πάλι την άποψή του υποστηρίζοντας ότι είχε κάνει λάθος, τότε η πίεση της ομάδας επανέκτησε την αρχική της ισχύ. Ο Ας προσδιό­ρισε ότι και μια μικρή πλειοψηφία τριών ατόμων οδηγεί στη συμμόρφωση.

H δεύτερη έρευνα διεξήχθη από ένα μαθητή του Ας, τον Στάνλεη Mίλγκραμ. Με σκοπό την επισήμαν­ση της επιρροής που ασκεί η εξουσιαστική επιβολή και των ορίων της αποδοχής από τα άτομα, ο Μίλγκραμ επινόησε ένα πείραμα μνήμης. Χώρισε τους συμμετέχοντες σε «δασκάλους» και «μαθητές». Οι μαθητές ήταν μέλη της πειραματικής προ­σπάθειας, ενώ οι «δάσκαλοι» αποτελούσαν τα «αφελή υποκεί­μενα» που δεν γνώριζαν τους απώτερους στόχους του Μίλγκραμ. Κάθε «δάσκαλος» έπρεπε να ελέγχει την ικανότητα του «μαθητή» να θυμάται τη δεύτερη λέξη από τα ζεύγη λέξεων που του υποβάλλονταν. Σε περίπτωση λάθους, ο «δάσκαλος» «τιμωρούσε» το «μαθητή» με ηλεκτροσόκ διαφόρων βαθ­μών έντασης αναλογικά προς τη συχνότητα των λανθασμένων απαντήσεων. Χωρίς να υπεισέλθουμε στις λεπτομέρειες τον πειράματος του Μίλγκραμ, θα αναφέρουμε απλώς ότι, παρά το υποτιθέμενο μαρτύριο των «μαθητών» από τα ηλεκτροσόκ που το «αφελές υποκείμενο» πίστευε ότι ήταν αληθινά, περίπου τα δύο τρίτα δέχθηκαν να συνεχίσουν τη διαδικασία της γνωστι­κής επιχείρησης και φυσικά τη δοκιμασία. Με τη νομιμοποιη­τική κάλυψη της επιστημονικής αναζήτησης, οι «δάσκαλοι» δεν είχαν προβλήματα. Αν λοιπόν συλλογιστούμε τι σημαίνει γενικότερα η συμμόρφωση αυτή των υποκειμένων της πειραμα­τικής παραποίησης που επιχειρούσε ο Μίλγκραμ, θα αντιλη­φθούμε τους κινδύνους που διατρέχουμε από τις πιέσεις των φορέων της εξουσίας που εμφανίζονται μάλιστα με τα ιδεολο­γικά προσωπεία κάποιας «νόμιμης ή καθαγιασμένης» στήρι­ξης. Οι σκοποί κάθε ομάδας είναι για τους περισσότερους και νόμιμοι και καθαγιασμένοι από την παράδοση και τις θεσμικές αιτιολογήσεις. Τι νόημα έχει ότι το πείραμα εμφανιζόταν εικονικά μέσα στα πλαίσια της επιστημονικής αναζήτησης; Πάντοτε θα υπάρχει κάποιος λόγος υπέρτερης εξουσιαστικής στήριξης της συλλογικής δράσης. Το ζήτημα είναι μέχρι πού μπορεί να μας φέρουν ντετερμινιστικά οι δυνάμεις που εκφρά­ζουν εκάστοτε το λόγο της αρχής. H έρευνα του Μίλγκραμ αποτελεί ένα είδος ανθρωπιστικής προειδοποίησης για τις πα­γίδες της ομαδικής μας υπόταξης.

