Δημοκρατία δεν είναι μόνο η Αθήνα (του Περικλή)

Στο κείμενο του Το συμβάν της δημοκρατίας, η αξία του Περικλή και το ατόπημα του Umberto Eco ο καθηγητής Γιώργος Οικονόμου διατύπωσε μια σειρά αντιρρήσεων επάνω στο σκανδαλιάρικο (ομολογουμένως) κείμενο του Umberto Eco «Περικλής ο λαϊκιστής». Ο  χαρακτηρισμός που έδωσε ο κ. Οικονόμου στην κριτική του Eco, «ατελής και επιπόλαια», είναι κατανοήσιμος.  Η συμφωνία μας στο σημείο αυτό δεν αναιρεί όμως το γεγονός πως η κριτική που ασκεί ο Eco στην πολιτική προσωπικότητα του Περικλή (ακόμα και επιπόλαια), περιέχει παρατηρήσεις που είμαστε υποχρεωμένοι να λάβουμε υπόψη μας. Στο παρόν κείμενο δεν θα σταθούμε στα αμφιλεγόμενα σημεία του Θουκυδίδη και του Περικλή αλλά θα μετατοπίσουμε το κέντρο της συζήτησης γύρω από τον τρόπο που αποτιμούμε σήμερα την αθηναϊκή δημοκρατία και τις προοπτικές μιας μελλοντικής.

Οφείλουμε πρώτα να ξεκαθαρίσουμε το εξής: Χωρίς αμφιβολία η κοσμοαντίληψη μας έχει διαμορφωθεί στην σκιά των επιτευγμάτων που παρήγαγε ο 5ος π.Χ. αιώνας. Υπό την έννοια αυτή η συζήτηση για την αθηναϊκή δημοκρατία και τον Θουκυδίδη, όσες φορές και να επαναληφτεί είναι πάντα επίκαιρη και έχει πάντα κάτι νέο να προσφέρει. Οφείλουμε όμως να παραδεχτούμε ότι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την θέση της αθηναϊκής δημοκρατίας στην ιστορία, «το κατ’ εξοχήν πολιτικό γεγονός, το συμβάν», την μυστικοποιεί και την εξιδανικεύει πέραν κάθε δόκιμου θαυμασμού. Η εξιδανίκευση του αθηναϊκού δήμου επιβεβαιώνεται σχεδόν κάθε φορά που μια συζήτηση για την δημοκρατία καλύπτεται από το πέπλο του προτύπου της και εξαναγκάζεται να αναδιατυπώνει ξανά και ξανά τους ίδιους επαίνους. Η επανάληψη αυτή εκτός από την κούραση και το αδιέξοδο που επιφέρει, έρχεται και σε αντίφαση με μια από τις πιο βασικές προϋποθέσεις του δημοκρατικού ιδεότυπου: Την αποδαιμονοποίηση.

Συμβαίνει λοιπόν το εξής παράδοξο: όσοι προβάλουν ως πρότυπο την αθηναϊκή πολιτεία του 5ου π.Χ. αι. υπονομεύουν κάθε προσπάθεια να αναπτυχθεί με σύγχρονους και πολιτικούς όρους οποιαδήποτε άλλη δημοκρατική προοπτική. Επιπλέον οι εξιδανικευτές του αθηναϊκού δήμου άθελα τους προσφέρουν επιχειρήματα στα χέρια όσων προβάλουν την ρουσσωική αντίρρηση*Αν υπήρχε λαός θεών, θα κυβερνόταν δημοκρατικά. Μια τόσο τέλεια διακυβέρνηση δεν ταιριάζει σε ανθρώπους». Σε τελική ανάλυση ο εκθειασμός της αθηναϊκής δημοκρατίας συγκλίνει υποστηρικτές και αρνητές της. Το σκεπτικό, όσο αφορά τους αρνητές είναι το εξής: Ακόμα και αν η δημοκρατία είναι ένα ιδανικό πολίτευμα, η εξιδανίκευση της Αθήνας του Περικλή, απλώς επιβεβαιώνει με έμφαση το γεγονός ότι η εποχή της δημοκρατίας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και είναι δεμένη στο παρελθόν, μαζί με τον βράχο της ακρόπολης και τα χαλάσματα του Παρθενώνα. Όσο ηρωοποιείται ο αθηναϊκός δήμος η δημοκρατία αποκτάει ονομαστική αξία μουσειακού περιεχομένου. Εκείνοι που μένουν ικανοποιημένοι από μια τέτοια κατάληξη είναι μόνο όσοι θέλουν να αποκόψουν στην δημοκρατία την διέξοδο της στον σύγχρονο κόσμο.

Μονισμός με Δ και δημοκρατίες

Η δημοκρατία ως αυτοκυβέρνηση και αυτοδεσποτεία δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια μόνο πόλη του 5ου αι. π.Χ.. Η λεζάντα με την οποία προβάλλεται η αρχαία Ελλάδα ως «η χώρα στην οποία γεννήθηκε η δημοκρατία» συνοδεύεται στα ψιλά της γράμματα από την υποσημείωση πως είναι και «η χώρα στην οποία η δημοκρατία πέθανε». Απορούμε εάν δεν αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο όσοι λένε «τι θα ήταν η αθηναϊκή δημοκρατία χωρίς τον Περικλή, και τι θα ήταν η ανθρώπινη ιστορία χωρίς την αθηναϊκή δημοκρατία;». Ένα τέτοιο σχήμα λόγου οδηγεί με πλάγιο τρόπο στο συμπέρασμα ότι η δημοκρατία μπορεί να είναι ή σαν την Αθήνα του Περικλή ή τίποτα. Ακολουθώντας πιστά το παραπάνω σχήμα σκέψης οι John Dunn και Quentin Skinner, στο βιβλίο τους ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Το Ταξίδι που δεν τελείωσε (508 π.Χ.-1993 μ.Χ),  προεξόφλησαν την θνησιγένεια κάθε μελλοντικής προοπτικής με το δικό τους σχήμα λόγου: γιατί αποδείχτηκε τόσο εύκολη τελικά η συντριβή της παντοδύναμης και γοητευτικής ιδέας της δημοκρατίας όχι μόνον από την ιστορία της Ελλάδας, αλλά ουσιαστικά και από κάθε άλλη πολιτισμένη κοινωνία κατά το μεγαλύτερο μέρος των δύο χιλιάδων ετών και πλέον που ακολούθησαν;  Είναι φανερό πως τέτοιες διαπιστώσεις εναποθέτουν την δημοκρατία στο μουσείο της πολιτικής ιστορίας. Φαίνεται παράδοξο εκ πρώτης αλλά ενδέχεται όσοι θελήσουν να υπερασπιστούν ένα μέλλον για την δημοκρατία να υποχρεωθούν αργά ή γρήγορα σε ρήξη με όσους, σαν τους Dunn και Skinner, είναι ένθερμοι υποστηρικτές του παρελθόντος της.

Η άποψη που θεωρεί την δημοκρατία του Περικλή ιδανικό πρότυπο δημοκρατίας όχι μόνο υποδεικνύει έμμεσα πως είναι ανεφάρμοστη και παρωχημένη αλλά και είναι ιστορικά εσφαλμένη και πολιτικά παραπλανητική. Το δημοκρατικό φαινόμενο αποτελεί αστερισμό αναρίθμητων σημείων στον χρόνο και τον τόπο και δεν εξαντλείται σε ένα μόνο συμβάν.

