Πολιτική ορθότητα: ο ανοιχτόμυαλος μακαρθισμός της Αριστεράς

An accelerated vision towards sunlessness (2016).

 

H νέα μόδα που ήρθε για να ανανεώσει το λεξιλόγιο, την αισθητική και τους τρόπους συμπεριφοράς των φιλελεύθερων κοινωνιών ακούει στο όνομα «πολιτική ορθότητα». Από τις μεσοαστικές γειτονιές των Βρυξελλών, τις φοιτητικές συνοικίες της Βαρκελώνης, το Καρτιέ Λατέν των Παρισίων, τα ακαδημαϊκά campus των Ηνωμένων Πολιτειών, τα Εξάρχεια ως και το Kreuzberg, η πολιτική ορθότητα είναι το νέο must στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Εκ πρώτης όψεως, τούτη η ρυθμιστική αρχή φαντάζει ιδιαίτερα γοητευτική εφόσον και δημιουργεί προσδοκίες υπεράσπισης των αδυνάμων και όσων δεν χαίρουν μιας σειράς τυπικών δικαιωμάτων. Όμως, στην πραγματικότητα έχει καταλήξει να δημιουργήσει ένα αποπνικτικό περιβάλλον γραφειοκρατικών ελέγχων και μαζικής υστερίας προς οποιαδήποτε κριτική σ’ αυτό το fair-play της ανεκτικής αδιαφορίας.

Στην πλέον γνήσια και πολιτικά προχωρημένη του μορφή, το κίνημα της πολιτικής ορθότητας έχει προετοιμάσει τις τελευταίες δεκαετίες μια εξέγερση όλων των θυμάτων, εφάμιλλη των κατά καιρούς σπαρτακισμών που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα από τις απαρχές της. Και όντως, η ζωή στο «παγκόσμιο χωριό» που οικοδομήθηκε πάνω στο τέλος της Ιστορίας, η επανάσταση των διεκδικήσεων που παίρνει σάρκα και οστά ενώπιόν μας, έχει αποδώσει τους πλέον παραγωγικούς καρπούς: με απερχόμενο μαύρο πλανητάρχη, σιδηρές κυρίες να διευθύνουν παγκόσμιους οργανισμούς και παγκόσμιες υπερδυνάμεις, ΑμεΑ υπουργούς οικονομικών να διαχειρίζονται ολόκληρο τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, μουσουλμάνους δημάρχους στις πιο ισχυρές πρωτεύουσες, gay πρωθυπουργούς σε μικρές ή μεγάλες χώρες, διεμφυλικούς και castrati να αναδεικνύονται νικητές σε φεστιβαλικούς διαγωνισμούς, ό,τι ξεκίνησε πριν αρκετές δεκαετίες ως αίτημα για πολιτική αμνηστία των καταπιεσμένων μειονοτήτων σήμερα έχει εξελιχτεί σε αισθητική αναβάθμιση της εξουσίας. Αποτέλεσμα αυτής της μετακύλισης θα μπορούσε να θεωρηθεί πως, σήμερα, η παγκοσμιοποιημένη εντατικοποίηση των ηθικο-πολιτικών και ταξικών διαιρέσεων δεν γνωρίζει από σύνορα, χρώμα, φυλή, φύλο, σωματικές ικανότητες και σεξουαλικό προσανατολισμό. Η ενσωμάτωση στην καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι από ‘δω και στο εξής προνόμιο των ετεροκανονικών vanilla boys και ο αποκλεισμός από αυτήν δεν είναι προνόμιο της γης των κολασμένων.

Ιδού λοιπόν η πρόοδος του υπαρκτού καπιταλισμού: ο ιστορικός εκτοπισμός των οραμάτων μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων και απαλλοτρίωσης της εξουσίας από τους πολλούς προς την αφομοίωση και «κατοικιδιοποίηση» των επικίνδυνων τάξεων μαζί με το επακόλουθο κίνημα για τη μέριμνα του εαυτού, προσδίδουν μια νέα ποιότητα στην οργανωτική δομή της εξουσίας και στους τρόπους με τους οποίους ασκείται. Στα παρασκήνια του πολυπολιτισμικού καρναβαλιού όπου δήθεν γιορτάζονται η ελευθερία, η διαφορετικότητα και η αυτοέκφραση, ερχόμαστε αντιμέτωποι με κατασταλτικούς μηχανισμούς αστυνόμευσης της σκέψης και μια πρωτόγνωρη, ψυχωτικών εμμονών δικομανία. Ολοένα και διογκώνονται οι επιτροπές διαφάνειας, η κρατική νομοθεσία, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι ψευτο-δεοντολογικοί κώδικες ομιλίας και γραφής από administrators σε ιστοσελίδες, οι νομικοί σύμβουλοι, η σίγαση επιθετικών λέξεων σε τραγούδια, τα «safe spaces», οι ομάδες πίεσης, τα βιωματικά σεμινάρια, τα ακαδημαϊκά ελεγκτικά όργανα για την εγκυρότητα μιας έρευνας, οι ομάδες καταγραφής περιστατικών και μια σειρά ακόμα από θεσμούς κηδεμόνευσης της πρέπουσας συμπεριφοράς. Η κατάσταση δείχνει να πηγαίνει πολύ πιο μακριά από την πρόληψη και αντιμετώπιση ρατσιστικών ή σεξιστικών περιστατικών. Δείχνει να πηγαίνει ακόμη περισσότερο μακριά από την κατανάλωση ethnic κουζίνας και αντιρατσιστικών φαλάφελ στα φεστιβάλ της φιλελευθερο-ελευθεριακής Αριστεράς. Στη σημερινή τροπή των πραγμάτων, η κουλτούρα του political correct λειτουργεί σαν ηθικό πλυντήριο της κοινωνικής αδικίας και σαν συνεργείο εξευγενισμού της εκμετάλλευσης, θυμίζοντας το βικτωριανό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης όπου η πιο σκληρή και αποτρόπαιη καταπίεση θεμελιώνεται πάνω σε μια υποκριτική ευγένεια αριστοκρατικού καθωσπρεπισμού.

Το νομικό οπλοστάσιο που έχει αναπτύξει το κίνημα της πολιτικής ορθότητας, η απεριόριστη συσσώρευση υπαλληλο-διοικητικού Λόγου, προδιαγράφει ένα σκηνικό βγαλμένο απ’ τις πιο σκοτεινές σελίδες μιας καφκικής δίκης. Στα ερείπια των «liberté, égalité, fraternité» αναβιώνει εκ νέου μια «πολιτισμένη» προσομοίωση της εποχής του Τρόμου, εκεί που όλοι είμαστε δυνάμει κατηγορούμενοι, αν όχι και a priori ένοχοι. Πλέον, και αυτό είναι το ανησυχητικό, έχουμε φτάσει στο σημείο όπου το τεκμήριο της αθωότητας υπονομεύεται και η γενίκευση του κατηγορητηρίου που αποδίδεται εις το όνομα της ορθότητας αντανακλά όχι τον κόσμο των πράξεων αλλά των αφηρημένων ιδεών. Τα άτομα δεν κρίνονται τόσο για τις πράξεις τους όσο για τον ασυνείδητο καθρέφτη που εκπροσωπούν επί της γης. Μας ενδιαφέρει κατά πολύ περισσότερο η δικαίωση ενός ιδεολογικού αγώνα που επιβάλλεται από τον άτεγκτο χαρακτήρα του κρατικού λεβιάθαν παρά το ίδιο το ενδεχόμενο ενοχής ή αθωότητας ενός συγκεκριμένου προσώπου. Φαίνεται πως τόσες δεκαετίες εκπαίδευσης στον επικοινωνιακό πόλεμο και τον βομβαρδισμό βίαιων εικόνων από τα media να μας έχει εξοικειώσει σε τέτοιο βαθμό με την κτηνωδία, ώστε το αποτρόπαιο μιας πράξης να μην μας συγκινεί τόσο όσο μια ομολογία ψυχο-ιδεολογικών κινήτρων προκειμένου αυτή να στατιστικοποιηθεί και να αποτελέσει το εμπειρικό υπόστρωμα μιας νέας μικρο-θεωρίας «φοβισμού».

Ομοφοβία, ξενοφοβία, τρανσοφοβία, χοντροφοβία, τεχνοφοβία: μια κοινωνία σε μόνιμη κατάσταση λιβιδινικής ενδοσκόπησης, μια κοινωνία που παραγκωνίζει και καταστέλλει όλες τις ανησυχίες με το πρόσχημα αποφυγής συναισθηματικών επιπλοκών. Οι βάσεις του μεταμοντέρνου μακαρθισμού είναι ψυχολογικές. Εδώ δεν πολεμούμε τον Μεγάλο Άλλο που έρχεται να ξηλώσει όλο το πολιτικο-οικονομικό status quo, αλλά τον οποιονδήποτε έρχεται να ραγίσει την εικόνα μιας ανοιχτής, πληθυντικής, πολύχρωμης και θυματολογικής κοινωνίας. Κατάσταση που δημιουργεί το εξής παράδοξο: όσο το political correct ενισχύεται θεσμικά και του αποδίδονται ολοένα και περισσότερες τιμές και εξουσίες, τόσο εξαπλώνεται σε όλες τις χώρες, ελλείψει ενός επαναστατικού κινήματος, μια γεμάτη αυτοπεποίθηση Δεξιά η οποία, παρά τον μετριοπαθή πολιτικό της ορίζοντα (πουθενά δεν προκύπτουν αντικαπιταλιστικά ή αντικοινοβουλευτικά ψήγματα), υιοθετεί έναν επιθετικό πολιτικό λόγο που απορροφά όλον τον πολιτικό χρόνο στην αντιπαράθεσή της με τις φιλελεύθερες ελίτ καταφέρνοντας να ραγίσει συνειδητά όλο αυτό το νεοσυγκινησιακό κέλυφος ορθότητας. Σαν τελικά αυτή η εδραίωση του ησυχασμού να ματαιώνει τις προσδοκίες της ακριβώς τη στιγμή που επιβάλλεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του δυτικο-ευρωπαϊκού κόσμου ή, ακόμα χειρότερα, σαν να προαπαιτεί τέτοιες μορφές οργανωμένης αντίδρασης προκειμένου να επιβεβαιώσει τον λόγο ύπαρξής της.