H τρίτη έρευνα ήταν ιστορικού χαρακτήρα και διεξήχθη από τον Ίρβινγκ Τζάνις πάνω σε ένα θέμα που έχει πλέον πάρει τραγικές διαστάσεις. Τα ηγετικά κλιμάκια, όπως συνή­θως αποκαλούνται, των μεγάλων δυνάμεων συντίθενται από επιτελεία πολιτικών, στρατιωτικών, διπλωματών, ακαδημαϊκών κ.λπ. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με συλλογικές διαδικασίες κατά τη διάρκεια των οποίων προκύπτουν ασφαλώς διαφωνίες και αντιρρήσεις σχετικά με τις προτεινόμενες ειδικές ενέρ­γειες. Με δεδομένη την παγκόσμια επιρροή που ασκούν αυτές οι αποφάσεις, το ζήτημα δεν είναι πλέον Αμερικανικό, Ρωσι­κό, Γερμανικό, Αγγλικό ή Ευρωπαϊκό, αλλά συναρτάται άμεσα με όλους τους λαούς της γης. Αν μάλιστα σκεφθούμε το πλήθος των εμφανιζόμενων κρίσεων οι οποίες φθάνouv στο σημείο να οδηγούν τα πράγματα σχεδόν σε πυρηνικό ολοκαύ­τωμα που θα σήμαινε το τέλος του πλανήτη, η έρευνα του Τζάνις αποκτά μια άλλη διάσταση. Το ερώτημα, το πολύ απλό ερώτημα, που τέθηκε από τον Τζάνις και θα τίθεται από κάθε λογικό άτομο είναι το εξής: Πώς συμβαίνει να λαμβάνονται τέτοιες αποφάσεις όπως η ρίψη της βόμβας στη Χιροσίμα, η εισβολή στην Κούβα ή o πόλεμος στο Βιετνάμ, και να μην εμφανίζεται ισχυρή αντίσταση που να αποτρέψει τις ιστορικά παράλογες πράξεις; Ο Τζάνις θέλησε να ελέγξει τις γνωστές περιπέτειες στη χώρα του εξαιτίας της εξωτερικής της πολιτι­κής. Το ερώτημα γίνεται πράγματι εφιαλτικό αν σκεφθούμε ότι οι μικρο-ομάδες των δραματικών αποφάσεων αφενός λει­τουργούν δημοκρατικά και αφετέρου έχουν ως μέλη άτομα που διακρίθηκαν για την ικανότητα και το χαρακτήρα τους. Δεν βρέθηκε κανείς να αποτρέψει τους προέδρους Τρούμαν, Κέννεντυ και Τζόνσον που έλαβαν τις προαναφερθείσες τρεις αποφάσεις; Θα μπορούσε ίσως να στοιχειοθετηθεί κάποια δικαιολογία σε ολοκληρωτικά καθεστώτα και με δικτάτορες ό­πως ο Χίτλερ ή ο Στάλιν. Πώς όμως εξηγείται το φαινόμενο σε δημοκρατικές κοινωνίες; Ο Τζάνις πιστοποίησε την πίεση της ομάδας με τον ακόλουθο μηχανισμό:

α. Διαφαίνεται μια τάση ομοφωνίας. Αντί να εξετάζεται το πρόβλημα από διαφορετικές πλευρές, η δυναμική της ομάδας περιορίζει την πρισματική θεώρησή του.

β. Οι ομάδες που έχουν μια κοινή σύνθεση για ένα διάστημα διαμορφώνουν ένα είδος κοινής λογικής σύλληψης και ερμη­νείας των φαινομένων.