Πόσοι γνωρίζουν ότι ο Αριστοτέλης, εκτός από το σύγγραμμα του Αθηναίων Πολιτεία, είχε συνολικά ολοκληρώσει 158 μελέτες για αντίστοιχα διαφορετικές πολιτείες; Αν η αθηναϊκή δημοκρατία αποτελούσε για τον ελληνικό κόσμο το ιδεώδες πρότυπο που αποτελεί για τον σημερινό, ο Αριστοτέλης δεν θα έκανε ποτέ τον κόπο να συντάξει επιπλέον 158 διαφορετικές «Πολιτείες».  Ο λόγος δεν είναι άλλος από το γεγονός ότι κάθε πόλη αποτελούσε ένα ξεχωριστό αυτοπολιτειακό σύστημα, με δικούς της θεσμούς και δικό της  κοινόν, εντελώς διαφορετικό από τις υπόλοιπες.

Η έμφαση στην αθηναϊκή δημοκρατία και τους θεσμούς της δημιουργεί την ιστορική οφθαλμαπάτη πως υπάρχει «μία» ενιαία και καθολική Δημοκρατία. Η αναγωγή της δημοκρατίας σε ένα αφηρημένο μέγεθος όπου όλα τα είδη της μπορούν να περιγραφούν από το κατηγόρημα της Δημοκρατίας με Δ κεφαλαίο στοιχειώνει το σήμερα κάνοντας δύσκαμπτη την εξέλιξη της πολιτικής θεωρίας. Σίγουρα μια δημοκρατία μπορεί να διακριθεί από τα αντίθετα της. Όμως οι διακρίσεις αυτές εξηγούν τι δεν είναι δημοκρατία· στέκονται ανίκανες να εξηγήσουν τι μπορεί να είναι σήμερα μια δημοκρατία.

Η αδυναμία αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το θόρυβο των όρων και των επιθέτων που έχουν περιβάλει την συζήτηση για την δημοκρατία (άμεση, συμμετοχική, αντιπροσωπευτική, αταξική κλπ). Η ίδια αδυναμία εξηγεί επίσης και την διαρκή προσπάθεια να διαχωριστεί η «καθαρή» Δημοκρατία από τις υπόλοιπες «ακάθαρτες»: ταξικές, ολιγαρχικές, βουλευτικές, καπιταλιστικές, φιλελεύθερες, λαϊκές κλπ. Κατά την γνώμη μας η αποτυχία να σκεφτούμε πολιτικά την δημοκρατία (παρά μόνο ιδανικά), προέρχεται από την αδυναμία μας να τη δούμε ιστορικά και σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται και στην εξιδανίκευση της Αθήνας του 5ου π.Χ. αιώνα.

Ο καθηγητής διοικητικού δικαίου Περικλής Αργυρόπουλος (1843) σχολιάζοντας τον νόμο του Όθωνα που κατήργησε τις κοινότητες έγραφε :«Αν ο άνθρωπος δημιούργησε τους νόμους και τα κράτη, είναι ο Θεός που δημιούργησε τον δήμο». Από όλα τα πολιτεύματα που γνωρίζουμε η δημοκρατία είναι η μόνη που μπορεί να επικαλεστεί το έσχατο εθιμικό δίκαιο.  Την επισήμανση αυτή επιβεβαιώνουν τα όσα αποκαλύπτουν το Αin Ghazal, το Göbekli Tepe, το Nevali Cori και πολλοί άλλοι αγροαστεακοί οικισμοί.  Το τόξο της εγγύς Ανατολής ανέπτυξε πριν από 10 χιλιάδες χρόνια την βάση μιας ομότιμης και πλουραλιστικής οργάνωσης μοναδικής αλλά και ταυτόχρονα δημοκρατικής. Οι γνώσεις μας για την περιπέτεια της δημοκρατίας μέσα στην ιστορία είναι ακόμα ισχνές και μυθικές. Με την κυριολεξία του όρου δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε αυτές τις αγροαστεακές κοινότητες δημοκρατία. Η μορφή τους δεν είχε ακόμα υπερβεί το φατριακό σχήμα. Είναι όμως δημοκρατικές στην ουσία τους και το στοιχείο αυτό έχει μέγιστη σημασία για να αντιληφθούμε τον πολυαστερισμό της δημοκρατίας και να την χειραφετήσουμε από τα φαντασιακά δεσμά της αθηναϊκής.

Για τους πόθους και τις κλίσεις της καρδιάς που έχουν την δύναμη να αναμορφώσουνε τον κόσμο

Τα όσα σημειώνουμε παραπάνω είναι κάτι περισσότερο από ένα σχολαστικισμό ιστορικού ενδιαφέροντος. Το γεγονός ότι διαρκώς προβάλλεται ως ιδεατός τύπος δημοκρατίας η αθηναϊκή του 5ου π.Χ. αιώνα περιορίζει την ικανότητα μας να αντιληφθούμε το δημοκρατικό φαινόμενο στην πλήρη του διάσταση και -μιλώντας πάντα αποκλειστικά και μόνο για την ελληνική γεωγραφία- να του δώσουμε σύγχρονη προοπτική. Η αυτοπολιτεία αποτελεί βαθμίδα ποιότητας σημαντικότερη από την ίδια την δημοκρατία γιατί η δεύτερη είναι μέγεθος απόλυτα εξαρτημένο από το είδος της πρώτης. Αυτό είναι μια επισήμανση που αμελούν να λάβουν υπόψη τους ιδιαίτερα όσοι είναι θιασώτες της άμεσης δημοκρατίας. Προβάλλεται διαρκώς στο προσκήνιο η τάχα δήθεν συζήτηση περί του δημόσιου χώρου και των κοινών, αλλά τα παραπάνω γίνονται με ένα απολύτως μεταφυσικό τρόπο, σαν τους metaphysiciens politiques  που περιέγραφε ο Jacques du Pan το 1782. Κανείς τους δεν φαίνεται από αυτούς να είναι ικανός να τα ορίσει συγκεκριμένα και να τα υποδείξει.

Στον ίδιο βαθμό παραγνωρίζεται η θεμελιώδης αντίφαση που χωρίζει σε διαφορετικές ποιότητες μεταξύ τους τη μαζική κοινωνία από την αυτοπολιτεία. Η δημοκρατία δεν μπορεί να είναι προϊόν μιας κοινωνίας ιδιωτών, προϋποθέτει σχέσεις έξω από το πλαίσιο της μαζικής κοινωνίας. Για την σύγχρονη δημοκρατία η κλίμακα αποτελεί πρόβλημα μεγαλύτερο από την εφαρμογή της. Ποιά μορφή δημοκρατίας αντιστοιχεί στο έθνος, το κράτος και την κοινωνία των ξεριζωμένων ατόμων; Η απουσία απάντησης σε αυτό το ερώτημα συγκροτεί το αδιέξοδο στο οποίο έχει εγκλωβιστεί η προοπτική μιας σύγχρονης δημοκρατίας.

* «Αν πάρουμε τον όρο στην αυστηρή σημασία του, δεν υπήρξε ποτέ πραγματική δημοκρατία, και ούτε θα υπάρξει ποτέ. Είναι αντίθετο στην φυσική τάξη να κυβερνά η πλειοψηφία και να κυβερνάται η μειοψηφία. Δεν μπορούμε να φανταστούμε τον λαό να βρίσκεται διαρκώς σε συνελεύσεις για τις δημόσιες υποθέσεις∙ αντιλαμβανόμαστε εύκολα ότι ο λαός δεν θα μπορούσε να συγκροτήσει επιτροπές για αυτόν το σκοπό χωρίς να αλλάξει η μορφή διοίκησης [ σημ. χωρίς να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας της δημοκρατίας]». Jean Jacques Rousseau, Το κοινωνικό συμβόλαιο, σελ. 124, εκδ. Πόλις.

