Πολιτική αδράνεια, παιδικότητα και συμμετοχή

Renato Guttuso* “La Zolfara”, 1953.

Σε ένα σημείο ενός κειμένου, το οποίο για την κατανόηση του παρόντος προτείνεται αρχικά να διαβαστεί εδώ, ο συντάκτης αναφέρει: «…Κατ’ αρχήν θέλω να σας διαβεβαιώσω, ίσως και να σας εκπλήξω μ’ αυτό που θα πω, πως αν και οι περισσότερες αναρτήσεις μου έχουν πολιτικό περιεχόμενο, δεν θεωρώ την ενασχόληση με την πολιτική, ούτε το σπουδαιότερο μέλημα του ανθρώπου, αλλά ούτε και τον καλύτερο τρόπο να ξοδέψει κανείς δημιουργικά τον χρόνο του. Κοντολογίς, θεωρώ πως η τέχνη, η φιλοσοφία, η θεολογία, είναι πολύ ουσιαστικότερες και ευγενέστερες ενασχολήσεις, μιας και στοχεύουν στην νοηματοδότηση της ύπαρξής μας και στην βαθύτερη κατανόησή της μέσα στο σύνολο της δημιουργίας».

Το κείμενο στο σύνολό του, όπως γίνεται αντιληπτό με την ανάγνωσή του, καταπιάνεται με ένα βασικό αλλά και εύλογο ερώτημα: «…γιατί ενώ αναγνωρίζουμε την πολιτική μας δυστοπία, φαινόμαστε διστακτικοί στο να δράσουμε; Γιατί δεν δρούμε πολιτικά.

Η προσπάθεια να δοθεί μια απάντηση στο γιατί δεν δρούμε πολιτικά, νομίζω ότι βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την ομολογία ανωτερότητας (των τεχνών, της φιλοσοφίας και της θεολογίας). Πριν όμως φτάσουμε εκεί και για να φτάσουμε εκεί, θα έπρεπε να αναζητήσουμε τις απαντήσεις σε δύο ακόμη συναφή, διαχρονικά, αλλά και αλληλεξαρτώμενα ερωτήματα. Πρώτον γιατί πολλές φορές στο παρελθόν οι κοινωνίες έχουν πάρει καταστροφικές αποφάσεις ή έχουν δείξει απόλυτη πολιτική αδράνεια σε σημείο να καταρρεύσουν; Και δεύτερον γιατί απέναντι σε μεγάλα προβλήματα υπάρχει μια αδυναμία ομαδικής λήψης αποφάσεων;

Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα -πάνω στις ολέθριες αποφάσεις- ένα κλασικό παράδειγμα αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς είναι αυτό της κοινωνίας του Νησιού του Πάσχα όπου οι κάτοικοί του έφτασαν στο σημείο να κόψουν όλα τα δέντρα του νησιού, μέχρι και τον τελευταίο φοίνικα, προκαλώντας έτσι τον αφανισμό τους. Παρόμοια φαινόμενα έχουν επαναληφθεί[1] και σε πιο σύνθετες κοινωνίες (οι οποίες θεωρητικά θα έπρεπε να είναι πιο προστατευμένες) και ενώ αυτά έχουν μελετηθεί διεξοδικά[2], δεν έχει δοθεί μια ολοκληρωμένη και σαφής εξήγηση. Το ίδιο ισχύει και για την αδυναμία ομαδικής λήψης αποφάσεων η οποία δεν έχει εξηγηθεί ικανοποιητικά, αν και έχει αναλυθεί με ποικίλους τρόπους. Το φαινόμενο είναι μάλλον πολυπαραγοντικό και περιλαμβάνει κυρίως τη σύγκρουση μικρών και μεγαλύτερων συμφερόντων μέσα στην κοινωνία και τη δυναμική των πολλών μεμονωμένων ατομικών κακών αποφάσεων. Επίσης φαίνεται να ισχύει ότι ακόμη και μια προηγούμενη εμπειρία δεν εγγυάται ότι η κοινωνία θα προβλέψει ένα πρόβλημα (ή θα μεταλαμπαδεύσει στις επόμενες γενιές την προσοχή σε αυτό), εάν αυτή η εμπειρία είναι τόσο παλιά ώστε τελικά να έχει ξεχαστεί. Προφανώς τα παραπάνω ερωτήματα είναι πολυσύνθετα και για λόγους συντομίας αναφέρονται εδώ επιγραμματικά. Έτοιμες και απλές απαντήσεις -που να μην περιλαμβάνουν ιδεολογήματα και ιδεαλισμούς- δεν υπάρχουν πάνω σε τέτοιου είδους θέματα, πόσο μάλλον τελικές λύσεις.