γ. Από τη στιγμή κατά την οποία μία ομάδα πρέπει να πάρει απόφαση, κάθε διαφοροποιημένος ισχυρισμός χαρακτη­ρίζεται σαν υποβολιμιαίος και εχθρικός.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η «ομαδική σκέψη», η οποία περιορίζει το στοχασμό και αποθαρρύνει κάθε διαφωνία. Σε μια συνεδρίαση για τον πόλεμο του Βιετνάμ, γράφει ο Τζάνις, ένας υπουργός εξωτερικών προέτρεπε τα μέλη κάποιας επιτρο­πής να συσκέπτονται «σαν μια ορχήστρα από βιολιά». H «ορχήστρα» αυτή αποφάσιζε τους βομβαρδισμούς στην ασιατι­κή χώρα! Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι ο έγκυρος ιστορικός-καθηγητής Άρθουρ Σλέσιντζερ, ο οποίος υπήρξε στενός συ­νεργάτης και σύμβουλος του προέδρου Τζων Κέννεντυ, εξήγη­σε ως εξής τη σιωπή του κατά την εισβολή στην Κούβα: Το «κλίμα» στις διυπουργικές διαβουλεύσεις με τον πρόεδρο ήταν τέτοιο που να αποθαρρύνει κάθε αντίθετη γνώμη. Οτιδήποτε δεν συμφωνούσε με την άποψη της ομάδας αυτής εθεωρείτο ανοησία. Τόση είναι η δύναμη συμμόρφωσης του ατόμου προς την ομάδα, ώστε τα άτομα με δημόσιο ήθος και σπάνια ακαδη­μαϊκή κατάρτιση να δέχονται την ένοχη σιωπή της ανομίας και του παραλόγου.

——————– / ——————–

*Μια μικρο-ομάδα δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 15 με 20 άτομα. Ο αριθμός αυτός είναι «ενδεικτικά περιοριστικός». Μικρο-ομάδες είναι για παράδειγμα ένα υπηρεσιακό συμβούλιο, τα ηγετικά στελέχη μιας οικουμενικής κυβέρνησης, οι διαπραγματευτικές ομάδες, οι εταιρικές ενώσεις, οι ομάδες επικοινωνίας ή χάραξης στρατηγικής μιας πολιτικής οργάνωσης. Ασφαλώς το αριθμητικό κριτήριο που αποτελεί τη βάση μιας πρώτης τυπικής αναγνώρισης αυτής της κατηγορίας ομάδων, ενδέχεται να δημιουργήσει (και μερικές φορές δημιουργεί) αντιρρήσεις.

Αναρτήθηκε στις: 16 Φεβρουαρίου 2017
5 Σχόλια »
“Η συμμόρφωση του ατόμου προς την ομάδα”
  • Eίναι ακαδημαϊκή, δηλαδή πλαστή, η διάσταση μεταξύ ατόμου και ομάδας. Ο κ.Τάτσης θωρεί εκ προοιμίου πως τα «άτομα» είναι μια φυσική υπόσταση ενώ οι «ομάδες» «τεχνίτη» δηλαδή κατασκευαζόμενη. Ο κ Τάτσης μάλιστα προχωράει ενα βήμα παραπέρα και εμφανίζει την ομάδα και ως «επιβαλλόμενη» υπόσταση. Εάν βέβαια οι «ομάδες» είναι «τεχνίτες και επιβαλλόμενες» τότε οφείλουμε να αναρωτηθούμε ποιός τις επιβάλει. Άτομα δεν είναι και αυτά που επιβάλουν την «ομαδική αλληλεγγύη» και την «ένοχη σιωπή της ανομίας και του παραλόγου»;

    Οι θεωρίες αυτές φυσικά δεν είναι ούτε «επιστημονικές» ούτε αθώες. Έχουν στόχαστρο και υποτάσσονται με την σειρά τους στην δική τους «ομαδική συμμόρφωση» της ιδεολογίας του κοινωνικού κατακερματισμού (μεταμοντέρνο). Τα άτομα είναι ο ιδεότυπος της μαζικής κοινωνίας ενώ οι ομάδες ο προφανής εχθρός της. Δεν είναι παράξενο πραγματικά που η επίθεση στην έννοια των συσσωματώσεων γίνεται ακριβώς την ιστορική εποχή όπου το άτομο είναι ένας διαλυμένος μαζοπολτός;