 

 

Αναρτήθηκε στις: 24 Ιουλίου 2017
13 Σχόλια »
“Δημοκρατία δεν είναι μόνο η Αθήνα (του Περικλή)”
  • Αθανάσιε θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση. Οι John Dunn και Quentin Skinner στο βιβλίο ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Το Ταξίδι που δεν τελείωσε (508 π.Χ.-1993 μ.Χ), με το ερώτημα που θέτουν (το θέτει ο Dunn στον Πρόλογο) και το αναφέρεις στο κείμενό σου, δεν προεξοφλούν την θνησιγένεια κάθε μελλοντικής προοπτικής για τη δημοκρατία. Ο Dunn στο κεφάλαιο Συμπεράσματα (σελ. 330) εξηγεί του λόγους για του οποίους, κατά την άποψή του, παράκμασε η δημοκρατία και συγκεκριμένα αναφέρει:
    «Αυτό που τερμάτισε τη δημοκρατία στην Αθήνα, εντούτοις, δεν ήταν η επίκριση των φιλοσόφων, αλλά η στρατιωτική ισχύς του βασιλείου της Μακεδονίας, και αυτό που τερμάτισε την ανεξάρτητη δημοκρατική διακυβέρνηση σ’ ολόκληρο τον μεσογειακό κόσμο κατά τους επόμενους δύο αιώνες ήταν η πολύ μεγαλύτερη και περισσότερο ανθεκτική στρατιωτική δύναμη της Ρώμης. Ο ιστορικός Ηρόδοτος ενδέχεται να υπερέβαλε ως προς την επίπτωση που είχε η δημοκρατική ελευθερία στις μαχητικές ικανότητες των Αθηναίων, είτε ενάντια στου Πέρσες, είτε ενάντια στους ομοεθνείς του Έλληνες (Ηρόδοτος 5. 78). Εκείνο όμως που είναι σίγουρο είναι πως για εκατόν εβδομήντα πέντε έτη οι δημοκρατικοί πολίτες της Αθήνας αποδείχθηκαν εξίσου ικανοί να φροντίζουν τον εαυτό τους στους πολέμους της ξηράς και της θάλασσας, όσο και να εδραιώνουν και να διατηρούν την κοινή πολιτική τους ζωή. Αυτό που εξαφάνισε τόσο μόνιμα από τη μεταγενέστερη πολιτική ιστορία του ευρωπαϊκού κόσμου την αρχαία δημοκρατία δεν ήταν η ιδιαίτερη στρατιωτική ευπάθειά της, αλλά απλώς η ιδιαίτερη στρατιωτική ισχύς της Μακεδονίας και της Ρώμης.
    Μερικοί ιστορικοί της Ρώμης υποστήριξαν πρόσφατα πως και η Ρώμη ήταν στην πραγματικότητα δημοκρατία, εφόσον η επιδίωση της σταδιοδρομίας σε δημόσιο αξίωμα και στην πολιτική ηγεσία μέσα στις τάξεις της ρωμαϊκής αριστοκρατίας απαιτούσε από τους Ρωμαίους, σε τακτά διαστήματα, να εξασφαλίζουν την εκλογή τους από λαϊκές συνελεύσεις των Ρωμαίων πολιτών. Αλλά ο παραλληλισμός, από την άποψη αυτή, με την ελάχιστα αριστοκρατική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της δημοκρατίας της Αθήνας είναι αδύναμος και παραπλανητικός.
    »

  • Γιώργο ευχαριστώ για την παρατήρηση. Το παράθεμα σου επιβεβαιώνει πως η προσέγγιση των Dunn και Skinner προεξοφλεί το δημοκρατικό φαινόμενο και το «τερματίζει» μαζί με την αθηναϊκή δημοκρατία.

    Θα εκθέσω 2 σχόλια σχετικά με τα όσα γράφουν οι Dunn και Skinner και ζητάω προκαταβολικά συγνώμη γιατί όσα θα γράψω δεν μπορούν αν τεκμηριωθούν εύκολα μέσα στα στενά όρια ενός διαδικτυακού σχολιασμού. Ας περιοριστούμε τωρα σε μια αδρομερής περιγραφή των γενικών διαφωνιών και στο μέλλον μπορεί να επανέρθουμε.

    Η θέση που υιοθετούν ιστορικοί σαν τους Dunn και Skinner, ότι «Η στρατιωτική ισχύς του βασιλείου της Μακεδονίας τερμάτισε τη δημοκρατία στην Αθήνα» συνοδεύεται από το πλάγιο συμπέρασμα ότι: Η δημοκρατία υπέκυψε/υποκύπτει στην οργανωμένη βία της Δεσποτείας/Κράτους. Αυτό το συμπέρασμα μπορεί να αναγνωστεί και με τον τρόπο που υποδεικνύει ο Φουκώ, δηλαδή ως εντολή του Ιστορικού Λόγου με καθολική του εφαρμογή στο σήμερα.

    Δεν θα είχα κανένα πρόβλημα να συμφωνήσω με τον ισχυρισμό των Dunn και Skinner και να δεχτώ ότι η δημοκρατία είναι ένα ιστορικό συμβάν που έσβησε («τερματίστηκε») σε μια πολύ μακρινή εποχή αν δεν ήταν ανιστόρητος και πολιτικά παραπλανητικός. Θα εξηγήσω όσο περιληπτικά μπορώ γιατί χρησιμοποιώ αυτούς τους χαρακτηρισμούς που δικαίως απαιτούν αιτιολόγηση.

    1.Ανιστόρητος: Γιατί παραγνωρίζει τον πολιτειακό μετασχηματισμό στον οποίο είχε ήδη εισέλθει το πολιτικό σύστημα της αυτοπολιτείας των ελληνικών κοινών με την συγκρότηση της Δηλιακής συμμαχίας το 478 π.Χ. Η απειλή της Περσίας, η πρόκληση του εμπορικού μονοπωλίου στην μεσόγειο από «ελληνικά συμφέροντα» και η αθηναϊκή ηγεμονία (τυραννία κατά τα λόγια του Περικλή) είναι κάποιοι από τους παράγοντες που συνηγορούν ότι το σύστημα της δημοκρατικής πόλης εισήλθε σε κρίση ακριβώς την στιγμή της ιστορικής της κορύφωσης. Ο ελληνικός κόσμος αντιλήφθηκε την κρίση αυτή με μεγαλύτερη οξυδέρκεια από ότι την αντιλαμβάνονται οι σύγχρονοι ιστορικοί (ασφαλώς όχι όλοι) και προσπάθησε από την πρώτη στιγμή να βρει εναλλακτικές λύσεις για να την υπερβεί.

    Η εξέλιξη των αμφικτιονιών σε Κοινά και Κοινοπολιτείες, οι λόγοι του Ισοκράτη για το «πανελλήνιο», η προσπάθεια του Δημοσθένη να αναβιώσει την αθηναϊκή ηγεμονία ως μια «δημοκρατία δημοκρατιών», και τέλος η συμμαχία των ελληνικών πόλεων κάτω από την δεσποτεία του Φιλίππου είναι απλά οι πιο γνωστές εναλλακτικές που αναζήτησε ο ελληνικός κόσμος για να περάσει το σύστημα της αυτοπολιτείας σε ένα δεύτερο, πιο διευρυμένο γεωγραφικά, επίπεδο. Ακόμα και ο πόλεμος που εξιστορεί ο Θουκυδίδης γίνεται στην αναζήτηση εναλλακτικής διεξόδου από την ανεπάρκεια του κλειστού συστήματος της αυτόνομης πόλης. Προκαλεί εντύπωση πως όσοι μελετάνε τον Θουκυδίδη δεν βλέπουν αυτό που κάνει προφανές ο ίδιος από την πρώτη στιγμή: Η νίκη των ελλήνων επί των Περσών τους έφερε αντιμέτωπους με την ευθύνη της επιτυχίας τους να μεγεθύνουν το πολιτικό τους σύστημα. Είναι θα έλεγα απλοϊκή η ερμηνεία που γίνεται ότι ο πελοποννησιακός πόλεμος διεξηχθη ανάμεσα σε ολιγαρχικούς και δημοκράτες. Αυτό αφορούσε το εσωτερικό της κάθε πόλης ξεχωριστά. Στην μεγάλη κλίμακα (ανατολική μεσόγειος) ο πελοποννησιακός πόλεμος αφορά το ερώτημα ποιός από τους δύο θα ηγεμονεύσει: η Σπάρτη ή η Αθήνα. Σε αυτό το διακυβευμα η δημοκρατία των πόλεων έχει ήδη απολέσει τεράστιο βαθμό από την αυτονομία της. Όλος ο Θουκυδίδης εξιστορεί αυτό ακριβως το πράγμα. Ακόμα και ο επιτάφιος που τον λιβανίζουνε ως «σύνταγμα δημοκρατίας» μιλάει για ποιόν τρόπο θα σβήσουν οι Αθηναίοι την δημοκρατία των ελλήνων.