Από στρατηγικής σκοπιάς, η φιλελεύθερη εξουσία δείχνει να αναβάλλει τη μεγάλη κατάρρευση και να επιλύει μέχρι νεωτέρας τις αντινομίες της απλώς εφιστώντας την προσοχή μας σε όλα εκείνα τα επιμέρους σημεία που όντως ο σύγχρονος πολιτισμός δέχεται σοβαρές απειλές, καλώντας μας έτσι σε συμβιβασμό «για να μην ανέβει η ακροδεξιά», για ένα «δημοκρατικό τόξο ενάντια στον λαϊκισμό», για ένα «αντιφασιστικό μέτωπο». Μ’ αυτόν όμως τον συμβιβασμό όλων των ριζοσπαστικών πολιτικών δυνάμεων όχι μόνο διατηρείται στο ακέραιο ο πυρήνας των φιλελεύθερων αξιών και οι εγγενείς τους αντιφάσεις παραμένουν άθικτες, αλλά τελικά και οποιαδήποτε προτροπή για έναν άλλον προσανατολισμό της συλλογικής ζωής προσκρούει στο παγόβουνο του political correct και αντιμετωπίζεται με την ίδια καχυποψία. Η δημόσια καταδίκη του ρατσισμού και του σεξισμού πηγαίνει χέρι-χέρι με τον αφανισμό του αναρχισμού και του κομμουνισμού από το πολιτικό προσκήνιο ή ακόμη και με την επίρριψη νομικών ευθυνών για συζητήσεις που αφορούν τη διαγραφή του δημοσίου χρέους και την εθνικοποίηση της νομισματικής πολιτικής. Τον παραδοσιακό εμφύλιο μεταξύ ολιγαρχικών και δημοκρατικών, πληβείων και πατρικίων, αστών και προλετάριων διαδέχεται η γενικευμενη βολιδοσκόπηση για την εύρυθμη λειτουργία ενός savoir vivre. Τα αποτελέσματα της πολιτικής ορθότητας, όπως αποδεικνύει η ίδια η εμπειρία μέχρι στιγμής, είναι κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά διότι τελικά αυτοί που πληρώνουν την περιστολή της ελευθερίας λόγου και έκφρασης είναι άνθρωποι που ίσως υπό άλλες συνθήκες να είχαν κάτι να πουν.

Με την απαγόρευση οποιασδήποτε συζήτησης ενδέχεται να προκαλέσει δυσφορία προκύπτει μια ατμόσφαιρα ψυχολογισμού η οποία, αν και ομολογουμένως απέχει αρκετά απ’ το να εδραιώσει τη βασιλεία του ριζικού Κακού, καταφέρνει να μας υπνωτίσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταστήσει αόρατα όλα εκείνα τα σημάδια που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ενώπιον αυτής της συνειδητοποίησης ότι η γραφειοκρατική κηδεμονία και ο κρατικός πατερναλισμός είναι ανεπαρκείς στην επιβολή των φιλελεύθερων αξιών, οι διαφημιστές της ανοιχτής κοινωνίας –απ’ τους ψυχολόγους, τους κοινωνικούς λειτουργούς και τα τάγματα των απανταχού νεο-θρησκόληπτων γκουρού μέχρι τους αρθρογράφους γνώμης, τους επιστήμονες και τα δημόσια πρόσωπα– ζητούν, στα πλαίσια της ατομικιστικής διαπαιδαγώγησης, την ανάληψη πρωτοβουλιών από τα ίδια τα άτομα για τη συμμόρφωσή τους, την εθελούσια καταπίεσή τους και την εσωτερίκευση όλων των κοινωνικών αντιφάσεων που απορρέουν από την «κουλτούρα της ανοχής». Είναι σημαντικό επομένως να καλλιεργούμε εμείς οι ίδιοι την ασημαντότητά μας εφόσον, μέχρι στιγμής, αυτός είναι ο μοναδικός παράγοντας αποτροπής ενός απολυταρχισμού. Σαν όλη αυτή η πανταχού παρουσία της «ορθότητας» να επιπλέει πάνω στο ναυάγιο ενός κακόγουστου αστείου. Είμαστε όντως ακόμη ελεύθεροι, αλλά εντελώς κατά τύχη ή επειδή μπορεί αυτό να ευνοείται από τις οικονομικές και εισοδηματικές συγκυρίες. Ακριβώς επειδή ο καθένας μας περιορίζεται στο να κοιτάει τη δουλειά του μάς παραχωρούνται μια σειρά από τυπικές και αρνητικές ελευθερίες σε μια σκηνοθετημένη ιλαροτραγωδία.

Η φοβία μην τυχόν και η σκέψη στραβοπατήσει έξω απ’ τον σωστό δρόμο των οριοθετημένων προτύπων περιορίζει τον δημόσιο διάλογο σε ζητήματα τα οποία εκ των προτέρων γνωρίζουμε ότι δεν θα προκαλέσουν εκνευρισμό, που με ευκολία θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε ή να ρίξουμε στον κάδο ανακύκλωσης. Οι επιπτώσεις είναι αποκαρδιωτικές: πρώτον, η σύγχρονη Αριστερά, μάλλον όντας σε πλήρη εναρμόνιση με την ιστορική Αριστερά, υιοθετεί όλο και περισσότερο τα όπλα του αντιπάλου για την επιβολή των σκοπών της και δεν διστάζει να προωθεί πρακτικές λογοκρισίας, να στηρίζει αγώνες να βγουν εκτός νόμου οι πολιτικοί της εχθροί ή ακόμη και να πιθηκίζει στο καθημερινό της λεξιλόγιο την κουλτούρα της πιο ακραίας υπεροψίας με αποτέλεσμα η εναντίωσή της να μην ξεπερνά τον κόσμο των φαινομένων, ενώ επί της ουσίας νομιμοποιεί τη λογική του εχθρού παίζοντας στο γήπεδό του· δεύτερον, γινόμαστε μάρτυρες μιας ιστορικών διαστάσεων εξέλιξης, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως σε μια παγκοσμιοποιημένη ανθρωπότητα όπου, κατά τα λεγόμενα του Paul Virilio, πλέον δεν αρκεί μονάχα η βιομηχανική τυποποίηση της γνώμης μέχρι του σημείου να γίνει «κοινή» αλλά και ο παγκόσμιος συγχρονισμός των συγκινήσεων ώστε να εξαλειφθεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο αντίστασης.

Ο διευθυντικός στρατός των υπερευαισθητοποιημένων, ακριβώς επειδή δεν κατέχει ουδεμία κυριαρχία πάνω στη συναισθηματική του κατάσταση, προτιμά να ελέγχει τη συμπεριφορά των άλλων ώστε να αποφύγει την ψυχική αναστάτωση που μπορεί να φέρει ο αυθορμητισμός μιας προσωπικής σκέψης. Για την καταπολέμηση μιας τέτοιας εξέλιξης είναι αναγκαία η μεταγλώττιση της ομιλίας, αφενός ο υγειονομικός έλεγχος της γλώσσας που μπορεί να φτάσει τελικά μέχρι την απαγόρευση λέξεων που μπορεί να έχουν έμφυλη, εθνική, πολιτική, σεξουαλική και συναισθηματική φόρτιση και αφετέρου ένα ξεχείλωμα των εννοιών μέχρι να χάσουν οποιοδήποτε σφρίγος και δυνατότητα να αποδώσουν την εξωτερική πραγματικότητα. Σ’ αυτόν τον μεταμοντέρνο αχταρμά όπου όλα είναι σεξισμός, ρατσισμός και φασισμός και όπου το μόνο που μας χρειάζεται είναι οι έννοιες του σεξισμού, του ρατσισμού και του φασισμού για να δώσουμε ένα νόημα στον κόσμο, τελικά, στον βαθμό που οι λέξεις έχουν χάσει κάθε ιδιαιτερότητα να ερμηνεύσουν τα φαινόμενα, κερδισμένη βγαίνει μόνο η μη-συναινετική επιτρεπτικότητα: ακριβώς επειδή όλες οι πράξεις ερμηνεύονται με τον ίδιο τρόπο, δεν τίθεται λόγος να τις ιεραρχήσουμε ηθικά και να αξιολογήσουμε κάποιες θετικά έναντι άλλων. Εμάς άλλωστε μας αρκεί να μην γρατζουνιστούν οι χορδές της ευαισθησίας μας, είναι προτιμότερο όλα να συμβαίνουν μέσα στην απόλυτη απάθεια και την παράκρουση της ολικής κατάρρευσης.

Εκεί που κανείς δεν παίρνει κανέναν πια στα σοβαρά εύλογο είναι οι προλετάριοι, οι παραδουλεύτρες, τα συνδικάτα και οι συνεταιρισμοί, οι online ψηφοφορίες, το κατούρημα πάνω σε έναν καμβά να βαφτίζονται «απασχολούμενοι», «οικιακές βοηθοί», «κοινωνικοί εταίροι», «συμμετοχή στα κοινά», «τέχνη». Η οργουελική newspeak της πολιτικής ορθότητας επεκτείνεται σε πολλά περισσότερα πεδία απ’ τις οφθαλμοφανείς περιπτώσεις που συνήθως μας παρουσιάζονται στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα και στα καφενεία των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων. Μάλιστα αυτό ίσως να αναδεικνύει και πιο βαθιές ψυχικές διεργασίες, μιας ασυνείδητης μαζικής αδιαφορίας για τον κόσμο σε τέτοιο σημείο ώστε να πρέπει να είναι κανείς «πολιτικώς ορθός» αν θέλει να δηλώσει την απέχθειά του για τον ρατσισμό των λευκών, την αποικιοκρατία, τον φασισμό, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την κακομεταχείριση και τη βία κατά των γυναικών. Μα επιτέλους, η πολιτική ορθότητα είναι η εύκολη λύση, το εμπόρευμα για όλες τις δουλειές, το τέλειο άλλοθι για να μας αφήσουν στην ησυχία μας, η διάθεση να διατυμπανίσουμε ότι θα σεβαστούμε το δικαίωμα του άλλου να μην τον ενοχλήσουμε ζητώντας απλά να σεβαστεί κι αυτός το δικαίωμά μας για κάτι τέτοιο.

Σε μια περιόδο όπου, μεταξύ άλλων, ο Martin Luther King θεωρείται «not all-inclusive», o Shakespeare και ο Mark Twain ρατσιστές, η Mary Poppins πρωτόπλασμα του σεξισμού, ο Ευρυπίδης μισογύνης, κάθε εφηβικός πειραματισμός τείνει να ερμηνεύεται με όρους bullying και οι stand-up κωμικοί καλούνται κάθε λίγο και λιγάκι να απολογούνται για την πολιτική ορθότητα των παραστάσεών τους, γίνεται ευκόλως εννοούμενο πως το πλήγμα στην ελευθερία είναι ανεπανόρθωτο. Τί κι αν Οι περιπέτειες του Χακ Φιν είναι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Hernest Hemingway, το θεμέλιο όλης της μοντέρνας αμερικανικής λογοτεχνίας; Αυτό δεν έχει αποτρέψει τις προσπάθειες των πεφωτισμένων ακαδημαϊκών απ’ το να το μετατρέψουν σε ένα απ’ τα πιο λογοκριμένα βιβλία είτε μέσω της ολικής απαγόρευσης της κυκλοφορίας του, είτε μέσω του «εξευγενισμού» λέξεων με φορτισμένο περιεχόμενο όπως η λέξη nigger. Το Index Librorum Prohibitorum είναι εδώ, σε συμπαγή και αυστηρή μορφή, με τη μόνη διαφορά ότι η παπική εξουσία έδωσε τη σκυτάλη στην πανεπιστημιακή γραφειοκρατία. Οι εξισωτικοί υπαινιγμοί που νομιμοποιούν πρακτικές λογοκρισίας δείχνουν τελικά να αγωνίζονται για την αντικατάσταση της ανθρωπότητας από μια τεχνολογικά προηγμένη, «ουδετερόφιλη» κοινωνία χωρίς σώμα, φύλο, σεξουαλικότητα, προγονική καταγωγή, συναισθήματα, πολιτικές στάσεις, ηθική ευπρέπεια. Δεν είναι μόνο που η απαγόρευση λέξεων και το ρετουσάρισμα της ομιλίας πλήττει το σκέπτεσθαι και το συλλογίζεσθαι. Δεν είναι μόνο που η στρουχτουραλιστική προσέγγιση της γλώσσας επιβάλλει μια άκαμπτη μονοσημαντότητα στις λέξεις αναιρώντας κάθε υποκειμενικό και διαπροσωπικό στοιχείο που δύναται να καθορίσει τις προθέσεις και το πλαίσιο των προτάσεων. Δεν είναι μόνο που γίνονται δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ ρητορικής του μίσους και χιουμοριστικού κώδικα, πολιτικής αντιπαράθεσης ή καλλιτεχνικής υπερβολής. Είναι η ίδια η ανθρώπινη επικοινωνία που απαξιώνεται από την τεχνο-επιστημονική ουδετεροποίηση του πραγματικού κόσμου, καθιστώντας ολοένα και πιο απαραίτητο ένα σύνολο εργαστηριακών εξετάσεων πάνω στον Λόγο και μια ενοχική αλληλοεπιτήρηση όσων λέγονται, θυμίζοντας αρκετά το 1984 όταν η γλώσσα έγινε αντικείμενο ολοκληρωτικού ελέγχου και μέσω ενός κεντρικού σχεδιασμού του λεξιλογίου, της γραμματικής και της προτασιακής λογικής κατάφερε να πολυπλοκοποιηθεί και να αλλοτριωθεί τόσο πολύ ώστε να μην μπορεί να ειπωθεί τίποτε που να απειλεί τον Μεγάλο Αδερφό και το Κόμμα.