Θα πρέπει επομένως να δεχτούμε ότι στην ουσία καμία κοινωνία δεν καταφέρνει να προβλέψει ένα πρόβλημα, πολύ περισσότερο να τα λύσει όλα προτού προκύψουν και μάλιστα αυτομάτως (όπως για παράδειγμα είχαν υποσχεθεί οι ελεύθερες αγορές). Αυτό έχει αποδειχθεί περίτρανα και όσοι κήρυτταν το «τέλος της ιστορίας», ασφαλώς σήμερα θα πρέπει να βρίσκονται σε ιδιαίτερα αμήχανη θέση. Επίσης όταν εμφανιστεί το πρόβλημα, μπορεί η κοινωνία ως σύνολο να μην το αντιληφθεί. Άλλωστε στις σύνθετες συγκεντρωτικές κοινωνίες, η επαγρύπνηση έχει ανατεθεί σε ένα πολύ μικρό τμήμα της κοινωνίας και με ένα πυραμιδικό μοντέλο ανάθεσης. Στη συνέχεια αφού η κοινωνία αντιληφθεί το πρόβλημα (συνήθως αφού αυτό φτάσει σχεδόν στο κατώφλι του καθενός μας), μπορεί να μην προσπαθήσει καν να το λύσει. Εδώ μοιάζει να βρισκόμαστε ακόμη, στην περίπτωση της ελληνικής αλλά και άλλων κοινωνιών του δυτικού κόσμου. Φυσικά στο τέλος και εφόσον προηγηθούν τα παραπάνω, μπορεί να προσπαθήσει να το λύσει και να μην το κατορθώσει. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα, με την έννοια ότι προηγουμένως, τουλάχιστον θα έχει προσπαθήσει.

Από την άλλη πλευρά, οι σύγχρονες κοινωνίες δεν είναι απλά σύνθετες, θα μπορούσαν κάλλιστα να χαρακτηριστούν πολυσύνθετες. Μάλιστα εμπεριέχουν σε μεγάλο βαθμό την ενδεχομενικότητα (το τυχαίο), γεγονός που πολλές φορές καθιστά αδύνατες τις όποιες προβλέψεις. Η «συνθετότητα» αυτή είναι που φαίνεται να οδήγησε και στον υπερσυγκεντρωτικό τρόπο λήψης των αποφάσεων και διαμόρφωσε τους σύγχρονους κυβερνητικούς μηχανισμούς και τις διάφορες υπερδομές (ΕΕ, ΟΗΕ, ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα κ.λπ.). Οι πληροφορίες είναι πλέον πολλές και όλο και περισσότερες δημιουργούνται καθημερινά. Ο συντονισμός των επιμέρους τμημάτων είναι πλέον τεράστιας έκτασης. Για να δοθεί μια απάντηση σε όλα αυτά τα όλο και μεγαλύτερα και πολυπλοκότερα ζητήματα, σχεδιάστηκε ένας συγκεντρωτικός μηχανισμός που σταδιακά έγινε υπερσυγκεντρωτικός. Αυτός, αρχικά τουλάχιστον, είχε τον σκοπό να αντισταθμίζει τις όποιες διακυμάνσεις, τις ανισορροπίες και τις ελλείψεις που προκύπτανε. Στη εποχή όμως που ζούμε (όπου τα προβλήματα συσσωρεύονται και πλέον δεν λύνονται από τους εκλεγμένους, τους υπερειδικούς και τους ιθύνοντες), θα έπρεπε να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι αυτός ο μηχανισμός έχει απομακρυνθεί από τις αρχικές του προθέσεις, ενώ περιοδικά αποτυγχάνει παταγωδώς. Η ίδια η περιπλοκότητά του και η γραφειοκρατία του -η δομική του φύση δηλαδή- είναι και η αδυναμία του. Επίσης ο βαθμός αυτής του της αποτυχίας είναι ουσιαστικά απρόβλεπτος. Με δεδομένα τα παραπάνω, αυτονόητο σημείο εκκίνησης της σκέψης μας θα έπρεπε να είναι η μελέτη της ασθένειας και όχι απλά των συμπτωμάτων της και επομένως η επινόηση ενός νέου πιο λειτουργικού και δίκαιου μηχανισμού. Όμως από ποιον και με ποιο τρόπο;