    2. Παραπλανητικός
    : Γιατί η ανάδειξη της δημοκρατίας του Περικλή σε μια «καθαρή» μορφή η οποία δεν μπορεί να παραλληλιστεί με οποιαδήποτε άλλη, προεξοφλεί την θνησιγένεια κάθε μελλοντικής προοπτικής για τη δημοκρατία καθώς επιβάλει επάνω της το πέπλο της σύγκρισης. Αν η δημοκρατία πρέπει να προϊδεάζει στην Αθήνα του Περικλή τότε μοιραία δεν υπήρξε από το 322π.Χ και ένθεν καμία δημοκρατία και ούτε πρόκειται να υπάρξει. Νομίζω ότι επαναλαμβάνομαι γιατί προσπάθησα ήδη στο κείμενο μου να κάνω αυτή την αντίφαση κατανοητή.

    Η «θνησιγένεια» της δημοκρατίας εξαιτίας του ιδανικού πρότυπου της αθηναϊκής δημοκρατίας δεν είναι κάτι που σκιάζει μόνο το μέλλον. Έχει στοιχειώσει ήδη και το παρελθόν. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν τώρα οι Dunn και Skinner αξιοποιήθηκαν κατά το 1830 από την ιδεολογική μηχανή της αντιβασιλείας του Όθωνα για να δικαιωθεί σε ιδεολογικό πεδίο η αναγκαιότητα συγκεντρωτικού ελληνικού κράτους στα πρότυπα της Ευρώπης.

    Ακριβώς επάνω στις 2 θέσεις που εκφράζουν οι Dunn και Skinner, «δημοκρατία τερματίστηκε το 339π.Χ. και η δημοκρατία είναι α-παραλληλίσημη » αναπτύχτηκαν οι εξής δύο θεωρίες:
    α. Η μία γνωστή ως θεωρία Fallmerayer επικαλέστηκε την ασυνέχεια του ελληνικού γένους για να στοιχειοθετήσει την ελευθερία του νεόδμητου ελληνικού κράτους να κατασκευαστεί από ένα «συνονθύλευμα» εθνοτήτων αδέσμευτο από ένα προγονικό δίκαιο πολιτικής οργάνωσης και ανοιχτό σε οποιαδήποτε από τα πάνω κρατική διάπλαση.
    β. Η δεύτερη είναι η θεωρία της ανυπαρξίας δημοκρατικής παράδοσης στην οθωμανική περίοδο που υποστήριξαν υπάλληλοι κυρίως της οθωνικής αντιβασιλείας, όπως: οι Ludwig von Maurer, ο Σπύρος Αντωνιάδης και ο Πέτρος Αργυρόπουλος. Αυτοί κατά τα έτη 1830-1850 επιδόθηκαν σε ένα αγώνα βιβλιογραφίας όπου ούτε λίγο ούτε πολύ έδωσαν την κατευθυντήρια γραμμή του σχήματος που λέει το ίδιο πράγμα με τους Dunn και Skinner: Η «δημοκρατία τερματίστηκε το 339π.Χ. και είναι α-παραλληλίσημη». Μικρή παρατήρηση: (Προκαλεί μειδίαμα η διαπίστωση ότι οι σημερινές queer θεωρίες των αντιεθνικιστών πατάνε στα χνάρια της βαυαρικής αντιβασιλείας που δημιούργησε το νεοελληνικό κράτος).

    Αν διαβάσει κανείς τους Fallmerayer , Ludwig von Maurer, Σπύρο Αντωνιάδη και Πέτρο Αργυρόπουλο θα εντυπωσιαστεί με τον τρόπο που εκθειάζουν την δημοκρατία του Περικλή. Συναγωνίζονται θα έλεγα τους σύγχρονους υποστηρικτές της. Ο λόγος που οι ιδεολογικοί εκπρόσωποι της αντιβασιλείας έδωσαν τέτοια έμφαση στον εξιδανικευμένο χαρακτήρα της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν ακριβώς για να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η χειραφετημένη Ελλάδα δεν μπορούσε να οργανωθεί σε ομοσπονδία κοινοτήτων και όφειλε στο πρότυπο του ευρωπαϊκού διαφωτισμού να γίνει κράτος.

    Δεν θέλω να επεκταθώ σε περισσότερα. Τα παραπάνω που έγραψα αποτελούν συμπύκνωση στο πόδι ενός υλικού αναρίθμητων τόμων που οφείλουν κάποτε να βρουν τον δρόμο τους στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Δεν έχουμε ιδέα από την ιστορία μας και αναμασάμε κοινοτυπίες. Υπήρχαν φωτισμένα μυαλά τον 19ο αιώνα που προσπάθησαν να υπηρετήσουν αυτό το έργο και είναι παντελώς άγνωστοι σήμερα: όπως ο Ιωάννης Κωκκώνης στο έργο του Περί Πολιτειών, Ο καθηγητής Γιώργος Αγγελόπουλος στο βιβλίο του Περί τοπικής διοικήσεως εν Ελλάδι εν συγκρίσει προς την Γαλλία και την Αγγλία και ο Νίκος Μοσχοβάκης στο βιβλίο Το εν Ελλάδι δημόσιο δίκαιον επί Τουρκοκρατίας που αντιτάχθηκαν με σθένος στην άποψη ότι «δημοκρατία ήταν μόνο η δημοκρατία του Περικλή» και ότι «την δημοκρατία τερμάτισαν οι σάρισες του Φιλίππου» ακριβώς γιατί πάλεψαν με θέρμη να βρει η δημοκρατία την σύγχρονη μορφή της.

    • Φίλε Pano M. έχω μια σχετική ιδέα για το έργο του κ. Γιώργου Κοντογιώργη και νομίζω πως οφείλω να ασχοληθώ περισσότερο.

      Εχω διαβάσει μόνο το Κοινωνική Δυναμική και Πολιτική Αυτοδιοίκηση (1982) και το βρήκα εξαιρετικό για την κατανόηση του κοινοτικού φαινομένου κατά την διάρκεια της οθωμανικής ομηρίας (όπως λέει και ο κ. Κοντογιώργης) και είναι λυπηρό το γεγονός ότι είναι ένα τόσο σπάνιο βιβλίο (το αγόρασα από παλαιοπωλείο).

      Ευχαριστώ για την επισήμανση.

  • Αν ήταν λόγω σκανταλιάς το κείμενο του κ.Έκο,εντάξει,ως αναγνώστης του,τον συγχωρώ.Και μια ερώτηση-παράκληση:θα είχατε την ευγενική καλοσύνη,να εξηγήσετε την εικόνα που χρησιμοποιήσατε στο κείμενο του κ.Οικονόμου;Κάτι υποψιάζομαι αλλά,αν ευκαιρείτε,κάντε παρακαλώ ένα σχόλιο για αυτήν,έστω υπαινικτικό/εισαγωγικό που να μας δείχνει πως να αναζητήσουμε περισσότερες πληροφορίες.Ευχαριστώ.

