Ουμπέρτο Έκο: Περικλής ο λαϊκιστής

Vita enim mortuorum in memoria est posita vivorum – Marco Tullio Cicero

μτφρ.: Γιώργος Κουτσαντώνης

Το άρθρο του Ουμπέρτο Έκο* που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην ιταλική εφημερίδα ‘La Repubblica’ στις 14/01/2012, με τον ιταλικό τίτλο «Pericle il Populista». Η μετάφρασή του συνοδεύεται από παρατηρήσεις και σχόλια.

———————- / ———————-

H πλατεία του καθεδρικού ναού ήταν γεμάτη από κόσμο που γιόρταζε τη νίκη του Τζουλιάνο Πιζαπία[1] στις δημοτικές εκλογές. Στη σκηνή διαδέχονταν ο ένας τον άλλο, πολιτικοί, τραγουδιστές, ηθοποιοί, καλλιτέχνες, και κάποια στιγμή ένας από τους πιο ταλαντούχους κωμικούς μας, μου είπε ότι σκόπευε να διαβάσει την ομιλία του Περικλή προς τους Αθηναίους, ως εγκώμιο στη δημοκρατία. Εγώ τότε του είπα: «Πρόσεχε, γιατί ο Περικλής ήταν κάθαρμα».[2] Εκείνος γέλασε, εκλαμβάνοντας την άποψή μου ως αστείο, και ανέβηκε στη σκηνή. Αργότερα με πλησίασε και μου είπε: «Ξέρεις, ενώ διάβαζα, κατάλαβα ότι είχες δίκιο». Ο Περικλής ήταν κάθαρμα, ή όπως θα έλεγαν στην εποχή του, για να εκφραστούν με έναν πιο ήπιο τρόπο, γιός μιας εταίρας. Προς Θεού! Όχι περισσότερο κάθαρμα από πολλούς άλλους πολιτικούς και, ας πούμε ο Μακιαβέλι, αυτό θα το δικαιολογούσε επαρκώς.

Όμως η αγόρευση στους Αθηναίους, είναι ένα κλασικό παράδειγμα κακής πίστης.[3] Κατά την έναρξη του πρώτου Πελοποννησιακού πολέμου, ο Περικλής στην ομιλία του επαινεί τα πρώτα θύματα. Η χρήση των νεκρών, για λόγους πολιτικής προπαγάνδας, πρέπει να εγείρει πάντα υποψίες, και πράγματι είναι σαφές ότι για τον Περικλή οι νεκροί ήταν απλά μια πρόφαση: αυτό που ήθελε στην πραγματικότητα ήταν να εξάρει τη μορφή της δημοκρατίας του, η οποία δεν ήταν τίποτα περισσότερο από λαϊκισμός -και ας μην ξεχνάμε ότι ένα από τα πρώτα μέτρα του, ώστε να κερδίσει την εύνοια του λαού, ήταν να επιτραπεί στους φτωχούς να πάνε δωρεάν στο θέατρο. Δεν ξέρω αν έδωσε και ψωμί, αλλά σίγουρα τα θεάματα αφθονούσαν.

Σήμερα θα λέγαμε ότι επρόκειτο για έναν λαϊκισμό τύπου Mediaset.[4] Θυμηθείτε στον Πλούταρχο (Βίος του Περικλή), «Ο Περικλής κυβερνώντας αφιερώθηκε στο λαό, προς όφελος των πολλών και φτωχών απέναντι στους πλούσιους και ολίγους, ενάντια στη φύση του, που δεν ήταν δημοκρατική». Πράγμα που σημαίνει, εάν οι λέξεις έχουν νόημα, ότι, αριστοκράτης και καλής οικονομικής κατάστασης, προσηλωμένος στην κοινωνική του τάξη, χρησιμοποιεί την προσφυγή στην λαϊκή εύνοια ως μέσο εξουσίας. Σε σημείο που, δεδομένου ότι ο Κίμωνας, σαφώς πιο πλούσιος, είχε ξοδέψει ένα σωρό δικά του χρήματα για λαϊκές πρωτοβουλίες, ο Περικλής έφερε σε πέρας άλλες τόσες, αλλά με δημόσιο χρήμα. Θυμηθείτε ακόμη στον Πλούταρχο όπου σύμφωνα με πολλούς εξαιτίας αυτών των δωρεών χωρίς κριτήρια, ο λαός κακόμαθε και έγινε άσωτος και σπάταλος, αντί να είναι μετρημένος και εργατικός. Και όχι μόνο, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις ο Περικλής είχε χρησιμοποιήσει δημόσια αγαθά για τις δημαγωγικές του δωρεές, έτσι ώστε «έχοντας χαλαρώσει τα ηνία στο λαό, ασχολήθηκε με την πολιτική για να αποκτήσει την εύνοιά του, φροντίζοντας να υπάρχει πάντα στην πόλη κάποιο δημόσιο θέαμα, ή συμπόσιο, ή λιτανεία, ψυχαγωγώντας την πόλη με ευγενείς απολαύσεις, στέλνοντας εξήντα τριήρεις κάθε χρόνο, όπου μισθωτοί πολίτες απέπλεαν για οκτώ μήνες, για εξάσκηση και ταυτόχρονη μάθηση της ναυτικής τέχνης». (…)

Ο Περικλής, ο οποίος ήθελε να γίνει πρωταθλητής της δημοκρατίας, στους Αθηναίους δεν μπορούσε να κάνει χρήση βίας, έπρεπε να κερδίσει τη συναίνεσή τους, και για να κερδίσεις τη λαϊκή συναίνεση δεν είναι αναγκαίο να είσαι με το σωστό, αρκεί να χρησιμοποιήσεις εκείνες τις έξυπνες τεχνικές της πειθούς. Και ο Περικλής είχε προπονηθεί από μικρή ηλικία ώστε να γίνει πειστικός και αξιόπιστος ρήτορας, είχε μάλιστα την ικανότητα να υποστηρίξει και σωματικά τη φήμη του ως αξιόπιστο άτομο, καθώς, όπως επίσης μας λέει ο Πλούταρχος «Δεν είχε μόνο εμβριθές μυαλό και μια ανώτερη γλώσσα με ανοσία στη χυδαία και κοινή φλυαρία, αλλά και μια ανένδοτη στο γέλιο έκφραση προσώπου, μια ηπιότητα στο περπάτημά του, μια ευπρέπεια στην ένδυσή του, αλλά και μια απαλή χροιά φωνής».

Ο Eπιτάφιος του Περικλή (όπως αναφέρεται στον Θουκυδίδη, στον Πελοποννησιακό Πόλεμο) για αιώνες θεωρείται εγκώμιο της δημοκρατίας, και σε πρώτη ανάγνωση είναι μια θαυμάσια περιγραφή του πως ένα έθνος-κράτος μπορεί να ευημερεί εξασφαλίζοντας την ευτυχία των συμπολιτών, την ανταλλαγή ιδεών, την ελεύθερη θέσπιση των νόμων, το σεβασμό προς τις τέχνες και την εκπαίδευση, την ροπή προς την ισότητα. Αλλά στην πραγματικότητα, τι λέει ο Περικλής; Πρώτα βέβαια φέρνει στο προσκήνιο τα φέρετρα (από κυπαρίσσι) αυτών που σκοτώθηκαν, μεταξύ των οποίων και ένα φέρετρο που σήμερα θα ονομάζαμε του Αγνώστου Στρατιώτη, στην συνέχεια λέει: (…) «Εγώ, εφόσον δεν κάνω μακροσκελείς ομιλίες, θα παρακάμψω, μεταξύ άλλων γεγονότων, τα ανδραγαθήματα κατά τη διάρκεια των πολέμων, χάρη στους οποίους κατακτήθηκαν οι μεμονωμένες ατομικές περιουσίες, ή όταν εμείς ή οι πατέρες μας, απέκρουσαν με γενναιότητα τον βάρβαρο ή τον Έλληνα που μας επιτέθηκε (…).[5] Χρησιμοποιούμε πράγματι ένα πολιτικό σύστημα που δεν μιμείται τους νόμους των γειτονικών λαών, καθώς, αντιθέτως είμαστε εμείς που αποτελούμε το παράδειγμα, αντί να μιμούμαστε τους άλλους. Είναι γνωστό το γεγονός ότι δεν κυβερνάμε προς το συμφέρον των ολίγων, αλλά για τους πολλούς, αυτό ονομάζεται δημοκρατία· όσον αφορά τους νόμους για την επίλυση ιδιωτικών διαφορών, για όλους υπάρχει η ίδια μεταχείριση· όσον αφορά τα αξιώματα, καθένας προτιμάται, για τα δημόσια αξιώματα, ανάλογα με τον τομέα όπου και εκτιμάται η αξία τους, όχι επειδή ανήκει σε μια κοινωνική τάξη, αλλά για την αξία του· και, στη συνέχεια, όσον αφορά τη φτώχεια, αν κάποιος μπορεί να ωφελήσει την πόλη, δεν εμποδίζεται από την αφάνειά του».[6]

Ως λαϊκίστική ομιλία δεν είναι καθόλου κακή με εξαίρεση ότι ο Περικλής δεν αναφέρει πουθενά το γεγονός πως εκείνη την εποχή στην Αθήνα ήταν, μαζί με τους 150.000 κατοίκους, και 100.000 δούλοι. Αυτοί δεν ήταν μόνο βάρβαροι που αιχμαλωτίζονταν κατά τη διάρκεια διαφόρων πολέμων, αλλά και Αθηναίοι πολίτες. Πράγματι, ένας από τους νόμους του Σόλωνα καθόριζε την απελευθέρωση από τη δουλεία, ανθρώπων που έγιναν δούλοι λόγω των οφειλών προς τους γαιοκτήμονες. Στοιχείο που δείχνει ότι ήταν δούλοι και άλλοι πολίτες, που είχαν περιπέσει σε δουλεία για άλλους λόγους. Από την άλλη πλευρά, περίπου εκατό χρόνια μετά ο Αριστοτέλης έγραψε (Πολιτικά I): «Ένας άνθρωπος ο οποίος από τη φύση του δεν ανήκει στον εαυτό του, αλλά σε έναν άλλο, αν και άνθρωπος, είναι φύσει δούλος (…). Το άρχειν και άρχεσθαι δεν είναι μόνο από τα απαραίτητα πράγματα, αλλά και τα ευεργετικά, και ορισμένα όντα, αμέσως μετά τη γέννησή τους, ξεχωρίζουν, εν μέρει να κυβερνούν, εν μέρει να κυβερνιούνται. (…) Τώρα οι ίδιες σχέσεις υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους και τα άλλα ζώα: τα κατοικίδια ζώα είναι από τη φύση τους καλύτερα από τα άγρια και για όλα αυτά είναι ευεργετικό να υπόκεινται στον άνθρωπο, γιατί με αυτόν τον τρόπο κερδίζουν την ασφάλειά τους. Ομοίως, στις σχέσεις του αρσενικού με το θηλυκό, το πρώτο από αυτά είναι φύσει ανώτερο, το άλλο κατώτερο, το ένα κυβερνάει, το άλλο κυβερνιέται –και είναι απαραίτητο ανάμεσα στους ανθρώπους να ισχύει αυτό. Έτσι, εκείνοι που διαφέρουν μεταξύ τους όπως ο άνθρωπος από το θηρίο (και είναι στην κατάσταση εκείνων των οποίων η δραστηριότητα περιορίζεται στη σωματική δύναμη και αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να αποκομίσουν), αυτοί είναι φύσει δούλοι» (…).

Αλλά κάθε εποχή έχει τις αδυναμίες της, και ας αφήσουμε τον Περικλή να γιορτάσει τη δημοκρατία των σκλάβων του. Αλλά ο δικός μας συνεχίζει: «Εμείς…εξασφαλίζουμε πολλές ευκαιρίες αναψυχής από τον μόχθο, για το πνεύμα μας, καθώς γιορτάζουμε όπως ορίζει η παράδοση με αγώνες και θυσίες καθ’ όλο το έτος, και χάρη στα σπίτια μας με την κομψή τους επίπλωση, η καθημερινή τους απόλαυση απομακρύνει τη δυσφορία».[7]

Και εδώ επιστρέφουμε στο λαϊκισμό Mediaset και στο εγκώμιο του καταναλωτισμού. Αλλά ας προχωρήσουμε. Τι επιδιώκει αυτός ο έπαινος της, εξιδανικευμένης στο μέγιστο, αθηναϊκής δημοκρατίας; Να νομιμοποιήσει την αθηναϊκή ηγεμονία σε σχέση με άλλους γείτονες Έλληνες και τους ξένους λαούς. Ο Περικλής ζωγραφίζει με ελκυστικά χρώματα τον τρόπο ζωής της Αθήνας για να δικαιολογήσει το δικαίωμα της Αθήνας να επιβάλει την κυριαρχία της πάνω σε άλλους λαούς της Ελλάδας (…).

Ακολουθεί το στρατιωτικό εγκώμιο των Αθηναίων που αγωνίζονται πάντα με γενναιότητα για να υπερασπιστούν τη γη τους. Ο Περικλής ξεχνά να επισημάνει ότι (ακριβώς υπό την κυβέρνησή του) είχαν αναγνωριστεί ως Αθηναίοι πολίτες, μόνο όσοι είχαν Αθηναίους και τους δύο γονείς τους. Επομένως ήταν οι δούλοι, οι αληθινοί Αθηναίοι πολίτες και οι μέτοικοι, κάτι σαν τους εξωκοινοτικούς μετανάστες με άδεια παραμονής, οι οποίοι δεν ήταν πολίτες με πλήρη δικαιώματα και δεν μπορούσαν να ψηφίσουν -αν και μεταξύ αυτών μπορούμε να συμπεριλάβουμε ανθρώπους, όπως ο Ιπποκράτης, ο Αναξαγόρας, ο Πρωταγόρας, ο Πολύγνωτος, ο Λυσίας ή Γοργίας. Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη: «Δεν εξασφαλίζουμε φίλους από τα οφέλη που δεχόμαστε, αλλά από αυτά που προσφέρουμε. Έτσι, οποίος κάνει μια χάρη είναι τόσο περισσότερο σίγουρος φίλος, όσο περισσότερο διατηρεί αυτή την εύνοια λόγω της ευγνωμοσύνης του προσώπου στο οποίο έχει δοθεί η χάρη».[8]

Το οποίο ειλικρινά μου φαίνεται σαν μαφιόζικη αρχή. Στη συνέχεια επιστρέφοντας στους νεκρούς, ο Περικλής σημειώνει ότι αυτοί πέθαναν ευπρεπώς για να υπερασπιστούν μια πόλη που είναι μοντέλο για ολόκληρο τον κόσμο (και εξαίσια χάρη που άφησε σε έναν μελλοντικό συνάδελφό το έργο του εορτασμού των δικών του ανθρώπων «του λαού των ποιητών, καλλιτεχνών, ηρώων, αγίων, πλοηγών»). (…) Ωστόσο, οι γονείς των νεκρών, που ανέβηκαν στον Όλυμπο των ηρώων, δεν θα πρέπει να θλίβονται διότι πρέπει να τους εμψυχώσει «η ελπίδα να αποκτήσουν άλλα παιδιά, όσοι δεν βρίσκονται ακόμη σε ηλικία ώστε να έχουν δικά τους: στην πραγματικότητα, σε προσωπικό επίπεδο, τα νέα παιδιά θα αποτελέσουν για κάποιους την ευκαιρία να ξεχάσουν όσους έχουν φύγει, και για την πόλη, στη συνέχεια, θα είναι χρήσιμο με δύο τρόπους, για τη διατήρηση του πληθυσμού και για την ασφάλεια: «πράγματι, δεν είναι δυνατόν να λάβουν αμερόληπτες και δίκαιες αποφάσεις εκείνοι που αναλαμβάνουν τέτοιους κινδύνους, χωρίς να εκθέσουν σε κίνδυνο ακόμη και τα παιδιά τους, όπως οι άλλοι».[9]

Αυτό μου μοιάζει μόνο με θρασύτητα, όμως φαίνεται ότι αυτή η επώδυνη ρητορική άρεσε. Έτσι ο ρήτορας ολοκληρώνει το λόγο του «Τώρα, συνεπώς, αφού καθένας από εσάς θρήνησε τον δικό του, επιστρέψτε στα σπίτια σας» [10], το οποίο -μεταφράζεται σε αδειάστε μας τη γωνία και μην μας πρήζετε με το κλαψούρισμά σας» ( …). Να γιατί πρέπει πάντα να είμαστε δύσπιστοι με την ομιλία του Περικλή, και εάν αυτή διαβαστεί στα σχολεία, είναι απαραίτητο να σχολιαστεί, υπενθυμίζοντας ότι πολλοί πατέρες πολλών πατρίδων, ήταν παιδιά μιας εταίρας.

———————- / ———————-

[1] Ο Τζουλιάνο Πιζαπία εκλέχθηκε δήμαρχος του Μιλάνου στις 30 Μαΐου του 2011.

[2] Στο πρωτότυπο κείμενο ο Ουμπέρτο Έκο χαρακτήρισε τον Περικλή «πουτάνας γιό».