Σε αυτό το σημείο -αφήνοντας τα παραπάνω ερωτήματα ανοιχτά και κάνοντας ένα μικρό άλμα προς τα πίσω- μπορούμε να επιστρέψουμε εκεί όπου δηλώθηκε πως η ενασχόληση με την πολιτική δεν είναι το σπουδαιότερο πράγμα σε σχέση για παράδειγμα με τις τέχνες, τη φιλοσοφία ή τις θεολογικές μελέτες και ότι αυτή εκλαμβάνεται από πολλούς ως ένα «αναγκαίο κακό». Εδώ θα πρέπει να αναρωτηθούμε, όχι εάν αυτή η αίσθηση είναι αληθινή, γιατί είναι, αλλά πως συνέβη αυτό. Σε γενικές γραμμές αυτό έχει συμβεί διότι η πολιτική (ως ενασχόληση με τα κοινά και ως άμεση συμμετοχή), έχει τόσο απομακρυνθεί και αποκοπεί από τον μέσο άνθρωπο, ώστε αυτός να μην την αναγνωρίζει και έτσι να την φοβάται και/ή να την συγκρίνει (συχνά με υποτίμηση) με τις τέχνες ή με τη φιλοσοφία (στην καλύτερη περίπτωση) ή να την ταυτίζει με τα διάφορα φτηνά θεάματα (στη χειρότερη). Όμως στην πραγματικότητα αυτά τα περιεχόμενα (δηλαδή η πολιτική, η φιλοσοφία, η τέχνη, η θεολογία) δεν είναι ξέχωρα, αλλά ενιαία. Δεν αποτελούν μεταξύ τους διαφορετικές ουσίες, αντιθέτως συνθέτουν αυτό, το ολιστικά νοούμενο είδος, που είναι ο κοινωνικός άνθρωπος. Κοινωνικός άνθρωπος με την έννοια ότι έχει αποφασίσει να σχηματίσει κοινωνίες ώστε να ζήσει με μεγαλύτερη ευκολία αλλά και να ευτυχήσει. Να δημιουργήσει με άλλα λόγια ένα αρμονικό περιβάλλον, μια ευτοπία.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σημείο αναφοράς και έμπνευσης, σε ό,τι αφορά στην πολιτική συμμετοχή, είναι ασφαλώς η αρχαία Ελλάδα και κυρίως η αρχαία Αθήνα. Τότε ήταν εντελώς αδιανόητο να μην θέλει κάποιος να ασχοληθεί με την πολιτική και μάλιστα να την υποτιμά σε σημείο που να την θεωρεί υποδεέστερη από τις τέχνες ή από τις μεταφυσικές ενασχολήσεις[3]. Ακόμη και ο Πλάτωνας ή οι Πυθαγόρειοι (χαρακτηριστικοί και εξέχοντες πνευματιστές της αρχαιότητας) δεν διανοηθήκανε ποτέ να απέχουν από την πολιτική. Μπορεί ο Πλάτωνας (σε αντίθεση με τους δημοκράτες) να πρόκρινε μια εξουσία στα χέρια των ολίγων μυημένων και των φιλοσόφων, όμως γνώριζε καλά τη δύναμη της Εκκλησίας του Δήμου και τη σημασία της ρητορικής και της πειθούς. Οι ιστορικές καταβολές της άρνησης της πολιτικής και της απομάκρυνσης του ανθρώπου από αυτή, είναι πολλές και έχουν τόσο φιλοσοφικές όσο και θρησκευτικές αιτιάσεις. Επιγραμματικά μπορεί να αναφερθεί ο χυδαίος υλισμός και ο κοινωνικός δαρβινισμός, με την σχεδόν μηδενιστική και σαφώς ατομιστική ιδεολογία τους. Η καθολική αποχή από την πολιτική και τα δημόσια πράγματα όπως αυτή διαδόθηκε από τον Χριστιανισμό (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «Η πολιτεία του Θεού» στον Ιερό Αυγουστίνο, όπου το κήρυγμα του αποχωρητισμού και της απόσυρσης έγινε επίσημο δόγμα). Κατά τρόπο ανάλογο και άλλες θρησκείες και αξιακές φιλοσοφίες, όπως για παράδειγμα ο Βουδισμός, υποτίμησαν την πολιτική. Επίσης οι διάφορες μυστικιστικές λατρείες, παλαιές και νέες (τέτοιες υπάρχουν σήμερα και με μεταμοντέρνα-τρέντυ χαρακτηριστικά, στις ΗΠΑ αλλά και αλλού) αποστρέφονται τα εγκόσμια -άρα και τα πολιτικά- και προτιμούν τα πνευματικά σε σχέση με τα κοινά και τα δημόσια. Αντιθέτως η διαδρομή των Ιταλών ουμανιστών από τον 12ο αιώνα και έπειτα είναι ριζικά διαφορετική από αυτή των αξιακών φιλοσόφων και του Αυγουστίνου. Από την θέση «ο κόσμος είναι ψεύτικος και αξία έχει μόνο η πνευματική ενατένιση» με όπλα την νομιναλιστική κριτική, οι ουμανιστές κατάλαβαν πως όλα τα «θεωρητικά» πράγματα είναι τελικά γραμματικές υπερβολές. Έτσι κατά κάποιο τρόπο οι θέσεις του Πρωταγόρα αναβιώνουν καθώς το αληθινό είναι το verum et factum convertuntur δηλαδή το «αληθινό και το ποιήσιμο είναι ταυτόσημα», μόνο ό,τι δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, είμαστε ικανοί να το γνωρίζουμε πραγματικά.