    • Ανέστη θα σου δώσω παρακάτω κάποια στοιχεία για τον καλλιτέχνη. Η εικόνα στο κείμενο του Οικονόμου δείχνει δυο έργα του Walter Valentini (1928) Ιταλού ζωγράφου, γλύπτη, χαράκτη και καθηγητή στην Καλών Τεχνών του Μιλάνου. Σε πολλά έργα του χρησιμοποιεί την τεχνική ακουαφόρτε (με νιτρικό οξύ δηλαδή). Μάλιστα οι δύο σκουρόχρωμες λεπτομέρειες (μια στα αριστερά και μια δεξιά) που φαίνονται μαύρες-καφετί στις φωτογραφίες, στην πραγματικότητα το χρώμα τους είναι χρυσαφί. Ο Valentini έχει επηρεαστεί σημαντικά από το καλλιτεχνικό ρεύμα του κονστρουκτιβισμού που αναπτύχθηκε την προεπαναστατική περίοδο στη Ρωσία (1913) και κράτησε έως και το 1930. Στην ουσία ο κονστρουκτιβισμός ήταν μια αντίδραση ορισμένων καλλιτεχνών (κυρίως του Vladimir Tatlin) στην λατρεία της «τέχνης για την τέχνη». Το ρεύμα υποστήριξε μια περισσότερο στρατευμένη τέχνη για πρακτικούς και κοινωνικούς σκοπούς. Τα συγκεκριμένα έργα είναι γεωμετρικά, ανήκουν σε μια ευρύτερη συλλογή έργων του Valentini τα οποία συνθέτουν μια μαθηματική και αυστηρή συνομιλία με το παρελθόν. Θεώρησα επομένως ότι θα «έδεναν» με το κείμενο.

  • Καλησπέρα! Προσπερνώντας όλα τα τυπικά (καλά λόγια κλπ, που πράγματι τα αξίζετε) μπαίνω κατευθείαν σε όσα θέλω να σχολιάσω.
    Έχει ιδιαίτερη σημασία να παραμείνουμε στο πνεύμα του κειμένου, στις προσεγγίσεις του θέματος από τον αρθρογράφο, καθώς και στα πιθανά ερωτήματα που προκύπτουν απ’ αυτήν. Από μεριά μου, για την ώρα,έχω να κάνω δύο επισημάνσεις που ίσως να ανοίγουν τον διάλογο – ελπίζω.

    1) Δικαίως, κατά την άποψη μου, ισχυρίζεται ο αρθρογράφος πως η ικανότητα μας να αντιληφθούμε το δημοκρατικό φαινόμενο περιορίζεται (ή και περιστέλλεται θα έλεγα) όσο επικαλούμαστε ως ιδεατό τύπο δημοκρατίας μόνο την αθηναϊκή του 5ου π.Χ. Αλλά αντίστοιχα θα πρέπει να είμαστε το ίδιο, ή και περισσότερο, προσεκτικοί όταν αναφερόμαστε σε άλλες μορφές κοινωνικής συγκρότησης με ας πούμε «δημοκρατικό πρόσημο», όπως αυτές που αναφέρονται ως αγροαστεακές κοινότητες, ακόμα και αν δεν μπορούνε να χαρακτηριστούν κυριολεκτικώς δημοκρατικές. Διότι αν στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με τις όποιες εξιδανικεύσεις του Αθηναϊκού δήμου, στην δεύτερη ενέχεται ο κίνδυνος – δεδομένης της απουσίας μιας επαρκούς γνώσης γι’ αυτές, όσο και της «μυθολογικής» γοητείας που ασκούν – μιας «εξωτικοποίησης» που πάει παρέα με τις μυθολογίες περί «Κήπων της Εδέμ». Αποδεικνύεται τουλάχιστον ότι η πρώτη μπορεί κουτσά-στραβά να ανοίξει έναν διάλογο, (έστω και μέσα στην «ξεροκεφαλιά» της), που θα ήταν λάθος να τον θεωρήσουμε (τον διάλογο) εκ προοιμίου άγονο, ενώ η δεύτερη (και ας μου επιτραπεί να πω πως) οδηγεί περισσότερο σε εξισωτισμούς τύπου «κατανάλωσης φαλάφελ και μοχίτο» παρά σε μια απόπειρα «βυθομέτρηση» των αξιακών συστημάτων αυτών των πολιτισμών- ενδεχομένως και δημοκρατικών. Ο κίνδυνος είναι παραπάνω από υπαρκτός (τον βλέπουμε άλλωστε) και αυτό δεν έχει να κάνει με τις όποιες φιλότιμες και φιλόπονες προσπάθειες, όπως πράγματι είναι και το συγκεκριμένο κείμενο, όσο με το ότι πολλές φορές η αναφορά σε αυτούς τους πολιτισμούς γλιστράει εύκολα σε εικοτολογίες, δεδομένου ενός «ασαφούς ανθρωπολογικού υλικού».

    2) Ποιος είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να αποτιμηθεί η συνεισφορά κάθε κοινωνικοιστορικού εγχειρήματος με δημοκρατικά χαρακτηριστικά (αλλά και οποιουδήποτε άλλου) πέρα από εξιδανικεύσεις, ή σχετικισμούς, ή «εξωτικοποιήσεις»? Πιστεύω πως από την σκοπιά του δημοκρατικού προτάγματος (και όχι απ’ αυτήν ενός «ουδετερόφιλου επιστημονικισμού») αυτή έχει πάντα να κάνει και με την κατάσταση στην οποία τώρα βρίσκεται αυτό: δηλαδή αποτίμησης των επιτυχιών και των αποτυχιών του, των δυνατοτήτων και των άμεσων προοπτικών του .. κλπ., σε συνάρτηση φυσικά με την εν γένει πολιτικοκοινωνική κατάσταση , που ευνοεί ή όχι αυτά ή εκείνα … κλπ-κλπ. Μιλάμε δηλαδή και για μια αποτίμηση του ιστορικού παρελθόντος (εκτός όσων άλλων) εν είδη συνεισφοράς (ως διερώτησης-αναστοχασμού-διαύγασης-έμπνευσης κλπ) στο εκάστοτε επιχειρούμενο εγχείρημα, στην εκάστοτε ιστορική συγκυρία. Όλα αυτά ίσως είναι λίγο πολύ γνωστά, συνηθίζουμε όμως να τα ξεχνάμε με τον τρόπο που: όταν μιλάμε για το παρελθόν τα πράγματα έχουν ήδη συντελεστεί όπως και αν τα κρίνουμε, πράγμα που δεν ισχύει πουθενά αλλού. Πολύ δε περισσότερο στον βαθμό που αυτά τα τωρινά πράγματα/προτάγματα, όσο και αν έλκουν την καταγωγή τους από το παρελθόν, πρέπει πολλές φορές να τα επανεφεύρουμε, να τα επανανοηματοδοτήσουμε , ή και να τα επινοήσουμε. Με αυτή την έννοια η όποια κρίση μας για το παρελθόν, που προηγουμένως την προσπέρασα λίγο βιαστικά, έχει ένα συγκεκριμένο κάθε φορά νόημα, νόημα μέσα στο παρόν.
    Κάπως έτσι και το ότι στην παρούσα φάση «Κανείς τους δεν φαίνεται από αυτούς να είναι ικανός να τα ορίσει συγκεκριμένα και να τα υποδείξει» (όπως λέγεται στο κείμενο αναφορικά με την συζήτηση για τα κοινά κλπ) ίσως, για την τωρινή κατάσταση πραγμάτων, να είναι και ευλογία (αποφεύγοντας την εύκολη οδό του «copy paste») , και η όποια πρόσκαιρη αποτυχία αυριανός σύμμαχος.

    ΥΓ: Ένα πολύ μεγάλο θέμα ανοίγει και η τελευταία παράγραφος του κειμένου, που όμως δεν με παίρνει ο χρόνος να το θίξω τώρα. Επιφυλάσσομαι … και ευχαριστώ για την φιλοξενία!