[3] Στα ιταλικά γίνεται χρήση του όρου malafede (από τα λατινικά mala fides) ο οποίος υποδηλώνει μια δόλια συμπεριφορά ενός ατόμου που ενώ φαινομενικά και τυπικά μοιάζει σωστή, συγκαλύπτει τις προθέσεις του, ώστε να μην διαρρεύσουν οι πραγματικοί του στόχοι. Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως σε σχέση με τη συμπεριφορά ενός ατόμου που βρίσκεται σε μια ψευδώς ειλικρινή σχέση με κάποιον, προσπαθώντας να λάβει μια πλεονεκτική θέση σε βάρος του συνομιλητή του. Η κακή πίστη είναι, κατά την κοινή γλωσσική χρήση του όρου, η έλλειψη ειλικρίνειας και η δολιότητα. (κατά το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, ΙΝΣ του ΑΠΘ).

[4] Mediaset (Εταιρικός όμιλος τηλεοπτικών καναλιών με Διευθύνοντα Σύμβουλο τον Πιερ Σίλβιο Μπερλουσκόνι γιο του Σίλβιο Μπερλουσκόνι από τον πρώτο του γάμο με την Κάρλα Ντελ’ Ολιο).

[5] Δὲν θά μακρυγορήσω γιὰ τὰ πολεμικὰ κατορθώματα ποὺ μᾶς ἔδωσαν τὴν σημερινὴ μας κυριαρχία οὔτε γιὰ τὶς ἐπιδρομές, βαρβαρικὲς ἤ ἑλληνικές, ποὺ ἀποκρούσαμε ἐμεῖς καὶ οἱ πατέρες μας. Αὐτὰ σᾶς εἶναι γνωστὰ καὶ θὰ τὰ παραλείψω.

[6] Τὸ πολίτευμα ποὺ ἔχομε σὲ τίποτε δὲν ἀντιγράφει τὰ ξένα πολιτεύματα. Ἀντίθετα, εἴμαστε πολὺ περισσότερο ἐμεῖς παράδειγμα γιὰ τοὺς ἄλλους παρὰ μιμητὲς τους. Τὸ πολίτευμά μας λέγεται Δημοκρατία, ἐπειδὴ τὴν ἐξουσία δὲν τὴν ἀσκοῦν λίγοι πολίτες, ἀλλὰ ὅλος ὁ λαός. Ὅλοι οἱ πολίτες εἶναι ἴσοι μπροστὰ στὸν νόμο γιὰ τὶς ἰδιωτικές τους διαφορές. Γιὰ τὰ δημόσια ἀξιώματα προτιμῶνται ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἱκανοὶ καὶ τὰ ἀξίζουν καὶ ὄχι ἐκεῖνοι ποὺ ἀνήκουν σὲ μιὰ ὁρισμένη τάξη. Κανείς, ἄν τύχη καὶ δὲν ἔχει κοινωνικὴ θέση ἤ ἄν εἶναι φτωχός, δὲν ἒμποδίζεται γι’ αυτὸ νὰ ὑπηρετήση τὴν πολιτεία, ἄν ἔχη κάτι ἄξιο νὰ προσφέρη.

[7] Μὲ συχνὲς θυσίες καὶ ἀγῶνες φροντίσαμε νὰ μετριάζωμε τοὺς κόπους τῆς ἐργασίας καὶ νὰ ξεκουράζωμε τὸ πνεῦμα μας. Ἔχομε εὐχάριστη ἰδιωτικὴ ὁ καθένας μας ζωὴ κ’ ἡ ἀπόλαυσή της ἀποδιώχνει τὴν στενοχώρια.

[8] Γιατὶ ἀποκτοῦμε φίλους εὐεργετώντας τους καὶ ὄχι περιμένοντας ἀπ’ αὐτοὺς κάποιο καλό. Ἡ φιλία τοῦ εύεργέτη εἶναι πιὸ σταθερή, γιατὶ προσπαθεῖ νὰ διατηρήση τὸν δεσμό του μὲ τον ἄλλο, ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ χρωστάει χάρη εἶναι λιγότερο πρόθυμος, θεωρώντας τὴν εὐγνωμοσύνη του σὰν χρέος κι ὄχι σάν αἴσθημα.

[9] Σὲ ὅσους τὸ ἐπιτρέπει ἡ ἡλικία, ἄς τοὺς παρηγορῆ ἡ σκέψη πώς θ’ ἀποκτήσουν ἄλλα παιδιά ποὺ θὰ τοὺς κάνουν νὰ ξεχάσουν ἐκεῖνα ποὺ ἔχασαν. Τοῦτο θὰ ὠφελήση καὶ τὴν πολιτεία, ποὺ θὰ πλουτίζη μὲ νέα βλαστάρια.

[10] Τώρα, ἀφού ὁ καθένας κλάψη τὸν δικό του, ἄς πηγαίνετε.

Ουμπέρτο Έκο (Umberto Eco, 1932-2016) ήταν Ιταλός σημειολόγος, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, κριτικός λογοτεχνίας και μυθιστοριογράφος. Από το 1975 κατείχε την έδρα του Καθηγητή Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, από το 1988 ήταν πρόεδρος του Διεθνούς Κέντρου Μελετών Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρίνο. Ήταν συγγραφέας πολλών μελετών και δοκιμίων, που έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε πολλές γλώσσες ανά τον κόσμο. Το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε το 1965, ενώ το 1980 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα (Το όνομα του Ρόδου), που τιμήθηκε με το βραβείο Strega (1981), και το Medicis Etranger (βραβείο που δίνεται στον καλύτερο ξένο λογοτέχνη στην Γαλλία) το 1982. Λέγεται ότι το επώνυμο Έκο είναι το αρκτικόλεξο των λατινικών λέξεων Ex Coelis Oblatus, που σημαίνει «θεϊκό δώρο».

 

Σ.τ.μ. και παρατηρήσεις:

Για τη μετάφραση ορισμένων τμημάτων του κειμένου που αντιστοιχούν στα αποσπάσματα από τον Επιτάφιο του Περικλή, γίνεται παραπομπή στην νεοελληνική μετάφραση του Άγγελου Σ. Βλάχου (Θουκυδίδου Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου – Βιβλιοπωλείο της «Εστίας» Αθήνα 2004) καθώς, κατά την άποψη του μεταφραστή, η απόδοση του κειμένου στην ιταλική ναι μεν εντυπωσιάζει, αλλά ταυτόχρονα παραλλάσσει τα νοήματα και παρεμποδίζει την ερμηνεία του αρχαιοελληνικού κειμένου.

Το κείμενο γράφτηκε από τον Ουμπέρτο Έκο το 2011 με αφορμή τους εορτασμούς για την εκλογή του νέου Δημάρχου του Μιλάνου, Τζουλιάνο Πιζαπία τον οποίο στήριξαν κόμματα της ιταλικής αριστεράς και οι οικολόγοι πράσινοι. Η μικροπολιτική και εργαλειακή χρήση του αθηναϊκού πολιτεύματος είναι πασιφανής στο σημείο όπου χρησιμοποιείται ο παραλληλισμός «…Σήμερα θα λέγαμε ότι επρόκειτο για έναν λαϊκισμό τύπου Mediaset». Ο στόχος του συγγραφέα φαίνεται πλέον καθαρά όταν με μια ακόμη -ανεξήγητη για το κύρος του ως στοχαστή- ακροβασία προσπαθεί, στα μάτια του ιταλικού κοινού, να ταυτίσει τον Λόγο του Περικλή με αυτόν του Σ. Μπερλουσκόνι. Δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε ότι η χρήση ενός κλασικού, εμβληματικού και παγκόσμιας εμβέλειας κειμένου όπως ο Επιτάφιος του Περικλή για μικροπολιτικούς λόγους, είναι εκτός από ατυχής και προκλητική.

Ατυχής, αλλά και ιστορικά αβάσιμη υπήρξε επίσης η προσπάθεια ταύτισης της αθηναϊκής δημοκρατίας με το πρόσωπο του Περικλή. Χαρακτηριστικές είναι οι φράσεις «…να εξάρει τη μορφή της δημοκρατίας του», «Ο Περικλής κυβερνώντας αφιερώθηκε στο λαό», «…ας αφήσουμε τον Περικλή να γιορτάσει τη δημοκρατία των σκλάβων του» και «…υπενθυμίζοντας ότι πολλοί πατέρες πολλών πατρίδων, ήταν παιδιά μιας εταίρας». Ανεξάρτητα από τα αισθήματα συμπάθειας ή αντιπάθειας (και την εκφραστική τους ένταση) που ο καθένας μπορεί να έχει απέναντι σε ένα ιστορικό πρόσωπο όπως ο Περικλής, ο πολιτειακός του ρόλος ήταν ρητός και ορισμένος από το πολίτευμα. Ο Περικλής ήταν αιρετός άρχοντας (μαζί με άλλους εννέα στρατηγούς) και ασφαλώς όχι «κύριος» ή «πατέρας» της δημοκρατίας. Εάν οφείλουμε να θεωρήσουμε κάποιους «πατέρες της δημοκρατίας», εκτός από τους ίδιους τους πολίτες της Αθήνας, αυτοί θα ήταν ο Σόλων, ο Κλεισθένης και ο Εφιάλτης. Είναι πιθανόν η θέση του συγγραφέα να οφείλεται σε σύγχυση με άλλα πολιτεύματα. Πράγματι σε άλλα πολιτεύματα ο κύριος συντελεστής του πολιτεύματος (το κύριον της πόλεως) είναι οι ολίγοι, οι πλούσιοι, ή ο ένας, ο μονάρχης. Αντίθετα στη δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας η κυριαρχία του δήμου εκφράζεται σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής ζωής. Στη θέσμιση, στην άσκηση της εξουσίας και στη λήψη των αποφάσεων. Είναι επομένως η Εκκλησία του Δήμου το βασικό όργανο μέσω του οποίου όλοι οι πολίτες ασκούν άμεσα την κυβερνητική εξουσία, και όχι κάποιο μεμονωμένο άτομο (βλ. Γιώργος Ν. Οικονόμου, Η Άμεση Δημοκρατία και η Κριτική του Αριστοτέλη, Εκδόσεις Παπαζήση, 2007).

Η ερμηνεία και η κριτική ενός σημαντικού κειμένου όπως ο Επιτάφιος του Περικλή είναι πάντα καλοδεχούμενη, οποιαδήποτε στιγμή και από οποιονδήποτε, με την προϋπόθεση να μην βασίζεται σε παρερμηνείες και παραλλαγές, οι οποίες περισσότερο συσκοτίζουν παρά φωτίζουν το διάλογο για τη δημοκρατία.

 

Σχόλιο του Μιχάλη Θεοδοσιάδη:

Τη στάση του Ουμπέρτο Έκο απέναντι στο πρόσωπο του Περικλή, μια από τις πιο πολυσυζητημένες προσωπικότητες της αρχαίας Αθήνας, μόνο προβληματική δεν θα μπορούσε να την πει κανείς. Παρότι έχει καταστεί κοινός τόπος να ταυτίζουμε τον Περικλή με τη δημοκρατία των Αθηναίων, τούτη η ταύτιση ενδεχομένως οφείλεται στην μεροληπτική ανάγνωση των γεγονότων από τον Θουκυδίδη. Εν ολίγοις, ο ιστορικός στο έργο του επικεντρώνεται στον Αθηναίο άνδρα πολύ περισσότερο από όσο πραγματικά χρειάζεται. Όπως γνωρίζουμε, βέβαια, ο Θουκυδίδης ήταν ένας στοχαστής ολιγαρχικών πεποιθήσεων. Το γεγονός αυτό τον ωθεί (εσκεμμένα ή ασυνείδητα) στο να παραβλέψει την πιο σημαντική πτυχή της Αθηναϊκής πραγματικότητας, τον τρόπο που λειτουργούσε, με άλλα λόγια, η Αθηναϊκή δημοκρατία και τις αξίες που αυτή πρέσβευε (στις οποίες νεότεροι στοχαστές, και κυρίως η Χάνα Άρεντ, είχαν εκτενέστερα αναφερθεί). Για αυτές τις αξίες ο Θουκυδίδης κάνει λόγο έμμεσα μόνο όταν επικεντρώνεται στον Περικλή, όταν ο Αθηναίος άνδρας τις επικαλείται ενώ απευθύνει τον λόγο του στους πολίτες. Θα πρέπει να γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι ο Περικλής ήταν ένα πρόσωπο ήσσονος σημασίας για τους Αθηναίους όπως είχε υποστηρίξει ο Καστοριάδης σε μια σειρά από διαλέξεις του για την αρχαία Ελλάδα. Στη δημοκρατική Αθήνα κανένα ηγετικό πρόσωπο δεν είχε την απόλυτη αρχή της εξουσίας. Όσοι βρίσκονταν σε θέση ισχύος είχαν μονάχα εντεταλμένες υπηρεσίες εκτέλεσης συγκεκριμένων αποφάσεων. Αυτές όμως ήταν οι κατεξοχήν αποφάσεις του δήμου που τις ανέθετε σε εκτελεστικά όργανα, στα οποία βέβαια ασκούσε ταυτόχρονα έλεγχο, εμποδίζοντάς τα να ενεργούν ερήμην των πολιτών, παρακάμπτοντας τις δημοκρατικές συνελεύσεις. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η ιστορική φιγούρα του Περικλή σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε αντιπροσωπευτική του δημοκρατικού πολιτεύματος των Αθηναίων. Επιπλέον, η αποκαθήλωση του ιστορικού ρόλου του Περικλή δεν θα πρέπει μονάχα να επικεντρώνεται στο ποια ήταν η θέση του μέσα σε μια πραγματικά δημοκρατική πολιτεία, αλλά την ίδια στιγμή μπορούμε να υποθέσουμε ότι η δράση του εγείρει προβληματισμούς ως προς το ποιοι ήταν οι αληθινοί του στόχοι όταν απευθύνεται με έναν τόσο κολακευτικό τρόπο στους Αθηναίους πολίτες, δεδομένου ότι καμία αρμοδιότητα αντιπροσώπου δεν του είχε ανατεθεί.

Υφίστανται, ωστόσο, μια σειρά από προβληματικές στις αναλύσεις του Έκο που αξίζει να επισημανθούν. Πρώτα απ’ όλα η έννοια «λαϊκισμός» δεν μπορεί σταθεί αναφορικά με την περίπτωση της αρχαίας Ελλάδας. Όπως είναι γνωστό, δεν υφίσταται πουθενά σε κανένα αρχαία κείμενο η έννοια «λαός», όπως ερμηνεύεται σήμερα, κατά πρότυπο του Ρωμαϊκού populus (από όπου και η λέξη λαϊκισμός, populismus, πηγάζει). Προσπερνώντας, ωστόσο, αυτόν τον (διόλου ασήμαντο) αναχρονισμό, πιο έντονο προβληματισμό διεγείρει η ταύτιση του λαϊκισμού με τη δημαγωγία εν γένει. Η εξίσωση οποιασδήποτε δημαγωγικής συμπεριφοράς με τον «λαϊκισμό» μπορεί να παίρνει γκροτέσκα χαρακτηριστικά, οδηγώντας όχι σε κάποια δημοκρατική αναγέννηση αλλά στην υπεράσπιση του κυρίαρχου τεχνοκρατισμού. Δεδομένου ότι η ιλαροτραγωδία που ονομάζουμε σύγχρονη πολιτική πλαισιώνεται από πρόσωπα που βαφτίζουν «λαϊκιστή» οποιονδήποτε αμφισβητεί την τεχνοκρατική διαχείριση όλων των υποθέσεων – ενώ την ίδια στιγμή γνωρίζουμε ότι κινήματα «ποπουλίστικα» διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στο άνοιγμα δημοκρατικών διόδων, όπως αναφέρει ο Christopher Lasch, μιλώντας για μια υποτιμημένη πλευρά της αμερικανικής ιστορίας – η συνολική απόρριψη του «λαϊκισμού» ως μια κατεξοχήν «απειλή για την ελευθερία» μπορεί να μην ευνοεί έναν συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων που θα εναντιώνεται στις κυρίαρχες πολιτικές τάξεις, αλλά τις νεοφιλελεύθερες εξουσίες, οι οποίες αυτοπαρουσιάζονται ως οι μοναδικές που μπορούν να εγγυηθούν προστασία και ευημερία, ενάντια στα «έκνομα άκρα». Η ταύτιση του λαϊκισμού με τη δημαγωγία μπορεί (άθελά της) να καλλιεργεί την αντίληψη ότι οι μάζες είναι επιρρεπείς στη δημαγωγία, ότι δεν μπορούν να αυτο-οργανωθούν και χρειάζεται πάντα να έχουν καθοδηγητές και εκπαιδευτές. Έτσι, ενισχύεται η ανάθεση του πολιτικού λόγου στα think tanks τα οποία αποτελούν τους βασικούς υπερασπιστές του κυρίαρχου παραδείγματος, ενώ ταυτόχρονα προσφέρουν ιδεολογική νομιμοποίηση στη λογική του μικρότερου κακού: εφόσον δεν γνωρίζουμε ή δεν μπορούμε να προϊδεάσουμε και να προεικονίσουμε τι θα σήμαινε μια αυθόρμητη και μή καθοδηγούμενη λαϊκή κινητοποίηση – η οποία μπορεί κρύβει κίνδυνους παρεκτροπής «στα άκρα» (μαζί και δημαγωγία) – τότε κι εμείς δεν μπορούμε ως άνθρωποι με όχημα το πείραμα, τον Λόγο, τον ελεύθερο στοχασμό να απαντήσουμε στα τρέχοντα προβλήματα, δίνοντας μια λύση. Το μόνο που μας απομένει είναι απλά να νομιμοποιούμε την «σιγουριά» που μας παρέχει η υφιστάμενη κοινωνική θέσμιση. Είναι αναγκαίο λοιπόν να υπάρξει μια πιο σφαιρική κριτική στον λαϊκισμό γενικότερα, η οποία δεν θα εγκλωβίζεται στη σχηματική ταύτιση της λέξης αυτής με τη δημαγωγία, αλλά θα προσπαθεί να ορίσει πάνω απ’ όλα τί είναι ο λαϊκισμός, πώς εκδηλώνεται, τί μπορεί να προσφέρει και τί όχι, και πάνω απ’ όλα, πώς μπορεί μια δημοκρατική πολιτική να βρει απαντήσεις πάνω στα αδιέξοδά του.