Κομβικό ρόλο σε αυτήν την εκπτώχυνση του ομιλείν και του συλλογίζεσθαι έπαιξε η μετάβαση από τον τύπο του διανοούμενου ως δημόσιου λειτουργού στην ανάδυση μιας ακαδημαϊκής ιντελιγκέντσιας. Η προδοσία των ανθρώπων του πνεύματος και η αποχώρησή τους από τα κοινά οφείλεται, τις τελευταίες δεκαετίες, ακριβώς στο φαινόμενο της επαγγελματικοποίησης της δημόσιας κουλτούρας και στο ότι όλο και περισσότεροι πανεπιστημιακοί βρίσκονται έγκλειστοι και αυτοεξόριστοι στα campus, τις αίθουσες διαλέξεων και τα συνέδρια με αποτέλεσμα να έχουν χάσει κάθε επαφή με την καθομιλουμένη γλώσσα. Καθώς αρνούνται να επιτελέσουν τον ρόλο τους ως συμπύκνωση μιας συλλογικής φωνής κατά της κοινωνικής αδικίας και να αφουγκραστούν τις αγωνίες και τα προβλήματα των καθημερινών ανθρώπων, επιβάλλουν τη δική τους ατζέντα, συγκροτούνται ως «ομιλούσα τάξη» και γίνονται σύμβουλοι και αυλικοί του καθεστώτος συμβάλλοντας κι αυτοί από το πόστο τους στην παρακμάζουσα αναπαραγωγή του. Ακολουθούμενοι από ένα προλεταριάτο αποφοίτων και πρώην φοιτητών καταφέρνουν να γίνουν, σύμφωνα με την ορολογία του Pierre Bourdieu, «κυρίαρχοι κυριαρχούμενοι», μεταξύ των ρετιρέ της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας αφενός και των μικρομεσαίων και λαϊκών τάξεων αφετέρου. Αποκτώντας μια συνείδηση του εαυτού τους ως «ημι-ελίτ» και εκμεταλλευόμενοι την επικοινωνιακή επανάσταση των sixties αναβίωσαν μια παλαιολενινιστική αντίληψη περί «πρωτοπορίας» και δήλωσαν έτοιμοι να αναλάβουν τη μεταρρύθμιση της σύγχρονης φιλελεύθερης κοινωνίας από όλα τα παρωχημένα, συντηρητικά, προνεωτερικά χαρακτηριστικά της. Καλωσορίσατε στις υπηρεσίες της Νέας Αριστεράς! Ο διορισμός σε πολιτικά γραφεία, η συμμετοχή σε δημόσια projects, η σύσταση διαφόρων κρατικών υπηρεσιών έφερε την ακαδημαϊκοποίηση της διανόησης και τη συνεπακόλουθη επιστημονική και εργαστηριακή παρένδυση του δημόσιου λόγου.

Ο καριερισμός και η στελέχωση του καπιταλιστικού μηχανισμού βρίσκουν γερό πάτημα σε ένα σύνθημα το οποίο ταλανίζει τα δημόσια πράγματα και την πολιτική σύγκρουση σχεδόν μισό αιώνα: «το προσωπικό είναι πολιτικό». Η κονιορτοποίηση της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας, η ενασχόληση του καθενός με τα προσωπικά του ζητήματα, η «διαδικασία προσωποποίησης» της πολιτικής ζωής έφερε την εισβολή της ωφελιμιστικής ιδιώτευσης στους τόπους της δημόσιας αρετής. Ο πολιτικός λόγος έπαψε να είναι υπολογίσιμος και η διείσδυση ατομικών διεκδικήσεων στη δημόσια σφαίρα οδήγησε σε μια επιδερμική ενασχόληση με την πολιτική, εφάμιλλη με το ευχάριστο διάλειμμα που βιώνει ο τουρίστας κατά τη διάρκεια ενός weekend. Εύλογο είναι όλες αυτές οι ιδιαίτερες ομάδες που κάνανε την εμφάνισή τους μέσω των νέων κοινωνικών κινημάτων να ενδιαφέρονται πρωτίστως τελικά για τη διευθέτηση του προσωπικού τους βίου μέσω της ικανοποίησης εξατομικευμένων αιτημάτων αντί να προτάξουν ένα συλλογικό όραμα για μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας. Ως εκ τούτου, μακράν του να ενισχύσουν την ηθική κρίση πάνω σε μια σειρά από προσωπικής φύσης ζητήματα, αυτά τα νέα κινήματα προσπάθησαν να αντικαταστήσουν τα δημόσια ήθη με τον εμπλουτισμό γραφειοκρατικών ελέγχων και συμβουλευτικών υπηρεσιών του θεραπευτικού κράτους. Η πολιτική ορθότητα, επομένως, αντί να απελευθερώνει και να μετουσιώνει με δημιουργικό τρόπο τα συλλογικά πάθη, υπολογίζει σε μια δικονομικού τύπου καταπίεσή τους. Όμως, η αρετολογική απόκλιση του προσώπου απ’ τον ιστό των κυρίαρχων αξιών δεν τίθεται, και δεν μπορεί να τίθεται, με όρους μη-συμμόρφωσης στην τυπική λογική του νόμου ακριβώς επειδή έχει προηγηθεί ο ηθικός αναβαπτισμός του προσώπου σε ένα άλλο κοσμογονικό σύμπαν που υπόσχεται την ενότητα του καθημερινού ανταπεξέρχεσθαι με το μάγμα των αυτών των ηθικών επιταγών. Και ομολογουμένως η αναζήτηση της αρετής απέχει παρασάγγας από τη στατιστική σύγκλιση των συμπεριφορών που επιδιώκει το κηδεμονικό σύμπλεγμα των κρατικών δρώντων στην προσπάθεια να γεμίσει με ηθικο-πολιτικό συμπεριφορισμό ένα σύνολο άδειων υπάρξεων.

Αντιφασισμός, αντισεξισμός, αντιρατσισμός: εδώ, όταν δεν μιλούμε για μια άμεση επιβολή του νόμου την ώρα που η έξις της δημόσιας αρετής και το εθιμικό δίκαιο καταρρέουν, τότε πρόκειται απλώς για τις ελάχιστες διαφορές στα σημεία, τις λεπτές νότες που τελικά θα καταφέρουν μέσα σε ένα σύμπαν ομοιομορφοποίησης να μας κάνουν ξεχωριστούς απ’ τους άλλους. Από την οικουμενικότητα του ανθρώπινου όντος, το φαντασιακό του homo universalis, μετακινούμαστε προς τη μοναδικότητά του ατόμου, σε όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες που θα το καταστήσουν διαφορετικό απ’ τους άλλους ώστε να γίνει ορατό μέσα στον χυλό της μάζας. Παράδοξο κι όμως αληθινό είναι ότι αυτή η μέθοδος εξάπλωσης της «διαφορετικότητας» ως αξίας μοιάζει με ασφυκτικός κλοιός ομογενοποίησης κάθε πραγματικά προσωπικού στοιχείου ώστε τελικά οι μόνοι που θα μπορούσαν να αναγνωριστούν ως διαφορετικοί να είναι όσοι αρνούνται τη διαφορετικότητα. Επομένως, όσο κι αν οι επαγγελματίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προσπαθούν να μας πείσουν για έναν καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, μπρος σε όλους τους αγώνες για την ισότητα των ευκαιριών τελικά υποκρύπτεται περισσότερο μια κοινωνική δημογραφία αναζήτησης νέων lifestyle ταυτοτήτων που είναι ικανές να τονώσουν τις δυνατότητες της Αγοράς, παρά κάποιος προθάλαμος για ένα σοσιαλιστικό και δημοκρατικό μέλλον. Δεν θα ήταν άκαιρο λοιπόν να υποθέσουμε ότι η επένδυση που επιδεικνύει ο σύγχρονος –μεταμοντέρνος, ατομικίστικος και μηδενιστικός, παρά τις όποιες διακηρύξεις του– αναρχισμός στη διαδικασία της «αποδόμησης» των ταυτοτήτων τον καθιστά αυτομάτως λαγωνικό του φιλελευθερισμού. Η θεσμοθέτηση των queer studies δεν εγγυάται σε κανένα σημείο έναν καλύτερο κόσμο. Ίσα-ίσα, αν λάβουμε υπόψη την τάση που επικρατεί σήμερα, η διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών είναι αντιστρόφως ανάλογη της συλλογικής ελευθερίας και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί μια αυξημένη ευαισθησία σε μια τρανσέξουαλ δικαστή να μην βγάλει στο σφυρί πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας ή σε έναν μπάτσο μετανάστη να φερθεί καλύτερα από τους ντόπιους ματατζήδες σε μια διαδήλωση ή σε έναν μουσουλμάνο επιχειρηματία να μην εκμεταλλεύεται τους εργαζομένους του. Στους ναούς που λιβανίζεται νυχθημερόν το ευαγγέλιο της ισότητας, ξημερώνει μια πρωτόγνωρη κομφορμιστική δικτατορία.