Η τέχνη […] υποχρεώνει […] τον καλλιτέχνη να μην απομονώνεται, τον υποχρεώνει να υποκλιθεί στην πιο ταπεινή, και ταυτόχρονα στην πιο καθολική αλήθεια. Κι εκείνος που, όπως συχνά συμβαίνει, είχε επιλέξει να ζήσει σαν καλλιτέχνης γιατί αισθανόταν διαφορετικός, μαθαίνει γρήγορα ότι ο μόνος τρόπος που έχει για να αναπτύξει την τέχνη όσο και τη διαφορά του, είναι να ομολογήσει την ομοιότητά του με τους άλλους.
(Αλμπέρ Καμύ, από την ομιλία στη Σουηδία)

Όμως για να εξηγηθεί το φαινόμενο αυτό δεν αρκεί μόνο η απουσία αυτής της ολιστικής αντίληψης. Γιατί ενώ αυτή (κατά τον γράφοντα) θα μπορούσε να αποτελέσει έναν βασικό πυλώνα κοινωνικού μετασχηματισμού, σε πολλούς μπορεί να φαντάζει, και ίσως δικαίως, ουτοπική και άπιαστη, ώστε να δώσει μια πειστική εξήγηση και επομένως απαντήσεις και λύσεις. Εδώ ακριβώς αξίζει να σημειωθεί ότι στην πραγματικότητα η πολιτική «υπέκυψε» κάτω από μια συνδυασμένη δράση. Αυτό γιατί παράλληλα (εκτός από άλλους παράγοντες όπως ο οικονομισμός που δεν θα εξεταστούν εδώ) ο υπερσυγκεντρωτισμός των κοινωνιών (σε ό,τι αφορά κυρίως στη λήψη των αποφάσεων) οδήγησε στο να χαθεί η επιτόπια παρουσία των ανθρώπων. Η «επί του πεδίου» δηλαδή παρουσία και η άμεση συμμετοχή στα επιμέρους μικρά και μεγαλύτερα πολιτικά ζητήματα. Αυτή η απώλεια έχει σταδιακά οδηγήσει σε μια γενικευμένη αδυναμία να εντοπιστούν και επομένως να γίνουν αντιληπτά τα πραγματικά προβλήματα των κοινωνιών (ακόμη και όταν αυτά είναι βασικά και υψηλής σημασίας). Ενώ παράλληλα έχουν παραχωρηθεί όλο και μεγαλύτερα πεδία δράσης και ελέγχου σε αριθμητικά λίγους που ως φορείς εξουσίας (συχνά ακόμη και απόλυτης), αξιωματικά υποκύπτουν σε φαινόμενα διαφθοράς και αδιαφορίας. Όταν τελικά κάποια από αυτά τα προβλήματα γίνουν αντιληπτά (από μεμονωμένα ενεργά άτομα συνήθως) υπάρχει μεγάλη δυσκολία ή και αδυναμία να τεθούν ως πολιτικά ζητήματα και στη συνέχεια να αποφασιστούν οι απαραίτητες, κάθε φορά, προτεραιότητες και διαδικασίες επίλυσης. Έτσι πολύ συχνά ο κεντρικός πολιτικός προγραμματισμός (η ατζέντα) βρίσκεται πέρα και έξω από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Δηλαδή έξω και πέρα από την ίδια την κοινωνία, γεγονός που από μόνο του υποδεικνύει ένα πολύ σοβαρό κοινωνικοπολιτικό πρόβλημα.