 

Σχόλιο της Σοφίας Ζήση:

Οι αναχρονισμοί στους οποίους στηρίζεται ο Ουμπέρτο Έκο για την κριτική του στο Αθηναϊκό καθεστώς είναι συνηθισμένοι στην σύγχρονη αντίληψη για τον αρχαίο κόσμο. Η Θουκυδίδεια «ενός ανδρός αρχή» του Περικλή, ο δεδομένος θεσμός της δουλείας που ταυτίζεται με την σταθερότητα της Αθηναϊκής δημοκρατίας, ο τονισμός της επιρροής των δημαγωγών επί των αποφάσεων του δήμου επαναλαμβάνονται από μελετητές ως λελογισμένα επιχειρήματα που κατά τη γνώμη τους καταδεικνύουν το ασυμβίβαστο μεταξύ μιας πραγματικής δημοκρατίας και της αρχαίας πραγματικότητας. Στα παραπάνω μπορούμε να αντιτάξουμε απόψεις που θα υποστηρίξουν την αξία του δημοκρατικού καθεστώτος παρόλα τα, κατά τα φαινόμενα, αδιέξοδα:

α. Οι αρχαίοι συγγραφείς δεν είναι υπεράνω κριτικής όσον αφορά την αμεροληψία τους. Επομένως οφείλουμε να είμαστε σε θέση να κρίνουμε τον ιστορικό Θουκυδίδη για την πολιτική του τοποθέτηση με βάση την κοινωνική του θέση ή την ποιότητα των γραπτών του. Η «ενός ανδρός αρχή» δεν είναι η μόνη ανακρίβεια στην οποία φαίνεται πως ηθελημένα υποπίπτει. Αν είμαστε όμως εκ των προτέρων έτοιμοι να δεχτούμε την αθηναϊκή δημοκρατία ως πολιτικά ανίσχυρη, και να της προσάψουμε πως τελικά δεν ήταν πραγματική δημοκρατία, η «ενός ανδρός αρχή» μοιάζει πειστική περιγραφή της επιρροής του Περικλή στα πολιτικά πράγματα.

β. Είναι αρκετό να ισχυριστούμε πως η δουλεία δεν αποτελεί προϋπόθεση της δημοκρατίας, εφόσον η δουλεία ήταν υπαρκτός θεσμός (ipso facto) σε όλον τον αρχαίο κόσμο, αλλά η δημοκρατία ως καθεστώς εφαρμόστηκε σε σχετικά λίγες περιπτώσεις; Μπορούμε να πούμε ότι είναι μια σωστή παρατήρηση που πρέπει να στηριχτεί με επιπλέον επιχειρήματα όσον αφορά από τη μια πρακτικά ζητήματα όπως η θέση των δούλων στην Αθηναϊκή κοινωνία (συχνά πιο ευνοϊκή από αυτή πολλών φτωχών πολιτών), ή μέτρα ανεξάρτητα της δουλείας που επέτρεπαν την λαϊκή συμμετοχή στα κοινά (πχ τον μισθό δημόσιων λειτουργών προκειμένου να καλυφθεί η χασούρα της ημέρας) – και από την άλλη τα κυρίως πολιτειακά ζητήματα που πρέπει να αποτελούν την βάση της κατηγοριοποίησης των πολιτευμάτων. Ένα πολιτικό καθεστώς πρέπει να κρίνεται πρωταρχικά από το είδος, την προέλευση και την λειτουργικότητα των θεσμών που διασφαλίζουν την κατανομή της πολιτικής εξουσίας, παρά με βάση κοινωνικές συνιστώσες όπως η οικονομική ανισότητα, η θέση των γυναικών ή η δουλεία. Εξάλλου δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε την εξέλιξη των ανισοτήτων αυτών αν η Μακεδονική ισχύς δεν είχε επιβάλει το τέλος της δημοκρατικής Αθήνας το 322 π.Χ.

Αναρτήθηκε στις: 24 Μαρτίου 2017
36 Σχόλια »
“Ουμπέρτο Έκο: Περικλής ο λαϊκιστής”
  • Ξεκινώντας θα πω ότι συμφωνώ στην κριτική του Έκο. Το μόνο που θα άλλαζα είναι πως για την κατηγορία του «λαϊκιστή» που χρησιμοποίει ο Έκο υπάρχει μια πιο ταιριαστή, αυτή του δημαγωγού. Ο Περικλής ήταν ένας δημαγωγός με τα όλα του και το χαρακτηριστικό είναι πως τουλάχιστον μέχρι το τέλος του πελοποννησιακού και τον Αριστοφάνη αυτός ο χαρακτηρισμός δεν είχε τα αρνητικά χαρακτηριστικά που του δίνουμε εμείς σήμερα.

    Ο λόγος του Περικλή στον επιτάφιο εμπίπτει στην κατηγορία της «εξιδανίκευσης» από την οποία όσοι αρέσκονται να παρακολουθούν λόγους ηγετών-από τα πιο ασήμαντα γκουπούσκουλα έως τους πρωθυπουργούς των χωρών- είμαι σίγουρος πως θα την έχουνε χορτάσει.
    Για να αποφανθούμε πιο κατηγορηματικά για όσα εκφέρει στον λόγο του ο Περικλής θα πρέπει να εξετάσουμε με πιο κριτικό μάτι τόσο την ίδια την γραμμή της πολιτικής που ακολούθησε όσο και την ιστορία των πολιτικών παρατάξεων στην Αθήνα του α’ μισού του 5ου π.Χ. αι. και την σχέση του Περικλή μέσα σε αυτές. Σε γενικές γραμμές η πολιτική του Περικλή μπορεί να χαρακτηριστεί έως φιλοπόλεμη, αλαζονική και καταδικασμένη εκ των προτέρων. Ο Θουκυδίδης ξεκινάει το θεμελιώδες έργο του με ένα ψέμα. Ψεύδεται όταν λέει πως η σύγκρουση Σπάρτης – Αθήνας ήταν αναπόφευκτη. Αυτό φαίνεται από τον τρόπο που προσπερνάει το γεγονός πως ο συντηρητικός, φιλοαριστοκρατικός και ηγέτης της φιλειρηνικής παράταξης Κίμωνας ( ο οποίος υπήρξε πολιτικός αντίπαλος του Περικλή ) κατάφερε στην πράξη να κρατήσει για όση διάρκεια ήταν στα πράγματα μια ειρηνική πολιτική με μεγάλη επιτυχία. Σημείωση: Ειρήνη δεν υπάρχει στον αρχαίο κόσμο. Όταν λέμε «φιλειρηνική» παράταξη εννοούμε αυτή που πρόκρινε τον πόλεμο με τους Πέρσες αντί τον πόλεμο με τις ελληνικές πόλεις. Ο Περικλής καταλογίζεται ως φιλοπόλεμος γιατί υποστήριζε το αντίθετο. Η επιδίωξη του Περικλή, να καταστρέψει την Σπάρτη για να υποτάξει όλη την ελληνικότητα ( από την Σικελία έως την Ιωνία ) θα πρέπει να παραλληλιστεί μόνο με τα όνειρα του Ναπολέοντα και το Χίτλερ για απόλυτη ηγεμονία επάνω σε πολύ έξυπνους και ζωντανούς λαούς. Με λίγα λόγια ο Περικλής υπολόγιζε χωρίς τον ξενοδόχο. Ήταν τυχερός που τον έφαγε η χολέρα γιατί αλλιώς θα γινότανε ο ίδιος μάρτυρας των καταστρεπτικών αποτελεσμάτων της πολιτικής του.
    Για να αντιληφθούμε πόσο ήταν λαϊκιστής (δημαγωγός) και αν ήταν άξιος πολιτικός και πόσο, θα πρέπει να κατανοήσουμε την πολιτική παράταξη στην οποία υπηρετούσε και ποιας μερίδας του δήμου εξυπηρετούσε τα συμφέροντα ή χρησιμοποιούσε ως πολιτικό μοχλό των δικών του επιδιώξεων. Ο Περικλής ανήκει στην «θήτική» παράταξη των θητών του δήμου της Αθήνας. Δηλαδή είναι ρήτορας που μιλάει εξ ονόματος των πιο φτωχών στρωμάτων του άστεως και συνεχιστής της παράδοσης του Θεμιστοκλή που κατείχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό το «κόμμα» πολύ πριν τον Περικλή. Ο Περικλής υποστηρίζοντας τον πόλεμο και την ηγεμονική πολιτική της Αθήνας εξασφάλιζε στους θήτες διαρκής δουλειά και μισθούς ως κωπηλάτες στις τριήρης. Αυτό είναι ακριβώς και το επιχείρημα του Θεμιστοκλή με το οποίο μπόρεσε να πείσει τους Αθηναίους να μην μοιραστούνε τα έσοδα από τα αργυρωρυχεία του Λαυρίου αλλά να τα επενδύσουν στα «ξύλινα τείχη». Την ίδια ακριβώς πολιτική με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα αξιοποίησε και ο Περικλής και αυτό τον έκανε στην ουσία να είναι ένας πιστός οπαδός του κόμματος του Θεμιστοκλή, του «φιλοπόλεμου» κόμματος ή αλλιώς του «Θεμιστοκλικού», και αν πρέπει εδώ να μιλήσουμε για μια πολιτική ιδιοφυία αυτή είναι ο Θεμιστοκλής και όχι ο Περικλής. Ο Θουκυδίδης άλλωστε τους θαύμαζε και τους δύο. Για να καταλάβουμε την σημασία που είχε το κόμμα των θητών στην διεξαγωγή πολέμου και την ηγεμονική κυριαρχία της Αθήνας βοηθάει να δούμε λίγο την «κοινωνιολογία» των αντίπαλων παρατάξεων της Αθήνας. Έτσι το «φιλειρηνικό» κόμμα στην Αθήνα είναι αυτό των Ζευγιτών, των ιππέων και των πεντακοσιομέδιμνων που ήταν κατεξοχήν κτηματίες και που πόλεμος σήμαινε για αυτούς πάντα την καταστροφή των κτημάτων τους. Ο Νικίας που πρόκρινε πάντα την ειρήνη ήταν από τους πιο πλούσιους αθηναίους.

    Με βάση τα παραπάνω έχει δίκιο ο Εκο να κατηγορεί τον Περικλή για λαϊκιστή γιατί σαφώς η πολιτική του είχε ως σκοπό να εκμαιεύσει καθολικό προσανατολισμό από το καλόπιασμα των επιμέρους συμφερόντων μιας κυρίαρχης ομάδας. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Περικλής δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ένας λαϊκιστής με τους σύγχρονους όρους-και εδώ σφάλει ο Έκο-γιατί η Αθήνα δεν είναι εκείνο το αφηρημένο σύνολο που είναι σήμερα τα έθνη-κράτη. Δεν μπορούσε δηλαδή να εξωτερικεύει ένα ενιαίο καθολικό που να εκπροσωπεί το σύνολο. Σε αντίθεση με τους μύθους που διδάσκονται στις διαλέξεις η αρχαία πόλις δεν είναι ποτέ ένα ενιαίο σύνολο. Αν ήταν άλλωστε ποιό νόημα θα είχε η δημοκρατία; Έτσι μπορεί ο Περικλής να είχε τη πλειοψηφία στην εκκλησιά του δήμου η πολιτική του όμως η μειοψηφία στην Αθήνα και κυρίως στην Αττική κι άκουγε τα εξ αμάξης από τους φτωχούς γεωργούς οι όποιοι και αυτοί μια χαρά λαός ήτανε αλλά για αυτό τον λαό δεν έδειχνε να νοιάζεται καθόλου ο Περικλής (ας έχουμε υπόψη μας πως σε σύνολο 150.000 κατοίκων της Αττικής οι εκκλησίες δεν είχανε ποτέ πάνω από 5.000 μέλη, στο σύνολο τους αποτελούμενες κυρίως από θήτες). Μάλιστα υπήρχε και ένα ακόμα κομμάτι λαού αυτό των οικογενειών των οπλιτών που πέθαιναν στον πόλεμο για χάρη της αθηναϊκής δόξας και χρειαζότανε μεγάλες κορώνες εξιδανίκευσης ( αυτό είναι στην ουσία ο Επιτάφιος ) να πείσουν αυτό τον απλό λαό πως οι άνθρωποι τους δεν πεθάνανε για χάρη του κλέους τους Περικλέους.

  • Η κριτική μας κάποιες φορές έχει την τάση τη μια να εξιδανικεύει και την άλλη να απομυθοποιεί καταστάσεις έννοιες και σημασίες. Αυτό γίνεται στη προσπάθειά μας να αποσπάσουμε κάποια ιστορική στιγμή από το παρελθόν και να την συγκρίνουμε με το σήμερα και τις τωρινές συνθήκες. Φυσικά αυτό δεν είναι μεμπτό, όμως όταν αποφασίσουμε να κάνουμε κάτι τέτοιο, νομίζω ότι θα πρέπει να έχουμε κατά νου πως υπάρχει ένας σοβαρός κίνδυνος. Στην προσπάθεια μας αυτή, ανεξάρτητα από την καλή μας προαίρεση -πάρα πολύ συχνά ή και αναπόφευκτά- καταλήγουμε να χρησιμοποιούμε όρους, να ταυτίζουμε καταστάσεις και πρόσωπα, αλλά και να παρομοιάζουμε πράγματα που εάν οι αρχαίοι μας άκουγαν να τα αναφέρουμε, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα μας κοίταζαν, και δικαίως νομίζω, με πραγματικά απόλυτη απορία. Αυτός ο κίνδυνος να παρουσιάσουμε με τρόπο στρεβλό και λανθασμένο κάποια γεγονότα του αρχαίου κόσμου ενισχύεται-διευρύνεται και από την μεροληψία και την πολιτική στάση (και στοχοθεσία) κάποιων ιστορικών όπως ο Θουκυδίδης και ο Ξενοφώντας.

    Όπως αναφέρει ο Luciano Canfora*:
    «Ο ολιγαρχικός – λέει ο Θεόφραστος – είναι κάποιος που βγαίνει από το σπίτι του το μεσημέρι, με τα μαλλιά του ούτε πολύ μακριά ούτε πολύ κοντά και με τα νύχια του περιποιημένα, και από τον Όμηρο θυμάται και απαγγέλλει έναν μονάχα στίχο: «κακή είναι η κυβέρνηση των πολλών, ένας ας είναι ο ηγέτης». Μοιάζει με ακίνδυνη καρικατούρα. Όμως, έναν αιώνα πριν, όταν η Αθήνα ήταν ακόμα μια ισχυρή δύναμη, αυτοί οι μισητές του λαού αποπειράθηκαν δύο φορές να εγκαθιδρύσουν το αιμοσταγές καθεστώς τους. Ο Θουκυδίδης, που λόγω καταγωγής και πνευματικής συγγένειας ήταν ένας εξ αυτών, υπήρξε θεατής της κατάληψης της εξουσίας από τους φίλους του, καθώς και της ήττας τους. Όταν όμως η Αθήνα περιήλθε στη σπαρτιατική κυριαρχία και οι Τριάκοντα Τύραννοι αφαίρεσαν και πάλι την εξουσία από τον λαό, ο Θουκυδίδης μοιάζει να εξαφανίζεται μέσα στον εμφύλιο πόλεμο, ενώ αναδύεται ένας άλλος ολιγαρχικός ιστορικός, που υπήρξε συνεχιστής και επιμελητής του Θουκυδίδειου έργου: Ο Ξενοφώντας».