Η σταδιακή εμπέδωση μιας cool αυταρχικοποίησης φαίνεται να αποδέχεται σιωπηρά την ευθραυστότητα των ίδιων της των κοινωνικών νορμών και αναπόφευκτα στρώνει το χαλί σε έναν νέου τύπου τυραννικό δεσποτισμό: όχι τόσο με όρους αναπαράστασης του εγκλήματος κάποιου χιτλερικού ή σταλινικού παραδείγματος, όσο με όρους ιστορικής συνέχειας της εσώτερης λογικής τους, δανειζόμενος την τάση «υπερ-εκκοινωνισμού» του ατόμου που προκύπτει από την κατάρρευση της ιδιωτικής σφαίρας και την ανάληψη όλων των νευραλγικών επιταγών της προσωπικής αρετής από τους κρατικούς μηχανισμούς. Ένας δεσποτισμός που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας ευέλικτης, ευκίνητης, καταναλωτικής και τεχνολογικής κοινωνίας αντί της εύτακτης, συμπαγούς, παραγωγικής και βιομηχανικής κοινωνίας. Μια αντι-ουτοπία όπου ό,τι δεν θα ευνοεί την αποβλάκωση, την απάτη, την πλάνη, την κατανάλωση, τον ηδονισμό και το θέαμα θα υποκύπτει σε όλο και περισσότερα τεστ. Θα περνά αυστηρούς σωματικούς ελέγχους. Το σκέπτεσθαι θα σκανάρεται για να εξακριβωθεί η ασηπτική ουδετερότητά του. Η φυσική και πνευματική ενέργεια θα χρησιμοποιούνται με αποδοτικά οικονομικά τρόπο. Καθείς θα πρέπει να προσέχει τι λέει. Ει δυνατόν θα αυτολογοκρίνεται. Ειδάλλως, θα σέρνεται στα δικαστήρια. Θα καταδικάζεται σε κατ’ οίκον περιορισμό. Με βραχιολάκι. Αποσυρμένος στην αφάνεια.

Αναρτήθηκε στις: 21 Μαρτίου 2017
25 Σχόλια »
“Πολιτική ορθότητα: ο ανοιχτόμυαλος μακαρθισμός της Αριστεράς”
  • Ωραίο άρθρο. Τι κρίμα που δεν είναι παρά μία επιστολή στα πλαίσια της αλληλογραφίας μεταξύ διανοουμένων (κατά το σεφερικό «η ποίηση είναι αλληλογραφία μεταξύ ποιητών») και δεν μπορεί να βοηθήσει ούτε στο ελάχιστο τους ανθρωπάκους οι οποίοι μόλις επαναλάβουν τα λόγια τού Σαραμάγκου («Aς ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων, ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη, παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό. Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου… Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε.») θα συρθούν στα δικαστήρια τής κορεκτίλας επειδή «πρόσβαλαν τις εργαζόμενες στον τομέα τού sex»…
    Γίνετε χρήσιμοι. Πάρτε το αλλιώς. Διαφορετικά, είναι αρκετοί αυτοί που μπορεί να σκεφτούν ότι τα γραφτά σας εδώ έχουν ως στόχο να μεγιστοποιήσουν τις πιθανότητες να μπουν οι τζίφρες και να αποκτηθεί, επί τέλους, αυτό το γαμημένο το διδακτορικό…

    • Καλησπέρα,

      Καταρχήν χαίρομαι και εκτιμώ το γεγονός ότι, αν καταλαβαίνω καλά, δεν υπάρχει κάποια ουσιαστική διαφωνία με το περιεχόμενο όσων λέγονται. Όσον αφορά δε την προτροπή να προστατεύσουμε αυτό που έχουμε χτίσει στα μέσα τα οποία γράφουμε, την έχουμε ήδη λάβει και μεταξύ μας σοβαρά υπόψη και ευχαριστούμε για την επισήμανση. Και αυτό όχι για να ικανοποιήσουμε αυτούς τους «αρκετούς» που ίσως να σκεφτούν με δόλιο τρόπο τα κίνητρα των προσπαθειών που γίνονται εδώ πέρα, αλλά για πιο υψηλά κριτήρια συσχετισμού και ενότητας όσων λέγονται με την ηθική μας κρίση και στάση πάνω στα πράγματα.

      Τώρα αναφορικά με το αναγνωστικό κοινό και το σε ποιους απευθύνονται τα άρθρα, ας μην υποτιμούμε όλους αυτούς τους καθημερινούς ανθρώπους σαν τόσο ανίκανους να διαβάσουν και να κατανοήσουν μια τέτοιου είδους δημόσια παρέμβαση. Καθότι, η απαίτηση να «υποβαθμιστεί» η αισθητική μορφή και η νοηματική πυκνότητα ενός γραπτού λόγου ακούγεται σαν να έχει προηγηθεί μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση περί του πνευματικού επιπέδου αυτών των απλών ανθρώπων. Δεν το βλέπω έτσι. Ή τουλάχιστον δεν θα ήθελα να συμμετέχω σ’ αυτό το μεγάλο happening της pop διαπαιδαγώγησης και της προσφοράς αναμασημένης τροφής. Ειδικά το ίντερνετ βρίθει από τέτοια κείμενα που καλύπτουν όλες τις ανάγκες. Ας υπάρχουν και κάποιοι που τα λένε αλλιώς, που σκέφτονται και εκφράζονται αλλιώς – αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο για την περίπτωση των κειμένων που δημοσιεύονται εδώ.

      Είναι προτιμότερο, κατ’ εμέ, να επενδύσουμε στην αυθεντικότητα και την απόλαυση αυτού του ταξιδιού παρά να κάνουμε στροφή προς τη «χρησιμότητα» η οποία πρακτικά σημαίνει να εργαλειοποιήσουμε τα λόγια μας προκειμένου να ισχυριστούμε ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα μιας τάξης και, σε δεύτερη φάση, να προσποιηθούμε τους καθοδηγητές ενός εικονοκλαστικού κινήματος. Αυτές οι τακτικές είναι χρεωκοπημένες ήδη από τον προηγούμενο αιώνα και ακριβώς αυτές τις τακτικές έρχεται να καυτηριάσει το εν λόγω κείμενο.

      Με τον κίνδυνο ότι είμαστε εκτός θέματος ούτως ή άλλως, ελπίζω κάπως να διασαφηνίστηκαν κάποιοι απ’ τους προβληματισμούς σου.

      Φιλικά,
      Νικόλας

    • Πάντως, και χωρίς καθόλου πολεμική διάθεση, θα ήθελα να πω ότι δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο για κάποιον/α να κατανοήσει ότι ένα κείμενο σαν αυτό, που στρέφεται κατά της Πολιτικής Ορθότητας, με τίποτα δεν θα μπορούσε να αποτελεί τμήμα μιας προσπάθειας που αποσκοπεί στην προσωπική ανέλιξη (όπως η επιτυχής συμπλήρωση ενός διδακτορικού, ή μια ακαδημαϊκή καριέρα), τη στιγμή που τα πανεπιστήμια είναι η Μέκκα της ΠΟ, και οι περισσότερες γνώμες που δεν ασπάζονται την αριστερή/φιλελεύθερη προσέγγιση της κοινωνίας και της ιστορίας «διώκονται» και «στιγματίζονται» ως «δεξιές» και «μισαλλόδοξες» από τα ακαδημαϊκά safe spaces. Ιδίως αν συνυπολογίσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο εδώ στο ResPublica έχει κατά καιρούς ασκηθεί κριτική στις ακαδημαϊκές ιεραρχίες – και κυρίως στην τάση τους να εγκλωβίζονται μέσα στο δικό τους μικρόκοσμο ο οποίος μιλά μόνο με τον εαυτό του (echo chamber) – στον διανοουμενισμό, την αισθητικοποίηση του πολιτικού, τον κοσμοπολιτισμό της (πολιτισμικά φιλελεύθερης) αριστεράς, τον ποπ ακτιβισμό και τον ηδονισμό του μεταμοντέρνου ανθρωπότυπου που αυτός αναπαράγει, αντιπροβάλλοντας τη σκέψη ανθρώπων οι οποίοι παραμένουν άγνωστοι και παραγκωνίζονται συνεχώς μέσα στις πανεπιστημιακές αίθουσες (και από ότι φαίνεται δεν έχει κανείς τη διάθεση να ασχοληθεί μαζί τους) – περισσότερο κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε για «λαϊκισμό» και πολιτισμικό dumbing down παρά για επαγγελματικό αριβισμό. Αν κατά καιρούς έχουν αναρτηθεί και άρθρα ακαδημαϊκών, αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι αυτές οι αναρτήσεις αντηχούν μια ολόκληρη βιβλιοθήκη. Απεναντίας, πιο πολύ κοιτάμε αν οι άνθρωποι που στέλνουν κείμενα έχουν κάτι να πουν (ανεξάρτητα αν εμείς συμφωνούμε μαζί τους ή όχι), αν μπορούν να συμβάλουν σε έναν διάλογο που δεν θα αναλώνεται κλισέ και δεν θα παρεμποδίζεται από το «απαράβατο» κάποιου ιδεολογικού dress code. Επί της ουσίας, οι στόχοι μας και οι αρχές μας είναι εδώ, και όποιος θέλει μπορεί άνετα να έρθει σε επαφή μαζί μας.
      Φιλικά…

  • Φίλοι (ελπίζω να μου επιτρέπετε, αλλά είναι η στάνταρντ προσφώνησή μου στο διαδίκτυο) Νικόλα Γκίμπη και Μιχάλη Θεοδοσιάδη,

    Χαίρομαι που υπήρξε απάντηση, άρα και διάθεση για διάλογο. Προς στιγμή, μη βλέποντας κάποια ανταπόκριση, φοβήθηκα ότι θα μείνει το σχόλιό μου κρεμασμένο άχαρα (ένας μικρός μονόλογος ως απάντηση στο μεγάλο μονόλογο του άρθρου και πέραν τούτου ουδέν). Ευτυχώς διαψεύστηκα και πολύ χαίρομαι γι’ αυτό.

    Ανοίχτηκαν πολλά θέματα. Δεν θα μπορέσω να συνεχίσω την κουβέντα από τη μεριά μου σήμερα. Θα κάνω λίγο τα μαθήματά μου :-) και θα επανέλθω αύριο.

    Τα λέμε

    • Δυστυχώς οι καθημερινές υποχρεώσεις είναι αρκετές. Γι’ αυτόν τον λόγο ζητάμε την κατανόησή σου (και την κατανόηση όλων) για ετεροχρονισμένες και αργοπορημένες απαντήσεις. Δεν προέρχονται από έλλειψη διάθεσης αλλά από έλλειψη ελεύθερου χρόνου. Και μια βιαστική απάντηση θα ήταν άκομψη, γι’ αυτό και απέφυγα να σου απαντήσω αμέσως. Για τα υπόλοιπα, όποτε θελήσεις να ανοίξουμε έναν διάλογο πάνω στο άρθρο, εδώ θα ‘μαστε.

  • Όσο κι αν δε μου ειναι αρεστο το ύφος και η εκταση του κειμενου λόγω ακαδημαϊκης επιτήδευσης, δε μπορω παρα να συμφωνησω με το περιεχόμενο του.
    Αλλά πάλι, ακόμα κι αυτό το περιεχόμενο ακυρώνεται αυτόματα, αφού μετά το τέλος του ακολουθούν κυκλωμενα το γνωστό F και το απαίσιο πουλάκι, με τη δυνατότητα – προτροπή «κοινοποιήστε». Δεν εχει καμμία σημασία αν αυτοί που απευθύνεται είναι διανοούμενοι ή «κοινοί» άνθρωποι αλλά ο τρόπος που απευθύνεται. Κι αυτός είναι που το καθιστά απολιτικό ανεξάρτητα από τις προθέσεις του. Ρητά και κατηγορηματικά, το μόνο πολιτκό αποτέλεσμα αυτής της τεχνολογίας είναι η απολιτικοκοίηση των πάντων.
    Τα σεβη μου
    Υ.Γ. Αν υπάρξει απάντηση παρακάλώ να μην έχει μεγάλη εκταση. Ακόμα κι ένα στακάτο «αντε γ…σου» θα μου ήταν προτιμότερο από ενα κατεβατο.