    • Aγαπητέ Νίκο Β ευχαριστούμε πολύ για το ενδιαφέρον, το σχόλιο και ειδικά τις εύστοχες και χρήσιμες παρατηρήσεις σας.

      Αναφορικά με τον κίνδυνο να αναπτυχθεί μια αντεστραμμένη εξιδανίκευση των προ-πολιτικών πολισμάτων στην θέση της αθηναικής δημοκρατίας του 5ου αιώνα οφείλω να σας ευχαριστήσω για την επισήμανση.

      Μέσα στο κείμενο επιχείρησα να κρατήσω αποστάσεις από την «εξωτικοποίηση» των αγροτικών πολισμάτων στα οποία αναφέρθηκα επισημαίνοντας πως δεν αποτελούσαν δημοκρατίες με τον αυστηρό όρο και ότι ανήκαν ακόμα στην φατριατική περίοδο οργάνωσης. Η στενότητα του χώρου δεν μου έδωσε την δυνατότητα να γίνω πιο επεξηγηματικός και χαίρομαι που το σχόλιο σας συμπλήρωσε το δικό μου κενό και δόμησε καλύτερα το σκεπτικό του κείμενου.

      Ξέρετε η παρατήρηση σας μου έφερε στο νου το τυπικό σφάλμα που συμβαίνει κάποιες φορές να ασκούμε κριτική σε μια ακρότητα και με την φόρα που παίρνουμε να μετατοπιζόμαστε στο αντίθετο πόλο της καταλήγοντας να υιοθετούμε μια νέα ακρότητα στην θέση της παλιάς.

      Στο μυαλό μου έρχεται ο πριμιτιβισμός ως η ακραία θέση στην οποία κατέφυγαν όσοι έκαναν επιδερμική κριτική στην εκδοχή του επιστημονισμού. Αλλά το καλύτερο παράδειγμα από την ιστορία είναι ίσως οι διενέξεις των ιερών συνόδων για την τριαδικότητα του Θεού. Στην ακραία θέση του αρειανισμού ότι ο Χριστός ήταν μόνο άνθρωπος οι μονοφυσίτες αντέταξαν το ακράιο αντιποδαπως ήταν μόνο Θεός. Με βάση το ορθόδοξο Πιστεύω απέτυγχαν και οι δύο να διατηρήσουν μια θεωρητική (θεολογική) ισορροποία. Αλλα είμαι εκτός θέματος και με συγχωρειτε για την φλυαρία.

      Και πάλι ευχαριστώ για την επισήμανση.

      • Αγαπητέ Αθανάσιε: Και εγώ ευχαριστώ για την απάντηση, καθώς επίσης και για την ανταπόκριση στην πρώτη μου επισήμανση!
        Επανέρχομαι λοιπόν για ένα τελευταίο σχόλιο/ερώτηση επί του κειμένου σας.
        Υποστηρίζεται πως » Για την σύγχρονη δημοκρατία η κλίμακα αποτελεί πρόβλημα μεγαλύτερο από την εφαρμογή της», πράγμα πως ως έναν βαθμό μοιάζει να θέτει σε δεύτερη μοίρα τα ερωτήματα που προκύπτουν από την αμέσως προηγούμενη διαπίστωση σας. Δηλαδή το ότι «η δημοκρατία δεν μπορεί να είναι προϊόν μιας κοινωνίας ιδιωτών, προϋποθέτει σχέσεις έξω από το πλαίσιο της μαζικής κοινωνίας.» Εδώ ακριβώς είναι που νομίζω ότι υπάρχει ένα ζήτημα για περαιτέρω διερεύνηση (ακόμα και αν δεχθώ τον συλλογισμό σας): του πως μπορεί να κριθεί η κλίμακα σε συνάρτηση με τις σχέσεις. Μάλλον, το πρώτο & κύριο μέλημα μας είναι να αποπειραθούμε να προσεγγίσουμε (εννοώ και πρακτικά) αυτό τον άλλο τύπο σχέσεων, που δεν συγκροτούνται μέσα στην παρούσα μαζική κοινωνία. Το θέμα είναι τεράστιο, σε κάθε περίπτωση όμως το τι κοινωνία θα είναι αυτή η άλλη δεν μπορούμε να το περιγράψουμε εκ των προτέρων (μόνο να την ιχνηλατήσουμε _ θεωρητικά & πρακτικά – για την ώρα), άρα ούτε και την κλίμακα της μπορούμε παρομοίως να ορίσουμε και να γνωρίζουμε. Μόνο με γνώμονα, κάθε φορά, την όποια «πρόοδο» (σε εισαγωγικά η λέξη για να μην έχουμε παρερμηνείες) και τις αντίστοιχες απόπειρες ανάπτυξης κάποιου εγχειρήματος, όσο και των ορίων που αυτό θέτει στον εαυτό του, μπορούμε να επαναπροσδιορίζουμε και τις σχέσεις και την κλίμακα. Στον αντίποδα τώρα, όταν θεωρούμε ότι η κλίμακα είναι χοντρικά δεδομένη, όπως ήδη την ορίζουν η ύπαρξη εθνών, κρατών κλπ, ναρκοθετούμε εμείς οι ίδιοι – σε ένα σημαντικό βαθμό – κάθε προσπάθεια μας ακόμα και να στοχαστούμε πάνω στο ζήτημα, παραμένοντας εγκλωβισμένοι στις προκείμενες του «μαζικοδημοκρατικού παραδείγματος». Προφανώς δεν υπονοώ πως κάτι τέτοιο υποστηρίζεται, υπάρχει όμως και ζήτημα διασαφήνισης και ζήτημα «point».
        Όσο για το «ποια μορφή δημοκρατίας αντιστοιχεί στην κοινωνία των ξεριζωμένων ατόμων», αναρωτιέμαι για το πως είναι δυνατόν να ριζώσει ένα δημοκρατικό πρόταγμα (αλλά και κάθε άλλο) στην καρδιά και το μυαλό ενός ξεριζωμένου, ….χωρίς να αρνηθεί την ίδια του την «ταυτότητα» (λέμε τώρα) ως ξεριζωμένου ….

  • Νίκο Β. ευχαριστώ για την διάθεση σου και τα εύλογα ερωτήματα που θέτεις.

    Με κάθε επιφύλαξη ότι τα όρια των ικανοτήτων μου και του μέσου που επιλέγουμε είναι περιορισμένα, θα προσπαθήσω αδρομερώς και επιδερμικά να γράψω την άποψη μου (και οχι να δώσω καποια απάντηση)

    Στα όσα λίγα έγραψες διέκρινα ένα πλούσιο προβληματισμό. Για την ευελιξία της συζήτησης μας θα τον διακρίνω σε 2 γενικά ερωτήματα.

    1. Είπες ότι διαπιστώνεις αντίφαση στην εφαρμογή της κλίμακας με την εφαρμογή της δημοκρατίας στα πλαίσια μιας μαζικής κοινωνίας. Δεν συμμερίζομαι την γνώμη σου πως υπάρχει αντίφαση. Αντίθετα βρίσκω την παραπάνω σχέση μια απόλυτα καταληπτή διαλεκτική αναλογία.

