Φιλίπ Μυρέ – Μετά την Ιστορία: στοιχεία για το καθεστώς του φεστιβισμού

Asger Jorn, Le canard inquiétant (1959)

Επιμέλεια: Νικόλας Γκίμπης

Σ.τ.Ε.: Το παρόν άρθρο αποτελείται από μια συλλογή κειμένων που προέρχονται απ’ το βιβλίο Après l’ Histoire [Μετά την Ιστορία] του Philippe Muray. Ως τίτλος άρθρου διατηρήθηκε ο τίτλος του βιβλίου.

Παρ’ όλα αυτά, προστέθηκε ο υπότιτλος «Στοιχεία για το καθεστώς του φεστιβισμού» προκειμένου να γίνει λίγο πιο σαφές, και να προϊδεαστεί ο αναγνώστης, περί τίνος πρόκειται αναφορικά με τα κείμενα που επιλέχθηκαν γι’ αυτή τη δημοσίευση. Για τις ανάγκες της παρούσας μετάφρασης, η λέξη «festivisme», μαζί με τα παράγωγά της, επιλέχθηκε να αποδοθεί στην ελληνική γλώσσα ως «φεστιβισμός». Πρόκειται επί της ουσίας για νεολογισμό που εισάγει ο ίδιος ο Philippe Muray, που αν και η ρίζα του όρου προέρχεται απ’ τη λέξη «festif» («εορταστικός»), η σημασία όμως του όρου την υπερβαίνει κατά πολύ. Μια ακόμη βασική διάκριση, και αντίστοιχα μεταφραστική δυσκολία, προήλθε μέσα από την αντιπαράθεση του «festivisme» με το «festivalisme» («φεστιβαλισμός»), όρος που υπήρχε πριν, και υπάρχει ανεξάρτητα, απ’ τον νεολογισμό του Μυρέ. Συνήθως με την επίκληση στον φεστιβαλισμό η έμφαση δίνεται περισσότερο στα μεγάλα πολιτιστικά γεγονότα ή ακόμα και στον πολλαπλασιασμό τους στον δημόσιο χώρο. Το επίδικο είναι και παραμένει πάντα το ίδιο το φεστιβάλ ως συγκεκριμένη πολιτιστική δομή. Αντιθέτως, ο φεστιβισμός είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης στη μεταϊστορική εποχή και επεκτείνεται στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, όχι μόνο σε συγκεκριμένους τόπους της κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής.

Τέλος, θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Βασίλη Τομανά για την πολύτιμη βοήθειά του.

Για τον homo festivus και τον φεστιβισμό

μτφρ.: Παπαδόπουλος Βασίλης

Ο homo festivus βρίσκεται παντού και πουθενά. Πλέον, δεν έχει και πολύ μεγάλη σχέση με τα ανθρώπινα όντα των αρχαίων πολιτισμών. Πρόκειται για τον κάθε στοιχειώδη raver, το κάθε μεσαίο στέλεχος, τον κάθε Κλίντον, που είναι γνωστός και ως Μπιλ Γκέητς, ένα από τα ισχυρότερα πρόσωπα αυτού του υπό κατάρρευση κόσμου, ο οποίος (όπως μαθαίναμε πρόσφατα από τον Nouvel Observateur) σύντομα «θα κυριαρχήσει σε κάθε λογισμικό του Διαδικτύου και της διαδραστικής ψυχαγωγίας», που όμως, φεστιβικά, «προτιμά τα τζιν αντί για ένα κοστούμι Αρμάνι, ένα κουτάκι Κόλα αντί για κρασί Μπορντώ και ένα τραμπολίνο στο νέο του σπίτι των διακοσίων είκοσι εκατομμυρίων φράγκων αντί για μια πιο σοφιστικέ διασκέδαση». Ο homo festivus αντανακλάται στην εποχή του και την ευχαριστεί που τον έκανε τόσο μεγάλο. Στην πραγματικότητα, όμως, κανείς δεν μπορεί να θεωρηθεί πιο πολύ από έναν άλλον homo festivus, διότι κανείς δεν είναι κάτι άλλο παρά homo festivus. Η υπερφεστιβική ιδεολογία, ή φεστιβισμός, θα μπορούσε να εφαρμοστεί σ’ αυτό που έγραψε κάποτε ο Μπόρχες για τον νομιναλισμό: «Ο νομιναλισμός, άλλοτε επινόηση λίγων, σήμερα αγκαλιάζει ολόκληρο τον κόσμο. Η νίκη του είναι τόσο αχανής και τόσο θεμελιώδης που το όνομά του έχει καταντήσει άχρηστο. Κανείς δεν αποκαλείται νομιναλιστής, γιατί κανείς δεν είναι κάτι άλλο». Μόνο που ο θρίαμβος του υπερφεστιβικού, με ορίζοντα τη διεμφυλικότητα, και άρα την εξάλειψη των ατόμων, έγκειται συγκεκριμένα σε έναν νεο-νεοπλατωνικό και αλληγορικό «ρεαλισμό» (με την έννοια μιας ανταγωνιστικής οπτικής στον νομιναλισμό), μια επιστροφή στην αφαίρεση, την οποία μάχεται ματαίως αυτός ο νομιναλισμός (δια της οποίας, όπως διασαφηνίζει επίσης ο Μπόρχες, και απ’ ότι φαίνεται ευσταθεί, γεννήθηκε το μυθιστόρημα).

Αυτή η επιστροφή στην αφαίρεση δεν έχει πια ανάγκη να υποστηριχθεί. Έχει γίνει το ίδιο το φυσικό. Ήδη, τίποτα πια δεν μπορεί να δοξαστεί, παρά μόνο μέσω της μεγαλοπρέπειας του υπερφεστιβικού. Στη Liberation, ένας κάποιος κοινωνιολόγος φώναζε πριν λίγο καιρό: «Ας εξυμνήσουμε τα νέα συλλογικά κινήματα!». Ο ειδικός αυτός περιέγραφε με λεπτομέρεια τα πλεονεκτήματα των μεγάλων αυτών αυθόρμητων συλλογικών κινητοποιήσεων που καινοτομούν «μέσω του ζωντανέματος του δρόμου και της θεατρικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων». Στην ίδια εφημερίδα, είδαμε τον περασμένο Οκτώβρη, τον Jack Lang1, να ανακατεύεται, ως πρώην υπουργός σε διαδικασία ανακύκλωσης, πάνω στις εκδηλώσεις και να απολογείται δικαίως για τη «γαλλική techno», μια techno τόσο «δημιουργική», με τις ξεχωριστές γιορτές της, της οποίας η μεγαλύτερη αρετή φαίνεται να δημιουργεί έναν «πολυ-επιστημονικό χώρο». Δεν θα επανερχόμουν στην τοποθέτησή του αυτή, αν, γύρω στα τέλη Δεκέμβρη, δεν έπεφτα πάνω σε ένα τιτάνιο τηλε-ντιμπέιτ, με τίτλο «Rave, techno, rap: Αφήστε ήσυχους τους νέους!». Κατά τη διάρκεια του τηλε-ντιμπέιτ, μαθαίναμε πως οι νέοι είναι αιώνια διωκόμενοι, πως αναγκάζονται να ακούν κρυφά την αγαπημένη τους μουσική κάτω από επικίνδυνες συνθήκες, κυνηγημένοι από τους μπάτσους. Συγκρατούσα τα γέλια μου, μπροστά στην οθόνη, και κατάπινα μια ιδέα που μου ερχόταν στο μυαλό (εφόσον οι νέοι εμποδίζονται τόσο εχθρικά, μέσα στις πόλεις, από το να ωφελούν όλο τον κόσμο με τον θόρυβό τους, τότε προς Θεού, ας τους δώσουμε τουλάχιστον μια δικιά τους περιοχή· ας τους προσφέρουμε μια από εκείνες τις έρημες επαρχίες που μόνο η Γαλλία γνωρίζει το μυστικό τους· ας τους δώσουμε ένα οροπέδιο, για παράδειγμα, με πλήρη δικαιώματα ιδιοκτησίας και κάθε ελευθερία· θα μπορούσαμε μάλιστα να το αποκαλέσουμε το Οροπέδιο του Λαού), και αποποιούμενος, λοιπόν, κάθε τέτοιας απρέπειας, θυμόμουν αυτό το άρθρο του Jack Lang, ανώτατου αξιωματούχου της techno, μανιτού της rave σκηνής ως βούληση και ως παράσταση, κοντολογίς, αυτού του σημαίνοντος προσώπου του υπερφεστιβικού κόσμου. Επικαλούνταν λοιπόν, σ’ αυτό το ήδη δυο μηνών άρθρο, ότι οι γιορτές techno «συνέβαλαν στην ανάδυση μιας ολόκληρης γενιάς από νέους καλλιτέχνες, μουσικούς ή δημιουργούς μόδας, γραφίστες ή δημιουργούς βίντεο, ηθοποιούς στο θέατρο ή γλύπτες πάγου». Τί δουλειά είχαν εκεί οι γλύπτες πάγου; Γιατί όχι οι πλάστες υπερκόλλας; Οι διακοσμητές PVC; Οι τεχνίτες κάστρων στην άμμο και χιονάνθρωπων; Δεν έχω τίποτα προσωπικό, φυσικά, με τους γλύπτες πάγου, όμως δεν μπορώ να καταλάβω τον λόγο για τον οποίο ο πρώην Υπουργός Πολιτισμού τους ξεχωρίζει. Τελικά, εκείνη τη μέρα, ο Jack Lang ήθελε να μας πληροφορήσει πως ο ίδιος διαμαρτυρόταν εντόνως ενάντια στην καταστολή των rave party. Πολύ περισσότερο για εκείνες τις εσπερίδες, έλεγε ακόμη ο Τρελός Καπελάς της Χώρας των Ψηφιακών Θαυμάτων, «όπου οι καλλιτέχνες παραμένουν συχνά ανώνυμοι, οι διαφορές φύλου ή καταγωγής δεν υφίστανται πλέον». Πράγμα που αποτελεί ένα ισχυρό ατού, όπως το περιμέναμε, για να τους χαρακτηρίσουμε άθικτους2.