    Στην παρουσίαση του βιβλίου του «Το Μυστήριο Θουκυδίδης» ο Canfora λέει επίσης:
    «Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο οι άνθρωποι να θυσιάζουν γεγονότα στο βωμό των ψευδαισθήσεών τους. Η μοίρα που επιφύλαξαν στον Θουκυδίδη αποτελεί λαμπρό παράδειγμα. Ο ιστορικός αφηγήθηκε τη μεγάλη διένεξη μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης. Το έργο του, που έμεινε ημιτελές, συμπληρώθηκε και εκδόθηκε από τον Ξενοφώντα. Μια τροποποίηση όμως στην τεχνική της μεταγραφής, που επιτελέστηκε στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια, επέφερε σύγχυση στα χειρόγραφα του Θουκυδίδη και του Ξενοφώντα. Για να άρουν τις αντιφάσεις που προέκυψαν, οι κριτικοί της αρχαιότητας αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να κατασκευάσουν μια ψευδή βιογραφία του Θουκυδίδη -κυρίως σε ό,τι αφορά την εξορία του στη Θράκη- και μια φανταστική καταγωγή! Αντί να τους διορθώσουν, οι σύγχρονοι συνέχισαν να σκαρώνουν τη μια υπόθεση μετά την άλλη, με αποτέλεσμα να νοθεύσουν το περιεχόμενο».

    *O Luciano Canfora είναι Ιταλός φιλόλογος, ιστορικός, δοκιμιογράφος και επιφανής ελληνιστής, ο οποίος θεωρείται ειδήμονας της κλασικής κουλτούρας ενώ στις μελέτες του κάνει μια διεπιστημονική προσέγγιση των ζητημάτων με τα οποία καταπιάνεται.

    Οι ακαδημαϊκοί συνήθως αντιμετωπίζουν τα παραπάνω, συχνά ανυπέρβλητα, προβλήματα επιλέγοντας να ασκήσουν την κριτική τους βασιζόμενοι αποκλειστικά σε αυτή που θεωρείται αυστηρά «επίσημη» βιβλιογραφία. Αντιθέτως οι περισσότερο ελεύθεροι μελετητές έχουν περισσότερες πιθανότητες (πάντα κατά τη γνώμη μου) να φτάσουν πιο κοντά στην αλήθεια, αρκεί να μην υποπέσουν στα σφάλματα των ακαδημαϊκών αλλά για τους αντίθετους λόγους, εξαιτίας δηλαδή της μεγάλης βιβλιογραφικής «ευρυχωρίας».

    Κλείνοντας το σχόλιο μου θέλω να τολμήσω και εγώ έναν παραλληλισμό. Εάν ο δημαγωγός και όντως αντιπαθής Περικλής, άρχει των πολιτών της αρχαίας Αθήνας, δια της ρητορικής, της πειθούς (ασφαλώς με τους τότε συσχετισμούς κοινωνικών και άλλων δυνάμεων) και όχι διά της ισχύος (όπως παραδέχτηκε και ο Ουμπέρτο Έκο, γράφοντας «…στους Αθηναίους δεν μπορούσε να κάνει χρήση βίας») διότι αυτοί ήταν πολίτες-οπλίτες, τότε σήμερα τι κάνει ένας σύγχρονος πρωθυπουργός (που μέσω του κόμματός του είναι όντως «ιδιοκτήτης» του πολιτεύματος); Η απάντηση είναι ότι ένας σύγχρονος πρωθυπουργός στα κράτη του δυτικού κόσμου μέσω του κοινοβουλευτισμού (και κυρίως του μετα-κοινοβουλευτισμού), νέμεται την εξουσία απόλυτα και αποφασίζει και διατάσσει ερήμην των πολιτών και με όση άσκηση νόμιμης βίας χρειαστεί κάθε φορά.

  • Αγαπητέ κύριε Κουτσαντώνη,

    παρ’ όλο που είμαι συνολικά αρνητική απέναντι στον Περικλή, επειδή πιστεύω πως κατέστρεψε την αθηναϊκή δημοκρατία αλλά και την Ελλάδα, όπως καλά γνωρίζετε από προηγούμενο άρθρο μου, ωστόσο η κρίση του Έκο ήταν σε ορισμένα σημεία αβάσιμη. Πολύ σωστά επισημάνατε ότι η δημοκρατία δεν ταυτίζεται με τον Περικλή, αλλά άλλα πρόσωπα την θεμελίωσαν, την εξέλιξαν και την συμπλήρωσαν.

    Το βασικό ατόπημα του Έκο, κατ’ εμένα, ήταν το ότι προσπάθησε να συνδέσει την εποχή μας με την εποχή του Περικλή :
    (α)Άμεσα, με έναν άτοπο πολιτικό παραλληλισμό με το παρόν, ενώ η περίπτωση του Περικλή ήταν πολύ σοβαρότερη, γιατί το διακύβευμά της ήταν τεράστιο: το ισχυρότερο θεμέλιο του αναδυόμενου νέου παγκόσμιου πολιτισμού, η δημοκρατία, καταστρεφόταν. Η χρονική συγκυρία και μόνον προσδίδει τη βαρύτητα αυτή, αρνητική ή θετική.
    (β)Έμμεσα, γιατί, με κριτήριο τις σημερινές αντιλήψεις μας, αναφέρθηκε στην δουλεία ως παράγοντα που αναιρούσε τη δημοκρατία – επομένως, ήταν σαν να αναιρούσε και ολόκληρη την ώς τότε δημοκρατία ασχέτως του Περικλή. Κι όμως το να συμμετέχει μία κοινωνία, λαός ή όπως θέλει κανείς ας το ονομάσει, στη διαμόρφωση και λήψη αποφάσεων ήταν κάτι πρωτοφανές και είναι ακόμη και σήμερα που έχουν περάσει έκτοτε 2500 χρόνια.

    Αυτό το σημείο για τη δουλεία στην αρχαία Αθήνα αναφέρεται συνεχώς από εκείνους που στέκονται κριτικά απέναντι στους αρχαίους, ακόμη και στον Σόλωνα επειδή δεν απελευθέρωσε όλους ανεξαιρέτως τους δούλους, και αγνοούν επιδεικτικά ότι ο τρόπος σκέψης της αρχαιότητας ήταν καθολικά τέτοιος, ότι η δομή των αρχαίων κοινωνιών στηριζόταν στη δουλεία και η ανατροπή αυτής της κατάστασης σε μία μόνον πόλη θα σήμαινε ολοσχερή καταστροφή της κοινωνίας, γιατί όλες οι άλλες κοινωνίες θα συνέχιζαν να είναι τέτοιες. Σαν να λέγαμε σήμερα ότι θα εξαλείφαμε ολότελα το εμπόριο επειδή αποσκοπεί στο κέρδος ή άλλα αντίστοιχα. Θα μπορούσε όμως κανείς λογικά να συγκρίνει τους δούλους στην Αθήνα με τους είλωτες στη Σπάρτη ή με τους δούλους στη Ρώμη που πέθαιναν απάνθρωπα στο Κολοσσαίο, για να διακρίνει τις εμφανείς πολιτισμικές διαφορές, μια και αυτοί οι πολιτισμοί ήταν κοντινοί ή ταυτόχρονοι, και τότε, έχοντας ως κριτήριο το ανώτατο δυνατό της εποχής, να κρίνει τους άλλους.

    Πρέπει να κατανοηθεί η σταδιακότητα στην εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών. Δεν αναφέρονται π.χ. στο ότι η ρύθμιση του Σόλωνα για τη δουλεία λόγω χρεών ήταν τρομερά σημαντική και πρωτοπόρα, ακόμη και για σήμερα μετά τόσους αιώνες, μια και στην «πολιτισμένη» Δύση του παρόντος επιχειρείται πάλι υποδούλωση των ανθρώπων λόγω χρεών. Νομίζω ότι δεν βλέπουν το πόσο βαθιές ρίζες έχει η δουλεία στην ανθρώπινη αντίληψη και ότι γι’ αυτό ακριβώς εκείνα τα βήματα προς τη δημοκρατία σε μια τόσο πρώιμη εποχή ήταν συγκλονιστικά.

    Οι βαθιές ρίζες της δουλείας φαίνονται από το ότι, ακόμη και στους κατοπινούς αιώνες, υπήρχε συγκαλυμμένη δουλεία όπως π.χ. επί Λουδοβίκου 14ου ούτε καν οι ευγενείς δεν ήταν ελεύθεροι, αλλά ήταν κλεισμένοι στις Βερσαλλίες σαν φυλακισμένοι και δεν συμμετείχαν πραγματικά στην πολιτική, ενώ τα πάντα ανήκαν στους βασιλείς και ο λαός όπως και πριν λιμοκτονούσε χωρίς να μετράει καθόλου. Στην Αγγλία επίσης όλα ανήκαν στους βασιλείς μέχρι που αναγκάστηκαν να ξεσηκωθούν οι ευγενείς για να γραφτεί η Μάγκνα Κάρτα. Ακόμη χειρότερα, αυτό το ρίζωμα της δουλείας φαίνεται και από το ότι μέχρι πρόσφατα ήταν νόμιμη στις ΗΠΑ ή στις αποικίες των Ευρωπαίων. Πραγματική δουλεία υπάρχει σήμερα και σε ορισμένες μουσουλμανικές χώρες ή ακόμη και στην Αφρική, έστω κι αν δεν ονομάζεται έτσι. Η δουλεία πάντοτε είναι κάτι αρνητικό, αλλά η ανθρωπότητα δεν πορεύτηκε κατευθείαν σε αυτό που σήμερα θεωρούμε σωστό, αντιθέτως η πορεία της ήταν εξαιρετικά αργή. Αυτό όλο το ιστορικό σκηνικό καθιστά το τότε βήμα τρομακτικό – και η λέξη δεν είναι υπερβολική.

    Φυσικά, παρ’ όλα αυτά, έχουν γίνει τεράστιες μεταβολές στην ανθρώπινη ζωή – μόνον που για να παγιωθούν αυτά τα βήματα και να μην έχουμε πισωγυρίσματα, θα πρέπει να ολοκληρωθεί και παγιωθεί και η αντίστοιχη συνείδηση. Αντί λοιπόν για μια εύκολη κριτική, θα πρέπει κανείς να προσπαθήσει να αναλύσει τα βαθύτερα αίτια και να ψάξει για διεξόδους. Αλλά αυτό είναι το δύσκολο.

    Έτσι, ο μαξιμαλισμός συχνά καταλήγει να είναι άρνηση του ορθού, μια υποδούλωση στην αδράνεια και μια αποφυγή να αναγνωρίσουμε τους αληθινά μεγάλους ανθρώπους. Αυτό συμβαίνει, γιατί οι υπερβολικές απαιτήσεις δεν μπορούν, ούτως ή άλλως, να ικανοποιηθούν λόγω του ανθρωπολογικού υποβάθρου της κοινωνίας και, έτσι, υποσυνείδητα απομυθοποιούμε τα κοινωνικά βήματα που έχουν γίνει και μαζί με αυτά και αυτούς που τα πραγματοποίησαν, με συνέπεια να γυρνάμε πίσω στο μηδέν.

    Ευχαριστούμε για την ενημέρωση, μια και το άρθρο θέτει πάλι τους προβληματισμούς για τον άνθρωπο και την κοινωνία του και ανοίγει τη συζήτηση για τα κριτήρια που πρέπει να τη διέπουν.

    Με εκτίμηση
    Ιωάννα Μουτσοπούλου

  • Μερικά επιπλέον σχόλια πάνω στις αναφορές περί δουλείας που χρησιμοποιεί ο Έκο.

    Θα ήθελα να τοποθετηθώ επ’ αυτού διότι συνεχώς λέγονται ανακρίβειες οι οποίες οφείλονται στα λογικά άλματα που προβαίνει η χυδαία εκδοχή του ιστορικού υλισμού ως μέθοδος και ο πολιτικός φιλελευθερισμός, που καταντά ένας χείριστος κοινωνικοκεντρισμός, (η προσπάθειά μας να κρίνουμε μια κοινωνία με βάση τις αξίες που πρεσβεύει η δική μας). Αν και κάτι τέτοιο δεν είναι απόλυτα λανθασμένο, διότι στον αντίποδα του μυωπικού κοινωνικοκεντρισμού βρίσκεται ο μεταμοντέρνος σχετικισμός – ο οποίος διαστρεβλώνει και σοδομίζει κάθε έννοια αρετής και αλήθειας -, στην προκειμένη περίπτωση ο αναγωγισμός των σύγχρονων αναλυτών που απορρίπτουν την Αθηναϊκή δημοκρατία πάνω στη δικαιολογία της «ύπαρξης δούλων» τους κάνει να πετάνε το μωρό μαζί με τα σαπουνόνερα. Στην αρχαία Αθήνα κανείς δεν είπε πώς είχαν καταργηθεί οι κοινωνικές «τάξεις» μήτε οι διακρίσεις. Ασφαλώς υπήρχαν δούλοι, και οι γυναίκες ανήκαν στο πεδίο του οίκου ενώ οι μέτοικοι (μετανάστες) δεν ήταν πολίτες. Βέβαια, κανένας αρχαίος φιλόσοφος – πέρα του Αριστοτέλη – δεν φαίνεται να δικαιολογεί τη δουλεία. Άρα η δουλεία ήταν ipso facto και δεν υπάρχει κανένας λόγος για όλους/ες εμάς που θεωρούμε ότι η Αθηναϊκή δημοκρατία σημαίνει κάτι, να καθόμαστε να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες. Συνεπώς, αυτή η συγκεκριμένη κατηγορία που ο Έκο προσάπτει στον Περικλή, ότι δεν ήθελε να αναφερθεί στους δούλους, είναι αβάσιμη, άτοπη και άκυρη ιστορικά.

    Καλό θα ήταν βέβαια να γνωρίζουμε ότι ότι δουλεία υπήρχε σε όλο τον αρχαίο κόσμο. Όμως, δημοκρατία υπήρξε μόνο στην Αθήνα. Το δικαίωμα της αμφισβήτησης το κέρδισαν (κατόπιν συγκρούσεων) μόνο οι Αθηναίοι και ελάχιστα άλλα παραδείγματα έχουμε (ακόμη και στον Ελληνικό κόσμο) δημοκρατικών πολιτειών. Ακόμη και αν απορρίψουμε το Αθηναϊκό παράδειγμα γιατί «τότε υπήρχαν δούλοι ενώ σήμερα δεν υπάρχουν» (θεωρητικά τουλάχιστον) πάλι θα δούμε ότι αυτή προσέγγιση σφάλει καθώς αρνείται να αναγνωρίσει το βασικό στοιχείο της εποχής εκείνης: η συμμετοχή στα κοινά που ήταν μεγαλύτερη από ότι σήμερα. Αυτή όμως η εμμονή στη «δουλεία» που χρησιμοποιείται για να ακυρώσει την Αθηναϊκή δημοκρατία, βρωμάει μια αλληλοεπίδραση μεταξύ ενός κάκιστου ιστορικού υλισμού, πολιτισμικού φιλελευθερισμού και μετα(σο)δομισμού, όπως είπα και πιο πάνω. Δεν έχω δει πουθενά κάποια κριτική γιατί οι δούλοι στην Αθήνα ουδέποτε ξεσηκώθηκαν και από την άλλη οι περισσότερες εξεγέρσεις των δούλων σχετίζονταν περισσότερο με τη βελτίωση της κατάστασής τους παρά με την αλλαγή της ζωής τους. Πάνω σ’ αυτό θα μπορούσαν να γραφούν άπειρες αναλύσεις και μια κριτική της στάσης των δούλων πολιτικά, αλλά μάλλον βολεύει να βλέπουμε στους δούλους τα ανήμπορα όντα.