Ο παραπάνω συνδυασμός, από την μία της αποσπασματικής αντίληψης της πολιτικής (κυρίως ως απλή ανάθεση της λύσης τυπικών ή μη προβλημάτων σε τρίτους) και από την άλλη της απώλειας της επιτόπιας παρουσίας (και επομένως του ελέγχου), έχει οδηγήσει τελικά στο να χάνονται όλο και περισσότερο τα σημαντικότερα στοιχεία της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Δηλαδή το ενδιαφέρον και το νοιάξιμο, η περιέργεια και η φαντασία.  Με αποτέλεσμα να μεγαλώνει συνεχώς και η απόσταση από αυτό που είναι η ουσία της πολιτικής, ενώ παράλληλα βαθαίνει και παγιώνεται η μοιρολατρική και φοβική μας στάση. Εδώ θα μπορούσε να δοθεί ένα, έστω και χονδροειδές, παράδειγμα. Θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι η μονοσήμαντη φύση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, δεν είναι έξω και πέρα από τον ίδιο τον άνθρωπο. Είναι ο μονοσήμαντος σύγχρονος άνθρωπος (ως ανθρωπότυπος) που έχει αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα από αυτή και της επιτρέπει, με την πάροδο του χρόνου, να αφανίζει το καθετί στο πέρασμά της. Διότι, χωρίς ασφαλώς να αποκλείσουμε τις απολύτως απαραίτητες ανάγκες μας για βιοπορισμό[4], δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι αυτός αρκεί ώστε συνεχίσουμε και να υπάρχουμε, ειδικά όταν το ίδιο μας το μέλλον έχει εκχωρηθεί καλή τη πίστει. Υπό αυτή την έννοια η απόρριψη της πολιτικής συχνά στα όρια της απέχθειας (όπως γίνεται από πάρα πολλούς που εξοργίζονται αλλά ταυτόχρονα κοιτάζουν μόνον τη προσωπική τους δουλειά, αλλά και από πολλούς «ταγμένους» απολιτίκ και υπερμοντέρνους) μοιάζει να ταυτίζεται με την απώλεια της παιδικότητάς μας και την παράδοσή μας σε ένα φόβο ο οποίος, κατά τρόπο παράδοξο, μοιάζει με τον φόβο απέναντι σε κάποιον παντοδύναμο Θεό. Όμως, κατά τη γνώμη μου, αυτή η παιδικότητα (επίσης παραδόξως μπορεί να υποστηρίξουν κάποιοι) και το συνεπακόλουθο θάρρος, είναι ακριβώς αυτά που μας χρειάζονται σήμερα, ώστε να «σοβαρευτούμε» και να γίνουμε πραγματικά υπεύθυνοι για την «μοίρα» μας.

Νομίζω ότι διατηρώντας ένα είδος παιδικής αγάπης για πράγματα όπως τα δέντρα, τα ψάρια, τις πεταλούδες και -για να επιστρέψω στο πρώτο μου παράδειγμα- τα βατράχια, γίνεται λίγο πιο πιθανό ένα ειρηνικό και αξιοπρεπές μέλλον, ενώ με το κήρυγμα του δόγματος (ότι τίποτα δεν είναι άξιο θαυμασμού πέρα από τον χάλυβα και το τσιμέντο) γίνεται λιγάκι πιο σίγουρο ότι στο μέλλον τα ανθρώπινα όντα δεν θα έχουν κανένα τρόπο εκτόνωσης της περίσσιας ενέργειάς τους, πέρα από το μίσος και τη λατρεία των ηγετών τους.
(Τζώρτζ ‘Οργουελ – Μερικές σκέψεις πάνω στον Κοινό Βάτραχο)