    Ο αστυνομικός, ο γιατρός, ο φίλαθλος, ο πειραιώτης είναι πρόσωπα μέσα σε μια ευρύτερη ομάδα που υπακούνε σε νόρμες, ιεραρχίες, παραδόσεις και άγραφους κανόνες που όπως σημειώνει ο Μάμφορντ «καλοί ή κακοί έφτασαν την κοινωνία μας έως το σήμερα». Η ιδέα της αποσύνδεσης του ατόμου από την ομάδα αναπτύσσεται χέρι – χέρι με την εμφάνιση στο προσκήνιο των κυριαρχικών υπερ-οργανισμών(Ε.Ε.) και την μαζικοποίηση του καταναλωτισμού σε όλα τα επίπεδα και τους χώρους της κοινωνίας ( τα πάντα πρέπει να είναι ταυτόχρονα εμπόρευμα και κατανάλωση ). Όχι λοιπόν τυχαίος αυτός ο επίλογος. Οι πολύ «προχωρημένες» ακαδημαϊκές θεωρίες στρέφονται εντέλει ενάντια σε αυτούς που αρχικά συνεπαίρνουν με τον επιφανειακό ριζοσπαστισμό τους. Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο αντιδραστικό από την προσπάθεια να ξεριζωθεί το άτομο από την συσσωμάτωση. Τι θα ήταν ένας τέτοιος ιδεότυπος; Ανοιχτός σε προσκλήσεις και προκλήσεις, απαλλαγμένος από την κοινωνική αγωγή του μικρό-χώρου (που ο Κριστοφερ Λας θεωρεί τόσο αναγκαία στην διάπλαση ενάρετων πολιτών) θα ήταν πρόσφορος μόνο σε καταναλωτικές προσφορές και προϊόντα. Η υπαρξιακή «αγωνία να είσαι κάποιος» όταν δεν την καλύπτει η συσσωμάτωση αναγκαστικά βρίσκει τον «εαυτό της» μέσα στην κατανάλωση.
    Είμαστε λοιπόν επιτέλους «χειραφετημένοι» από τον βάναυσο ζυγό της συσσωμάτωσης. Είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το πρωί να είμαστε εναλλακτικοί αγρότες, το μεσημέρι καταναλωτές καλλυντικών της madison και το βράδυ να ονειρευόμαστε πως ζούμε στην χώρα που πρωθυπουργός της είναι ο Τζάστιν Τριντό χωρίς να δείχνουμε σε καμία «άνομη και παράλογη ομάδα» λογαριασμό.

    Το πραγματικό ερώτημα που θέτει ένα τέτοιο κείμενο πρέπει να είναι το εξής: Τι θα μπορούσε να είναι ένα άτομο χωρίς να ανήκει σε ομάδα; Τι άλλο από ένα κενό πρόσωπο, ένας άνθρωπος χωρίς σχέσεις, χωρίς παρελθόν και προορισμό. Ο ιδανικός ιδεότυπος του δούλου.