Τα παλιά στοιχεία διαφοροποίησης (απαραίτητη συνθήκη, σημειωτέον, για την άσκηση έστω και της πιο ελάχιστης κριτικής σκέψης), έχουν στην πραγματικότητα απορροφηθεί από τη γιορτή της υπερφεστιβικής εποχής. Ακόμα και στη γλώσσα, όπως το υπενθύμιζε ρητά, λίγες εβδομάδες αργότερα, μια χρονικογράφος της Le Monde, καθώς επέστρεφε εκστασιασμένη, κι εκείνη, από μια rave βραδιά σε ένα μεγάλο προάστιο. Αυτή η συγκινητική συνάθροιση έλαβε χώρα μέσα στους αγρούς του πρώην βιομηχανικού σύμπαντος, μέσα σε μια τεράστια εγκαταλελειμμένη αποθήκη, που, σύμφωνα με τη δημοσιογράφο, «θύμιζε μεσαιωνική νύχτα στο προαύλιο της Νοτρ Νταμ». Τρεις χιλιάδες άτομα χόρευαν «εν θερμώ υπό τους ήχους του DJ, τις συμπαντικές “υπερ-δονήσεις”, χωρίς να έχουν ανάγκη τις λέξεις». Στις μέρες μας, το να μην έχεις ανάγκη τις λέξεις αποτελεί προτέρημα. Ήδη, λίγο καιρό πριν από τον θρίαμβο του φεστιβισμού, είχαμε ίσως δει, μέσα σ’ αυτή την εγκατάλειψη της ζωντανής ομιλίας, μια ανησυχητική σκιά της επιστροφής στη ζωικότητα. Όμως, η επιστροφή αυτή δεν είναι πλέον διακριτή: βρίσκεται σε διαδικασία ολοκλήρωσης. Και δεν παραμένει αμφιλεγόμενη, παρά μόνο σε μερικά μυαλά ολοένα και πιο απομονωμένα.

Το υπερφεστιβικό σύστημα, μέγας κατασκευαστής ηθικής, περιφρονεί την πάντα λίγο-πολύ ανεξέλεγκτη γλώσσα, επιρρεπή στα ψέματα, ή τουλάχιστον στις αμφισημίες. Αποτελεί ύψιστο στόχο η διακήρυξη της εορταστικής κατάστασης ως παραδεισένιας, διότι δεν διαφοροποιεί. Ένας νοσταλγός των «θρυλικών» εποχών του Παλατιού, ανακαλούσε πρόσφατα το μέρος αυτό ως αξιομνημόνευτο γιατί «διέλυσε τους κοινωνικούς, σεξουαλικούς και φυλετικούς φραγμούς, και επινόησε ένα νέο πρότυπο ένταξης ή αναγνώρισης αυτής της αποφετιχοποιημένης κοινωνίας». Η εορτή εξυπηρετεί την κατάπνιξη της αρνητικότητας, καθώς και της ανισότητας. Το υπερφεστιβικό αποτελεί την αποθέωση της αδελφοποίησης, τη δυναμική επιστροφή, θετικοποιημένη όμως μέχρι θανάτου, του μιμητισμού και του επιδημικού, το λουτρό στο οποίο καταργούνται οι αποστάσεις, οι διαχωρισμοί, οι εξατομικεύσεις και οι αντιθέσεις. Ο homo festivus ψωροπερηφανεύεται που ξέρει πως είναι βυθισμένος στο ομοιογενές κύμα της ειδυλλιακής κατάστασης χωρίς πρόσωπα, σε ένα συμπαντικό συνεχές ειρήνης και έρωτα, από το οποίο, η σύντομη ιστορική περίοδος της ανθρωπότητας, εν τέλει, μας απομάκρυνε μόνο πολύ προσωρινά. Είναι, τέλος, αυτό ακριβώς που υποδεικνύει ο ακούσια κωμικός Jack Lang, προωθώντας τη διοργάνωση μιας techno parade αλά γαλλικά: «κάτι τέτοιο θα μπορούσε να σημάνει τη γέννηση μιας νέας οικουμενικότητας, την οικουμενικότητα της ποίησης, της τέχνης, της ανεκτικότητας, που θα αντικαθιστούσαν την οικουμενικότητα του πολέμου, της βίας και της καταπίεσης». Μέσα σε όλη αυτή τη φλύαρη και θαμπή δημαγωγία, χαραμίζαμε πραγματικά τον χρόνο μας για να βρούμε ένα πράγμα, την πραγματικότητα. Οι προπαγανδιστές της υπερφεστιβικής εποχής υποστηρίζουν ένα μόνο πράγμα, τον επικερδή ονειρισμό τους, και τον υποστηρίζουν αδιάκοπα. Πλέον, δεν έχουν κανένα επιχείρημα σχετικά με την πραγματικότητα ή τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Δεν απορούν με την εξαφάνισή τους. Αντιθέτως, δεν μπορούν παρά να χαίρονται μ’ αυτήν. Όπως με την εξάλειψη μιας αρχαίας βλαβερής πράξης.

Όλες αυτές οι συνθήκες, και μερικές άλλες, απαιτούν την επεξεργασία μιας νέας θεωρητικής και κριτικής σκέψης, που βρίσκεται ακόμη σε νηπιακό στάδιο. Μπορεί να δημιουργηθεί μόνο μέσω της καθημερινής ανάλυσης μιας πραγματικότητας που μετατράπηκε σε μη πραγματική, ενός συγκεκριμένου που δεν έχει βάρος και μιας ιστορικής στιγμής αποσπασμένης από την Ιστορία.

Για τον φεστιβισμό ως γλώσσα και ως ιδεολογία

μτφρ.: Παπαδοπούλου Ελεονώρα

Η υπερφεστιβική και μεταϊστορική εποχή έχει μια ιδεολογία, αλλά η ιδεολογία αυτή δεν φανερώνεται. Πρέπει να την ανακαλύψουμε. Ξεφεύγει με αξιοθαύμαστο τρόπο ακόμη και από τον ίδιο τον ορισμό της. Όσο περισσότερο ενεργεί, τόσο πιο πολύ εξαφανίζει τα χαρακτηριστικά της ίχνη. Για να ανακατασκευάσουμε μια πραγματικότητα, κατά τα τρία τέταρτα αόρατη, είναι απαραίτητο να πάρουμε ορισμένα σημάδια και να τα αποκωδικοποιήσουμε. Η πρώτη δυσκολία στο εγχείρημα αυτό προκύπτει από την ίδια τη φύση της σημερινής πραγματικότητας, από την πολύ συγκεκριμένη «σύστασή» της. Αν η εποχή μας είναι τέτοια, ώστε το συγκεκριμένο να υποχωρεί, όπως ένα δάπεδο που καταρρέει, όλα όσα αποκρύπτονται από την κυρίαρχη γλώσσα αποτελούν αυτή την κατάρρευση. Ο τρόπος που βλέπει τον κόσμο ο homo festivus είναι μια μυθοπλασία που περικλείει τα ιδιαίτερα συμφέροντά του ως «άρχουσας τάξης». Μ’ αυτές τις φαινομενικά μη-συνεκτικές φλυαρίες, αποσκοπεί σε ένα μόνο πράγμα: υπηρετεί την υπόθεσή του. Η ιδεολογία, σύμφωνα με τον Μαρξ, αποτελούσε μια ακολουθία παραστάσεων που προορίζονταν να κάνουν τον άνθρωπο να πιστεύει στην ψευδαίσθηση ενός αιώνιου και ανιστορικού κοινωνικού στοιχείου στο πλαίσιο μας ιστορικής κοινωνίας. Αντίθετα, η σημερινή ιδεολογία συνίσταται στο να κάνει να πιστεύουμε στην Ιστορία, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας, η οποία στην πράξη βρίσκεται έξω από την Ιστορία και που ζει καινούριες περιπέτειες, που είναι ακόμη δύσκολο να τις ορίσουμε. Η υπερφεστιβική ιδεολογία επιδίδεται σε μια διαρκή διεργασία απόκρυψης. Προσπαθεί να καταστήσει δυσανάγνωστη την ανιστορικότητά της. Αποκρύπτει το τέλος. Αυτή είναι η κυριότερη έγνοια της.