Οι κοινωνίες φυσικά παραμένουν εξαιρετικά σύνθετες και μέσα τους φιλοξενούν και δημιουργικούς αλλά και διαλυτικούς παράγοντες. Περικλείουν φορείς σκοταδισμού, ναρκισσισμού, καταστροφής αλλά και οραματισμού. Η διαφορά ανάμεσα στους ένοχους (εξαιτίας της δράσης τους) και στους υπεύθυνους (εξαιτίας της αδράνειάς τους) είναι μεγάλη και η ανισοβαρής (ή αποκλειστική) τιμωρία των δεύτερων, σε σχέση με τους πρώτους, δεν είναι φυσικό φαινόμενο, αλλά μια απόφαση που ακόμη δεν έχουν πάρει οι υπεύθυνοι. Η δύναμη της επίγνωσης και της αμφισβήτησης, οφείλει να οδηγήσει σε μια συλλογική αφύπνιση. Με κέντρο τον άνθρωπο και τον πλανήτη που τον φιλοξενεί, μπορεί να επιβληθεί ένας νέος ουμανισμός γιατί αυτός θα αφορά τους συντριπτικά πολλούς και θα κάνει την ζωή καλύτερη και πιο ανθρώπινη. Έτσι εάν συνειδητοποιήσουμε την πολυεπίπεδη προσωπική αλλοτρίωση που έχουν επιφέρει οι παγκοσμιοποιητικές πολιτικές, μετά θα αντιληφθούμε ότι το υπερμέγεθες και το μακριά δεν εξυπηρετεί τον άνθρωπο, επομένως θα το αμφισβητήσουμε κυρίως στο πρακτικό και σε προσωπικό επίπεδο. Επιστρέφοντας έτσι στην ανάγκη για έναν νέο λειτουργικό και δίκαιο μηχανισμό -και για να αποκτήσουν αξία τα προηγούμενα- θα οδηγηθούμε στο να φανταστούμε, να επινοήσουμε και να συμφωνήσουμε έναν άλλο «τοπικοποιημένο», «απομεγεθυντικό» (αποαναπτυξιακό) και «ομοσπονδιοποιήμενο» τρόπο να ζούμε. Υπό αυτή την έννοια στα ερωτήματα που τέθηκαν παραπάνω (από ποιον και με ποιο τρόπο;) δεν μπορεί να δοθεί μια απάντηση, παρά μόνον από εκείνους που θα αποφασίσουν να τα απαντήσουν μαζί.

Το πληκτρολόγιο ενός υπολογιστή είναι ένα αποτελεσματικό επικοινωνιακό μέσο, όμως πραγματικό εργαλείο μετασχηματισμού είναι η επιτόπια και ουσιαστική συμμετοχή. Σε αυτό θα μας βοηθούσε -όχι μόνον θεωρητικά- εάν συνδυάζαμε το κίνητρο του παιδιού που δεν αρκείται στη θέα μιας λίμνης, αλλά θέλει να βουτήξει μέσα της, με το μέτρο και τη σύνεση του μεσήλικα που θα αποφύγει το σημείο με τα κοφτερά βράχια. Τότε η ατομική μας ευεξία θα αποκτούσε συναρτήσεις με την πολιτική μας συμμετοχή. Η πολιτική θα γινόταν ένα από τα αγαπημένα μας «παιχνίδια», ενώ τα κόμματα (και οι επαγγελματίες της πολιτικής) -εάν δεν καταλήγανε να είναι περιττά- θα έμπαιναν τουλάχιστον στη θέση που τους αξίζει. Η βάσιμη υπόθεση είναι ότι τότε ο αγώνας και το πάθος που μας περιέγραψε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, θα γίνονταν αυτονόητα και αναπόσπαστα συστατικά της ύπαρξής μας, ως πολίτες με την ουσιαστική πλέον έννοια της λέξης.