    • Κατά τη γνώμη μου Αθανάσιε το συγκεκριμένο βιβλίο κοινωνιολογίας δεν αποτελεί συνωμοτικό εργαλείο (ούτε είναι ένοχο δεν ξέρω κι εγώ γιατί), αντιθέτως είναι αφορμή για συμφωνίες, προβληματισμό αλλά και ενστάσεις (όπως ανάφερα και στο πρώτο μέρος της ανάρτησης). Ασφαλώς όταν κανείς διαβάζει ένα απόσπασμα δεν είναι ήδη γνωστές οι συμβάσεις και οι συνθήκες που ορίζονται από πριν. Δηλαδή δεν είναι γνωστά τα αναγκαστικά «έστω ότι». Για παράδειγμα το ζήτημα της φυσικής και της τεχνητής υπόστασης των ατόμων έχει ήδη προσεγγιστεί από τον συγγραφέα σε άλλο κεφάλαιο του πρώτου όμως τόμου. Επέλεξα το συγκεκριμένο κείμενο διότι (πάντα κατά τη γνώμη μου) θέτει αξιόλογα ερωτήματα και προβληματισμούς. Ασφαλώς όταν αναφέρεται στο «Πώς όμως εξηγείται το φαινόμενο σε δημοκρατικές κοινωνίες;» μιλάει για τις αμερικανικές φιλελεύθερες ολιγαρχίες και με πολύ αόριστο τρόπο και αυτό θα πρέπει να είναι σαφές (ο όρος «δημοκρατίες» είναι ατυχής και εδώ και σε όλη την μαζικότητα και καθολικότητα της χρήσης του). Επίσης στο βιβλίο γίνεται αναφορά σε έρευνες και μελέτες κυρίως Αμερικανών κοινωνιολόγων (στη Νέα Υόρκη πέρασε τμήμα της ζωής του ο Τάτσης) με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς τις ίδιες τις αναφορές σε ομάδες και τις σχετικές αναλογίες. Νομίζω ότι το βιβλίο δεν παίρνει κάποια, ας την πούμε, εχθρική στάση απέναντι στις συσσωματώσεις και τις ομάδες, συνολικά μάλλον καταφέρνει με αρκετά μεγάλη επιτυχία να μην πάρει καμία δεοντολογική ή ιδεολογική στάση. Προσπαθεί να σχηματίσει κατηγορίες μικρο-ομάδων και μακρο-ομάδων, να τις διακρίνει σε πρωτογενείς και δευτερογενείς. Σε πολλά σημεία του βιβλίου αναφέρεται στις ισχυρές ομάδες των «αποπάνω». Θα έλεγα μάλιστα ότι πάνω στην κοινωνικοποίηση των ατόμων (αντίστοιχα σε άλλα σημεία του β τόμου) μιλάει ανοιχτά και ξεκάθαρα για την αίσθηση αποστέρησης και απώλειας της παιδευτικής διαδικασίας που έχει προκύψει σήμερα όπου τα πάντα σχετικοποιούνται (σε αντίθεση με τις παραδοσιακές κοινωνίες αξιών) και αυτό αναπόφευκτα οδηγεί σε υπαρξιακά κενά και «άμορφους» ανθρωπότυπους. Έτσι, όπως είναι λογικό, καταλήγει στο να υποστηρίξει ότι είναι δύσκολο να υπάρξει ένα ενιαίο πλαίσιο αναφοράς, εφόσον κάθε φορά γίνεται από τα άτομα – με τρόπο ελεύθερο και φυσικά ανεξέλεγκτο – μια άλλη επιλογή (ομαδικής ή μη) κατεύθυνσης. Όπως γνωρίζεις οι κοινωνικοί επιστήμονες είναι αναγκασμένοι να κάνουν ακόμη και γεωμετρικές ακροβασίες κατά τις ερευνητικές τους εφαρμογές. Αυτό δεν πάει να πει ότι έχουν κάποιο προαποφασισμένο σκοτεινό σκοπό. Από εμάς εξαρτάται η προσεκτική ανάγνωση, αποδοχή και κριτική των ερευνών και των θέσεών τους.