Το εορταστικό στοιχείο έχει τη δική του γλώσσα, που πρέπει να την περιγράψουμε. Οι ακαδημαϊκοί, που θλίβονται ελαφρώς βλέποντας τη γαλλική γλώσσα να χωλαίνει μπρος στην εποχή, έχουν εκφράσει τελευταία ταπεινές επιφυλάξεις όσον αφορά ορισμένες τροποποιήσεις στη γραμματική, ξεκινώντας από τη γενίκευση του όρου «η υπουργίνα» για να χαρακτηρίσουμε ορισμένες γυναίκες που συντελούν στη δημιουργία ατμόσφαιρας στην παρούσα κυβέρνηση. Θεωρείται σωστό να χλευάζουμε τις πρωτοβουλίες της Γαλλικής Ακαδημίας3. Κάτι τέτοιο έχει σίγουρα επίδραση, όμως εντελώς ακίνδυνη, όπως όταν κοροϊδεύουμε τους στρατιωτικούς ή τον κλήρο. Μπορούμε, άλλωστε, να προχωρήσουμε ακόμη παραπέρα: το γαλλικό περιοδικό Charlie Hebdo, περιοδικό εκλεκτικό, χρησιμοποίησε για την περίσταση τη λέξη «κουφάρια» για τους ακαδημαϊκούς που είναι πολύ αυθάδεις για τα γούστα του. Όλοι οι παραγοντίσκοι της «πολιτικής μη ορθότητας», όλοι οι συστημικοί αναρχικοί, μεγαλωμένοι μέσα στη ζώνη του ενσταβλισμού που επικαλύφθηκε με το σκυρόδεμα του Ανατρεπτικού, χλιμιντρίζουν επευφημώντας κάθε φορά που κοροϊδεύουν τον κομφορμισμό της Γαλλικής Ακαδημίας. Αυτό, αυτό το είδος αντίδρασης, τους επιτρέπει να έρχονται πιο κοντά, να αισθάνονται πιο ζεστά ως παράτολμοι μοντερνιστές. Ο άνεμος είναι ούριος όταν γελοιοποιούν την Ακαδημία. Δεν είναι όπως όλος ο κόσμος. Δεν μοιάζουν με κανέναν άλλον. Αποτελούνται από πολλά εκατομμύρια, και από δεκάδες εκατομμύρια ακόμη που δεν μοιάζουν με κανέναν άλλον. Πενήντα εκατομμύρια πρωτότυπων εναντίον σαράντα Αθάνατων4, ορίστε περίπου η αναλογία των δυνάμεων, και είναι φανερό πόσο θάρρος χρειάζεται να έχουν αυτοί που είναι μόνο πενήντα εκατομμύρια, ενώ οι άλλοι είναι σαράντα.

Κανείς, φυσικά, δεν αφιέρωσε ούτε ένα δευτερόλεπτο για να επιχειρηματολογήσει υπέρ ή κατά αυτής της παρέμβασης. Η υπερφεστιβική εποχή έχει ως χαρακτηριστικό να μην επιδέχεται επιχειρηματολογία. Υπάρχουν αυτονόητα (φεστιβικά), και μη αυτονόητα. Η διένεξη ή η αντιπαράθεση έχουν αντικατασταθεί από τη συζήτηση, αυτό το υποκατάστατο του ελαφρού διαλόγου, αυτή την παιδιάστικη και τηλεοπτική μετάφραση της συζήτησης, όπου ακόμη και το αντικείμενο της διαμάχης εξανεμίζεται κατά τη διάρκεια της εκπομπής. Μόνο η ασύλληπτη Ségolène Royal5 έχει ανεβεί στις επάλξεις. Τί έχει πει, λοιπόν, η Royal, με το πλατύ χαμόγελο, που μοιάζει σαν ηλεκτρικό τρυπάνι πάνω σε χαλύβδινη πλάκα; Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως έπαιξε θαυμάσια τον ρόλο εκφραστή τού όπου φυσάει ο άνεμος. Κατ’ αρχήν, αντιπρότεινε ότι «οι ακαδημαϊκοί θα έπρεπε να το συνηθίσουν». Επίσης, έχοντας μεγάλη έμπνευση, μεταπήδησε σε ιστορικές εκτιμήσεις που την οδήγησαν να συγκρίνει τις διαμαρτυρίες των Αθάνατων με τις «θεωρήσεις στη Σύνοδο του Τρέντο6, όπου αναρωτούνταν αν οι γυναίκες έχουν ψυχή». Aυτές οι συκοφαντικές ανοησίες, που πέρασαν απαρατήρητες, εκστομίστηκαν τη στιγμή που ο Jospin, στο γαλλικό Κοινοβούλιο, φανέρωσε τη χονδροειδή άγνοιά του για την Ιστορία, με αφορμή την υπόθεση Ντρέυφους και την κατάργηση της δουλείας (ανοησίες χαρακτηριστικές του υπερφεστιβικού πολιτισμού, για τον οποίο η Ιστορία δεν υπάρχει πια, εκτός κι αν αποτελεί πρόσχημα για επετειακές γιορτές ή για να προβούμε σε κρίσεις). Κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά άδικο και φεμινιστικά αδικαιολόγητο. Εδώ θα μπορούσε κάποιος να αφιερώσει τον χρόνο του στο να αποκαλύψει στη φιλονεΐστρια Ségolène Royal ότι στη Σύνοδο του Τρέντο δεν έγινε, βέβαια, ποτέ λόγος για την ψυχή των γυναικών· ότι η Εκκλησία δεν θα μπορούσε, προφανώς, να αμφιβάλλει ποτέ, σε καμία εποχή, ότι η γυναίκα έχει ψυχή, γιατί αυτό θα αποτελούσε αίρεση· και αν θα έπρεπε να ψάξουμε για την προέλευση αυτής της παλιάς και απεχθούς φήμης, αλλά τόσο βολικής στα μάτια των ηλιθίων, θα ανατρέχαμε ακόμη πιο πίσω, στον Γρηγόριο της Τουρ7(γεννήθηκε περί το 544 μ.Χ.), και τότε θα είχαμε μια ευκαιρία να τη βρούμε, μέσα σε ένα κείμενο όπου αναφέρεται η διαφορά μεταξύ των δύο λατινικών όρων που ορίζουν τον άνθρωπο: vir, το αρσενικό και homo, το ανθρώπινο ον. Αλλά, εν τέλει, δεν έχει σημασία. Με τη χάρη της Royal, η γαλλική γλώσσα προχωρά και κανείς δε θα τη σταματήσει. Επιπλέον, μερικές μέρες αργότερα, επ’ ευκαιρίας της «Ημέρας της Γυναίκας», ο Jospin δημοσίευσε στην εφημερίδα της γαλλικής κυβέρνησης Journal Officiel μια εγκύκλιο, διατάσσοντας τους υπουργούς και τους γραμματείς των υπουργείων να «χρησιμοποιούν θηλυκά ονόματα για περιγραφές επαγγελμάτων, λειτουργημάτων, βαθμών ή τίτλων (βουλευτίνα, δικαστίνα κ.λπ.)». Ορίστε, λοιπόν, μια υπόθεση αποφασιστικά και υπουργικά διευθετημένη, για την οποία δεν μας προκαλεί καμία έκπληξη που η εφημερίδα Libération έδειξε να ενθουσιάζεται: «ο Jospin εξαλείφει τη φαλλοκρατική γλώσσα» τιτλοφόρησε, την ίδια μέρα, την καθημερινή της έκδοση, πετώντας από τη χαρά της και γεμάτη θαυμασμό μπροστά σε έναν τέτοιο, επίσης ασυγκράτητο, αγωνιστή. Ακολουθούν ολίγα παραπάνω για τον εν λόγω ασυγκράτητο:

«Τρέφω μεγάλο σεβασμό για τη γαλλική γλώσσα» σχολίασε αυτό το καλό παιδί, το τόσο τέλεια προγραμματισμένο, «αλλά μου φάνηκε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να διορθώσω τις γραμματικές ανισότητες που αποτελούν κατάλοιπα μιας κοινωνίας που έχει χαθεί». Απέφυγε, βέβαια, να διευκρινίσει ότι αυτή η «κοινωνία που έχει χαθεί» δεν μπόρεσε ακόμη, όταν άρχισε η εκτύπωση του άρθρου, να αντικατασταθεί από κάτι βιώσιμο.