    Ξεκινώντας όμως την ανάλυση γύρω από την μορφή της άμεσης δημοκρατίας στην αρχαία Αθήνα το πιο σημαντικό στοιχείο δεν είναι ασφαλώς η ύπαρξη κοινωνικών τάξεων ή οι διακρίσεις, όσο το γεγονός πώς υπήρχε ένα αποφασιστικό κομμάτι της κοινωνίας, γύρω στα 40.000-50.000 άτομα, οι οποίοι είχαν συνειδητοποιήσει ότι είναι υπεύθυνοι για την ιστορία τους και για τους κανόνες της κοινωνίας τους και δεν είχαν αποδώσει αυτό το έργο στους θεούς, στους νόμους της ιστορίας ή της αγοράς. Οι δούλοι μπορεί να παρέμεναν δούλοι, αλλά ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο δεν τους έστελνε κανείς στον πόλεμο. Για να πολεμήσεις υπέρ των Αθηνών όφειλες να είσαι Αθηναίος πολίτης, γιατί μόνο οι πολίτες ήταν ικανοί να υπερασπιστούν την πόλη τους. Αυτό είναι το σημαντικό στοιχείο που περνάει για πρώτη φορά μέσω της αθηναϊκής δημοκρατίας. Αυτός που αποφασίζει είναι και αυτός που εκτελεί. Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ διευθυντή και διευθυνόμενου, αποφασίζοντα και εκτελεστή. Αν είναι να γίνει πόλεμος θα το αποφασίσουν οι Αθηναίοι πολίτες στη συνέλευση του δήμου και θα πολεμήσουν οι Αθηνάιοι πολίτες. Δεν θα το αποφασίσει κάποιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας που θα φύγει με το πρώτο αεροπλάνο για Αίγυπτο και θα στείλει τόνους κρέατος στα χαρακώματα. Μπορεί να υπάρχει οικονομική ανισότητα (τάξεις), αλλά αυτό που καταργείται είναι η πολιτική ανισότητα, με όποιες αυθαιρεσίες θα μπορούσε να λάβει η έννοια πολίτης εκείνη την περίοδο. Άρα, αυτό που αξίζει να κρατήσουμε από την αρχαία Αθήνα είναι ο πολιτισμός της αμφισβήτησης των δωσμένων αξιών. Μπορούσε ο κάθε πολίτης, αυτός δηλαδή που άνηκε στη σφαίρα των ελεύθερων, να εκφράσει τη διαφωνία του αναφορικά με τον τρόπο που λειτουργούσαν κάποιοι θεσμοί. Το γεγονός ότι υπήρχαν δούλοι και οι γυναίκες δεν είχαν συμμετοχή στη δημόσια σφαίρα υποδηλώνει ότι η δυνατότητα να αμφισβητηθούν κάποιες θεσμισμένες αξίες δεν είχε ακόμη αγγίξει τον γυναικείο αποκλεισμό και την δουλεία και φυσικά μας είναι δύσκολο να γνωρίζουμε τί θα γινόταν αν η Αθηναϊκή πολιτεία δεν είχε ακολουθήσει το τραγικό της τέλος, αν η δημοκρατία συνέχιζε για άλλα 800 χρόνια, δεδομένου ότι οι Σοφιστές είχαν ήδη αρχίσει να αρνούνται τη δουλεία ως θεσμό. Επίσης, στις περισσότερες τραγωδίες οι μεγαλύτεροι πρωταγωνιστές είναι γυναίκες ή γυναικείες θεότητες. Συνεπώς, καλό είναι αν ασκούμε κριτική στην αρχαία Ελλάδα να μην βάζουμε μέσα στην κριτική μας «ξένα» στοιχεία.

  • Τελικά όλοι έχουμε τις άτυχες στιγμές μας (βλ. γκάφες). Ακόμα κι ο Έκο. Ειδικά εκεί όπου θεωρεί τον Περικλή σχεδόν σύγχρονο (ή έστω αμέσως μεταγενέστερο) του Σόλωνα. Και από τη σολώνεια νομοθεσία συμπεραίνει ότι επί Περικλή υπήρχαν ακόμα δούλοι αθηναίοι στην Αθήνα.
    Αναξιόπιστη και ρηχή προσέγγιση της Αθήνας, αντάξια ενός μαρξιστή ή ενός χριστιανού. Κι όλα αυτά σε μια εποχή (2012) που έχουν κυκλοφορήσει τα σχετικά έργα / σημεία αναφοράς του Καστοριάδη, της Άρεντ, της Λέφκοβιτς, του Μπόουρα ή του Κίττο…

  • Και οι συνέπειες του πολέμου που πέφτουν πάνω στα παιδιά;Τι έχουν να πούνε γι’αυτό οι Μεγάλοι Πατέρες και οι Μεγάλες Μητέρες,είτε της Αυτοκρατορίας είτε της Αμεσοδημοκρατίας των πολιτών-οπλιτών;
    Όταν η πρόθεση είναι εξουσιαστική-υλιστική,όταν η ανάλυση είναι απλώς πολιτειακή,απλώς οικονομική,απλώς ταξική,χάνεται η ουσία.
    Εντάξει,όλοι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή οπότε είναι αναμενόμενο να γίνεται πόλεμος.Αλλά οι συνέπειες;Οι ηθικές,οι ψυχικές συνέπειες ενός πολέμου;Ή δεν έχει τέτοιες επειδή…
    Και τέλοσπάντων αυτές ποιός τις δικάζει αν όλοι τις θεωρούν…φυσιολογικές;
    Σ.Ανέστης

    • Tις δίκασε ήδη από τότε το θέατρο (κωμωδία και τραγωδία, «Λυσιστράτη»,»Τρωάδες», «Εκάβη» κλπ.) τής «Αμεσοδημοκρατίας των πολιτών-οπλιτών», αλλά και οι ίδιοι οι άμεσα εμπλεκόμενοι πολίτες/οπλίτες (όπως ο Διόδοτος του Ευκράτους, ο οποίος στην περίφημη δημηγορία του απέτρεψε τη σφαγή των κατοίκων της Λέσβου από το αθηναϊκό ναυτικό). Θεωρώ ότι από εκεί θα κατανοήσουμε την Αθήνα και όχι από τη συμπεριφορά τυχοδιωκτών και δημαγωγών (ακόμα και εκλεπτυσμένων όπως ο Περικλής).

      Το να ταυτίζουμε τη δημοκρατία με τον κάθε δημαγωγό είναι το ίδιο με το να ταυτίζουμε την ελληνική φιλοσοφία με περιθωριακούς σαν τον παπα-Σωκράτη και τον παπα-Πλάτωνα (που τους έβγαλαν από τη ναφθαλίνη οι διάφοροι ελληνόφωνοι μυστικιστές της ρωμαϊκής εποχής).
      Κι αν παρ’ όλα αυτά ο «Επιτάφιος» είναι σπουδαίο κείμενο, αυτό συμβαίνει γιατί δείχνει την συγκρατημένα ευμενή άποψη ενός μή δημοκρατικού (του Θουκυδίδη) για τη δημοκρατία.

      • Θεωρώ σύντομα και περιεκτικά όσα γράφει ο Υπνοβάτης και με αφορμή θέλω να προσθέσω πως ο πόλεμος δεν είναι κάτι ξένο στον κόσμο της ελληνικής πόλης, διαγεγραμμένο εκτός του πεδίου της βιοαντίληψης της ζωής, πόσο μάλλον δεν είναι ξέχωρος από την πολιτική. Το κατεξοχήν άλλωστε θέμα των εκκλήσιών των δήμων είναι η διεξαγωγή ειρήνης και πολέμου. Επομενως οι οπλίτες-πολίτες δεν είνα μια ξεχωριστή κατηγορία που επιβάλει μια εξωτερική σχέση (πόλεμος) στην κοινότητα (άστυ) για δικούς της ιδιοτελείς σκοπούς, αντιθετα είναι η ίδια η κοινότητα που πήρε στα χέρια της τα μέσα και τον έλεγχο της διεξαγωγής του πολέμου.

        Η διαφορά στην περίπτωση της ηγεμονικής πολιτικής των Θεμιστοκλή, Περικλή, Κλέωνα και Αλκιβιάδη ήταν πως αντιγράψανε την περσική αντίληψη περί πολέμου (τον επιθετικό ) και τον εντάξανε στην βιοσφαίρα του ελληνικού πολέμου, ο οποίος ήταν ο κατεξοχήν συντηρητικός πόλεμος (οι σπαρτιάτες είναι ο ιδεότυπος του αμυντικού, ολιγόμερου, σύντομου, με μικρές απώλειες, πολέμου ). Την κριτική στην πολιτική της φιλοπόλεμης παράταξης, όπως πολύ σωστά αναφέρει ο Υπνοβάτης, δεν θα την κάνουμε εμείς σήμερα με βάση τα κατοπτρα της δικής μας ηθικής αντίληψης περί πολέμου. Την κριτική στον ηγεμονικό πόλεμο την έκαναν οι ιδιοι οι αθηναίοι μέσα στις έριδες του δήμου. Η κριτική επομένως που κάνουμε σήμερα εμείς στον Περικλή και τον Επιτάφιο στρέφεται περισσότερο στην δκή μας εποχή, για την αφήγηση που έχει υιοθετήσει να θεωρεί ΜΙΑ δημοκρατία στα πρότυπα ΕΝΟΣ Περικλή και ΜΙΑς μορφής, αυτής που εκφράστηκε με την Δηλιακή ηγεμονία. Βέβαια σαφώς και υπάρχει δικαιολογία για αυτή την μονομερια. Ο Πελλοπονησιακός του Θουκιδιδη είναι τέτοιος συγγραφικός ογκόλιθος που δεν είναι παράξενο ότι σκέπασε με την σκιά του οποιαδήποτε άλλη πτυχή του δημοκρατικού φαινομένου.

    • Να πω την αλήθεια δεν καταλαβαίνω απόλυτα το ερώτημα που θίγεις ποιό είναι: ότι η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη; Ότι τα παιδιά πρέπει και αυτά να συμμετάσχουν στην πολιτική; Σε ό,τι αφορά το δεύτερο διαφωνώ κάθετα. Για το πρώτο: η δημοκρατία δεν είναι το πολίτευμα της μεταφυσικής του «σωστού». Είναι το πολίτευμα της ευθύνης για τους λόγους και τις πράξεις μας. Συλλογικές αποφάσεις δεν σημαίνει a priori και «ορθές» αποφάσεις. Υπ’ αυτή την έννοια, μπορούν να παρθούν και αποφάσεις λανθασμένες. Ακόμα και αν κάποιες αποφάσεις αρχικά μας φαίνονται ορθές, μπορεί η πρακτική τους εφαρμογή να μας δείξει ότι στην τελική οι ίδιες είναι καταστροφικές. Μια κοινωνική πραγματικότητα δεν υπακούει σε ορθολογικούς κανόνες· άρα το αποτέλεσμα κάποιων αποφάσεων (είτε αυτές παρθούν αμεσοδημοκρατικά, είτε κάτω από οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες) δεν μπορεί να προβλεφθεί πάντα και σε απόλυτο βαθμό. Η πολιτική (με την πραγματική έννοια του όρου) δεν είναι η σφαίρα της ασφάλειας, δεν είναι ένα safe space, όπως λανθασμένα την αντιλαμβάνεται η θεραπευτική σοσιαλδημοκρατία. Αντίθετα είναι ένα unsafe space, δεδομένης της ενδεχομενικότητας (δηλαδή της μή προβλεψιμότητας) που διαπνέει τις ανθρώπινες κοινωνικές δημιουργίες, με άλλα λόγια της fortuna, όπως θα έλεγε ο Μακιαβέλλι (μια έννοια που δεν πρέπει να την κατανοούμε μεταφυσικά, αλλά θα πρέπει να τη συνδέσουμε με το τυχαίο, το μή καθορισμένο και το μή προδιαγεγραμμένο). Η διαφορά της δημοκρατίας με τις αυτοκρατορίες είναι ότι στην πρώτη περίπτωση οι πολίτες επωμίζονται τα δικά τους λάθη και όχι τα λάθη άλλων (επαγγελματιών πολιτικών κτλ).

      Για παράδειγμα, η σφαγή των Μηλίων ήταν «σωστή» απόφαση ή «λανθασμένη»; Το γεγονός ότι ήταν λανθασμένη την κάνει μη-δημοκρατική; Άρα έχει δίκιο ο Καστοριάδης που αποκαλεί τη δημοκρατία τραγικό καθεστώς. Η διαφορά, βέβαια, με τα άλλα πολιτεύματα είναι πως η δημοκρατία μας δίνει τη δυνατότητα όχι μόνο να επωμιστούμε το βάρος των αποφάσεών μας αλλά να προσπαθούμε συνεχώς να αποτρέψουμε τα δεινά μιας δικής μας πράξης, ή να αμφισβητούμε τις αποφάσεις εκείνες που μας φαίνεται ότι οδηγούν στην ύβρη, μέσα από το διάλογο και τις ανοιχτές συζητήσεις. Άρα η άμεση δημοκρατία δεν σημαίνει μονάχα ότι ένα πολιτικό σώμα αποφασίζει και εκτελεί. Η δημοκρατία εμπεριέχει την ύβρη αλλά εμπεριέχει και την αρετή (virtue, κατά τον Μακιαβέλλι), την ανθρώπινη ιδιότητα να αντιστεκόμαστε στις καταστροφικές ορέξεις της fortuna. Στην τελική ο πόλεμος που διεξάγει μια άμεση δημοκρατία είναι μια συνειδητή επιλογή: ναι οι Αθηναίοι εισέβαλαν στη Μήλο, έπειτα από δική τους απόφαση. Έσφαξαν, σκότωσαν, λεηλάτησαν με τη δική τους θέληση και κλήθηκαν να επωμιστούν το βάρος των δικών τους ευθυνών. Δεν πήγαν σαν κρέατα στη σφαγή, μόνο και μόνο επειδή αυτό διέταξε ένας βασιλιάς.

      Για να μην έχουμε πολέμους, θα πει κάποιος, πρέπει μια κοινωνία να μπορεί να εσωτερικεύει τις αξίες (αρετές) εκείνες που τροφοδοτούν τον αλληλοσεβασμό προς όλους. Ως εκ τούτου μια άμεση δημοκρατία δεν αρκεί. Αναμφισβήτητα έτσι είναι! Όμως αυτές οι αξίες θα δημιουργηθούν από το μηδέν; Ή μήπως θα εμποτίσουν τις ατομικές συνειδήσεις πριν απ’ τις συλλογικές πράξεις; Οι αξίες λοιπόν καλλιεργούνται, δεν έρχονται άπαξ και δια παντός, και καλλιεργούνται μονάχα μέσα στον κοινό κόσμο της πράξης και της ομιλίας (χωρίς όμως αυτό να αποκλείει κινδύνους εκτροπής στην ύβρη, δεδομένης της ενδεχομενικότητας των ανθρώπινων καταστάσεων). Το να επιθυμούμε μια αμεσοδημοκρατία η οποία να ταυτίζεται με τις προγραμματικές μας θέσεις – αντιμιλιταρισμός για παράδειγμα – είναι σαν να συγκαλύπτουμε το γεγονός ότι είμαστε απλώς άλλη μια πολιτική πρωτοπορία όπου απλά ζητάμε από την κοινωνία να επικυρώσει τις αποφάσεις που ερήμην της και για το καλό της έλαβε μια επιτροπή σοφών διανοουμένων ή επαγγελματιών επαναστατών. Συνεπώς, η δημοκρατία μπορεί να μην οδηγεί πάντα εκεί που θέλουμε. Χωρίς τη δημοκρατία όμως δεν μπορούμε να πετύχουμε τίποτα. Όπως έλεγε ένας ήρωας του Wuthering Heights, η Kathy Earnshaw: «δεν μου αρέσει ο εαυτός μου, αλλά χωρίς αυτόν δεν μπορώ να ζήσω». Ως εκ τούτου, η δημοκρατία δεν είναι απλά επιθυμητή, δεν είναι απλά μέσο ή αυτοσκοπός, είναι αναγκαία, είναι απαραίτητη!

      Μια που το έφερε η κουβέντα για πολέμους και συγκρούσεις: με αφορμή την έξοδο της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση βλέπουμε να ξαναζεσταίνονται διαμάχες και διενέξεις που για πολύ καιρό είχαν ξεχαστεί και κανείς δεν έδινε σημασία σε αυτές, θεωρώντας τες παρωχημένες και ξεπερασμένες. Η Ισπανική κυβέρνηση έκανε νύξεις ότι θα διεκδικήσει το Γιβραλτάρ (το οποίο ψήφισε σχεδόν 95% παραμονή στην ΕΕ κι έτσι η Ισπανία μετέφρασε αυτή την ψήφο ως τάση διαφοροποίησης από το Ηνωμένο Βασίλειο, κάτι σαν την περίπτωση της Σκωτίας και της Βόρειας Ιρλανδίας). Οι Βρετανοί απάντησαν με πιθανή εμπλοκή (τύπου Falklands). Η Ισπανία στη συνέχεια κάλεσε την Βρετανική κυβέρνηση να «ρίξει τους τόνους» αλλά μόλις μετά από λίγες ώρες παραβίασε τα χωρικά ύδατα του Γιβραλτάρ. Δεν δύναμαι να γνωρίζω την πιθανή έκβαση της υπόθεσης, αλλά αν υποθέσουμε ότι μια άμεση δημοκρατία πιθανότατα θα οδηγούσε καί σε πόλεμο (δεν αρνούμαι κάτι τέτοιο), στην περίπτωση αυτή μπορούμε να δούμε το αντίθετο: πώς μια άμεση δημοκρατία ενδεχομένως να μπορέσει να αποτρέψει έναν πόλεμο; Ας ερωτηθούν οι κάτοικοι του Γιβραλτάρ τί επιθυμούν! Παραμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο ή έξοδο από αυτό και ενσωμάτωση με την Ισπανία (και άρα στην ΕΕ) σε ειδικό καθεστώς; Με ένα δημοψήφισμα, με μια τόσο απλή διαδικασία, ίσως τουλάχιστον να αποφευχθεί η σύγκρουση μεταξύ δύο υπερδυνάμεων, μια σύγκρουση που θα κληθούν να πληρώσουν οι ίδιοι οι λαοί (και πολύ φοβάμαι κι εμείς). Βέβαια από εδώ ξεκινά ένα άλλο ερώτημα: γιατί καμία από τις δύο πλευρές δεν θέλει να ερωτηθούν οι κάτοικοι του Γιβραλτάρ; Νομίζω η απάντηση είναι γνωστή σε όλους!