      • Σαφώς και από ένα κεφάλαιο δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ένα ολόκληρο βιβλίο, και σε αυτό το σημείο η συμβολή σου Γιώργο που έχεις μια πιο σφαιρική άποψη είναι πολύ χρήσιμη. Είμαι λοιπόν πολύ περίεργος να δω πως προσεγγίζει ο κ Τάτσης το «ζήτημα της φυσικής και της τεχνητής υπόστασης των ατόμων». Αλλά παρά ταύτα όταν απομονώνουμε ένα κεφάλαιο για να το δημοσιεύσουμε αυτοτελές αυτό προφανώς το κάνουμε γιατί εκτιμούμε την ικανότητα του να μεταδώσει ένα πλήρες νόημα. Υπό αυτή την έννοια ένιωσα πως διακαιόμουνα να κάνω σχόλιο επάνω στα δύο κεφάλαια που δημοσίευσες και όχι σε ολόκληρο το βιβλίο ή το συνολικό έργο του κ Τάτση – κάτι που θα μου ήταν αδύνατο ακόμα και αν το ήθελα.
        Δεν αναφέρθηκα όμως πουθενά για «συνωμοτικό εργαλείο» αλλά για ιδεολογικό, και τα πράγματα αυτά είναι εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους και δεν θα έπρεπε να τα συγχέουμε. Η ιδεολογία που εκφέρει ως συνείδηση ο συγγραφέας γίνεται σαφής από την αξίωση του πως μπορεί να προσεγγίσει πεδία ζωντανών και ιδιαίτερων συσχετισμών όπως η ένταση ατόμου – συσσωμάτωση με ένα τρόπο «ουδέτερο» και αντικειμενικό. Αυτό το αξίωμα από μόνο του είναι μια ιδεολογική αυθαιρεσία και έχει ο καθένας από εμάς το δικαίωμα είτε να συμφωνήσει μαζί του είτε να το αμφισβητήσει.
        Νομίζω πως εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Μπορούμε να ανάγουμε τις κοινωνικές σχέσεις σε επιστημονική επισκόπηση; Αν η απάντηση είναι θετική τότε δεν φαίνεται να προχωρήσαμε ιδιαίτερα από το σημείο όπου ο «επιστημονικός σοσιαλισμός» έβαζε τους μισθούς των εργαζομένων και την υπεραξία των αφεντικών στην ίδια εξίσωση για να δει πότε θα γίνει η επανάσταση. Η μόνη διαφορά με σήμερα είναι πως αυτού του είδους η ποιότητα έχει αντεστράφη και έχουμε περάσει στον «επιστημονικό ατομικισμό».
        Προσωπικά είμαι πολύ επιφυλακτικός για αυτή την περιβόητη «ακαδημαϊκή ουδετερότητα» που λες, ( μάλιστα πιο πολύ κλίνω στην κριτική που έχεις κάνει ο ίδιος παλαιότερα για αυτό το θέμα ). Ούτε πιστεύω πως μπορεί οποιαδήποτε επιστημονική επισκόπηση να μας γλυτώσει από την υποκειμενική προκατάληψη ( τις πεποιθήσεις ή τις πολιτικές προτιμήσεις του «επιστήμονα» ) – κάτι που σε τελική ανάλυση παραδέχεται και η επιστήμη.
        Έτσι εν κατακλείδι θεωρώ πως αυτό που πρέπει να βάζουμε στο στόχαστρο της κριτικής δεν είναι τόσο τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών όσο τους λόγους, τις αιτίες και το περιβάλλον που κάνουν ανθρώπους σαν τον κ Τάτση να ασχολούνται με το εν λόγω αντικείμενο. Είναι μεγάλη κουβέντα να πει κανείς για κάποιον συγγραφέα ή επιστήμονα πως τα καταφέρνει με «αρκετά μεγάλη επιτυχία να μην πάρει καμία δεοντολογική ή ιδεολογική στάση «. Αν ο κ Τάτσης πέρασε πολύ χρόνο στην Νέα Υόρκη όπως λες αυτό είναι ένας ακόμα παραπάνω λόγος να λάβουμε υπόψη μας πως η έρευνα του, οι απόψεις και ο τρόπος που νομίζει πως είναι ο ίδιος αντικειμενικός, αντανακλούν την ιδεολογία της εκεί σχολής, των εκεί καθηγητών και της εκεί κυρίαρχης διανόησης. Ο «ουδέτερος ερευνητής» είναι ένας σύγχρονος μύθος για τον οποίο είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς φανερά.
        Πολύ πριν μιλήσουμε για την ερεύνα της «συμμόρφωσης του ατόμου στην ομάδα» καλό είναι να έχουμε μια υποψία σε ποιά «ομάδα συμμορφώνεται ο τάδε ή ο δείνα συγγραφέας».