Αν η γλώσσα έχει κάποια σχέση με τον συγκεκριμένο κόσμο, τότε είναι λογικό να τον ακολουθεί στην εξέλιξή του. Αυτό σημαίνει, στην προκειμένη περίπτωση, ότι πρέπει να προσαρμόζεται, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, στην ολοκληρωτική κατάρρευσή του. Η γλωσσολογία μελετά τις σχέσεις δήλωσης που ενδέχεται να υπάρχουν μεταξύ των λέξεων και των πραγματικών αντικειμένων, τα οποία ονομάζονται ακόμη αντικείμενα αναφοράς. Στις μέρες μας, το αντικείμενο αναφοράς έχει γνωρίσει μεταμορφώσεις. Περιμένουμε πως η γλώσσα θα παραιτηθεί σε σχέση με ό,τι το αφορά. Γιατί, πλέον, υπάρχουν μόνο κέντρα πόλεων που «αναπαλαιώνουμε», κήποι που αφανίζουμε για να τους βαφτίσουμε «ζώνες πρασίνου» και παλιές συνοικίες τις οποίες «κανονικοποιούμε». Σύμφωνα με τη γαλλική εφημερίδα Le Monde (η οποία επίσης χλεύαζε, όπως απαιτείται, τις αλληλοκατηγορίες των ακαδημαϊκών), μερικά προηγμένα λεξικά έχουν ήδη εκσυγχρονιστεί. Όχι μόνο αποδέχονται την ανεξέλεγκτη θηλυκοποίηση της γραμματικής, αλλά αντ’ αυτού δεν καταγράφουν πλέον ούτε τα γένη κάποιων λέξεων, σαν να παραδέχονται, εν τέλει, «την αμφισεξουαλική ή αλλιώς ουδέτερη χρήση τους». Γνωρίζουμε ήδη, χάρη στον Jack Lang, τον Μαρτιάτικο Λαγό του Διαδικτύου, ότι τα rave party είναι ιερά, επειδή εκεί «οι διαφορές φύλου και καταγωγής» έχουν εξοστρακιστεί. Στις μέρες μας, για να πουλήσουμε κάτι πρέπει να διαλαλούμε τη λιμπιντική του ουδετερότητα. Κάτι τέτοιο με οδηγεί για μια τελευταία φορά στη Ségolène Royal. Αυτή η γυναίκα, που είναι για μπάτσες, για να τελειώνουμε, κάλεσε τους ακαδημαϊκούς να δώσουν ένα τέλος στην ούτως ή άλλως χαμένη τους μάχη και να μεταπηδήσουν χαρούμενα στον 21ο αιώνα για να ασχοληθούν εφεξής με «το επόμενο βήμα στην εξέλιξη της γραμματικής»: την εξάλειψη του κανόνα του αρσενικού που επικρατεί του θηλυκού.

Όλες αυτές οι αερολογίες για τον εκμοντερνισμό της γλώσσας ή τη θηλυκοποίηση των τίτλων και των λειτουργημάτων δεν έχουν, βέβαια, βρει αντεπιχείρημα. Η μάχη εναντίον τους θα ήταν χαμένη εξαρχής. Γιατί δεν γίνεται λόγος, πλέον, για τη σύμπτωση της γλώσσας με τη διαίρεση των φύλων, αλλά με τον επιθυμητό τους ξεριζωμό. Η παραπάνω επίθεση δεν επιβεβαιώνει τη «νίκη» των γυναικών, αλλά τη νίκη του ουδέτερου, της γενικότερης κρεολοποίησης του κόσμου που φτάνει, ως υποχρεωτική συνέπεια, μέχρι τη γραμματική. Αυτή η γκροτέσκα υπόθεση της «γλωσσικής ισοτιμίας», δεν αποτελεί, λογικά, παρά μόνο ένα από τα πολλά βήματα στην πορεία προς την ουδετεροποίηση των ανθρώπινων όντων και οδηγεί, εν αγνοία ακόμη και των ίδιων των καλών αποστόλων που χαιρετίζουν τις αρετές της, στον ξεριζωμό όλων των φύλων που βρίσκονται σε σύγχυση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η απαλοιφή της ετερότητας, το τύμπανο που δίνει τον ρυθμό σε όλες τις «προοδευτικές» δυνάμεις, πραγματοποιεί, εν τέλει, (και ίσως και να υπερβαίνει) τους σκοπούς του ρατσισμού, τον οποίο οι δυνάμεις αυτές δεν παύουν να αποκηρύσσουν.

Οι καιροί μας, ωστόσο, καταγράφουν κι άλλες εξαφανίσεις. Δε θα σταθώ στην μανία με τις τρανσέξουαλ ονομασίες, στη μεταστροφή [détournement] που έχει γίνει, πλέον, ρουτίνα και στα κουραστικά λογοπαίγνια του συστήματος από τα οποία βρίθει ο Τύπος (τα λογοπαίγνια της εφημερίδας Libération, στον τομέα αυτό, γράφουν τόσο καλά στην οθόνη που δεν τα προσέχουμε καν. Αποτελούν, ωστόσο, θλιβερό δείγμα της κατάστασης της αξιοθαύμαστης χαλάρωσης μέσα στην οποία ο homo festivus θέλει να πιστεύει ότι εξελίσσεται). Όσον αφορά τις ευφημιστικές ασυναρτησίες, με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας, οι καιροί συσσωρεύουν με τρόπο ξέφρενο σχήματα λιτότητας κι αυτά αποτελούν τις διαδικασίες καταστροφής, απόκρυψης, ταχυδακτυλουργικής εξαφάνισης του πραγματικού κόσμου. Το πιο καταπληκτικό σε αυτή την υπόθεση είναι ότι όσες λέξεις απαλείφονται μ’ αυτόν τον τρόπο, μπορεί να είναι τόσο ευχαριστημένες που να ζητούν κι άλλο. Αυτή είναι η έκπληξη των καιρών μας. Οι τυφλοί ζητωκραυγάζουν την εξάλειψή τους ως τυφλοί με το όνομα «μερικώς βλέποντες». Οι νάνοι μοιάζουν εκστατικοί στην ιδέα να αυτοκτονήσουν ως νάνοι (άρα ως ανθρώπινα όντα) τη στιγμή που γίνονται «άτομα μικρού αναστήματος». Οι ανάπηροι, που χάνουν την πραγματικότητά τους με το όνομα «άτομα με κινητικά προβλήματα», ζητωκραυγάζουν την απώλεια της αξιοπρέπειάς τους ως ανάπηροι. Δεν αφανίζουμε μόνο το παρελθόν μας όταν εξευγενίζουμε τη γλώσσα (το παρελθόν ως εκδίπλωση μιας μοχθηρότητας της οποίας η επίκληση έχει ανακηρυχθεί αβάσταχτη, ακόμη και ως ίχνη μέσα στις λέξεις) αλλά, κυρίως, το παρόν. Ο homo festivus είναι ανίκητος σε αυτόν τον τομέα της ταχυδακτυλουργίας. Όταν μετατρέπει την κατάσταση των ανέργων σε αρκτικόλεξο (Ελάχιστο Επίδομα Ανεργίας) και όταν τα θύματα της εξαθλίωσης περιγράφονται μόνο με τέσσερις λέξεις (Άτομα Χωρίς Σταθερή Διεύθυνση), τότε προσκαλεί ευγενικά, με τις καλύτερες προθέσεις του κόσμου, την ανεργία, την αθλιότητα και τα θύματά της να αποχωρήσουν διακριτικά σε μια άλλη διάσταση. Στις τραγωδίες της πραγματικής ζωής (ή αυτού που απομένει απ’ αυτήν), ο homo festivus έχει βρει τη λύση: τους νεολογισμούς. Σκεπάζει τη συγκεκριμένη πραγματικότητα κάτω από τις λέξεις του, όπως κάνουμε όταν κρύβουμε τη σκόνη με τη σκούπα κάτω από τα κρεβάτια. Έχει σοβαρούς λόγους γι’ αυτό: μια μεγάλη υποτέλεια, μια υποτέλεια ενός εύρους άγνωστου σε όλους τους άλλους πολιτισμούς, περιμένει την ανθρωπότητα. Μέχρι σήμερα καταφέρνει να τη δαμάσει με την «ευελιξία». Με τον ίδιο τρόπο, με την πρόφαση του οριστικού τέλους των «διακρίσεων», πετάει το κριτικό πνεύμα, κι επομένως τη σκέψη που κάνει διακρίσεις (η πράξη με την οποία διακρίνουμε, ξεχωρίζουμε ένα πράγμα από ένα άλλο) στον πάτο τον απορριμμάτων που ασκούν κριτική στη μεταϊστορία.

Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς το ουδέτερο (και επομένως προς την καταπίεση της επιθυμίας), αυτή η εθελούσια και ομόφωνη αποχή από την τελευταία διάκριση, η κατάργηση του ύστατου, ευχάριστα συγκρουσιακού, προνομίου, της μοναδικής γνήσιας παραφωνίας που είχαν από κοινού οι άνδρες και οι γυναίκες, εκείνη η νύχτα της 4ης Αυγούστου8 που ανακοινώθηκε από τα προοδευτικά λεξικά, τους σχολιαστές της υπόθεσης Κλίντον και της, τρεμάμενης από χαρά, Ségolène Royal, η διάλυση αυτού που θα μπορούσε να συνεχίσει να προσφέρει ευχαρίστηση από τη διάλυση των φύλων έχει, ακόμη, επιπλέον αντίκτυπο στην καθημερινή γλώσσα. Όλα τα κυρίαρχα εκφωνήματα της υπερφεστιβικής εποχής παρουσιάζονται ως αντιφατικά. Οι εσωτερικές τους αντιφάσεις, ωστόσο, χωρίς τις οποίες, για να το πούμε έτσι, δεν μπορούν να δουν το φως της μέρας, δε φαίνονται πρόθυμες να γκρεμίσουν την ιδεολογία που εκφράζουν, ούτε να αποτύχουν στο έργο τους. Βέβαια, μέσα στις ομιλίες και τις πραγματικές πρακτικές τους, υπάρχουν χάσματα που μοιάζουν με βαθιές χαράδρες. Αλλά, δεν υπάρχει καμία πραγματική κατάσταση όπου, σε σύγκριση με την οποία, να είναι δυνατό να αποκαλυφθούν τέτοιου είδους χασμωδίες. Το υπερφεστιβικό στοιχείο καταφέρνει να απορροφά σαν σφουγγάρι τους παλιούς διαχωρισμούς (εργασία/σχόλη, αρχή της πραγματικότητας/αρχή της ηδονής, διαφορά των φύλων κ.λπ.). Επιπλέον, κάνει υπερβολική χρήση, συνεχώς και μη συνειδητά, αυτού του σχήματος λόγου γνωστού ως οξύμωρον (η αντίθεση στην οποία αθροίζονται αντιφατικές μεταξύ τους λέξεις), το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί την ουσιώδη μορφή, τον σκληρό πυρήνα, το πιο σημαντικό στοιχείο με το οποίο εκφράζει την εποχή που αρχίζει. Η λυρική και υπνοβατική χρήση του οξύμωρου από τον homo festivus, τον εξυπηρετεί ταυτόχρονα στην προσοικείωση των πάντων, στην προστασία του από τη διάψευση, στην απαγόρευση κάθε αντίλογου και, τέλος, στην κατεύθυνση προς τον παράδεισο του αμφισεξουαλικού, δηλαδή του ουδέτερου. Στο βασίλειο του υπερφεστιβικού ονειρισμού δεν υπάρχουν αντιθέσεις. Δεν υπάρχουν πλέον φύλα. Ούτε συγκρούσεις. Μπορούμε, επομένως, όπως έκανε και η εφημερίδα Le Monde, τον Αύγουστο του 1998, να παρουσιάσουμε το θαυμαστό προφίλ μιας Ολλανδής, η οποία «με πάθος για το Διαδίκτυο», επιτελεί μέσα στις σκιές ένα έργο άχαρο (κυνηγά παιδόφιλους στον ιστό) και να τιτλοφορήσουμε το άρθρο, χωρίς να συνοφρυωθούμε, «Η ελευθεριακή φύλακας». Και γιατί όχι η αναρχική μπατσίνα; Η ανατρεπτική πράκτωρ; Η κακόφρων θεούσα; Η θρησκόληπτη χωρίς θεό και νόμο; Μερικές εβδομάδες αργότερα, η λαίδη Νταϊάνα πέθανε. Ευθύς, λοιπόν, μεταμορφώθηκε, σύμφωνα με τις προτιμήσεις των καιρών, σε σημείον οξύμωρον: «η επαναστάτρια πριγκίπισσα», «η πριγκίπισσα του λαού» κ.λπ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, υλοποιείται, αλλά με μια μορφή δυσοίωνα ευτράπελη, κάτι σαν το εγελιανό ιδεώδες της λύσης των αντιθέσεων (συμπεριλαμβανομένης της αντίθεσης των αντιθέσεων, του φύλου), ή η υπέρβαση της διαλεκτικής, δηλαδή μια αποφασιστική, μολονότι καρναβαλική, προσπέλαση, μέσω της γλώσσας, των παλιών ιστορικών αναγκαιοτήτων. Σχήματα λόγου όπως αυτά, αποκαλύπτουν, επίσης, αυτό που περιέγραφε ο Φρόυντ με τον όρο πρωτογενείς διαδικασίες («Οι αντιφατικές σκέψεις όχι μόνο δεν διαφοροποιούνται, αλλά συμπαρατίθενται, συμπυκνώνονται και σχηματίζουν έναν συμβιβασμό, τον οποίο δεν παραδεχόμαστε ποτέ στη φυσιολογική σκέψη»). Στην υπερφεστιβική κοινωνία, που αποτελεί την ανατροπή, την κατάληξη και την εξάλειψη όλων των προηγούμενων κοινωνιών, η αρχή της ηδονής γίνεται το θριαμβεύον υστερόγραφο της αρχής της πραγματικότητας. Οι διεργασίες που την κυριαρχούν δεν υπακούουν πια σε κανέναν από τους νόμους του προεπαναστατικού Καθεστώτος, που είναι οι νόμοι της λογικής σκέψης. «Η αρχή της αντίφασης δεν υφίσταται πλέον. Δεν βρίσκουμε τίποτε που θα μπορούσε να συγκριθεί με την άρνηση». Η υπερφεστιβική εποχή έχει εφεξής κερδίσει τον πόλεμο ενάντια στη ζωή ως πολλαπλότητα αντιφάσεων. Έτσι εμφανίζεται, τελικά, η πραγματική γλώσσα με την οποία μιλά ο homo festivus: η ερμαφρόδιτη.

Το φυσικό, η νόρμα, η κοινή λογική, όλα όσα διεξάγονται έξω από τις δοκιμασίες της Ιστορίας και ήταν για πολύ καιρό συνώνυμα του συντηρητικού ή του αντιδραστικού συγχωνεύονται σήμερα με το ανατρεπτικό, το επαναστατικό, το ταραχώδες. Η ανατροπή, που λάμβανε χώρα στην Ιστορία, κέρδισε με αυτόν τον γάμο τα παράσημα της τάξης, του αιώνιου και του άϋλου. Από εδώ και πέρα, υφίσταται μια αυθόρμητη ανατρεπτικότητα, σαν ελέω Θεού θα λέγαμε. Απελευθερωμένη ως εκ θαύματος από κάθε χρονολόγηση, χειραφετημένη από κάθε επαλήθευση μέσα στο συγκεκριμένο σύμπαν, η ανατρεπτικότητα αυτή ανακαλύπτει, όπως και όλα τα υπόλοιπα, το καθεστώς πορείας της. Η εξαερωμένη Ιστορία κατέχει μια μορφή αδιαμφισβήτητη, γύρω από την οποία φρουρούμε αυστηρά έτσι ώστε κανείς να μην διακινδυνεύσει να αναρωτηθεί για το κενό. Κι αν όντως το διακινδυνεύαμε, θα βρισκόμαστε αμέσως μπλεγμένοι με τις πιο αηδιαστικές και οπισθοδρομικές δυνάμεις. Οι ανόητες επιθέσεις στις δυνάμεις αυτές, ενάντια στις υψηλές θέσεις της επίσημης ανατρεπτικότητας, το μόνο που καταφέρνουν είναι να την καθιστούν, μέρα με τη μέρα, όλο και πιο ιερή.

Για την αντικανονιστική κανονικοποίηση

μτφρ.: Μπότζα Ελένη

Οι διαδικασίες που έχουν ως ρόλο να προστατεύσουν από κάθε κριτική αξιολόγηση τις ριζικές αλλαγές που βρίσκονται σε εξέλιξη, καθώς και ορισμένες ειδικές και επιλεγμένες κατηγορίες του πληθυσμού (ειδικότερα τις γυναίκες και τα παιδιά, και, πιο πρόσφατα, τους ομοφυλόφιλους, χωρίς ωστόσο η λίστα αυτή να είναι περιοριστική), συγκροτούν ένα οπλοστάσιο που δεν παύει να εμπλουτίζεται. Διαμορφώνεται, έτσι, ένα είδος προληπτικής λογοκρισίας με καθήκον όχι μόνο να προστατέψει από επιθέσεις κάποια τμήματα της ανθρωπότητας που αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία, αλλά ίσως ακόμη και να αποτρέψει τη δυνατότητα παρατήρησης και αντιπροσώπευσής τους· και να τους επιτρέψει «να διαφύγουν τη δικαιοδοσία της κωμωδίας» όπως έλεγε ο Μπαλζάκ, αναφερόμενος όμως στους δημοσιογράφους, σε έναν πρόλογο των Χαμένων Ψευδαισθήσεων· διότι οι δημοσιογράφοι, έγραφε ο Μπαλζάκ, «προκαλούν στη λογοτεχνία τόσο μεγάλο φόβο, ώστε ούτε το Θέατρο, ούτε ο Ίαμβος, ούτε το Μυθιστόρημα, ούτε το κωμικό Ποίημα τόλμησαν ποτέ να τους σύρουν στο δικαστήριο όπου το γελοίο castigat ridendo mores [στηλιτεύει τα ήθη γελώντας]».

Όσα ο Μπαλζάκ παρατηρούσε στους δημοσιογράφους σήμερα έχουν επεκταθεί σε απείρως εκτενέστερους τομείς, οι οποίοι όχι μόνο διαφεύγουν τη «δικαιοδοσία της κωμωδίας», αλλά επιδιώκουν εκτός αυτού να εφοδιαστούν με όλο και πιο απειλητικούς νόμους, ώστε κανείς στο μέλλον να μην τολμά να τους προσεγγίσει με αυθάδεια. Γύρω από το μίσος για την ελεύθερη σκέψη και κρίση συγκεντρώνονται ατέλειωτες σειρές από μέτρα με στόχο να απομακρύνουν από κάθε απόπειρα προβληματισμού, τοποθετώντας μέσα στη σφαίρα του ιερού και απαράβατου, συγκεκριμένα πράγματα και συγκεκριμένα όντα, επειδή αυτά ήδη θεωρείται πως ανήκουν στα απαραβίαστα στοιχεία του νέου κόσμου. Μπορούμε λοιπόν να γνωρίζουμε ήδη από τώρα όσα η σκέψη, η κριτική, ακόμη και η λογοτεχνία θα αποφεύγουν με σύνεση στον 21ο αιώνα: αρκεί να στρέψουμε το βλέμμα μας στους ήδη ισχύοντες και στους υπό προετοιμασία νόμους, αλλά κυρίως στις ομάδες πίεσης και καταπίεσης που κρατούν συνεχώς αναμμένα τα ποινόφιλα κάρβουνα μιας τεράστιας φωτιάς του νόμου, μέσα στην οποία θα μπορούσαμε σχεδόν από τώρα να δούμε να σφαδάζουν τα θύματα των μελλοντικών απαγορεύσεων.