  • Μετά τα εύστοχα σχόλια του Υπνοβάτη και του Αθανάσιου πάνω στον πόλεμο, θα ήθελα να προσθέσω και εγώ έναν προβληματισμό. Όπως σωστά είπε ο Μιχάλης η δημοκρατία δεν «ξέρει» το «σωστό» από πριν». Υπάρχει αυτή η διαδεδομένη αντίληψη που συχνά ταυτίζει τη δημοκρατία, που είναι πολίτευμα (το οποίο ασφαλώς διαθέτει αρχές και αξίες), με κάποια από τις ιδεολογίες. Έτσι δημιουργείται σύγχυση ανάμεσα σε δύο διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα.

    Άσχετα όμως από το παραπάνω στη σύγχρονη εποχή συμβαίνει και κάτι ακόμη που νομίζω αξίζει να σημειωθεί. Όχι γιατί είναι κάτι το καινούργιο, αλλά κυρίως για τον βαθμό με τον οποίο εκφράζεται σήμερα. Στις συνειδήσεις των ανθρώπων είναι ριζωμένος τόσο βαθιά και τόσο πολύ ο φόβος του λάθους που μοιάζει σχεδόν όλοι μας να έχουμε αυτοεγκλωβιστεί σε έναν άλυτο γρίφο. Στην πραγματικότητα σήμερα στο δυτικό κόσμο οι πολίτες (χοντρικά) δεν είναι άμεσα «υπεύθυνοι» και επομένως δεν μπορούν να θεωρηθούν και άμεσα «ένοχοι» για τα όποια λάθη, διότι ουσιαστικά δεν αποφασίζουν αυτοί ώστε να αναλάβουν και την άμεση ευθύνη για τις επιμέρους αποφάσεις τους. Ταυτόχρονα όμως αισθάνονται ατομικά και συλλογικά, ωστόσο αρκετά μαζικά και γενικευμένα αυτόν το φόβο του λάθους που είτε έγινε, είτε θα γίνει στο μέλλον. Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους, ένας από αυτούς είναι ότι όταν αποφασίζουν οι ολίγοι είναι πολύ λογικό (όχι ηθικό) αυτοί να μην θέλουν να μοιραστούν την αίγλη των «σωστών» αποφάσεών τους με τους πολλούς (ίσως αυτό να είναι και δίκαιο από τη σκοπιά τους). Αντιθέτως όταν λάβουν μια λανθασμένη απόφαση προκύπτει (και όχι με τρόπο μαγικό) μια σχεδόν αυτοματοποιημένη τάση, η ευθύνη αυτής της απόφασης, να μετακυλήσει κατά κάποιο τρόπο προς τους πολλούς ή έστω να γίνει μια «δίκαιη» μοιρασιά. Έτσι τελικά αυτό που κυριαρχεί είναι ένας φόβος που έχει δημιουργήσει μια παράδοξη και νοσηρή κατάσταση όπου φαινομενικά (γιατί στην πραγματικότητα αυτό δεν ισχύει, το αντίθετο μάλιστα) είναι όλοι κερδισμένοι (win-win situation) σε ένα απολύτως απρόβλεπτο και γεμάτο ενδεχομενικότητες «παιχνίδι» το οποίο όμως παίζουν αριθμητικά ελάχιστοι. Δηλαδή οι πολλοί δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη της απόφασης (καθώς περιορίζονται στο να ψηφίζουν αντιπροσώπους) και ασχολούνται κυρίως (ή και μόνον) με τον βιοπορισμό, τον πλουτισμό την κατανάλωση ή με την σωτηρία της ψυχής ή με άλλα πνευματιστικά, καλλιτεχνικά και μεταφυσικά θέματα. Ενώ οι λίγοι (άσχετα εάν ασχολούνται με τα μεταφυσικά τους ή όχι) είναι ενεργοί «παίχτες» (αυτοί νοούνται ως πολιτικοί και οικονομικοί παίχτες και άτομα υψηλής επιρροής). «Παίχτες» που μάλιστα κάποιες φορές θεωρούνται και αυτοπροσδιορίζονται ως άκρως ηθικά στοιχεία και όντας διαμορφωμένοι μέσα και από την παραπάνω «δυναμική», αισθάνονται φορείς του καλού και του ηθικού και του σωστού (ή ενός ανώτερου σχεδίου) και νοιώθουν ότι θέτουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία της κοινωνίας. Και προσθέτω (ανεξάρτητα από το εάν οι παραπάνω αυταπατώνται ή όχι) ότι καλά κάνουν, από τη στιγμή όπου το «παιχνίδι» αφορά του ολίγους. Αυτή που προσπάθησα να περιγράψω είναι μια ριζική διαφορά σε σχέση με την αρχαία Αθήνα της δημοκρατίας και ο Επιτάφιος αξίζει, εκτός των άλλων, γιατί συμβάλει και στην ανάδειξη και ερμηνεία τέτοιων διαφορών.

    Όλα αυτά φυσικά μοιάζουν (και είναι) απλουστευτικά καθώς δεν λαμβάνονται υπόψη πολλές ιστορικές και άλλες παράμετροι, όμως αξίζει να δούμε πόσο συχνά και «προληπτικά» επαναλαμβάνεται αυτή η «καλλιέργεια» (ίσως ο όρος ανατροφοδότηση να είναι πιο δόκιμος σε αυτή την περίπτωση) αλλά και η αίσθηση του φόβου για τη λανθασμένη απόφαση και από τις δύο πλευρές, δηλαδή τόσο «από τα πάνω» όσο και «από τα κάτω». Έτσι για παράδειγμα στο ενδεχόμενο να κληθούν οι πολίτες του Γιβραλτάρ να αποφασίσουν μέσω ενός δημοψηφίσματος, το πρώτο «χαρτί» που θα παιχτεί είναι νομίζω αυτό το φόβου.

    Κατά τη γνώμη μου σήμερα αυτό που παρουσιάζει πραγματικά τεράστιο ενδιαφέρον είναι το πώς συμπεριφερόμαστε ως πολίτες (έχοντας κατά νου τον παράγοντα φόβο) όταν τελικά κληθούμε όντως να αποφασίσουμε πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα (όπως με ένα δημοψήφισμα). Ή στην καλύτερη εκδοχή όταν «αποφασίσουμε να αποφασίσουμε» εάν διαθέτουμε τους κατάλληλους θεσμούς. Μπορεί οι περισσότερο συνηθισμένοι στην άμεση συμμετοχή σε πολιτικές αποφάσεις να είναι πιο τολμηροί, ενώ ταυτόχρονα να αντιδρούν λιγότερο σπασμωδικά ή «αντιδραστικά», μπορεί επίσης να έχουν καλύτερη και ευρύτερη αντίληψη του παράγοντα «χρόνος» στην πολιτική… Αυτές φυσικά είναι υποθέσεις που είναι πολύ δύσκολο να επαληθευτούν.

  • Εάν κάποιος που γεννήθηκε σε μια έρημο πάει σε κάποιον που γεννήθηκε σε μια όαση και του ζητήσει νερό και εκείνος δεν του δώσει,πρέπει ο πρώτος να κάνει κάτι,δηλαδή να χύσει αίμα, για να πιεί νερό;
    Αυτός που κατοικεί στην όαση μπορεί να πεί,ή να υπαινιχθεί…<>.
    Ο άλλος μπορεί να απαντήσει:<>
    <>
    <>
    <>
    Και κάπου εκεί,ο ένας από τους κρυφούς συνομιλητές ψιθυρίζει στον εαυτό του πανιγυρίζοντας:<>

  • Ας το κάνουμε πιο συγκεκριμένο άλλα από την ανάποδη. Εάν κάποιος που γεννήθηκε σε μια όαση και η κλιματική αλλαγή του την μετατρέψει σε έρημο εάν αυτός πάει να ζητήσει νερό από μια πιο ήπια έρημο και δεν του δοθεί, τότε τι πρέπει να γίνει; Να χυθεί αίμα για το ελάχιστο νερό της ήπιας ερήμου; Να ερημοποιηθεί πλήρως και η ήπια έρημος και όλοι τους να έχουν έναν τραγικό θάνατο από αφυδάτωση και έτσι να μη χυθεί στάλα αίμα; Να αφυδατωθούν οι πρώτοι γιατί προηγουμένως είχαν όαση και έχουν στο παρελθόν γκανιάσει από το νερό; Να πάρουν οι πρώτοι το λιγοστό νερό των δεύτερων; Εάν πάλι πάει ο νεοδιψασμένος σε μια περιοχή που είναι ακόμη όαση τι πρέπει να γίνει; Να ξεκινήσει το παραπάνω γαϊτανάκι για μεγάλη ποσότητα νερού αυτή τη φορά; Ή να γίνει κάτι άλλο; Άντε τώρα να βρει κανείς και τον κρυφό συνομιλητή…

  • Και κάπου εκεί έρχεται η μεγάλη έμπνευση.Δεν ισχυρίζεται πως κατέχει την πανάκεια(ούτε για τα επιστημονικά ούτε για τα ηθικά ζητήματα-άλλωστε το νόημα το ανακαλύπτουμε σιγά σιγά) αλλά λέει:
    -Αφήστε τον θεό ή τους θεούς στην ησυχία τους και στις εργασίες τους ηλίθιοι,βρήκα έναν τρόπο να έχουμε όλοι νερό.Οπότε τώρα θα μάθουμε και ποιοί είναι άπληστα καθάρματα.
    Τι γεννά όμως την επιστημονική σκέψη;Η ποιότητα των σκέψεων και της ηθικής και των προθέσεων,γεννά και την ανάλογη επιστήμη ή αυτό αφορά απλώς τη χρήση της;Πρέπει να κατανοείς εις βάθος το υπαρξιακό μαρτύριο για να αναπτύξεις επιστημονική σκέψη;Αυτοί που δεν την ανέπτυξαν ήταν υπαρξιακά κατώτεροι και άρα δικίως μετατράπηκαν σε σκλάβους;Όχι δεν ήταν!
    Ιδού πως το πνεύμα της κοσμολογικής καταγγελίας και του μίσους δηλητηρίασε ακόμα και την επιστήμη,οδηγώντας σε γενοκτονίες,στα βιολογικά και πυρηνικά όπλα!Και ο μολυσμένος,υβριστικός 20ος αιώνας απειλεί και τον 21ο.
    Όσο για τους κρυφούς συνομιλητές,αυτοί μπορεί να είναι «απλώς» κορυφώσεις.
    Να σημειώσω πως τούτη η κουβέντα για μένα είναι αφάνταστα ψυχαγωγική-όχι διασκεδαστική,μην παρεξηγηθούμε.Διαπίστωσα επίσης πως το παραπάνω σχόλιο μου δεν φαίνεται κανονικά.Υποθέτω πως υπάρχει κάποια αυτοματοποιημένη διαδικασία όταν γίνεται χρήση κάποιας βρισιάς.Παρακαλώ να περάσει διότι η χρήση της είναι λογοτεχνική,για να μην υπάρχει περιττή επισημότητα και για άλλους λόγους.
    Εγώ είμαι υπέρ της άμεσοδημοκρατίας αλλά αν κάποιοι είναι κανίβαλοι,θα συμφωνήσουμε πως το ουσιαστικότερο δεν είναι πως κάποιοι κανίβαλοι έχουν αναπτύξει την αμεσοδημοκρατία αλλά το γεγονός πως είναι κανίβαλοι…Ας πούμε δηλαδή πως η οικογένεια Μπίν στη Σκωτία που σκότωναν και έτρωγαν περαστικούς,δεν μας ενδιαφέρει αν κάναμε αμεσοδημοκρατικές συσκέψεις έτσι;

    • Τότε ας επινοήσουμε -άλλη- μια απόλυτη «αλήθεια» (ας την πούμε «αντικανιβαλική») και ας την επιβάλουμε με τον γνωστό τρόπο που έχουν επιβληθεί όλες οι προηγούμενες. Έτσι δεν θα έχουμε ανάγκη ούτε τη δημοκρατία, ούτε τον φασισμό/κοινοβουλευτισμό, ούτε κανένα άλλο πολιτικό σύστημα. Γιατί να σπαζοκεφαλιάζουμε άλλωστε, όταν κατέχουμε την απόλυτη και μοναδική «αλήθεια»;

  • Μα Υπνοβάτη,εγώ δεν μίλησα για κάποια απόλυτη αλήθεια.Ειδικότερα η πολιτειακή «μου» πρόταση είναι μια σύνθεση κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και δομών αμεσοδημοκρατίας(και για τα σοβαρά και για τα δευτερεύοντα θέματα).Να σου κάνω μια ερώτηση όμως;Να κάνω μια ερώτηση γενικά:αφού υπάρχουν μορφές ζωής κατώτερες από τον άνθρωπο,είναι πιθανό/δυνατό να υπάρχουν και ανώτερες;

    • Ούτε η πολιτειακή σου πρόταση διασφαλίζει την κοινωνία από την ανάδυση του κανιβαλισμού. Θα έλεγα μάλιστα ότι την ενθαρρύνει, αν κρίνουμε από την κατάσταση στην Ελλάδα όπου 2+ εκατομμύρια ζωντανοί νεκροί (άνεργοι «εγγεγραμμένοι» και μή, κωπηλάτες σε διάφορες εργασιακές γαλέρες, άστεγοι, νεομετανάστες κλπ. – δηλ. κατά κανόνα το πελατειακώς έκθετο κομμάτι της κοινωνίας) θυσιάστηκαν απροσχημάτιστα, για να διαφυλάξουν κάποιοι άλλοι (πελατειακώς προστατευμένοι – και επίσης εκατομμύρια) τα ευρώ στα στρώματά τους.
      Μάλιστα, αν σε ένα υποθετικό δημοψήφισμα επικρατούσαν οι «μαίνουμαι εβρόπι», ο κανιβαλισμός θα επικυρωνόταν και με … κοινοβουλευτικώς εκπορευόμενες δομές «αμεσοδημοκρατίας».

      Πιστεύεις ότι κάτι τέτοιο (δηλ. το να αφεθεί ένα κομμάτι του πληθυσμού -και μάλιστα το εκλεκτότερο- σαν σκυλί στην τύχη του) θα ήταν ποτέ δυνατόν να συμβεί σε μια ελληνική πόλη, όπου υπήρχε έμπρακτη ταύτιση ατομικού και συλλογικού συμφέροντος; Όπου το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας (με εξαίρεση κάτι μίζερους τυραννόφιλους, αριστοκρατικούς ή ολιγαρχικούς σαν τους μαθητές του Σωκράτη) αντιλαμβανόταν το συμφέρον του ως κοινό, διαφωνώντας μόνο ως προς τον τρόπο εξυπηρέτησης αυτού του συμφέροντος; Όπου η μειοψηφία ενός δημοψηφίσματος διασφαλιζόταν θεσμικά, ώστε να μην υποστεί τις συνέπειες της εκλογικής ήττας της; Π.χ. αν σε ένα δημοψήφισμα αποφασιζόταν ότι ήταν αδύνατον το αθηναϊκό πεζικό να προστατεύσει τους κατοίκους παραμεθορίων περιοχών της Αττικής σε περίπτωση εισβολής, αυτοί μεταφέρονταν εντός των τειχών της Αθήνας και αποζημιώνονταν για τις λεηλατημένες περιουσίες τους από τον υπόλοιπο πληθυσμό που δεν είχε πληγεί.

      Άρα;

  • Για την χαρά και μόνο να συμμετάσχω σε ερωτήματα τα οποία δεν έχουν πρόδηλη αιτία να τεθούν – άρα δεν μπορεί παρά να είναι μόνο ευπρόσδεκτα- θα τολμήσω μια απάντηση: Με βάση τον δυισμό του Πλάτωνα σώματος – πνεύμα και το κεφάλαιο Α’ στ. 1-2 «εν αρχή…» της Γένεσις. Υπάρχουν τα οποία μάλιστα ανήκουν στον χώρο της μεταφυσικής και λέγονται όντος Ον ή Θεός.