  • Θα συμφωνήσουμε πως τελικά δεν διαφωνούμε. Αστειευόμενος, αρχικά τονίζω ότι δεν λαμβάνω ποσοστά από τις πωλήσεις του βιβλίου. Η επιλογή μου έγινε όπως είπα και στην πρώτη απάντησή μου με κριτήριο αυτό που θεώρησα ως ενδιαφέρον και που αναγκαστικά μόνο ως απόσπασμα μπορούσα να ανεβάσω. Για εμένα το ζήτημα εδώ Αθανάσιε δεν είναι εάν εγώ ή εσύ συμφωνείς με τον συγγραφέα και τους ερευνητές που αναφέρει, το ζήτημα είναι ότι ούτε εγώ, ούτε εσύ μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε τους ενδόμυχους ιδεολογικούς του σκοπούς, τους βαθύτερους λόγους και τις αιτίες ή τις “ομάδες με τις οποίες συμμορφώνεται”. Μπορούμε φυσικά να κρίνουμε και να κάνουμε εκτιμήσεις ή να προσπαθήσουμε να τους εκμαιεύσουμε κατά προσέγγιση από το πλαίσιο σύμφωνοι, σκέψου όμως ότι και οι ίδιες οι έρευνες είναι ζωντανά στοιχεία που εξελίσσονται και αλλάζουν παράλληλα με τις ιδέες. Έχει αξία όμως να αναφέρω ότι αυτά τα συγγράμματα διαβάζονται από φοιτητές του πιο άκαμπτου πανεπιστημίου στην Ελλάδα, δηλαδή του Καποδιστριακού και παρουσιάζουν ενδιαφέρον γιατί έχουν διαμορφώσει «στρατιές» ανθρώπων που σκέφτονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Η διάκριση του δέοντος και της ιδεολογίας από το ουδέτερο και επιστημονικό είναι ένα πολύ λεπτό ζήτημα που όντως η θρασύτητα της επιστημονικής κοινότητας πολλές φορές έχει παραβλέψει θεωρώντας την ως «δεδομένη» και «καθαρή», με αποτέλεσμα εκεί που επικαλείται κάποιον αποιδεολογικοποιημένο λόγο, να κάνει ακριβώς το αντίθετο. Φαντάζομαι ότι έχεις καταλάβει πως σε ό,τι με αφορά (και φυσικά τη στάση μου απέναντι στην πολιτική) ανάμεσα στη γνώμη και τη γνώση, επιλέγω ξεκάθαρα την πρώτη. Επομένως η κριτική που ασκείς πάνω στην «ακαδημαϊκή ουδετερότητα» είναι λογική και σωστή, σε αυτό δεν έχω αλλάξει ούτε και εγώ την κριτική μου στάση. Έτσι θα συμφωνήσω μαζί σου στο γεγονός ότι η απόλυτη ερευνητική ουδετερότητα δεν υπάρχει και δε θα υπάρξει ποτέ. Υπάρχουν όμως έρευνες που ιδεολογικώς κυριολεκτικά βγάζουν μάτι, έτσι όταν έγραψα «με αρκετά μεγάλη επιτυχία να μην πάρει καμία δεοντολογική ή ιδεολογική στάση» είναι μια προσωπική εκτίμηση (ας αφαιρέσουμε την λέξη καμία) κυρίως σε συνάρτηση/σύγκριση με άλλους συγγραφείς του χώρου της κοινωνιολογίας (ειδικά του ελευθεριακού χώρου). Επαναλαμβάνω όμως ότι οι κοινωνικοί επιστήμονες είναι αναγκασμένοι να κάνουν ακόμη και γεωμετρικές ακροβασίες κατά τις ερευνητικές τους εφαρμογές, συμφωνώντας ξανά μαζί σου στο ότι δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να ανάγουμε τις πολυσήμαντες κοινωνικές σχέσεις σε μια επιστημονική επισκόπηση (οι πρώτοι που το γνωρίζουν αυτό είναι οι ίδιοι οι κοινωνιολόγοι). Μια από την αντίθετη αλλά παρόμοια προσέγγιση μπορεί να γίνει, για παράδειγμα, και πάνω στην ιατρική επιστήμη όπου από πολλούς πλέον θεωρείται μια ακριβής επιστήμη (απελεύθερη από τα δεσμά του σκοταδισμού των θρησκειών), ενώ στην πραγματικότητα τείνει να γίνει παρακλάδι μιας μαθηματικοποιημένης στατιστικής (μια νέας επομένως θρησκείας) καθώς κάθε μέρα που περνάει εξαφανίζεται σταδιακά η ιατρική σημειολογία (στο κέντρο της οποίας υπήρξε η παρατήρηση της μοναδικότητας του ατόμου). Καταλήγοντας ένα κείμενο, ακόμη και ένα πετσοκομμένο απόσπασμα βιβλίου, μπορεί να ανοίξει γόνιμους συλλογισμούς. Ας μην ξεχνάμε τέλος ότι η κοινωνιολογία και κυρίως η πολιτική κοινωνιολογία ως ειδική (συστηματική) επιστήμη είναι πολύ πρόσφατη και νεαρή, είναι προϊόν μόλις του 20ου αιώνα και σε ό,τι με αφορά ο 21ος αιώνας θα ήθελα να ανήκει σε αυτήν και στην εξέλιξή της στην υπηρεσία του ανθρώπου.