Ταυτοχρόνως, και προκειμένου οι συγκεκριμένες υπό προετοιμασία απαγορεύσεις και ποινικοποιήσεις να μη γίνουν ποτέ αντιληπτές ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή ως τερατώδεις επιθέσεις ενάντια στις θεμελιώδεις ελευθερίες (ελευθερία γνώμης, έκφρασης, μετάδοσης της σκέψης, κ.λπ.), και για να μην προκληθεί πανικός μπροστά σε ένα παράδοξο που είναι εξάλλου προφανές στην εποχή που τα δικαιώματα του ανθρώπου έχουν αναχθεί σε θρησκεία, διαμορφώνεται μια ολόκληρη παιδαγωγική με σκοπό να προετοιμάσει το έδαφος για τους πιο διστακτικούς· μια ψευδο-σκέψη που έχει ως στόχο να συνοδεύσει την αλλαγή που πραγματοποιείται στο όνομα ενός αρκετά εκπληκτικού νεοσχετικισμού, και να προετοιμάσει γι’ αυτό γλυκά τους ζωντανούς. Αυτό το εγχείρημα επανεκπαίδευσης, το οποίο έχει μόλις αρχίσει, και που επιδιώκει και αυτό, μέσω όμως της πειθούς, να καταστήσει την κριτική και την αντιπροσώπευση αδύνατες, επικίνδυνες ή απλώς ανάξιες λόγου, λειτουργεί ουσιαστικά με βάση μια αναθεωρητική σύλληψη των δεδομένων της ανθρωπολογίας. Σκοπός του είναι να καθησυχάσει την κοινή γνώμη οδηγώντας την παράλληλα προς το μέλλον, με τους καλοπροαίρετους αυτούς αποστόλους να εργάζονται επ’ αυτού καθημερινά. «Όχι, όχι,» επαναλαμβάνουν εκείνοι στη σαστισμένη κοινή γνώμη, «τα δεδομένα της ανθρωπολογίας στα οποία εμμένετε δεν είναι αμετάβλητα. Ο ανθρώπινος ψυχισμός δεν ήταν πάντοτε αυτό που πιστεύετε πως είναι. Ούτε και θα είναι, στο μέλλον, αυτό που σας φαίνεται πως είναι σήμερα. Όσον αφορά τη συμβολική τάξη, πάνω στην οποία προσπαθείτε επίσης να στηριχτείτε, αυτή δεν αποτελεί με κανένα τρόπο το πανάρχαιο θεμέλιο που φαντάζεστε. Ο πολιτισμός μπορεί να θεμελιωθεί αποτελεσματικά σε κάτι άλλο πέρα από τη διαφορά των δύο φύλων: αν πιστεύετε το αντίθετο, τότε στηρίζεστε σε μια ιδεολογία την οποία εσείς αντιλαμβάνεστε ως συνείδηση της πραγματικότητας, ενώ δεν πρόκειται παρά για διαστρέβλωση αυτής. Επαναπαύεστε ακόμη σε ένα κανονιστικό αναμάσημα θέσεων χωρίς μέλλον. Όμως δεν υπάρχουν φυσικές νόρμες. Παράγωγα της κοινωνίας, οι νόρμες αυτές μπορούν να αλλάζουν, να μετασχηματίζονται επ’ άπειρον. Απαρνηθείτε λοιπόν τις ανησυχίες σας. Καλωσορίστε αυτό που έρχεται με ένα πνεύμα αισιοδοξίας, ανοιχτής στάσης και ανεκτικότητας. Εξαφανίστε τους δογματισμούς, είναι καθήκον σας ως πολίτες. Μη συνεχίζετε να θεωρείτε αυτονόητο ακόμη και το πιο βέβαιο πράγμα του κόσμου. Μην κατσουφιάζετε με την αβεβαιότητα, όσο άβολη κι αν είναι. Στρέψτε το βλέμμα σας στο μέλλον. Σταματήστε επιτέλους να λέτε “όχι” στον 21ο αιώνα. Βλέπετε τα σημεία αναφοράς σας να κλονίζονται; Ήταν απλώς φετίχ, θα βρείτε άλλα. Μην πανικοβάλλεστε λοιπόν. Ξεγελαστήκατε εύκολα στο παρελθόν, παρόλο που διστάσατε για λίγο, και πειστήκατε για τις νέες τεχνολογίες της τεχνητής γονιμοποίησης. Σύντομα, θα τεθείτε υπέρ της κλωνοποίησης, για την οποία γκρινιάζετε τόσο πολύ σήμερα. Και όπως τώρα προσπαθείτε να χωνέψετε το σύμφωνο συμβίωσης, αύριο θα δώσετε τη συγκατάθεσή σας στις οικογένειες με γονείς του ίδιου φύλου, στην υποχρεωτική ευθανασία και σε όλα όσα θα διατάξουμε στο δίκαιο να καταχωρίσει δείχνοντάς του εκ νέου ότι η κοινή λογική τα εγκρίνει ήδη9

Και στην περίπτωση αυτή, αξιοποιείται η ρητορεία του αναπόφευκτου, όπως και όταν πρόκειται για την Ευρώπη, την παγκοσμιοποίηση ή την ευελιξία ως μέλλον του ανθρώπινου όντος, το οποίο περιστέλλεται στην πιο απλή του έκφραση ως μεταβλητή προσαρμογής· και καλείται κανείς να γονατίσει απλώς μπροστά στον κόσμο που έρχεται, παρά να χάσει τον χρόνο του ασκώντας κριτική σε αυτόν ή απλά διερωτώμενος τι σημαίνει όλο αυτό το ασυνάρτητο χάος. Η ίδια η έκπληξη, μια ιδιότητα κάποτε ανώτερη απ’ όλες τις άλλες, μετατρέπεται υπό αυτές τις συνθήκες σε κάτι παράταιρο. Αν κάποια άτομα έβγαζαν ξαφνικά πτερύγια, δεν θα έπρεπε να εκδηλώσουμε ούτε στο ελάχιστο την έκπληξή μας. Εξάλλου, μια στρατιά «ειδικών» θα αναλάμβανε αμέσως να πείσει όσους δε έχουν ακόμη πτερύγια να μη μείνουν παθητικά προσκολλημένοι σε μια νόρμα που ποτέ δεν είχε τίποτα το φυσικό παρά μόνο το όνομά της· να μην παρασυρθούν επίσης σε εκδηλώσεις πτερυγιοφοβίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι άνθρωποι με πτερύγια θα είχαν πολλές πιθανότητες να διαφύγουν, ακόμη και εκείνοι, «τη δικαιοδοσία της κωμωδίας».

Η μανιο-νομοθετική ψύχωση

μτφρ.: Σταυρούλα Μαρία

Δεν σταματούμε την πρόοδο∙ και, κυρίως, δε θα σταματήσουμε τη Διαφάνεια, που είναι το πιο αποδοτικό της καύσιμο. Την ίδια στιγμή που το δίποδο της εποχής του υπερφεστιβισμού βρίσκεται τοιχοκολλημένο στους δρόμους και πίσω από φορτηγάκια sound system, μέσα στην πιο ηχηρή του ματαιότητα, γίνεται όλο και πιο ευαίσθητο και γαργαλιστικό. Τον προηγούμενο Γενάρη, ένας αρμόζων παρατηρητής, σημείωνε πως αυτή την στιγμή υπάρχουν δύο συνθήκες για να επιτευχθεί η πρόσβαση στη θέση του θύματος (δηλαδή, η δημιουργία νέων βασανιστικών νόμων, σε πλαίσιο νομιμότητας): το απρόοπτο μιας ζημιάς και η απουσία συναίνεσης. Επίσης, τόνιζε: «πώς εξηγείται το γεγονός ότι το συναίσθημα που σχετίζεται με το θύμα κατακλύζει τις κοινωνίες που οι ζημιές αντικειμενικά όλο και λιγοστεύουν;». Στο ζήτημα της συναίνεσης, δικαιολογημένα διέκρινε την καρδιά του προβλήματος. Η μη-συναίνεση (που, βέβαια, διπλασιάζεται με μια γενική επιδοκιμασία) είναι η βασιλική οδός για να θεωρηθεί κάποιος θύμα, συνεπώς να αποκτήσει μια παρηγοριά για τις αντιξοότητες της ζωής. Παραληρώντας μέσα στην ίδια του τη σπουδαιότητα, χωρίς όμως να καταφέρνει να έχει πρόσβαση στις απολαύσεις της ατομικής ζωής του παρελθόντος, ο homo festivus εξοργίζεται και πολλαπλασιάζει τις μορφές εκβιασμών που ονομάζει «ομάδες πίεσης», και που δεν έχουν άλλο λόγο ύπαρξης από το να απαιτούν νόμους και διώξεις. Στο εξής, κάθε άνθρωπος είναι ήδη από μόνος του -ή περίπου- ένας αδιάκοπα ενεργός παράγοντας μποϋκοτάζ. Μανιακός με τις διαδικασίες, νομόφιλος, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, μανιο-νομοθετικός, ο homo festivus είναι ένας μανιώδης ερασιτέχνης του νόμου. Οι καταγγελίες, οι διαδικασίες, η οργάνωση της καταστολής των παραβάσεων και η ενίσχυση των ποινών αποτελούν γι’ αυτόν το υποκατάστατο του ερωτισμού. Η απαίτηση για διόρθωση των προκαταλήψεων είναι η αρχή της απόδειξης της ύπαρξής του και της σημασίας του. Ο αγώνας υπέρ του θύματος είναι η λίμπιντό του. Όλη αυτή η διαδικασία τον συναρπάζει. Την ονειρεύεται κάθε βράδυ. Τη σκέφτεται συνεχώς. Η λίστα μεγαλώνει και ποικίλλει όλο και πιο πολύ, περισσότερο κι από τους δημοτικούς συμβούλους που οι δημότες τους τούς απαγγέλουν κατηγορίες επειδή πρόκειται να καθίσουν σε ένα παγκάκι, σε έναν δημόσιο κήπο, ή επειδή ο σκύλος τους έπαθε ηλεκτροπληξία από τις ηλεκτρικές γιρλάντες του στολισμένου χριστουγεννιάτικου δέντρου στην πλατεία του χωριού, κι έπρεπε πάση θυσία να ενοχοποιήσουν κάποιον. Πριν κάποια χρόνια, μετά από μια πλημμύρα του ποταμού Ouvèze στη Γαλλία και την καταστροφική υπερχείλισή του σε μια συνοικία της κοινότητας Vaison-la-Romaine, ένας δικαστής, μάλιστα, τόλμησε να καλέσει σε απολογία έναν τέως νομάρχη 80 ετών, 30 χρόνια μετά τα γεγονότα, για να ικανοποιήσει κάποια από τα θύματα και να πετάξει ένα κόκκαλο στη μνησικακία.