    • Αυτό το «ακαδημαϊκό» ύφος γραφής είναι πράγματι πρόβλημα, και όχι για λόγους μη κατανόησης της.
      Και ενδεχομένως ακυρώνει και το ίδιο το περιεχόμενο.
      Με όλη την καλή διάθεση: ξανακοιτάξαμε το …

    • Φίλη/ε Π.,

      Δε χρειάζεται να ανταλλάσσουμε χριστοπαναγίες, κουβέντα γίνεται. Δεν καταλαβαίνω γιατί θα ήταν προτιμότερο να ακούσεις ένα «άντε γαμήσου», πέρα από το ότι θα απλοποιούσε φαινομενικά τα πράγματα στο ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο (στο μυαλό του καθενός). Το ίδιο ισχύει και για το σχόλιο για τα σόσιαλ μίντια, το οποίο ξεχνά ότι δε ζούμε σ’ έναν κόσμο ιδεατό, χωρίς αντιφάσεις. Αν δε θέλουμε να απλοποιούμε τα πράγματα επιλέγοντας είτε την απόλυτη στράτευση (που μάλλον δεν μας έδωσε και πολλά, πέρα από την πυρετώδη αντίσταση του φεισμπουκ την οποία πολύ σωστά, εμμέσως, καταγγέλλεις) είτε την απόλυτη αδράνεια, μπορούμε απλώς να μιλήσουμε (με τις αντιφάσεις μας) για τα όσα συμβαίνουν στον δημόσιο χώρο. Και αυτό από μόνο του είναι βαθύτατα πολιτικό, από τη στιγμή που ενδιαφέρεται να στοχαστεί πάνω στον τρόπο με τον οποίο ζούμε.

      Δε χρειάζεται λοιπόν να μπερδεύουμε τη δυνατότητα διάδοσης-κοινοποίησης ενός κειμένου με τη «φετιχοποίηση» των αριθμών και των κλίκς – δυνατότητα που, άλλωστε, με τον τρόπο που την καταγγέλλεις σ’ αυτή την περίπτωση, είναι και καθαρά τεχνικής φύσης (και όχι ουσίας). Η κριτική που κάνεις απέναντι σ’ αυτή τη σαπίλα του διαδικτύου καταλήγει να μας λέει ότι η μόνη λύση είναι η απόλυτη αδράνεια και το κλείσιμο σε ένα πλανήτη καθαρά φαντασιακό, όπου βασιλεύει η καθαρότητα και η απόλυτη συνέπεια. Δυστυχώς για όλους μας, αυτός ο πλανήτης δεν υπάρχει διότι ζούμε σε έναν κόσμο που είχε και θα έχει εσαεί τις αντιφάσεις του γιατί είναι φτιαγμένος από ανθρώπους. Εξάλλου, κι εσύ μέσω του διαδικτύου διαβάζεις, μέσω του διαδικτύου έγραψες και το σχόλιό σου – δεν τρέχει κάτι :-)

      (Και τα δικά μου σέβη προφανώς)

      • 1. Η αληθεια είναι ότι απλως ξέχασα, αν και το είχα σκοπό, να γράψω ότι αυτό ισχύει και για το δικό μου σχόλιο. Σ ευχαριστω λοιπον που το θετεις. Από την άλλη βέβαια, δεν θεωρώ το σχολιό μου πολτική παρέμβαση για το λόγο που ανεφερα σε αυτό.
        2. Όσο για την εκταση, ο λόγος που θα προτιμούσα την προτροπη να παω να χαρω τον έρωτα, είναι πολύ απλός: βαριέμαι να διαβαζω κατεβατα, καθόσον συνηθως αυτοί που «ξερουν να γραφούν» απλώς επαναλαμβανουν το ίδιο νόημα με άλλα λογια. Αλλα επίσης, όπως έχει πει ο Κονδύλης, «οι θεωρητικές αναμετρήσεις μεταξύ φιλοσόφων γίνονται ειλικρινείς μόνο όταν καταλήγουν σε προσωπικές υβρεις.»
        3. Σε καμία περιπτωση η δυνατοτητα κοινοποίησης δεν είναι ζητημα τεχνικής φύσης αλλά η ουσία του μέσου, καθόσον αυτή η ταχύτητα και η αναγκη – επιβεβαίωση μεταδοσης σε απεριοριστο αριθμό ληπτών καθιστά οτιδήποτε ειπωθεί όμοιο και ανουσιο.
        4. Ούτε θελω να κλειστώ σε φαντασιακό κόσμο (αλήθεια υπάρχει πιο φαντασιακός και αυτιστικός κόσμος από αυτόν του δικτύου;) ούτε να στρατευτώ ούτε να αδρανήσω. Αυτό που λέω είναι ότι μια πολιτική παρέμβαση θα αμφισβητούσε το πεδίο εντός του οποίου συγκροτούμαστε και το οποίο λαμβάνουμε ως δεδομένο. Δυστυχώς με μια ασύληπτη ένταση αυτό πεδιο είναι ολοένα και περισσότερο αυτο των μεσων κοινωνικής δικτύωσης (sic), που συρικνώνει ανελέητα το δημόσιο χώρο σε κάτι που δεν είναι ούτε χώρος ούτε δημόσιος. Ρήτα και κατηγορηματικά και πάλι, αν περνούσε από το χέρι μου, απλώς θα το καταργούσα.

      • Πάντως γνώμη μου είναι πως από την στιγμή που ήδη βρισκόμαστε στο σημείο να αναζητούμε σε κείμενα του διαδικτύου την «πολιτική» αυτό που μπορούμε σίγουρα να βγάλουμε ως συμπέρασμα είναι πως η πολιτική δεν βρίσκεται πλέον στον γηγενή της χώρο αλλά απουσιάζει. Αν ίσχυε το αντίθετο δεν νομίζω πως θα μας απασχολούσε ιδιαίτερα εάν ο οποιοσδήποτε γραπτός λόγος είναι «χρήσιμος» ή είναι «απολίτικος». Απλά θα τον διαβάζαμε και ή θα τον απορρίπταμε.

        Έχω την αίσθηση πως αν με βάση το κριτήριο της πολιτικής αναζητούσαμε ποια κείμενα, εφημερίδες ή βιβλία είναι πολιτικά τότε κατά την ταπεινή μου άποψη τίποτα από αυτά δεν είναι πραγματικά πολιτικό, εκτός ίσως από τις νομικές διατάξεις και τους καταστατικούς χάρτες πολιτευμάτων και συσσωματώσεων. Δεν νομίζω πως υπήρχε πρόθεση από τον Ν. Γκίμπη να υποκαταστήσει με τον λόγο κάτι που οφείλει η κοινωνική πραγματικότητα να υπερβεί από μόνη της. Τότε τι είναι αυτό που ζητάμε πραγματικά λέγοντας πως το τάδε ή το δείνα κείμενο είναι «απολίτικο»; Ποιός λόγος είναι εντέλει «πολιτικός»; Εκτός και αν αντί για τους διανοούμενους που ανταλλάσουνε μεταξύ τους αλληλογραφία, θεωρώντας πως έτσι κάνουν κάτι σπουδαίο, εμείς αντίστοιχα-μιμούμενοι τούς από την ανάποδη- ανταλλάσουμε «πολιτικά» κείμενα θεωρώντας πως με αυτό τον τρόπο διαπράττουμε πολιτική. Έχω πράγματι στο νου μου μερικούς παραδοσιακούς που με φειδώ κάνουν αυτό το πράγμα.

        Πιστεύω αληθινά πως αυτό που μας συνέχει όταν διαβάζουμε και ανταποκρινόμαστε σε τέτοια κείμενα σαν του Νικόλα είναι μια ευαισθησία για τα πράγματα και όχι η ψευδαίσθηση πως κάτι κάνουμε με το να είμαστε ευαίσθητοι. Είμαι σίγουρος πως όλοι μας έχουμε μια ζωή γεμάτη -στο μέτρο των έκαστων δυνατοτήτων μας-από πράγματα που κάνουμε. Αυτά τα πράγματα είναι επομένως εκείνα στα οποία πρέπει να αναρωτιόμαστε αν είναι πολιτικά ή απολίτικα και όχι κείμενα σαν αυτό για την «πολιτική ορθότητα», που το μόνο που πραγματικά θέλει να κάνει είναι να επενδύσει με σκέψεις τα όσα ήδη κάνουμε ή τα όσα υπολειπόμαστε.

        με εκτίμηση

      • Φίλε Αθανάσιε Γεωργιλά,

        Απαντάτε στον φίλο Π. και στην απάντησή σας αναφέρεστε σε μία δική μου διατύπωση (αλληλογραφία μεταξύ διανοουμένων). Αυτό, πέρα από τις προθέσεις σας, με φέρνει πιο κοντά του, αφού μπορεί άνετα να δώσει την εντύπωση ότι οι απόψεις μας είναι παραπλήσιες. Διορθώνω με έμφαση αυτήν την πιθανή παρεξήγηση (ίσως και για λογαριασμό τού ίδιου τού Π.): Η κριτική προσέγγιση που έκανα εγώ στο κείμενο του Νικόλα διαφέρει από τη δική του.

        Τα λέμε

  • ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

    Φίλοι Ν.Γ και Μ.Θ.,

    Νομίζω ότι πρέπει να αρχίσω με μια διευκρίνιση που αφορά στις προθέσεις μου. Διότι βλέπω αυτό το «φιλικά» με το οποίο υπογράφετε τα σχόλιά σας και μου μπαίνει η ιδέα πως ενδεχομένως (επαναλαμβάνω: ενδεχομένως) φοβηθήκατε ότι έχετε να κάνετε με κάποιον καβγατζή που έχει μονίμως απλωμένο το ζωνάρι του και νομίζει πως όποιος δεν συμφωνεί μαζί του τού το πατάει. Καλού-κακού ας το ξεκαθαρίσω: Ουδεμία σχέση. Ήρθα εδώ για να πω μία άποψη, την οποία, όσο εδραιωμένη κι αν την έχω στο μυαλό μου κι όσο κι αν τη διατύπωσα με βεβαιότητα, επ’ ουδενί τη θεωρώ εκ …φύσεως ορθή και άρα μη υποκείμενη σε αντίλογο που να φτάνει σε ριζική διαφωνία ξ ίσου ή και περισσότερο εδραιωμένη και διατυπωμένη με την ίδια ή και με ακόμα μεγαλύτερη βεβαιότητα. Όπως συνηθίζω να λέω στο μπλογκ από όπου λέω τα δικά μου –συχνά για λογαριασμό και της παρέας μου–, μπορεί να μην είμαι φιλελεύθερος, αλλά είμαι ελευθερόφρων (στα παλιά μου τα παπούτσια αν Ελευθερόφρονες ήταν το όνομα του κόμματος που είχε ιδρύσει ο Μεταξάς· οι λέξεις είναι διεκδικήσιμες και υποκείμενες σε ποικίλες νοηματοδοτήσεις).