Συνολικά, η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα μοιάζει αρκετά με αυτή των ταξιδιωτών, που δεν έχουν ιδέα για το πού βρίσκονται, ενώ τρέχουν ολοταχώς μ’ ένα αυτοκίνητο χωρίς οδηγό σε μια κακοτράχαλη γη. Πότε άραγε θα επέλθει η πρόσκρουση εκείνη, που θα θέσει στη συνέχεια το ζήτημα να δοκιμάσουμε να φτιάξουμε κάτι καινούργιο και διαφορετικό; Μπορεί σε κάποιες δεκαετίες, ή και αιώνες. Δεν έχουμε κανένα δεδομένο για να το πούμε με ακρίβεια. […] Οι τωρινές γενιές πάντως, είναι ίσως από εκείνες τις γενιές μέσα στην ιστορία που τους έχει τύχει να επιφορτιστούν με τις περισσότερες φανταστικές ευθύνες και τις λιγότερες πραγματικές ευθύνες. Αυτή η κατάσταση ωστόσο, από τη στιγμή που θα την κατανοήσει κανείς πλήρως, αφήνει μια εκπληκτική πνευματική ελευθερία.
(Σιμόν Βέιλ – Στοχασμοί πάνω στα αίτια της ελευθερίας και της κοινωνικής καταπίεσης, 1934)

Αναμφισβήτητα οι παραδοξότητες αλλά και οι αντιφάσεις[5] αποτελούν τμήματα της κοινωνικής μας πραγματικότητας και εξαρτάται από εμάς να αναλάβουμε την ευθύνη και να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με αυτές. Γιατί φαίνεται πως η ανάκτηση της χαμένης μας παιδικότητας, σε συνδυασμό με την επίδειξη ωριμότητας στη δημιουργία των απαραίτητων θεσμών (όπως τα δημοψηφίσματα), είναι στοιχεία που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την πολιτική να αποκτήσει ενδεχομένως την ολιστική φύση που της αξίζει. Άλλωστε, ειδικά σήμερα, όπως μας τόνισε παραπάνω η πασίγλυκη και άκρως επίκαιρη Σιμόν Βέιλ, διαθέτουμε (άγνωστο για πόσο) εκτός από τις λιγότερες πραγματικές ευθύνες και όλη την απαραίτητη πνευματική ελευθερία που χρειαζόμαστε για να το κατορθώσουμε. Εάν αδρανήσουμε, αυτό κατά πάσα πιθανότητα θα αποτελέσει για τις μελλοντικές γενιές, άλλο ένα παράδοξο προς μελέτη. Και ίσως η πιο πειστική εξήγηση των αναλυτών του μέλλοντος, να είναι ότι εκείνη την εποχή του γενικευμένου εκχυδαϊσμού, «ρύθμιζε» τα πάντα η οικονομία και το θέαμα. Η πολιτική δεν είχε γίνει ακόμη το σπουδαιότερο μέλημα του ανθρώπου.

——————————– / ——————————–

*Το 1953 σε μεγάλων διαστάσεων καμβά ο Ιταλός ζωγράφος από την Σικελία Renato Guttuso (1911 -1987), αναπαριστά το εσωτερικό ενός θειωρυχείου. Χρησιμοποιώντας ένα εκτυφλωτικό φως με διαβαθμίσεις του πράσινου, κίτρινου και καφέ και με γαλαζωπές και κόκκινες αποχρώσεις, καταφέρνει να τονίσει τις φιγούρες των εργατών και να αναδείξει τις σκληρές τους εκφράσεις. Μέσα σε μια σχεδόν ψυχεδελική ατμόσφαιρα αποκαλύπτει τη σωματική προσπάθεια, τη δυσφορία, αλλά και τη σιδερένια θέληση. Οι πινελιές, σε αυτού του είδους τον ιταλικό νεορεαλισμό, είναι πλατιές, ισχυρές και φορτισμένες με συναίσθημα.

[1] Jared Diamond, Κατάρρευση – Πώς οι κοινωνίες επιλέγουν να αποτύχουν ή να επιτύχουν, εκδ. Κάτοπτρο, 2006.

[2] Joseph A. Tainter – The Collapse of Complex Societies, Cambridge University Press, 1990.

[3] Κονδύλης Παναγιώτης, 1983, Η κριτική της μεταφυσικής στην νεώτερη σκέψη, από τον όψιμο μεσαίωνα έως τον διαφωτισμό, τόμος α’ (Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης).

[4] βλ. «Η ψυχή στον βωμό του μόχθου και η εργασία ως προνόμιο» του Νικόλα Γκίμπη.

[5] βλ. «Το πάθος και το παράλογο στους αδελφούς Καραμαζώφ» του Αθανάσιου Γεωργιλά.

Αναρτήθηκε στις: 09 Μαρτίου 2017
1 Σχόλιο » “Πολιτική αδράνεια, παιδικότητα και συμμετοχή”

Σχολίασε

Go to top