    Θα κάνω μια μικρή ιστορική περιγραφή για το θέμα αυτό και θα το αφήσω ημιτελές για περεταίρω σκέψεις και συζητήσεις.
    Η μαζική κοινωνία είναι ιστορικό προϊόν, όχι τόσο της κατανάλωσης και της μεταμοντέρνας ιδεολογίας όπως λένε οι περισσότεροι – αυτά αποτελούν συνέπειες όχι οι αιτίες – αλλά το αποτέλεσμα της εμφάνισης του έθνους-κράτος στο ιστορικό προσκήνιο. Η ληξιαρχική πράξη γέννησης αυτού του πολιτικού οργανισμού είναι σαφώς το 1789 και η πρώτη αντίθεση εφαρμογής της δημοκρατίας σε συνθήκες έθνους διαγράφηκε στις έντονες αντιπαραθέσεις εντός της γαλλικής εθνοσυνέλευσης για την έννοια και τον ρόλο της «αντιπροσώπευσης» και της «λαϊκής κυριαρχίας». Επι τροχάδην θα πω ότι οι Ιακωβίνοι παρακάμπτοντας τις αντιρρήσεις των «επαρχιωτών» Γιρονδίνων ταύτισαν την «αντιπροσώπευση» με την «λαϊκή κυριαρχία» και έτσι γεννήθηκε το πολιτικό σύστημα της republic. Αν είχαμε τον χώρο και την διάθεση να διαβάσουμε όλους τους πύρινους λόγους και τα επιχειρήματα που ακούστηκαν στην γαλλική εθνοσυνέλευση θα διαπιστώναμε ότι η συζήτηση που κάνουμε σήμερα απλά επαναλαμβάνει τις αδρές κατευθύνσεις στις οποίες κινήθηκε η αντίρρηση των Ιακωβίνων στις εξουσίες των παριζιάνικων τμημάτων, τις εθιμικές εξουσίες της γαλλικής επαρχίας και τον δημοψηφιστικό χαρακτήρα που ζητούσαν μοναρχικοί, γιρονδίνοι και λοιποί μετριοπαθείς, ειδικά με το δικονομικό θέμα που είχε ανακύψει σχετικά με το ερώτημα: Ποιός είναι ο νόμιμος αρμόδιος θα δίκαζε τον Λουί Καπέτ και ποιός ήταν αυτός που θα εξέδιδε απόφαση για την μορφή της ποινής του. Είναι χαρακτηριστικοί οι λόγοι του Ροβεσπιέρου και ο τρόπος του που απαξίωνε την κρίση του γαλλικού έθνους να μπορεί αυτό μόνο του να αποφασίζει τέτοια ντελικάτα θέματα. Απέναντι στην κλίμακα της μαζικής κοινωνίας που είχε δημιουργήσει η χειραφέτηση του γαλλικού έθνους η απάντηση ήταν ένα πολιτικό σύστημα που ευνοούσε την αντιπροσώπευση, την ανάθεση των εξουσιών σε ένα συγκεντρωτικό σώμα και ήταν εχθρικό προς την ουσία της δημοκρατίας. Από εκείνο το σημείο ως σήμερα δεν έχει αλλάξει τίποτα απολύτως.

    Μια επιπλέον παράμετρος που συνδέει την μεγάλη κλίμακα με την μαζική κοινωνία και τις κάνει και τις δύο μαζί τροχοπέδη της δημοκρατίας, είναι η νεωτερική αντίληψη για τον διαχωρισμό κράτους- κοινωνίας. Η βιβλιογραφία και η ιστοριογραφία είναι στο σημείο αυτό ανεξάντλητη. Όσο πιο επιδερμικά μπορώ, θα πω ότι η όποια αντίληψη έχουμε για την ιστορική δημοκρατία προϋπέθετε όχι μόνο μικρές κλίμακες, ευνοϊκές προς τις άμεσες κοινωνίες, αλλά και απόλυτη ταύτιση του δήμου με το πολιτικό σύστημα (το κοινόν ή το Res publica) ή αλλιώς την πλήρη ένωση του πολιτικού συστήματος (κράτους) με την κοινωνία (δήμο).

    Μπορούμε λοιπόν να προχωρήσουμε στο επόμενο ερώτημα σου μόνο εάν συμφωνούμε στα όσα περιγράψαμε παραπάνω: Δηλαδή ότι η νεωτερική αντίληψη του έθνους-κράτους παρήγαγε την μεγάλη κλίμακα, την μαζική κοινωνία, την αντίληψη της λαϊκής κυριαρχίας, της αντιπροσώπευσης και διαχώρισε το πολιτικό σύστημα από την κοινωνία.

      2. Στο τελευταίο σου ερώτημα συμμερίζομαι τον προβληματισμό σου αλλά έχω πιο συγκεκριμένες και πολιτικές απαιτήσεις.

    Αναρωτιέμαι λοιπόν πώς είναι δυνατόν να ριζώσει σε μια μαζική αντιπροσωπευτική κλίμακα ένα δημοκρατικό πρόταγμα χωρίς πρώτα αυτό να αρνηθεί τις προϋποθέσεις που το ξεριζώνουν. Λες ότι μια δημοκρατική ταυτότητα στο «μυαλό ενός ξεριζωμένου» αναγκαστικά θα έχει αρνηθεί εκ των προτέρων «την ίδια του την «ταυτότητα» ως ξεριζωμένου». Με την σειρά μου όμως θέτω την εξής ερώτηση: Πώς ακριβώς υποτίθεται θα γίνει η μετάβαση από την μία κατάσταση (της ξεριζωμένης ταυτότητας) στην άλλη (της δημοκρατικής κατάστασης);

    Έχω την εντύπωση, και θα μιλήσω γενικά όχι προσωπικά σε όσα γράφεις, ότι ο τρόπος που θεωρείται δεδομένο ότι σε ένα «δημοκρατικό πολιτικό σύστημα» η ταυτότητα του υποκειμένου αντιδρά ως αυτόματο και ανταποκρίνεται αυτοματοποιημένα στις προδιαγραφές που απαιτεί η λειτουργία του δημοκρατικού συστήματος, είναι μια συζήτηση που εκτός από την μεταφυσική προσέγγιση της, στην ουσία βάζει στα χέρια μας το αυγό χωρίς όμως να υπάρχει κότα.

    Θα είχε ενδιαφέρον να γενικευτούν οι σχετικές προτάσεις που έχουν αναπτυχτεί από θεωρητικούς και υποστηρικτές της δημοκρατίας, και της άμεσης ειδικότερα, για τον τρόπο που αποκτιέται η επιθυμητή ταυτότητα του «δημοκρατικού υποκειμένου» ή τον τρόπο που επιτυγχάνεται η μετάβαση της «μη-ταυτότητας» στην κατάσταση «ταυτότητας». Από οσα γνωρίζω θα διαπιστώναμε πως όλες τους είναι βεβιασμένες, πρόχειρες και τσαπατσούλικες ασκήσεις μαθητευόμενων μάγων.

    Οι πιο γνωστές είναι και οι περισσότερο έωλες: Από την μεταφυσική επιφοίτηση του φαντασιακού πνεύματος έως τα επιχορηγούμενα με κρατική κάλυψη δημοψηφίσματα καμμία ρεαλιστική απόκριση δεν υπάρχει για το είδος της δομικής και πολιτικής μετάβασης που απαιτείται από συνθήκες «μη-ταυτότητας» σε εκείνες του δημοκρατικού φρονήματος. Στο εμπειρικό τομέα οι αναμνήσεις όλων μας είναι σίγουρα ανεξάντλητες και δεν υπάρχει λόγος να αναφερθούμε για το πως αντιλαμβάνονται την δημοκρατία οι κοινωνικές συσσωματώσεις από την κορυφή της εθνικής αντιπροσώπευσης έως τις μικρές ομάδες των «απο τα κάτω».

    Οι θεωρητικοί της δημοκρατίας απλώς κάνουνε πως δεν βλέπουνε την αντίφαση και την κακή πραγματικότητα που μας περιβάλει και αναμασάνε το ένδοξο παρελθόν της δημοκρατίας καταλήγοντας συνήθως στα βιβλία, τις διαλέξεις και τους λόγους τους σε ευχές και υποσχέσεις. Από την άλλη μεριά οι φορείς της δημοκρατίας στην κοινωνία (από τις πολιτικές οργανώσεις που την επικαλούνται έως τα κινήματα που την προασπίζονται) έχουν σε απόλυτο βαθμό αποδεχθεί τους όρους της μαζικής αντιπροσωπευτικής κλίμακας, και μάλιστα στην πράξη παίζουν με τους όρους της ενώ στα λόγια λένε ότι την πολεμούνε.