  • Λοιπόν διαπιστώνω πως έχουνε μπεί παιχταράδες στην κουβέντα,τελειώσα κάτι διατάσεις που έκανα(ψαλμούς,απαγγελίες ποιημάτων,-τέτοιες εννοώ-έσφιξα και εκατό φορές και τα δάκτυλα των ποδιών όπως πρότεινε ο Τέσλα-όλο και κάτι θα ήξερε και αυτός)και πάμε:
    Λοιπόν,λοιπόν,λοιπόν,εγώ δεν θέλω οι δομές αμεσοδημοκρατίας να εκπορεύονται από την κοινοβουλευτική δημοκρατία.Η πρόταση μου είναι πιο συγκεκριμμένη ώστε να επιτυγχάνεται μια Χρυσή Τομή(και με άλλους θεσμούς και δομές μιας Πολιτείας,Πολιτείας και όχι κράτους) αλλά παραμένει σημείο κλειδί οι προθέσεις,τα κίνητρα,η ποιότητα,η αξία.Δηλαδή ένα απόφθεγμα που μου ήρθε πρόσφατα από τη διαλεκτική εξέταση και μελέτη(συμπεριλαμβανομένης αυτής της κουβέντας,φυσικά,χαχα) ήταν το εξής:Η θέληση δεν καθορίζει την ποιότητα.Ο Χίτλερ είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.Στο βάθος των πράξεων του Χίτλερ υπήρχε μια καταγγελία και το Μίσος.Ένα ‘»εγώ» που δεν είχε εξελιχθεί;,Ή ένα »εγώ»που είχε εξελιχθεί,μεταμορφωθεί σε λύκο;Ήταν εξαρχής μοιραίο αυτό;Ας μην πάμε εκεί ακόμα.Η πρόθεση του να διεκδικήσει την Απόλυτη Δύναμη μέσω της πρόσβασης του στην εξουσιαστική-υλιστική δυνατότητα αυτό το νόημα έχει.Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με όλους αυτούς τους δισεκατομμυριούχους που,μεταξύ άλλων, θέλουν να μειώσουν την βιοπολιτική δυνατότητα όλων των άλλων και να τους δουν να καταστρέφονται νοοσυναισθηματικά.Διότι αν ο σκοπός τους ήταν απλώς να να μην επηρεάζονται από την εξουσιαστική δυνατότητα των άλλων τότε γιατί επιμένουν να διεξάγουν ταξικό πόλεμο αφού…απελευθερώθηκαν;Μια πολύ μέτρια μπλόφα απόμεριάς τους στην πραγματικότητα.Συνεπώς το πολιτειακό είναι φοβερά σημαντικό ζήτημα αλλά παρόλα αυτά δευτερεύον.Ομοίως και η οικονομία.Καίτοι φοβερά σημαντική,δευτερεύουσα.Δηλαδή για μένα όλες αυτές οι οικονομίστικες αναλύσεις είναι γελοίες και παραπλαντικές,δηλαδή ακυρώνουν ακόμα και έξυπνους και ενσυνείδητους ανθρώπους που θα μπορούσαν να κάνουν πέντε δέκα έξυπνες προτάσεις στην κοινότητα σε σχέση με οικονομικά εργαλεία και τακτικές.
    Ο Πλάτωνας στεναχωρήθηκε(και τσαντίστηκε)πάρα πολύ με την καταδίκη του Σωκράτη και οι Αθηναίοι μάλιστα δεν έπρεπε να τον καταδικάσουν σε θάνατο.Αλλά στη σκέψη του Πλάτωνα(και στον μύθο του Σπηλαίου με τις σκιές)υπάρχουν βασικά στοιχεία του χριστιανισμού που αργότερα επικαιροποιήθηκαν με ρήσεις όπως Το βασίλειο τούτο,των σκιών, δεν είναι του πατέρα μου και άλλες.
    Σχετικά με αυτά που λέει ο Υπνοβάτης για το πελατειακό σύστημα,συμφωνώ.Πρόκειται για ειδεχθές έγκλημα και υπάρχει μια ολόκληρη σύνθεση λόγων,μεταξύ άλλων και γεωπολιτικοί,γεωστρατηγικοί.Αλλά πρέπει να αποφύγουμε την παγίδα μιας εμφύλιας σφαγής διότι το παιχνίδι είναι στημένο από αδίστακτα καταραμένα καθάρματα που έχουν ήδη ξεκοκαλίσει δεκάδες χιλιάδες παιδιά,μεταξύ άλλων.
    Και για να ρίξω λίγο τους τόνους:μα κ.Γεωργιλά,αν μιλήσουμε για μεταφυσική θα πρέπει να ορίσουμε και την προφυσική.Άρα ας κουβεντιάσουμε,μεταξύ άλλων,»απλώς»για φυσική.Ορίστε,να προσθέσω ένα «ίσως»:Ίσως,αναζητώντας κάποιος τον θεό,να βρεί τον Άνθρωπο.Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει θεός,ή θεοί.
    Αφήνω χώρο για τη συνέχεια με μια πρόταση:Η εξαιρετική σελίδα το Νόστιμον Ήμαρ που συνεργάζεται με την αξιόλογη εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς σήκωσε ξανά στην αντίληψη μας(όπως έχουν κάνει και άλλοι,εφημερίδες και σελίδες και μπλόγκς-και είναι προς τιμήν τους) το μεγάλο ζήτημα του κ.Θεοφίλου.Δηλαδή εδώ έχουμε ένα φοβερά σημαντικό ζήτημα όπου ένας αθώος κινδυνεύει να βρεθεί στη φυλακή επειδή…κάποιος πήρε ένα τηλέφωνο και είπε κάτι.Ούτε στην Τουρκία δεν συμβαίνουν τέτοια πράγματα!Το γεγονός και μόνο της σύλληψης του είναι προβληματικό αν έγινε με βάσει κάποιο τηλεφώνημα!Ανήκουστα πράγματα!Δηλαδή θα τηλεφωνούμε στην αστυνομία και θα λέμε ο τάδε είναι τρομοκράτης και θα μπλέκουμε κάποιον;Και διαπιστώνω πως τα κόμματα(δεξιά και αριστερά),κατά το κοινώς λεγόμενο…κάνουν λίγο το κορόιδο ή έχουν το ζήτημα πολύ χαμηλά στην κοινωνικοπολιτική ατζέντα.Να λοιπόν ένα πολλαχώς κρίσμο και ουσιώδες ζήτημα.Η πρόταση μου είναι να ανεβάσουμε το θέμα ψηλά στην κοινωνικοπολιτική ατζέντα.

  • Φίλε Σ. Ανέστη, αυτό που θέλησα να πω είναι ότι η δημοκρατία (ενν. η άμεση, δηλ. η χωρίς κυβέρνηση και «αντιπροσώπευση») είναι μεθοδολογική και όχι ηθική ή ιδεολογική αρχή.
    Από εκεί και πέρα ο καθένας μπορεί να έχει τις αντιρρήσεις του γι’ αυτήν, βάσει του εάν εκπληρώνεται η δική του πρωταρχική ηθική ή ιδεολογική αρχή (ή τέλος πάντων αυτό που τον «πονάει» περισσότερο).

    Ας πούμε, εσύ λες ότι η δημοκρατία δεν προστατεύει από την εμφάνιση του κανιβαλισμού. Κάποιος άλλος μπορεί να πει ότι δεν προστατεύει από την εμφάνιση του φασισμού (π.χ. μια συνήθης «αποστομωτική» ερώτηση αναρχικών: τί θα συμβεί αν μια υποτιθέμενη σημερινή εκκλησία του Δήμου αποφασίσει να καταργήσει η ίδια τη δημοκρατία της και να εγκαθιδρύσει τον ναζισμό;). Κάποιος θρησκευόμενος μπορεί να πει ότι η δημοκρατία δεν προστατεύει από την εμφάνιση τής αθεΐας (… ή της «σεξουαλικής αποχαλίνωσης»). Κάποιος κομμουνιστής μπορεί να πει ότι δεν προστατεύει από την εμφάνιση της ιδιοκτησίας. Κι εγώ μπορώ να ισχυριστώ ότι η δημοκρατία δεν προστατεύει τους ανθρώπους από τις ερωτικές απογοητεύσεις :)

    Ωστόσο η δημοκρατία δεν είναι για να εξυπηρετεί τις απόλυτες αλήθειες του κάθε πικραμένου. Η δημοκρατία (όπως τη συνέλαβαν οι ιδρυτές της) είναι μια μεθοδολογική συνθήκη που θέτει διαρκώς υπό αίρεση κάθε θεωρούμενη ως αλήθεια, ακόμα και τις θεωρούμενες ως αυτονόητες (θα έλεγα μάλιστα, ειδικά αυτές).

    Η δημοκρατία δεν είναι ιδεολογία/θρησκεία για να εκκινήσει από κάποια οποιαδήποτε αυθαίρετη «πρωταρχικότητα». Γι’ αυτό μόνο η δημοκρατία είναι δημοκρατία, ούτε ο αναρχισμός, ούτε ο μαρξιστικός κομμουνισμός, ούτε ο χριστιανισμός, ούτε ο κοινοβουλευτισμός, ούτε κανένα από όσα ιδεολογικο-θεολογικά συστήματα ξέρουμε. Η δημοκρατία νομιμοποιείται να θέσει υπό αίρεση ακόμα και τον εαυτό της (κάτι που δεν μπορεί να το κάνει καμμία ιδεολογία ή θρησκεία), και θα «κολώσει» στις ηθικο-ιδεολογικές εμμονές τού καθενός μας;

    Και ναι, είναι ένα πολίτευμα που πρέπει να ισορροπεί σε τεντωμένο σκοινί, κινδυνεύοντας ανά πάσα στιγμή να πέσει στην Ύβρι (π.χ. σε αυτό που αποκάλεσες κανιβαλισμό). Ας επισημάνω όμως ότι είναι και το μόνο πολίτευμα που μπορεί επίσης να ΜΗΝ πέσει στην Ύβρι, σε αντίθεση με όλα τα άλλα που συνήθως υπάρχουν και λειτουργούν διαρκώς μέσα σ’ αυτήν. Ακριβώς γι’ αυτό, είναι το μόνο πολίτευμα που αναβαθμίζει τους ανθρώπους σε όντα απολύτως και αποκλειστικώς υπεύθυνα για τις επιλογές τους. Από εκεί και μετά, όποιος φοβάται μπορεί να βολευτεί στην ασφάλεια της απόλυτης αλήθειας του.

  • Υπνοβάτη νομίζω ότι η έκφραση «μεθοδολογική συνθήκη» κατά κάποιο τρόπο, υποτιμά τη δημοκρατία. Δεν λέω ότι μπορεί ρητά να θεωρηθεί λανθασμένη γιατί η δημοκρατία διαθέτει χαρακτηριστικά μεθοδολογικής συνθήκης. Όμως έτσι (και εδώ αναφέρομαι στο συγκεκριμένο σχόλιό σου) παραβλέπουμε το γεγονός ότι η δημοκρατία κατά κύριο λόγο είναι ένα αξιακό οικοδόμημα (μια επινόηση αξιών). Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι -όπως καθετί που έχει παράγοντα τον άνθρωπο- μπορεί να υποπέσει σε ύβρη, η δημοκρατία δεν είναι κυρίως μέθοδος. Επιπροσθέτως, κατά τη γνώμη μου, η δημοκρατία δεν είναι μόνον αξιακή επινόηση αλλά και «ρεαλιστική ιδέα» με την έννοια ότι είναι ένα πολίτευμα που έχει μια a priori (έστω και ατελή) «επίγνωση» των αντιφάσεων και των παραδόξων, αλλά και των αδυναμιών και των αρετών που εκφράζονται μέσα στις κοινωνίες. Έτσι (όπως σωστά είπες) πολλές ιδεολογίες όπως ο αναρχισμός αλλά και ο μαρξισμός (και πάνω από όλα ο Πλάτων) φαντάζονται και σχεδιάζουν μια ιδανική κοινωνία (ή ο καθένας μια άλλη ιδανική κοινωνία…τη δική του). Όμως όλες αυτές οι «ιδανικές» κοινωνίες στην πραγματικότητα είναι συνθέσεις μεγαλύτερων και μικρότερων αυταπατών που καταλήγουνε να είναι μικρότερα ή μεγαλύτερα ψέματα που στηρίζονται σε κάποιες γενικές «βαρυσήμαντες» αλήθειες. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι η δημοκρατία είναι «μεθοδολογική συνθήκη», «αξιακή επινόηση» αλλά ταυτόχρονα και ρεαλιστικό «πρόταγμα». Επομένως κάτι πολύ περισσότερο από μια καλοσχεδιασμένη μεθοδολογία.

    • Ok, δεν θα διαφωνήσω με την επαύξηση που κάνεις της έννοιας. Ήθελα απλώς να επισημάνω ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να αξιολογείται (ή/και να βαθμολογείται) με βάση τις ηθικο-ιδεολογικές «πρωταρχικότητες» του καθενός.
      Προσωπικά πάντως, με γοητεύει ιδιαιτέρως το μεθοδολογικό της στοιχείο και γι’ αυτό έδωσα εκεί την έμφαση.

  • Υπάρχουν κάποια ενδιαφέροντα συγγράματα από έλληνες νομοθέτες του 19ου αιώνα τα οποια πιστεύω πως καθε ένας που θέτει ερωτήματα για την φύση της δημοκρατίας θα όφειλε να τα μελετήσει. Επειδή όμως εδώ κάνουμε σχολιασμούς και όχι γράφουμε κείμενα, θα περιοριστώ να πω ότι ο Αργυρόπουλος Π. σχολιάζοντας τον νόμο του Όθωνα που κατήργησε τις κοινότητες, έγραφε το 1843: «αν ο άνθρωπος δημιούργησε τους νόμους και τα κράτη, είναι ο Θεός που δημιούργησε τον δήμο», θέλοντας να δώσει έμφαση στην διαπίστωση πως η δημοκρατία δεν είναι ούτε καν μια μεθοδολογική αρχή αλλά πολύ περισσότερο μια «προφυσική κατάσταση». Απο όλα τα πολιτευματα που μπορείτε να σκεφτείτε η δημοκρατία είναι το αυθεντικό συντηρητικό πολίτευμα. Είναι στην κυριολοεξία ο εθιμικός τρόπος του ανθρώπινου είδους. Αυτά που λέγονται περί «ανακάλυψης της δημοκρατίας κάτω από τον βράχο της ακρόπολης» δυστυχώς είναι υπερβολές που τις έχουν ενστερνιστει ακόμα και δημοφιλείς φιλόσοφοι της αυτονομίας.

    Το σύστημα διαίρεσης του κράτους σε δήμους που οι δήμαρχοι τους «απέναντι στην κεντρική εξουσία του κράτους είναι δούλοι και απέναντι στους δημότες τους τύραννοι» ο Γεώργιος Αγγελόπουλος το ειχε ήδη χαρακτηρίσει από το 1879 ένα τερατούργημα που «χαύνωσε τους έλληνες». Φανταστείτε, εαν ήδη από το 1879 ο λαός θεωρούταν αποχαυνωμένος τι ματαιότητα είναι να μιλάμε σήμερα για οιποιαδήποτε ειδους δημοκρατία (με όσα επιθετα και συνδυασμούς θέλετε ). Η δημοκρατία είναι ένας κατεξοχήν εδαφικός προσδιορισμός. Δεν μπορει να υπάρχει δημοκρατία-παρά μόνο ως καρικατουρα- σε μεγάλα, ή αφηρημένα, ή ηλεκτρονικά μεγέθη (σαν την δημοκρατία του διαδυκτίου). Τα μεγαθήρια της ελληνικής νομοθεσίας του 19ου αιωνα -απαράμιλλοι για τα σημερινά δεδομένα- δεν ήταν τίποτα μητσοτάκιδες που θελανε να στερήσουνε τους έλληνες από το φυσικό τους δικαιωμα να ορίζουν δημοκρατικά τον εγγύς τους χώρο (κοινότητα), αλλά βρέθηκαν μπροστά σε ένα πρακτικό πρόβλημα: πως είναι δυνατό σε συνθήκες επικράτειας κράτους να υπάρξει δημοκρατικό πολίτευαμα; Καθώς δεν ήταν καθόλου λαικιστές και πιο ειλικρινείς από τους τιποτένιους που μας κυβερνάνε σήμερα, αποφάνθηκαν χωρίς περιστροφές πως από το πρόβλημα του γόρδιου αυτού δεσμού η μόνη λύση ήταν να κοπεί ο κόμπος με σπάθα και την «μερίδα του λέοντος να την πάρει το κράτος».

    Ταπεινή μου γνωμη είναι πως οποιαδήποτε συζήτηση για δημοκρατία εντος των ορίων του έθνους-κράτους υποφέρει από το ατύχημα να μπαίνει το κάρο μπροστά από το βόδι. Κανονικά πρέπει να συζητάμε τι σοι πόλισμα θελουμε να έχουμε. Αν αυτό είναι η επικράτεια των δέκα εκατομμυρίων τότε έχεις τον Τσίπρα που σε αξίζει και πρέπει να δηλώνεις και ευχαριστιμένος. Εαν όμως αρχίσουμε να διεκδικούμε πολιτική ελευθερία για δήμους, επαρχιες, νησιά, κορφοβούνια κλπ τότε σε ευτές τις «εδαφικές ελεθερίες», και ανάλογα πάντα το μέγεθος τους, το πολίτευμα που τις προσομοιάζει είναι πάντα στην μικρότερη επικράτεια η μεγαλύτερη δημοκρατία.