  • Καταρχήν να σε ευχαριστήσω Γιώργο ( κάτι που έπρεπε να είχα κάνει από την αρχή ) για την δυνατότητα αυτού του «φανερού» διαλόγου ( δεν τολμώ να πω «δημόσιος» γιατί έτσι θα είχαμε υποβιβάσει τον δημόσιο λόγο που τοσο πολύ έχουμε ανάγκη ).

    Ο λόγος που ένιωσα την υποχρέωση να προκαλέσω αυτό τον διάλογο, ως εξέλιξη των κειμένων που είχες την καλοσύνη να δημοσιεύσεις, και να μην επιδιώξω μια πιο ενδοστρεφής μεταξύ μας επικοινωνία, βρίσκεται ακριβώς στο σημείο που γράφεις πως αυτή η σχολή σκέψης: «Εχει διαμορφώσει «στρατιές» ανθρώπων που σκέφτονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο». Προσωπικά αντιμετωπίζω αυτή την προοπτική με ένα είδος τρόμου….

    Τέλος, συμφωνόντας και εγώ σε πολλά από όσα παρατηρείς, το μόνο που νιώθω πάλι την ανάγκη να συμπληρώσω είναι η παρατήρηση πως η ιδεολογία ενός προσώπου δεν είναι κάτι «ενδόμυχο» όπως γράφεις, μια «προτεστανική εσωτερική σχέση του εγώ με την συνείδηση του» αλλά ένα πολυ εξώφθαλμο συνήθως περίβλημα του κάθε ανρθώπου που έχει να κάνει από «ποιά ομάδα τον συμμορφώνει» έως την κοινωνική του θέση, τις υλικές του συνθήκες και την αυτοαντίληψη που έχει για τον ευατό του.

    Για παράδειγμα οι επιστήμονες μόνο και μόνο που νιώθουν τον ευατό τους ως τέτοιο αυτομάτως υπάγονται σε μια ιδεολογική ομάδα που είναι παγκοσμιώς γνωστή με το όνομα «επιστημονική κοινότητα» και σαφώς αυτή η ιδεολογία τους διαφοροποιεί από το υπόλοιπο σύνολο. Θελω να πω ότι η ιδεολογία δεν είναι κάτι σαν την «πίστη» που ο «καθένας μπορεί να την κρατάει για τον ευατό του», βγάζει μάτι.

Σχολίασε

Go to top