    Μπαίνοντας στην ουσία τής συζήτησης, πρέπει πάλι να αρχίσω με μία διευκρίνιση και αυτή τη φορά όχι ενδεχομενικής φύσης:

    Δεν απαίτησα τίποτε. Σας προέτρεψα ισχυρά σε μία κατεύθυνση που εγώ θεωρώ σωστή, αλλά δεν απαίτησα τίποτε, διότι δεν αναγνωρίζω το δικαίωμα σε έναν αναγνώστη να απαιτεί κάτι από ένα συγγραφέα και γενικότερα δημιουργό σκέψης ή οτιδήποτε άλλου. Μπορεί να ζητά κάτι που κατά την άποψή του λείπει, μπορεί να περιμένει και κάτι άλλο, μπορεί να προτρέπει και σε κάτι άλλο, αλλά μέχρι εκεί φτάνει το πάπλωμά του και μέχρι εκεί μπορεί να απλώσει τα πόδια του.

    Αφού έκανα κι αυτή τη διευκρίνιση και γράφτηκε στα πρακτικά, να περάσω σε κάποιες ενστάσεις.

    Αδυνατώ να συλλάβω σε ποιο σημείο τού σχολίου μου βασίζεται ο Νικόλας και κάνει λόγο για εκ μέρους μου απαίτηση (δηλαδή προτροπή, όπως μόλις εξήγησα) να «υποβαθμιστεί» η αισθητική μορφή τού κειμένου του. Παραπέρα και λίγο χειρότερα: Από τα συμφραζόμενα στο συγκεκριμένο σημείο φαίνεται σαν ο Νικόλας να είναι της άποψης πως ένα κείμενο, όποιας μορφής (π.χ. ένα οπτικό κείμενο, δηλαδή ένα κινηματογραφικό έργο), που είναι εύκολα κατανοητό από αυτό που λέμε «ευρύ κοινό» δεν μπορεί να είναι άρτιο αισθητικά. Βάσει ποιου «νόμου»; Εγώ προσωπικά αγνοώ την ύπαρξη ενός τέτοιου νόμου (που θα εξόριζε από τη χώρα τής αισθητικής τα κείμενα του Μακρυγιάννη, λόγου χάρη, ή κάμποσα από τα ποιήματα του Καβάφη και τα έργα τού ιταλικού νεορεαλισμού –ο Χριστός κι η Παναγία!) και, συνεπώς, δεν θα μπορούσα ποτέ να προτρέψω σε αισθητική υποβάθμιση. Παρεπόμενα:

    Γιατί ένα κείμενο προκειμένου να αποκτήσει τις αρετές τής ευρείας διεισδυτικότητας πρέπει σώνει και ντε να συμμορφωθεί με τις νόρμες το[υ] μεγάλο[υ] happening της pop διαπαιδαγώγησης και της προσφοράς αναμασημένης τροφής;

    Συμφωνείτε και οι δύο ότι τα λόγια μου φανερώνουν μία υποτίμηση των δυνατοτήτων κατανόησης τέτοιων κειμένων εκ μέρους «των καθημερινών ανθρώπων». Το καλύτερο που έχω να κάνω εδώ (διότι δεν έχει νόημα να συζητάμε υποκειμενικές απόψεις που δεν θεμελιώνονται σε κανένα αντικειμενικό κριτήριο· μπορούμε να συζητούμε διαφωνώντας μέχρι το Δεκαπενταύγουστο και πόρισμα κοινά αποδεκτό να μη βγει) είναι να σας προτείνω να τραβήξετε μερικά printouts από το παρόν κείμενο, να πάτε κάποια Κυριακή πρωί (όχι πολύ πρωί) σε ένα από τα νεολαιίστικα Café τής γειτονιάς σας, να τα δώσετε σε κάνα δυο παρέες τριανταπεντάρηδων πάνω-κάτω και να τους ζητήσετε να το διαβάσουν και να σας πουν μετά τι κατάλαβαν. Μετά από αυτό το πείραμα μπορούμε να συζητήσουμε (αν εξακολουθήσετε, φυσικά, να έχετε την ίδια γνώμη ότι υποτιμώ τις δυνατότητες του πλατιού κοινού, πράγμα για το οποίο επιτρέψτε μου να αμφιβάλω).

    Να κλείσω αφήνοντας πολύ μακρύ σκοινί για να συνεχίσουμε την κουβέντα (στην οποία, χαίρομαι να διαπιστώνω, ανεξαρτήτως συμφωνιών/διαφωνιών, ότι μπήκαν κι άλλοι φίλοι):

    Βάζει ο Νικόλας εντός εισαγωγικών τη λέξη χρησιμότητα, αναφέροντάς την, προφανώς, με την έννοια που (νομίζει ότι) τη χρησιμοποίησα εγώ. Αυτό είναι μία παραδοχή ότι εκείνος και η παρέα εδώ αλλιώς βλέπουν τη χρησιμότητα της παρέμβασής τους στο δημόσιο διάλογο. Άρα, έχουμε δύο χρησιμότητες. Μπορούμε να τις αντιπαραβάλουμε στον επόμενο γύρο. Να καταθέσω όμως από τώρα μία απορία: Πώς διάολο γίνεται, στη χρησιμότητα τη δική μου (όπως την ερμηνεύει ο Νικόλας πάντα) ο λόγος να εργαλειοποιείται ενώ στη χρησιμότητα του ResPublica να είναι, ας πούμε, φορέας αντικειμενικής αλήθειας, εγώ δεν το καταλαβαίνω. Κάποιες διευκρινίσεις είναι μάλλον απαραίτητες.

    Μαζί με αυτές θα παρακαλούσα και για μία σαφή και συγκεκριμένη απάντηση στο ακόλουθο ερώτημα, απολύτως νομιμοποιημένο εκ των πραγμάτων σε ένα άρθρο που στοχοποιεί (και καλά κάνει –άλλο ζήτημα αν το κάνει και καλά) την πολιτική ορθότητα:

    Ο ανθρωπάκος που ανέφερα ότι θα χρησιμοποιήσει τα λόγια τού Σαραμάγκου (βλέπε το πρώτο μου σχόλιο) –που δεν είναι και τόσο ανθρωπάκος, εδώ που τα λέμε, αφού ξέρει ποιος είναι ο Σαραμάγκου και, έστω και χοντρικά, οι ιδέες του και δεν έχει την εντύπωση ότι είναι, π.χ., ο Γκανέζος μεσοαμυντικός τού Αστέρα Τρίπολης, τελευταίο μεταγραφικό απόκτημα της ομάδας κατά την περίοδο του Ιανουαρίου– σε τι θα βοηθηθεί από την περί ης ο λόγος επιχειρηματολογία τού Νικόλα Γκίμπη στην απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου τής πολιτικής ορθότητας, στο οποίο θα συρθεί ‘‘σιδηροδέσμιος’’ επειδή μίλησε απαξιωτικά και προσβλητικά για «τις εργαζόμενες στον τομέα τού σεξ»;

    Τα λέμε

    • Μήπως οι αιτιάσεις περί αισθητικής μορφής αποτελούν και αυτές μια μορφή «πολιτικής ορθότητας» τελικά ?

      • Φίλε Θανάση,

        Μάλλον απευθύνεσαι σε μένα (αν κάνω λάθος, θεώρησε αυτό το σχόλιο γνώμη για ό,τι είπες και όχι απάντηση). Να πω το εξής:

        Δεν ξέρω, μου φαίνεται λίγο βαριά αυτή η ετυμηγορία. Για την οποία δεν έχω, εγώ τουλάχιστον, βάσιμες και αποχρώσες ενδείξεις. Ας περιμένουμε να ακούσουμε τους φίλους Ν.Γ. και Μ.Θ. Πάντως, ανεξάρτητα από την όποια ετυμηγορία, μου φαίνεται ότι η επιστροφή τού αμαρτήματος τής πολιτικής ορθότητας στους κατηγόρους της με τη μορφή αυτή τη φορά τού εστετισμού, ρίχνει στα μαλακά και υποβαθμίζει δια της εξομοίωσης το πρόβλημα που αντιπροσωπεύει το πραγματικά φαρμακερό δηλητήριο της πολιτικής ορθότητας στην πρώτη αυθεντική της έκφανση.

        Τα λέμε

    • Κατ’ αρχάς, δεν καταλαβαίνω γιατί έκανες ολόκληρο θέμα μια φράση που χρησιμοποίησα θέλοντας να δείξω ότι δεν έχω διάθεση πολεμική, δεδομένου ότι οι περισσότερες διαδικτυακές συζητήσεις καταλήγουν σε προσωπικές μονομαχίες και χάνουν το πολιτικό τους ενδιαφέρον όταν αρχίζουν να εκτοξεύονται ύβρεις και προσβολές. Σκοπός μας εδώ είναι να συζητήσουμε και όχι να κονταροχτυπηθούμε. Αυτό μπορεί να μεν να μοιάζει πουριτανικό και καθωσπρεπίστικο εκ πρώτης όψεως, αλλά είναι απαραίτητο για να λειτουργήσει ένας ποιοτικός διάλογος, και ως εκ τούτου, δεν ισχύει αυτό που αναφέρθηκε πιο πάνω (βάσει κάποιας άποψης του Κονδύλη) ό,τι οι ειλικρινείς θεωρητικές αναμετρήσεις πρέπει να εμπεριέχουν πάντα μια πινελιά προσωπικών διενέξεων. Δηλαδή, εύκολα δέκα αναγνώστες θα μπορούσαν να αποθαρρυνθούν να καταθέσουν την άποψή τους αν έβλεπαν μια συζήτηση να έχει μετατραπεί σε οχετό ύβρεων. Και δυστυχώς είναι πολύ εύκολο λόγω του απρόσωπου γραπτού λόγου κάποιος παρεξηγηθεί και να αρχίσει τις προσωπικές επιθέσεις και άλλος αναγνώστης να συνεχίσει με κάποιο καντήλι. Χρειάζεται στοιχειώδης αυτοσυγκράτηση και αυτοπεριορισμός, διαφορετικά δε θα συζητάμε αλλά θ’ ανταλλάσσουμε μπινελίκια ή ακόμη και μπουνιές. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και χρησιμοποιώ λέξεις και φράσεις ώστε να δείξω από την αρχή τις προθέσεις μου, ώστε να μην ανέβουν οι τόνοι (κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με ένα ζήτημα που διεγείρει έντονες διαφωνίες). Ως εκ τούτου μου φαίνεται ακατανόητη αυτή σου η στάση σε ό,τι αφορά τη δική μου στο αρχικό σχόλιο.