  • Ξέρεις Αθανάσιε είναι άλλο πράγμα να μιλάμε για αυτό που ήταν η δημοκρατία στην αρχαία Ελλάδα και άλλο να μιλάμε για την πολιτική οργάνωση κατά τις απαρχές του ελληνικού κράτους (δηλαδή μέσα από τα στοιχεία της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας). Όπως είναι άλλο να μιλάμε για αυτό που θα μπορούσε ή κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να είναι σήμερα ο εκδημοκρατισμός. Φυσικά έχεις απόλυτο δίκιο όταν λες ότι αυτό που ζούμε ακόμη και σήμερα έχει αιτιάσεις και ρίζες στην μετεπαναστατική περίοδο (και κυρίως στη διάλυση της αυτονομίας των δήμων). Κατά τη δική μου γνώμη αυτό που συνέβη στην αρχαία Αθήνα δεν μπορεί, εκ των πραγμάτων, να επαναληφθεί. Αυτό μάλιστα θα συνιστούσε την μεγαλύτερη αυταπάτη όλων των εποχών. Όμως η δημοκρατία δεν παύει να είναι πηγή έμπνευσης αλλά και σημείο αναφοράς. Το ζήτημα του μεγέθους (χωρικού και πληθυσμιακού) γνωρίζεις καλά ότι είναι διαχρονικό και έχει απασχολήσει όλους τους μεγάλους στοχαστές από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Ρουσσώ, την Άρεντ και τον Καστοριάδη. Ασφαλώς «το μικρό και το κοντά μας» συναρτάται και με το «δημοκρατικότερο». Εδώ ανοίγει το θέμα της αυτονομίας αλλά και της ομοσπονδοποίησης που όμως κινδυνεύει πάντα να καταλήξει σε συγκεντρωτισμό και άλλα μεγάλα ζητήματα. Αλλά μιας και μιλάμε γενικότερα για εκδημοκρατισμό θα ξεφύγω και εγώ από τις θεωρητικολογίες ή τουλάχιστον από αυτά που θεωρώ επόμενα «βήματα». Θα έρθω πιο κοντά στο σήμερα και θα θυμίσω μια φράση του Καστοριάδη.

    «Στην Ελλάδα πολλοί είναι έτοιμοι να σκοτωθούν επειδή ο διαιτητής σφύριξε άδικα κατά την άποψή τους ένα πέναλτι, δεν είναι διατεθειμένοι όμως να κουνήσουν το δακτυλάκι τους για τα σκάνδαλα που συγκλονίζουν σήμερα την Ελλάδα και για τα οποία δεν έγινε ούτε μια διαδήλωση δεκαπέντε ατόμων»

    Αυτά ο Κορνήλιος τα είπε την εποχή που έσκασε το σκάνδαλο Κοσκωτά το 1989 και έπειτα τα ζήτημα Οτσαλάν το 1999. Πέρα λοιπόν από τα θεωρητικά ζητήματα για εμένα το πρώτο «βήμα» (εάν τελικά μπορεί να ειπωθεί έτσι) είναι η έξοδος από αυτό το τέλμα της πολιτικής υστέρησης και της αδράνειας που καλά κρατεί. Και δεν υπονοώ διαδηλώσεις και νέες πλατείες, αλλά μια βαθιά βουτιά των ανθρώπων μέσα στην πολιτική, στην ουσία της πολιτικής ελευθερίας. Έτσι αυτά που έγραψες παραπάνω για δήμους και επαρχίες θα αποκτήσουν νόημα.

  • Για να πειράξω λίγο τον κ.Κουτσαντώνη θα πώ…μα και βέβαια πάνω άπ’όλα ο Πλάτων!Να σας πω τι θεωρώ αξία και αρχή φίλοι,να σας πω ένα από τα συμπεράσματα μου.Να συνυπάρχουμε λεύτεροι.Αυτό είναι φοβερά δύσκολο βέβαια.Διότι εξανθρωπιζόμαστε σιγά σιγά και αρχίζουμε να εξανθρωπιζόμαστε όταν αρχίζουμε να σκεφτόμαστε πως θα συνυπάρξουμε έξω από τα πλαίσια του δίκαιου του ισχυρότερου,των ενστίκτων της κτητικότητας κ.ο.κ.Και αυτό όχι ένεκα κάποιας αδυναμίας μας.Μια δημοκρατική Πολιτεία-και όχι γενικώς και αορίστως μια Πολιτεία- είναι απαραίτητο στοιχείο της σύνθεσης.Εκεί έσφαλλε ο Πλάτων.Από την άλλη βέβαια,αν δούμε ένα παιδί να κατευθύνεται με το ποδήλατοτου προς έναν γκρεμό,καλό είναι να κάνουμε κάτι να το σταματήσουμε κι ας θεωρήσει αυτό ότι το αδικήσαμε και δεν σεβαστήκαμε δημοκρατικά την επιθυμία του να κατευθυνθεί προς τον γκρεμό.Θα μας συγχωρέσει αργότερα-ή μπορεί και όχι.Στην περίπτωση που δεν μας συγχωρέσει μπορούμε να αρχίσουμε τα κυνικά ανέκδοτα του στυλ:το μόνο λυπητερό στην περίπτωση ενός ανθρώπου που σκοτώνεται προσπαθώντας να βγάλει σέλφι,είναι το γεγονός ότι δεν πρόλαβε να συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλος μ…ας ήταν…Αυτά ήταν τα προκαταρκτικά μου σχόλια,θα επανέλθω.

    • Αγαπητέ Ανέστη ο Πλάτων δεν έσφαλε μόνο στο ζήτημα της ιδανικής πολιτείας, έσφαλε και στο ζήτημα της δυσφήμισης των σοφιστών (βλ. «Σοφιστές οι διαφωτιστές της αρχαιότητας» και «Σοφιστές οι συκοφάντημένοι στοχαστές» αλλά και εδώ «Συμπληρωματική αναφορά στο θέμα της συκοφάντησης των σοφιστών εκ μέρους του Πλάτωνα»), τα απλούστευσε βολικά τα θέματα και με την αλληγορία της σπηλιάς (βλ. «Η σπηλιά του Πλάτωνα – Ανάλυση από την Χάννα Άρεντ»). Δεν αντιλέγω, καλός και μέγας μεταφυσικός φιλόσοφος (και πονηρούλης θα λέγαμε) ο Πλάτων, αλλά στο ζήτημα της δημοκρατίας τι να κάνουμε…έσφαλε, είχε και τον Σωκράτη δάσκαλο…«μόλυνε» λιγάκι και τον Αριστοτέλη, αλλά ας μην επεκταθούμε άλλο. Τώρα πάνω στο δεύτερο ζήτημα που ανοίγεις πρώτα θα πρέπει να δούμε εάν το θέμα είναι τόσο απλό (σαν ένα ποδήλατο που τρέχει στον γκρεμό) που δεν είναι, έπειτα θα πρέπει να δούμε ποιος θα κρίνει εάν η πορεία του ποδηλάτου όντως οδηγεί στον γκρεμό (γιατί πάντα υπάρχει η πιθανότητα το «παιδί» (λαός ή όπως αλλιώς θέλεις) να βλέπει καλύτερα, να στρίψει και να μην πάει για φούντο στο γκρεμό ή στα κοφτερά βράχια όπως έχω γράψει πρόσφατα και εγώ εδώ στα περί πολιτικής αδράνειας). Καθώς «φιλοσοφούμε» οι πιθανότητες είναι πολλές και διάφορες. Επίσης η ενόραση και η οξυδέρκεια είναι σημαντικές δεν λέω. Όμως τελικά αυτό που έχει πραγματική αξία και θα έπρεπε να μας απασχολεί (γιατί εδώ δεν μιλάμε για ποδήλατα, σέλφι και πιτσιρίκια) είναι ποιος αποφασίζει και ορίζει τί είναι ο γκρεμός;

  • Ας ορίσουμε έναν γκρεμό,τον παγκόσμιο πόλεμο.Έναν παγκόσμιο πόλεμο που θα στείλει το πλεόνασμα των φτωχοποιημένων να σκοτωθούν και έτσι να πάψουν να γκρινιάζουν.Και μετά νέες μπίζνες για τους καπιταλιστές.Έαν η Συριακή κρίση οδηγήσει σε παγκόσμιο πόλεμο,ποιός κερδίζει;Δηλαδή…άλλο το ελευθερία ή θάνατος και άλλο ποιός και γιατί το λέει και τι ακριβώς εννοεί όταν το λέει.Γιατί μερικοί ορίζουν ως ελευθερία το να μεγιστοποιήσουν τη δυνατότητα του εξουσιασμού τους και την πρόσβαση τους στην ύλη.Διότι η νοοτροπία τους είναι η εξής:η εξουσία απελευθερώνει…εμένα που σκότωσα,υποδούλωσα,εξανδραπόδισα τους άλλους για να την κατακτήσω.Να ο γκρεμός λοιπόν:να μπούνε οι Ρώσοι με οριακή αποφασιστικότητα στον πόλεμο και να πεθάνουμε όλοι για να μην βυθιστεί ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός στις επιλογές του ή υπάρχουν και άλλες λύσεις,κινήσεις και στρατηγικές;Και η Ελλάδα,μόλις ξεκινήσει ο παγκόσμιος πόλεμος,με ποιούς να είναι;Να,εσείς τι θα αποφασίζατε,μιας και δεν είμαστε πιτσιρίκια;

  • Και μια εκτίμηση,ανάλυση,πρόβλεψη,ευχή και.πάνω άπ’όλα προσευχή:με τον πρόσφατο βομβαρδισμό των Η.Π.Α στην Συρία,οι αμερικάνοι είπαν στους Ρώσους πως ό,τι και να περιλαμβάνει η επόμενη μέρα,δεν περιλαμβάνει τον Ασάντ.Και οι Ρώσοι θα έχουν ρόλο και βάση στην επόμενη μέρα,αλλά δεν θα κάνουν παγκόσμιο πόλεμο για μην φύγει Ο Ασάντ.

  • Καθώς και μια απορία:πως είναι δυνατόν αυτή την εποχή οι πολίτες ανατολής και δύσης να μην έχουν συνθέσει ένα γιγαντιαίο αντιπολεμικό και μεταρρυθμιστικό κίνημα;Μήπως δεν δίνουν δεκάρα;Μήπως συμφωνούν;

  • Αγαπητέ Ανέστη εδώ κανείς μας δεν υποδύεται τον μάντη ή τη χαρτορίχτρα για να ξέρει τι θα γίνει στο μέλλον. Μπορεί ήδη να περνάμε ή να έχουμε περάσει σε έναν νέο ψυχρό πόλεμο ή σε κάτι άλλο που δεν μπορεί να προβλεφθεί. Και φυσικά κανείς μας δεν είπε πως αγαπάει τον πόλεμο, το αντίθετο μάλιστα, ο καθένας με τον τρόπο του νομίζω την ζωή αγαπάει και την εξυμνεί. Τώρα εάν εσύ θέλεις οπωσδήποτε να παίξεις το «χαρτί» του παγκόσμιου πολέμου και αυτό κατανοητό είναι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι όλοι διατεθειμένοι να καθίσουν στο τραπέζι του Stratego. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτά τα ζητήματα είναι γεμάτα με υποθέσεις, γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς παράγοντες που είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς που θα μπορούσαν να οδηγήσουν. Εάν τώρα εσύ πιστεύεις ότι όσο αυξάνεται η «αμεσότητα» της δημοκρατίας τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες παγκόσμιου πολέμου δικαίωμά σου, όπως και δικαίωμά μου να πιστεύω ακριβώς το αντίθετο. Έτσι και αλλιώς η δική μας γνώμη δεν επηρεάζει τις κεντρικές αποφάσεις ακριβώς γιατί δεν διαθέτουμε ούτε τους δημοκρατικούς θεσμούς αλλά ούτε ένα ισχυρό παγκόσμιο κίνημα ειρήνης. Εγώ θα πρότεινα λοιπόν να αφήσουμε το stratego στα πιτσιρίκια που διασκεδάζουν και αναίμακτα.

  • Μα συμφωνώ.Αν οι πολίτες,ως άνθρωποι, είχαμε περισσότερο ρόλο στις αποφάσεις οι πόλεμοι θα ήταν πιο δύσκολοι.Πάντως η Ελλάδα δεν θα μπεί στον πόλεμο κ.Κουτσαντώνη.Και να μη λησμονούμε τι ήθελε ο κ.Βενιζέλος ε;

  • Μα ποιός παίζει stratego;Τι εννοείτε;Και την ερώτηση που έκανα αποφύγατε να την απαντήσετε και για μάντεις και χαρτορίχτρες μιλήσατε.Ποιοί μάντηδες;Ποιές χαρτορίχτρες;Η κυβέρνηση Βενιζέλου-Σαμαρά ήθελε να μας εμπλέξει άμεσα στον Συριακή κρίση δηλαδή να στείλει Έλληνες να σκοτωθούν.Αυτός ήταν μόνο ένας από τους λόγους που έπρεπε να πέσει.Αυτό δεν είχε γίνει κατανοητό;Μόνο για να καταργηθεί ο ΕΝΦΙΑ ψήφισαν οι πολίτες;

  • Η Ελλάδα,με την επίκληση του χρέους, εκβιάστηκε πολλαχώς για να μην έχει καθόλου απαιτήσεις από την καραμπόλα που πυροδότησε η κυβέρνηση Ομπάμα,οι ακροδεξιοί(σε στρατηγική της έντασης με τους αναρχικούς ή τους ‘αναρχικούς» και με χρήση της προσφυγικής κρίσης) ετοιμάζονταν να προκαλέσουν μακελειό τύπου Ουκρανίας(στο οποίο θα συμμετείχαν και διάφοροι καλοπροαίρετοι αφελείς,ή διάφοροι ύπερπαναστάτες της μολότωφ, που αργότερα θα απορούσαν για το πως βρέθηκαν οι ΝΑΖΙ ή κάποιου είδους χούντα στην εξουσία)και όλο το σύστημα ΠΑ.ΣΟ.Κ και Ν.Δ θα ξεπερνούσε τον κίνδυνο να λογοδοτήσει για τα μνημόνια και όλα τα άλλα μέσω του αίματος των Ελλήνων.Ενώ ούτε οι πρόσφυγες θα μπορούσαν να απαγκιστρωθούν από το σφαγείο της Συρίας και είναι προς αιώνια δόξα των Ελλήνων η μετριοπάθεια και η ανθρωπιά που έδειξαν σε σχέση με τους μάρτυρες-ικέτες παρότι η κρατική διαχείριση του προβλήματος ήταν-και είναι-μέτρια.

  • Το 2008 ο ευρατλαντικός παράγοντας εξαπέλυσε γενική αντεπίθεση στον ευρασιατικό παράγοντα.Πρώτα έστειλε όλες τις κάμερες στον Ειρηνικό,μια απλή ταχυδακτυλουργική κίνηση,καιόλες οι εξελίξεις έγιναν σε σχέση με την ευρασία και την ανάλυση του Μάκιντερ.Ο Καντάφι βοηθούσε την προώθησητων σινορώσων στη Μεσόγειο,τον σκότωσαν και ανατίναξαν τη χώρα.Ο Ασάντ είχε ενεργειακές και και γεωπολιτικές(δεν είναι πάντα το ίδιο)σχέσεις και συμφωνίες,η κρίση συνεχίζεται.Στην Ουκρανία έκαναν επανάσταση οι ακροδεξιοί κατά της Ρωσίας σκοτώνοντας τους ίδιους τους συμπατριώτες τους,η Πολωνία είναι αμερικανικό πιόνι,οι χώρες της Βαλτικής θυμήθηκαν πόσο καλά πέρναγαν επί σοβιετικής κατοχής και πάει λέγοντας.

  • Και ενώ έτρεχαν όλα αυτά και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α ανέβαινε,κανένα κόμμα δεν ήθελε να συνεργαστεί μαζί του.Εαν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α δεν συγκυβερνούσε με τους ΑΝ.ΕΛΛ,μα πως θα δημιουργούταν μια κυβέρνηση που θα έριχνε το ΠΑ.ΣΟ.Κ και τη Ν.Δ(δηλαδή το σύστημα έτσι;)από την εξουσία.Αλλά το σημαντικότερο ήταν πως με την συγκυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α-ΑΝ.ΕΛΛ έγινε μια προσπάθεια να λυτρωθούν 3.500 χρόνια ελληνικών εμφυλίων ακριβώς τη στιγμή που κάποιοι έστηναν ακόμα έναν και είχαν φροντίσει να καταστείλλουν κάθε θετική και ειρηνική αντίδραση των πολιτών για την έξοδο από όλη αυτή την ιστορία.Κυβέρνηση Παπαδήμου άνευ εκλογών,δηλαδή πραξικόπημα,κάποιου είδους αστυνομική καταστολή στις ειρηνικές διαδηλώσεις και μηνυματάκια από τη Ν.Δ του στυλ…μην συνεργαστείτε με άλλο κόμμα της αριστεράς γιατί εμείς θα συνεργαστούμε με τα παλικάρια με τις μαύρες μπλούζες και πάμε βούρ για εμφύλιο πάλι.Τα ξεχάσαμε αυτά;όσο για το δημοψήφισμα.Το όχι δεν έγινε ναί.Παραμένει όχι και το είπαν οι πολίτες.

  • Και μια ακόμα δύσκολη ερώτηση;ας υποθέσουμε πως έρχεται κάποιος και μας λέει:»κοιτάξτε,το σύστημα μέσα στο οποίο ζείτε,το έφτιαξαν κάποιοι παιδόφιλοι δολοφόνοι,αλλά λειτουργεί για πάρα πολλούς.Το σύστημα λειτουργεί’.Θα έπρεπε να το καταργήσουμε;

Σχολίασε

Go to top