Δεν μπορούμε να ελέγξουμε πλέον ότι τίποτα δε θα σταματήσει πια τους πολίτες που κατηγορούν, κάνουν μηνύσεις, καταδιώκουν, αναθέτουν, επιτίθενται, καταλογίζουν και δεν μπορούν πλέον να αισθανθούν ως όντα όταν βρίσκονται έξω από αυτή την συνεχή καταγγελτική δραστηριότητα. Παντού, το παλιό στρατο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, που εξακολουθεί να συνδέεται με την ιστορική περίοδο, δίνει τη θέση του στο νέο καρναβαλο-συμπονετικό ή φεστιβ-εξιλεωτικό σύμπλεγμα. Οι άνθρωποι παλιά έκαναν συλλογή από γραμματόσημα για να ξεγελάσουν την ανία τους∙ σήμερα, κάνουν συλλογή από νόμους, από προτάσεις νόμων, καθώς επίσης κι από στοιχεία κενών του νόμου (όλη η αξιοσημείωτη ελευθερία που απέμεινε μπορεί να αναχθεί, στα μάτια του σύγχρονου ιεροκήρυκα, σε ένα κενό του νόμου που πρέπει να κλείσει, σε ένα είδος σκανδάλου που πρέπει να καλυφθεί με διατάγματα και κανονισμούς). Και καθώς υπάρχει, όπως φαίνεται, μια ζώνη στοματική, μια πρωκτική και μια ουρηθρο-γενετήσια, θα πρέπει να εφεύρουμε, για να αντιμετωπίσουμε τον ερωτισμό του homo festivus, μια ακόμη, την ποινική, η οποία -αλίμονο!- σε αντίθεση με τις προηγούμενες, δε θα μπορεί να εντοπιστεί∙ κατά συνέπεια, δε θα έχει αρχή, τέλος, φρένα και όρια.

Η Διαφάνεια είναι η κυρίαρχη γλώσσα και η καινούργια οπτική του κόσμου στην εποχή που ξεκινά. Δεν έχει άλλο στόχο ή λόγο, από το να γυρίσει στο πριν. Πριν κάποιους μήνες, κάποια MarieVictoire Louis εξέφρασε με ανησυχία στην εφημερίδα Libération ότι το κυβερνών σοσιαλιστικό κόμμα δεν είχε τίποτα να προτείνει σε σχέση με τα γυναικεία δικαιώματα. Όπως πάντα, και με βάση τις κατάλληλες μεθόδους, θαυμάσια τοποθετημένες στο παρόν του διαυγούς οπορτουνισμού, χρησιμοποίησε δικαιολογίες ταιριαστές σε θύμα, και μια συγκεκριμένη περίπτωση, σχετική με τη βία εναντίον των γυναικών (την «ενδοοικογενειακή βία»), για να απαιτήσει να εξαφανιστεί τελικά, σε γενικευμένο πλαίσιο όμως, το σύνορο ανάμεσα στη «δημόσια» και την «ιδιωτική σφαίρα»∙ αυτός ο αισχρός διαχωρισμός, όπως τόνιζε, που εκμηδενίζει την ίδια την έννοια της ισότητας των φύλων. Αισθανόταν υποχρεωμένη να φτάσει σε σύντομο χρονικό διάστημα παντού, στο όνομα της αποκατεστημένης ισότητας, και να ανακατευτεί σε ένα ζήτημα που δεν την αφορούσε.

Τέτοια παραδείγματα -θα μπορούσαμε να παραθέσουμε πολλά ακόμη- καθιστούν μάταιη κάθε προσπάθεια να αγωνιστούμε ενάντια στον τρόμο της Διαφάνειας. Σε αυτή τη θαυμάσια εποχή που ζούμε, που οι οπτικές μας πολλαπλασιάζονται, που οι έρευνες φυτρώνουν όπως τα μανιτάρια μετά τη βροχή, που στα κέντρα φορολογίας συσσωρεύονται επιστολές καταγγελίας, και που η δικαστική αρχή και τα ΜΜΕ καθοδηγούν από κοινού μια ανθρωπότητα όλο και πιο ευφορικά κατηγορητική, αναβλύζει από όλα τα κοινωνικά της στρώματα ασταμάτητα αυτή η ζηλιάρα μέθη, καταπιεστική, εποπτική, νηπιακή και μητρική (η νομοθετική εμμονή δεν είναι άλλη από το να επιτρέπεται στους ανθρώπους να δρουν σύμφωνα με τη συνείδησή τους), σε αυτή την εποχή έδωσα εδώ και καιρό το πραγματικό της όνομα, Φθόνος της Ποινής 10, την οποία οι εφημερίδες προτιμούν να τη βαφτίσουν «φιλόδικη παρέκκλιση», με τρόπο που μας κάνουν να πιστέψουμε ότι δεν υπήρξε τίποτα άλλο να θρηνήσουμε, στον τομέα αυτό, από τις παρεκκλίσεις. Πράγμα που δεν τους εμποδίζει να επικροτούν ταυτόχρονα όλες τις πρωτοβουλίες που δεν έχουν άλλον σκοπό από το να επιταχύνουν τις εν λόγω παρεκκλίσεις και να τις μετατρέψουν σε ανεπανόρθωτες. Έτσι λοιπόν, εδώ και μερικά χρόνια, με ομόφωνη ικανοποίηση, και με τέτοιο τρόπο που η Διαφάνεια καταλήγει γρηγορότερα να αντικαθιστά ορισμένες αόριστες ανάγκες που υπάρχουν ακόμη, φανταστήκαμε να επανερχόμαστε στην πηγή του προβλήματος, και να ξεκινούμε την εκπαίδευση της διαφάνειας, κατά κάποιο τρόπο, από «την κούνια της». Τίποτα δεν χαιρετήθηκε, λοιπόν, με περισσότερη εύνοια από τη συγκινητική ιδέα να συγκεντρώνονται κάθε χρόνο 577 μαθητές στη Βουλή των Εφήβων, ένας μαθητής ανά περιφέρεια, που θα πειστούν να αποφανθούν για τους απόλυτα αδιάσειστους νόμους. Την ώρα που η πραγματικότητα γίνεται παιδική χαρά και που η πολιτική τάξη πνέει τα λοίσθια προσπαθώντας, με όλο και λιγότερη πειθώ, να πιστέψει τόσο η ίδια όσο και να κάνει τους άλλους να πιστέψουν ότι υπάρχει ακόμη, ίσα-ίσα είναι αυτά τα παιδιά (αυτοί οι «βουλευτές τζούνιορ», για να χρησιμοποιήσουμε την εκστατικά ελεεινή γλώσσα των εφημερίδων) που χαρακτηριστικά αναλαμβάνουν, έστω και μια φορά τον χρόνο, να ενσαρκώσουν ταυτόχρονα μια κοινοβουλευτική εκπροσώπηση με βλάβη, και μια νομοθετική δράση που λειτουργεί στο εξής αυτόνομα και διεξάγει τον πόλεμό της. Με αυτό το Κοινοβούλιο που έχει επιστρέψει σε παιδικό στάδιο, μπορούμε να πούμε πως ο φθόνος της ποινής βρήκε τα ιδανικά φερέφωνά του και υλοποίησε ένα από τα πιο σημαντικά του όνειρα, περιμένοντας ακόμη κάτι καλύτερο: αυτό το παγκόσμιο Κοινοβούλιο των παιδιών που πρέπει να πραγματοποιηθεί το 1999, και να υιοθετήσει μία «Διακήρυξη για τον 21ο αιώνα», της οποίας το περιεχόμενο περιμένουμε να γνωρίσουμε με ανυπομονησία.