      Τώρα, ως προς το ζήτημα που λες, κατά πόσο αυτά που γράφονται στο άρθρο είναι προσιτά στον «μέσο όρο», η απάντηση του Γκίμπη με καλύπτει ως προς την άρνησή του να δεχθεί ότι ο μέσος άνθρωπος είναι «ανίκανος να κατανοήσει ένα τέτοιο κείμενο». Δεν αντιλέγω, είναι πιθανό αυτοί που δεν έχουν καμία σύνδεση με την Πολιτική Ορθότητα, αυτοί δηλαδή που δεν αντιμετωπίζουν άμεσα τις συνέπειές της (λογοκρισία, ασφυκτικός έλεγχος, καχυποψία και καταρράκωση κάθε αυθόρμητης συμπεριφοράς) να μην καταλάβουν τίποτα. Άλλωστε ζούμε σε κοινωνία απόλυτης ιδιώτευσης, και ως εκ τούτου είναι αναμενόμενο πολλές φορές να μην θέλουμε να μπούμε στον κόπο να συζητήσουμε για θέματα που δεν αγγίζουν τη δική μας καθημερινότητα. Από την άλλη όμως αυτοί που εργάζονται σε πανεπιστήμια (και δεν εννοώ μονάχα τους λέκτορες ή το διδακτικό προσωπικά), σε σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες, πόσο μάλλον όσοι κινούνται στον χώρο του θεάτρου ή ασχολούνται με το stand up comedy είναι σίγουρα πιο ενημερωμένοι επί του θέματος. Και πάλι αυτό δεν είναι κανόνας. Υπάρχουν άνθρωποι ενημερωμένοι σε όλα τα φάσματα της κοινωνίας. Το ότι – ίσως – δεν δέχονται τις δικές μας απόψεις, το ότι δεν είναι αριστερά στα FM με Ριζοσπάστη στο χέρι, το ότι δεν συχνάζουν στα Εξάρχεια και έχουν iphone δεν τους καθιστά βλάκες και αμόρφωτους. Πολύ περισσότερο, όταν λέμε πως αυτοί που συχνάζουν σε μια νεολαιΐστικη καφετέρια είναι ανεπρόκοπα κουπούκια, δεν είναι σα να αποδεχόμαστε την πάγια τακτική που έχει υιοθετήσει ο χώρος, ότι ο μέσος άνθρωπος είναι ένα μικροαστικό μίασμα που μόνο με καθοδήγηση και επαναστατική εκπαίδευση μπορεί να βγει από το βούρκο του (και αν δεν βγει θα του βάζουμε βόμβες); Και σε τί διαφέρει αυτός ο ελιτισμός από την τον ελιτισμό της Πολιτικής Ορθότητας, ο οποίος θεωρεί ότι πρέπει να υφίστανται κανόνες στο τί θα λέμε και τί όχι, καθώς από μόνοι μας είμαστε ανίκανοι να ρυθμίσουμε τη συμπεριφορά μας; Πως αν δεν έρθει ο μέγας Λεβιάθαν να μας κουνήσει το αυτάκι όλοι εμείς, οι αμόρφωτες και ανεπίδεκτες μαθήσεως μάζες, θα εκπέσουμε στον ρατσισμό; Αυτή όμως δεν είναι η βασική ιδέα πάνω στην οποία χτίστηκε όλο το δυτικό οικοδόμημα της φιλελεύθερης ολιγαρχίας; Ο ίδιος ο Thomas Hobbes και οι απολυταρχικοί φιλόσοφοι δεν έλεγε ότι οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως άπληστοι, και το μοναδικό που απομένει για να σωθούν είναι η σιδηρά πειθαρχία μιας ανώτερης εξουσίας; Πάντως εγώ έχω αρκετές εμπειρίες από ανθρώπους με έντονες πολιτικές ανησυχίες, που αν μάθαινες τί κάνουν στη ζωή τους ουδέποτε θα σου περνούσε από το μυαλό μας ότι αυτοί είναι ικανοί να σκέφτονται πολιτικά. Φίλος μου, που δεν διαφέρει σε τίποτα από τον μέσο λαουτζίκο, αυτός που δεν θα διστάσει να βγάλει και 1000 παραπάνω, προχθές μου είχε θέσει τα εξής ερωτήματα: γιατί να υπάρχει χρήμα; Το χρήμα δεν είναι η πηγή κάθε κακού; Γιατί να μην αποφασίζει ο λαός με δημοψηφίσματα; Γιατί να έχουμε κόμματα; Δεν έχει διαβάσει ποτέ του Μαρξ, δεν ξέρει καν ποιός είναι ο Μακιαβέλλι, αγνοεί την ύπαρξη της Simone Weil, του Μπακούνιν και του Λας. Θέτει ερωτήματα που θέτω πολλές φορές εγώ κι εσύ. Βλέπεις λοιπόν ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο πολύπλοκα από όσο μοιάζουν.

      Αντί λοιπόν να κάνουμε αυτό που λες, να μοιράσουμε το κείμενο σε νεολαιΐστικές καφετέρειες, εγώ θα έλεγα να κάνουμε κάτι άλλο: να το εκτυπώσουμε και να το μοιράσουμε σε στέκια, καταλήψεις, αριστερά τραπεζάκια και κομματικά γραφεία (της αριστεράς και της προόδου). Τα άτομα που βρίσκονται σε εκείνους τους χώρους πιστεύεις ότι θα το καταλάβουν; Και αν ναι, περισσότερο από ότι ο Μπάμπης ο χασάπης και η Βούλα η κομμώτρια; Πιστεύεις ότι ένα μεγάλο ποσοστό τέτοιων ατόμων, μόλις διαβάσει το κείμενο θα τρέξει με ενδιαφέρον μα καταθέσει επιχειρήματα; Ή μήπως θα γίνει το αντίθετο, επειδή θίγεται ένα ζήτημα που για αυτούς είναι κόκκινη γραμμή (γιατί με βάση τη λογική αυτών των χώρων, όποιος αμφισβητεί την ΠΟ «λέει τα ίδια με τους ακροδεξιούς» και «θέλει να κανονικοποιήσει τον ρατσιστικό και σεξιστικό λόγο»); Αν διαφωνείς ως προς αυτό τί σε κάνει να πιστεύεις ότι ένα μεγάλο ποσοστό αριστερών, αναρχικών, φιλελεύθερων και προοδευτικών γενικά, θα καταλάβαινε το άρθρο του Γκίμπη, περισσότερο από τον Μπάμπη και τη Βούλα; Το ότι κάποιοι έχουν διαβάσει Μπακούνιν και Λένιν δεν τους καθιστά πιο έξυπνους και ανεκτικούς από τους δεύτερους. Μάλιστα ως προς αυτό διατηρώ έντονες αμφιβολίες, και θεωρώ ότι και οι άνθρωποι του «χώρου» (που δεν είναι σαν τον «μέσο όρο», ένα συνονθύλευμα δηλαδή «μικροαστών μιασμάτων») δεν θα καταλάβαιναν ούτε λέξη από όσα γράφει ο Γκίμπης. Όχι μόνο δεν θα καταλάβαιναν, αλλά από τη στιγμή που παραβαίνεις τα ιδεολογικά τους dress code, αμέσως θα παρερμήνευαν το κείμενο και θα το απέρριπταν ως «νεοδεξιά ρητορική» στοχοποιώντας μας και από πάνω (πράγμα που έχουν ήδη κάνει ουκ ολίγες φορές – δες τις συζητήσεις εδώ κι εδώ για παράδειγμα). Εν τέλη, το να μην μπορεί κανείς να καταλάβει λέξη από αυτά που λες, παρερμηνεύοντας και αλλοιώνοντας το περιεχόμενο ενός κειμένου δεν διαφέρει και πολύ από την χαζοκομμώτρια που στο μυαλό της έχει μόνο το cosmopolitan. Και για να είμαστε ειλικρινείς, όχι μόνο δεν διαφέρει, αλλά είναι πολύ χειρότερη η πρώτη περίπτωση, καθώς εδώ έχουμε να κάνουμε με τους πεφωτισμένους στούκτουρες, με «μορφωμένους γνώστες της ηθικής και της ευπρέπειας», με αυτούς δηλαδή που ξεφεύγουν από τον «μέσο όρο» και την αισθητική του αμόρφωτου ψαρά της γειτονιάς που βρωμάει ιδρώτα και δεν πλένει τις κάλτσες του.

      Και μια και αναφέρθηκα στο αισθητικό κομμάτι: όταν ασκεί κανείς κριτική στην ΠΟ είναι αναμενόμενο ότι δεν αναφέρεται μονάχα σε μια πρακτική ελέγχου η οποία έπεσε από το πουθενά. Όπως τίποτα δεν είναι ουδέτερο, έτσι και η ΠΟ δεν αποτελεί γέννημα θρέμμα κάποιας γραφειοκρατικής ηγεσίας που ξαφνικά αποφάσισε να βάζει νόμους για το τί θα λέμε και τί όχι! Όπως όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί έτσι και η ΠΟ αντανακλά ένα πλήθος σημασιών που εσωτερικεύονται και αναπαράγονται από την ίδια μας την κοινωνία. Είναι δηλαδή απόρροια μιας κουλτούρας η οποία καλλιεργήθηκα μετά το 1970, και κατέστη κυρίαρχη πρώτα απ’ όλα στις μεγάλες μητροπόλεις της δύσης. Είναι η κουλτούρα του χιπστερισμού, η οποία θέτει ως βασικό της κριτήριο την αισθητική. Ας πάρουμε για παράδειγμα τις διαδηλώσεις εναντίον του Trump. Οι διαδηλώσεις αυτές δεν θίγουν κανένα άλλο ζήτημα παρά μόνο το αισθητικό κομμάτι του «δεν έχουμε πλέον έναν μαύρο ή έναν γκέι πρόεδρο», αλλά κάποιον που χρησιμοποιεί μια ρητορική που δεν συμβαδίζει με τα δικά μας πρότυπα. Λένε πως ο Trump είναι ακροδεξιός και μισεί τους μετανάστες. Δηλαδή ο Obama τί διαφορετικό έκανε εκτός από το να απελάσει μερικά εκατομμύρια, βομβαρδίζοντας περισσότερες χώρες (από ότι ο Μπους), πράγμα που ενέτεινε κατακόρυφα τα κύματα μεταναστών; Το γεγονός και μόνο που ελάχιστοι διαμαρτυρήθηκαν ενάντια σε αυτές τις πολιτικές δείχνει ότι όλη η αντι-Trump φασαρία είναι καθαρά αισθητική. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για το Brexit: η πεποίθηση πως πλέον δεν θα έχουμε σύνορα ανοιχτά για όλους (θεωρητικά τουλάχιστον, καθώς αυτό το «για όλους» ισχύει μονάχα για τους πολίτες «πρώτης κατηγορίας» δηλαδή τους πολίτες της ΕΕ, διότι αν είσαι από το Πακιστάν για παράδειγμα η παραμονή στου στη Βρετανία είναι περιπέτεια), αυτό λοιπόν μεταφράστηκε ως «ρατσιστική στροφή». Είναι όντως ρατσισμός να επιθυμεί μια χώρα να θέσει όριο στο πόσοι θα έρχονται κάθε χρόνο; Γιατί αν είναι να μιλάμε για «ανοιχτά σύνορα» (καθώς η ΠΟ ορίζει πως όλες οι άλλες πολιτικές είναι «φρικτοί ρατσισμοί») και θέλουμε πραγματικά να είμαστε συνεπείς ως προς αυτό τότε θα πρέπει να δεχόμαστε όλους τους ανθρώπους, δίχως όρια και προϋποθέσεις, δηλαδή καί τους Ευρωπαίους, καί τους Πακιστανούς, καί τους Αργεντίνους, καί τους Εσκιμώους, ανεξαρτήτως αριθμού. Κοινώς θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε επιπλέον ένα δις πληθυσμού στη χειρότερη των περιπτώσεων που θα συμβεί κάτι. Διαφορετικά αν είναι να λέμε πως «χωράμε μόνο τόσους και δεν γίνεται να μπει μέσα σε μια χώρα ένα δις ανθρώπων» αυτόματα θέτουμε όρια στις «ελεύθερες μετακινήσεις», πράγμα που ακούγεται κάπως «ρατσιστικό» για τους πασιφιστές. Είναι όμως ρατσιστικό; Παρομοίως και με τους ελληνόπληκτους του διαδικτύου, θα τρέξουν να σε πουν «ανθέλληνα» και «παλιοκουμούνι» αν πεις κάτι που δεν συμβαδίζει με τη δική τους ΠΟ, δηλαδή με την αισθητικοποίηση της προγονοπληξίας τους και με τον λόγο που έχουν ενστερνιστεί, ο οποίος περιστρέφεται γύρω από μεγάλα έθνη και υπερούσιες φυλές. Έτσι φτάνουμε και στη δική μας περίπτωση, έχουμε ένα κείμενο που δεν συμβαδίζει με τα πρότυπα κάποιων αναγνωστών και το βαφτίζουν ακαδημαϊκό. Κοινώς, δεν κολλάει με την αισθητική τους (δηλαδή με τη δική τους ΠΟ). Είναι όμως το κείμενο ακαδημαϊκό; Ακαδημαϊκός λόγος είναι αυτός, ή αυτός. Όχι το συγκεκριμένο άρθρο. Άρα αμέσως διαπιστώνουμε ότι αυτό που αποκαλούμε «αισθητικοποίηση της πολιτικής» (αναπόσπαστο κομμάτι της ΠΟ) είναι εχθρός της αλήθειας καθώς το μόνο που κάνει είναι να διαστρεβλώνει και να οδηγεί στην απόλυτη παράνοια. Αυτό ακριβώς λέει και το άρθρο. Και για να κλείσω τη συζήτηση – και για να δούμε πόσο political trolling είναι τελικά αυτό το politically correct – εδώ πού οδηγεί αυτή η παράνοια που προκύπτει από την αισθητικοποίηση… στο να καταγγελθεί ένα από τα πιο αντιρατσιστικά βιβλία ως… ρατσιστικό!