    Φίλε Νίκο Β. έχω πλήρη επίγνωση ότι τα όσα παραπάνω ανέπτυξα ως συλλογισμό ανταποκρίνονται στο σημείο που έγραψες: «όταν θεωρούμε ότι η κλίμακα είναι χοντρικά δεδομένη, όπως ήδη την ορίζουν η ύπαρξη εθνών, κρατών ναρκοθετούμε εμείς οι ίδιοι – σε ένα σημαντικό βαθμό – κάθε προσπάθεια μας ακόμα και να στοχαστούμε πάνω στο ζήτημα, παραμένοντας εγκλωβισμένοι στις προκείμενες του «μαζικοδημοκρατικού παραδείγματος».

    Η διαφορά είναι πως τις «νάρκες» δεν τις βάζει αυτός που υποδεικνύει πως μας περιβάλλουν. Για να βγει κανείς έξω από ένα ναρκοπέδιο θα πρέπει πρώτα να έχε επίγνωση ότι βρίσκεται μέσα του.

    Λυπάμαι ειλικρινά για τα πολλά λόγια.

    • Φίλε Αθανάσιε (ενικός πλέον): Τα πολλά λόγια μια χαρά ήταν. Ως έναν βαθμό αποσαφήνισαν αρκετά καλύτερα τις απόψεις που υποστηρίζεις στο κείμενο, σε έναν άλλο (βαθμό) ανέδειξαν το ζήτημα των ασαφειών που δημιουργούνται πολλές φορές σε έναν τέτοιου είδος διάλογο.
      Προς διασαφήνιση λοιπόν των όσων κατέθεσα στα προηγούμενα μου σχόλια, εν είδη ερωτημάτων μάλλον παρά θέσεων/απόψεων, θέλω να διευκρινίσω πως δεν διαπίστωσα «αντίφαση στην εφαρμογή της κλίμακας με την εφαρμογή της δημοκρατίας στα πλαίσια μιας μαζικής κοινωνίας». Αυτό που προσπάθησα να πω ήταν πως το ζήτημα του τι είδους σχέσεις επιθυμούμε/επιδιώκουμε, και η «πρόοδος» σε αυτό τον τομέα «επιβάλλουν» και έναν επαναπροσδιορισμό-καθορισμό της έννοιας της κλίμακας, όχι ως δεδομένης από τα πριν ούτε και δεδομένης στο τέλος – αλλά ως ζητούμενης (και αυτή) κάθε φορά. Με τι τρόπο είναι δυνατό κάτι τέτοιο να επιτυγχάνεται και ως προς τις δύο όψεις (σχέσεις & κλίμακα) , αυτό είναι και το στοίχημα του δημοκρατικού προτάγματος (εν προκειμένω). Κατ’ εμένα, το ελάχιστο που απαιτείται σε μια τέτοια προοπτική είναι η αλλαγή παραδείγματος (αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη), και κάπως έτσι το θέτω στην συγκεκριμένη αποστροφή του σχολίου μου.
      Στο πνεύμα αυτό λοιπόν, όλα όσα αναφέρεις στο εκτενές σχόλιο σου με βρίσκουν, με λίγες επιφυλάξεις, αρκετά σύμφωνο. Έτσι δεν θα πω περισσότερα. Κρατάω μόνο το ζήτημα για την ιστορική δημοκρατία που προϋπέθετε μικρές κλίμακες (και όχι μόνο … όπως λες) για περαιτέρω διερεύνηση …. (με μια άλλη ευκαιρία ίσως το ξαναπιάσουμε πιο διεξοδικά).
      Τώρα, για το ζήτημα των «ξεριζωμένων ατόμων» το ερώτημα μου ήταν περισσότερο ρητορικό, ακροθίγοντας ωστόσο ένα τεράστιο ζήτημα για το οποίο συμμερίζομαι απόλυτα τους προβληματισμούς σου, έτσι όπως τους παρέθεσες/ανέπτυξες – και σε ευχαριστώ ιδιαίτερα για αυτό! (να λοιπόν που τα πολλά λόγια ήταν τελικά αναγκαία). Να σημειώσω μόνο πως μίλησα για το πως είναι δυνατόν να ριζώσει ένα δημοκρατικό πρόταγμα στην καρδιά και το μυαλό και όχι μόνο στο μυαλό, θέλοντας να επισημάνω πως η αναζήτηση ενός άλλου παραδείγματος (όπως προείπα) – πόσο δε το ρίζωμα του – δεν είναι δυνατόν να είναι μια καθαρά ¨διανοητική» διαδικασία. Αλλά και γι’ αυτό το τελευταίο, μόνο για την διερεύνηση του, απαιτείται ίσως μια ειδική ανάρτηση απ΄αυτό το βήμα διαλόγου.
      Θέτω λοιπόν ερωτήματα που, στον βαθμό που τα συμμερίζεστε, θα αποτελούσαν ίσως μια επιπλέον αφορμή για άρθρα – από μεριά σας – με μεγαλύτερο (ας πούμε) «προσανατολισμό» στην σημερινή κατάσταση πραγμάτων και τις δυνατότητες ξεπεράσματος της …..
      Και πάλι ευχαριστώ: για τον χώρο που μου δώσατε, τον χρόνο να διαβάσετε τα όσα λέω, και πάνω απ’ όλα για τις απαντήσεις και τον μικρό αλλά πυκνό διάλογο που είχαμε!

      • Υ.Γ. Συνοπτικό σχόλιο – παράθεση αποσπάσματος:
        … όσον αφορά την αρχαιολογική λατρεία του παρελθόντος σίγουρα δεν ήταν ανάκτηση της ιστορίας αλλά άρνηση της ιστορίας. Η πραγματική ιστορία δεν μπορεί να ανακτηθεί παρά μόνο με την είσοδό της σε μια νέα ζωή με νέα μορφή. Το χρήμα, η «χωρική προοπτική» και ο μηχανικός χρόνος ως αφαιρέσεις παρείχαν το περίβλημα (enclosing frame) της νέας ζωής. Η εμπειρία μειώθηκε προοδευτικά μόνο σε εκείνα τα στοιχεία που μπορούσαν να αποσχιστούν από το σύνολο και να μετρηθούν χωριστά : οι συμβατικοί μετρητές πήραν την θέση των οργανισμών. Εκείνο που ήταν πραγματικό ήταν το κομμάτι της εμπειρίας που δεν άφηνε καθόλου σκοτεινά υπόλοιπα , και οτιδήποτε δεν μπορούσε να εκφραστεί με όρους οπτικών αισθήσεων και μηχανικής τάξης δεν άξιζε να εκφραστεί …
        Lewis Mumford – The City in History (1961)

  • Τώρα και εγώ κατάλαβα καλύτερα τους προβληματισμούς που θέτεις, ευχαριστώ για τις διευκρινίσεις.

    Συμφωνώ απόλυτα ότι κάποια πράγματα δεν είναι δυνατόν να τα λύσει μια καθαρά «διανοητική» διαδικασία. Σαφώς και έτσι είναι όπως γράφεις ότι ο επαναπροσδιορισμός-καθορισμός της κλίμακας είναι ένα προοδευτικό καθήκον προς διερεύνηση σε σχέση με το είδος της αυτοδεσποτείας που αποζητούμε.

    Ευχαριστώ επίσης για το εξαιρετικό παράθεμα από το The City in History . Δυστυχώς ένα ακόμα βιβλίο που αποτελεί Ιπτάμενο Ολλανδό για τους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους.

    Εις το επανιδείν λοιπόν.

Σχολίασε

Go to top