      • Με ευκαιρία το σχόλιό σου Μιχάλη για την ΠΟ πάνω στον Μαρκ Τουαίην θυμίζω και μια φράση του «Καλοί φίλοι, καλά βιβλία και μια αποκοιμισμένη συνείδηση. Αυτά είναι η ουσία μιας ευτυχισμένης ζωής».
        Σήμερα η ευτυχία, για να είναι τέτοια, δεν μπορεί παρά να είναι politically correct!

      • ΟΚ, φίλε Μιχάλη. Θα περιμένω και την απάντηση του Νικόλα και μετά θα επανέλθω (αν δεν σκοπεύει να σχολιάσει τα όσα είπα, θα τον παρακαλούσα να στείλει ένα απλό ενημερωτικό σχόλιο).

        Τα λέμε

  • Θαρρώ πως ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται η συζήτηση θα μας ωθήσει αργά ή γρήγορα να απολογούμαστε για πράγματα που δεν είπαμε ή δεν κάναμε. Ήδη ας πούμε μου ζητήθηκε μέσες άκρες να αναλάβω συνήγορος υπεράσπισης του μέσου «ανθρωπάκου» όταν θα τον σέρνουν οι ομάδες της πολιτικής ορθότητας στα δικαστήρια για να αποδείξω πως μπορώ και θέλω πρακτικά να βοηθήσω σε έναν αγώνα (του οποίου οι σκοποί δεν έχουν ανακοινωθεί βέβαια πουθενά). Ή να ρωτάω δεξιά κι αριστερά αν το κείμενο είναι εύπτεπτο ή αν προκαλεί νοητικές καούρες και θέλει αραίωση.

    Όσο δε για τις κατηγορίες περί «ακαδημαϊσμού» και «επιτήδευσης» ασφαλώς και τις επιστρέφω πίσω, δυστυχώς έχουμε εντελώς διαφορετική άποψη για το τι σημαίνει αφενός επιτήδευση και ακαδημαϊσμός, και αφετέρου αυτο-σαρκασμός, ειρωνεία, ακόμη ακόμη και ένας λανθάνων πεσσιμισμός, και υπαρξιακή ένταση. Ας μείνουμε στο γεγονός ότι δεν μοιραζόμαστε τα ίδια ή παραπλήσια καλαισθητικά αισθητήρια, έχουμε εκ διαμέτρου αντίθετη οπτική για το ωραίο και το υπέροχο.

    Επειδή κάπου από έναν φίλο, τον Left, αναφέρθηκε ένας αγαπημένος, ο Καφάβης, το γεγονός ότι θα περάσουν κυριολεκτικά αιώνες και θα συζητιέται το έργο του μάλλον δείχνει το πόσο σύνθετη και πολυεπίπεδη σκέψη είχε. Μόνο «απλός» δεν ήταν, τουναντίον, ο λόγος του δεν είχε καμία σχέση με τη δημοσιογραφική γλώσσα, τον κλασικό εξεγερσιακό μικροαστισμό του νεοελληνικού μυθιστορήματος, ούτε με τις ακαδημαϊκές μόδες. Και ούτε επίσης θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ήταν φειδωλός με τις λέξεις και την εκφραστικότητά τους. Και μην ξεχνάμε τον εξάψαλμο που έτυχε από τους σύγχρονούς τους, με όλη τη φιλολογική και λογοτεχνική αστυνομία της «φόρμας» (να πρέπει να γράφει κανείς σύμφωνα με ένα χρηστό ύφος) να τον έχει στην καταδίωξη και να του τραβάει το αυτί για να συμμορφωθεί.

    Από κει και πέρα, είναι αλήθεια ότι αυτό το κείμενο αγγίζει τα όρια των αντιφάσεών του, εφόσον μοιάζει περισσότερο με σκισμένες σελίδες ενός βιβλίου που δεν γράφτηκε ακόμη, παρά με μινιατουροποιημένη γνώμη που καλύπτει τις ανάγκες του ίντερνετ. Ίσως όντως να μην εξυπηρετεί πραγματικά κανέναν εδώ μέσα. Αυτό μεν που προβάλλεται ως «κριτική» και «καταγγελία» για το εν λόγω άρθρο, απ’ την άλλη λειτουργεί ως υπέρτατη τιμή, που δηλαδή δεν του αναγνωρίζεται χώρος στο διαδίκτυο. Ίσως τελικά το μόνο πολιτικό και επαναστατικό που να είχε να δώσει, είναι το να συμπεριφερθεί στους αναγνώστες του σαν να μην είναι τυπικοί χρηστες του διαδικτύου.

    • Όταν ενα κειμενο αρχιζει με το «οσο κι αν δεν μου ειναι αρεστο …», αυτο προφανως παραπέμπει σε αισθητικο κριτηριο κι οχι σε κατηγορια. Αν εσυ λαμβανεις ως κατηγορια το «ακαδημαική επιτηδευση» ειναι δικο σου προβλημα. Προφανώς θα έχεις πολυ πρόσφατη την πανεπιστημιακη συριζεϊκη σκατίλα και σε ακίζει. Ισως οταν μεγαλώσεις λιγο να το καταλάβεις διαφορετικά, αν βεβαια έχεις ακομα ανθρωπινη μνήμη κι οχι σκληρο δισκο.
      Προφανως δεν ικανοποίησε αρκετα τον εγωισμό σου η πληρης συμφωνία με το περιεχομενο και η ουσιαστική επεκταση της κριτικής που ασκει, στον τρόπο που ασκειται πια η κατ’ ευφημισμό επικοινωνία.
      Αλλά ειναι προφανές ότι ενας μελλοντικος στοχαστης της εμβέλειας του Καβαφη, που ακόμα δεν έγραψε ΤΟ βιβλιο αλλα κάποιες «σκισμένες σελίδες» του, δεν ικανοποιείται ευκολα. Και καλα κάνει.
      Αρκετα όμως πια με το σκατοδικτυο.
      Καλη σας νυχτα και καλα να περνάτε.

  • Όποιος πάντως επιθυμεί μια εκλαϊκευτική προσέγγιση το ζήτημα του political correct μπορεί να δει τις τελευταίες σεζόν του South Park. Εκεί θα βρει δωσμένα σημείο-σημείο τα επίδικα του κειμένου του Κου Γκίμπη. (Μιλάω εντελώς σοβαρά).
    Ευχαριστώ.

    • Φίλε Αλέξανδρε είμαστε πέρα για πέρα πεπεισμένοι ότι μιλάς εντελώς σοβαρά, κι ένας προσωπικός μου φίλος μου το πρότεινε να το δω όταν διάβασε το κείμενο. Άλλωστε, και κατά τη δική μου γνώμη, το South Park, μαζί με τον CK Louis και τον George Carlin είναι ό,τι καλύτερο μας έρχεται ως σάτιρα από την άλλη όχθη του Ατλαντικού!

      • Όχι απλά σάτιρα. Οι τελευταίες σεζόν είναι πολιτιστική κριτική επιπέδου Αντόρνο σε animation. Το έχουν απογειώσει… Οι τύποι κάνουν σύνδεση του νέου Star Wars με την εκλογή Trump, στηριγμένοι σε ψυχαναλυτική ερμηνεία του λευκού μεσοαστού αμερικάνου…
        Βέβαια, καλά κάνεις και λες «από την άλλη όχθη του Ατλαντικού», γιατί στην Αγγλία το political correct είχαν αποδομηθεί σατιρικά ήδη από το ’70. (Βέβαια δεν μιλάμε για την ίδια λαίλαπα political correct κουλτούρας που βιώνουμε στις μέρες μας).

      • Πάντως θα είχε ενδιαφέρον και ένα κείμενο πιο περιγραφικού χαρακτήρα. Δηλαδή, πότε και σε ποια πανεπιστήμια πρωτοεισήχθησαν οι όροι safe space και aggeression triggers. Ήταν στις ΗΠΑ; Πώς μεταπήδησαν στην Ευρώπη; Ποιοι Λόγοι τους συνόδευαν; Τα safe spaces είναι εντός campus; Ποια η αρχιτεκτονική τους; Μορφές λογοκρισίας (θεσμικής) έχουν παρατηρηθεί και αλλού; (Υπάρχει π.χ. η περίπτωση του School of Oriental and African Studies, αλλά η παρουσίασή του από τα ΜΜΕ ήταν μάλλον άδικη).

        Υ.Γ. Καταλαβαίνετε ότι το «θα είχε ενδιαφέρον» στην αρχή του σχολίου μου είναι ρητορικό. Εννοεί «ψάξτε και κάντε το για μας» :)

      • Φίλε Αλέξανδρε, όντως θα είχε τρομερό ενδιαφέρον μια γενεαλογία της πολιτικής ορθότητας. Και να γίνουν κατόπιν οι απαραίτητες αντιστοιχίες ή να διεξαχθούν συμπεράσματα με τους ευρύτερους κοινωνικούς κλυδωνισμούς: από τα νέα (επαναστατικά) υποκείμενα, την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, του μεταμοντέρνου κ.λπ.

        Εγώ πάντως αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι, απ’ τα λίγα που εξέθεσες στα φειδωλά σου σχόλια, μάλλον γνωρίζεις πολλά περισσότερα από μένα να μοιραστείς πάνω στο ζήτημα και φαίνεται να σε απασχολεί πραγματικά. Τολμώ να σου ζητήσω να μη διστάσεις και να το κάνεις, να συμβάλλεις ενεργά σ’ αυτή τη διασαφήνιση. Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω ότι το respublica ανυπομονεί για μια τέτοια δημοσιεύση.

        Και πάλι φιλικά. Σκέψου το.

Σχολίασε

Go to top