1Σ.τ.μ.: Γάλλος πολιτικός, μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Διετέλεσε Υπουργός Πολιτισμού το 1981-86 και το 1988-92 και Υπουργός Παιδείας το 1992-93 και το 2000-02.

2Σ.τ.μ.: O συγγραφέας σ’ αυτό το σημείο υπαινίσσεται τον ινδουιστικό τρόπο κοινωνικής οργάνωσης που χαρακτηρίζεται από τον διαχωρισμό της κοινωνίας σε κάστες: τους Βραχμάνους (ιερείς), τους Ξατρίγια (βασιλείς και πολεμιστές), τους Βαΐσγια (έμποροι και ιδιοκτήτες γης), τους Σούντρα (εργατικές τάξεις και αγροτικός πληθυσμός) και τέλος, τους Νταλίτ ή αλλιώς Άθικτους (όσοι βρίσκονται εκτός του συστήματος των καστών, είναι υποταγμένοι σε όλους τους υπόλοιπους και ως εκ τούτου παραμένουν πάντα ανώνυμοι και δεν τυγχάνουν κάποιας αναγνώρισης).

3 Σ.τ.μ.: Ο κατ’ εξοχήν γαλλικός θεσμός για θέματα που αφορούν τη γαλλική γλώσσα. Ιδρύθηκε επίσημα το 1635 από τον Καρδινάλιο Ρισελιέ, πρωθυπουργό του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΓ΄. Στα καθήκοντα της Ακαδημίας, μεταξύ άλλων, εντάσσεται η απόφανση για τη σωστή χρήση της γαλλικής γλώσσας ή την εισαγωγή λέξεων από άλλες γλώσσες (αρχαία ελληνικά, αγγλικά κ.λπ.).

4 Σ.τ.μ.: «Immortels» στο πρωτότυπο. Τόσο στα γαλλικά, όσο και στα νέα ελληνικά ο τίτλος «Αθάνατος» προσδίδεται μεταφορικώς για αλησμόνητα και διακεκριμένα πρόσωπα, όπως είναι οι στρατιωτικοί ή οι ακαδημαϊκοί.

5 Σ.τ.μ.: Γαλλίδα πολιτικός. Ήταν Υπουργός Περιβάλλοντος στην Κυβέρνηση του Πιέρ Μπερεγκοβουά μεταξύ των ετών 1992 και 1993, υποψήφια Πρόεδρος του Γαλλικού Κοινοβουλίου, Υφυπουργός Παιδείας και Υφυπουργός Οικογένειας στην Κυβέρνηση του Jospin μεταξύ των ετών 2000 και 2002. Στις 16 Νοεμβρίου 2006 εξελέγη από τα μέλη του Σοσιαλιστικού Κόμματος υποψήφια για τις Προεδρικές Εκλογές του 2007.

6 Σ.τ.μ.: Η 19η Οικουμενική Σύνοδος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Συγκλήθηκε από τον πάπα Παύλο Γ’ στις 13 Δεκεμβρίου του 1545.

7 Σ.τ.μ.: Γαλλο-ρωμαίος ιστορικός και επίσκοπος της Τουρ, ένας από τους ιεράρχες της Γαλατίας.

8 Σ.τ.μ.: Αναφορά του συγγραφέα στην 4η Αυγούστου του 1997, σε μια εγκύκλιο που αφορούσε τα σεξουαλικά εγκλήματα στη Γαλλία

9 Λίγο καιρό αργότερα, έγινε ένα αποφασιστικό βήμα σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Libération με συντάκτη κάποιον που παρουσίαζε τον εαυτό του ταυτόχρονα ως νομικό στο πανεπιστήμιο Paris XNanterre και ως ειδικό στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Με ένα τίτλο που στρατολογεί, «Ομοφοβία, υπόθεση όλων μας», και στηριζόμενος όπως και τόσοι άλλοι στον μύθο για τις συνεχείς ομοφοβικές προσβολές που εκφέρονταν πριν την καθιέρωση του συμφώνου συμβίωσης, καθώς επίσης και στο στερεότυπο σύμφωνα με το οποίο οι ομοφυλόφιλοι θα ήταν σήμερα θύματα της «έλλειψης ανεκτικότητας» γιατί «δεν συμμορφώνονται στην κατεστημένη τάξη πραγμάτων» (σύνηθες επιχείρημα των εκπροσώπων του νέου κατεστημένου το οποίο δεν πρέπει ποτέ να γίνει αντιληπτό ως τέτοιο), πρότεινε τη δυναμική ιατρικοποίηση των λεγόμενων «ομοφοβικών», την αντιμετώπιση της υποτιθέμενης «μορφής μίσους» που τους διακατέχει ως ασθένειας, την υποβολή τους σε εξέταση (γιατί όχι και μέσα σε ψυχιατρικά άσυλα, όπως τα χρησιμοποίησε η ΕΣΣΔ για τους αντιφρονούντες;), και για να ολοκληρώσει αυτή τη σκέψη, την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως παρανοϊκή, αν ήταν βέβαια δυνατό να τη διαχωρίσουμε από τόσες άλλες σύγχρονες εκδηλώσεις αυτού του παραλογισμού, ανέφερε: «Πόσοι γονείς συμβουλεύονται στις μέρες μας έναν ειδικό όταν αντιληφθούν την ομοφοβία που εκδηλώνει ο έφηβος γιος τους; Κανένας! Αντιθέτως, η ομοφυλοφιλία εξακολουθεί να δηλητηριάζει την οικογενειακή ζωή και να γεμίζει τις αίθουσες αναμονής των ψυχαναλυτών.» Προσποιήθηκε, επίσης, ότι διερωτάται ποια ήταν η θεωρητική βάση πάνω στην οποία κατασκευάστηκε «η υπεροχή της ετεροφυλοφιλίας». Μέσα από αυτόν τον καταιγισμό από κλισέ, δεν ήταν δύσκολο να υποστηρίξει συμπερασματικά μια ταχεία ενδυνάμωση των σχέσεων εξουσίας. Η επανεκπαίδευση δε θα επιτευχθεί μόνο μέσω της πειθούς, αλλά επίσης και κυρίως μέσω του εξαναγκασμού. Όπως κάθε νέο καθεστώς ανά τους αιώνες, η Μελλοντική Τάξη Πραγμάτων, αφού απαίτησε την ανεκτικότητα ως προς την ίδια, αρνείται να την εξασφαλίσει με οποιοδήποτε τρόπο σε όσους δεν συμμορφώνονται με αυτήν. Θα την αρνηθεί ακόμη και σε όσους ευγενικά εκφράζουν σκεπτικισμό απέναντί της. (Δεκέμβριος 1999).

10Στο L’ Idiot international, νο 74, 1992, κείμενο που παρατίθεται στο Désaccord parfait, συλλογή «Tel», Gallimard, 2000, σ. 183.

7 Comments

  1. Εξαιρετική και με πολύ χιούμορ περιγραφή, εκτός των άλλων, και της κατάντιας του δημόσιου λόγου στη σημερινή Γαλλία…

  2. Left G700 says

    Φίλε Νικόλα Γκίμπη,

    Δεν μπορώ να ξέρω αν η αναγόρευση του φεστιβισμού σε «ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης στη μεταϊστορική εποχή [που] επεκτείνεται στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, όχι μόνο σε συγκεκριμένους τόπους της κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής» είναι θέση τού Μυρέ που (φαίνεται να) υιοθετείς ή είναι θέση πρωτογενώς δική σου. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, μια τέτοια θεώρηση σηκώνει πολύ νερό. Πριν πω κάποιες σκέψεις επ’ αυτού, όμως, θα σε παρακαλούσα να μας δώσεις τον ορισμό τού όρου φεστιβισμός, όπως τον έχεις εσύ στο μυαλό σου –θα συμφωνείς, φαντάζομαι, ότι η απόδοση του festivism ως φεστιβισμός χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις εκτός από έναν αόριστο προϊδεασμό που μάλλον χειροτερεύει τα πράγματα [«Πρόκειται επί της ουσίας για νεολογισμό που εισάγει ο ίδιος ο Philippe Muray, που αν και η ρίζα του όρου προέρχεται απ’ τη λέξη «festif» («εορταστικός»), η σημασία όμως του όρου την υπερβαίνει κατά πολύ.] δεν είναι σε τελική ανάλυση τίποτε περισσότερο από μια ταυτολογία με απλώς διαφορετική αλφάβητο. Νομίζω ότι η διευκρίνιση που ζητώ είναι απαραίτητη, προκειμένου να μη βρεθούμε εξ αρχής χαμένοι στη μετάφραση, κάτι που στο τέλος θα μας φέρει κατά πάσα πιθανότητα στην κατάσταση των χαμένων στο …διάστημα! ;-) :-)

    Εν αναμονή της επεξήγησής σου,

    Τα λέμε

    • Νικόλας Γκίμπης says

      Σύντροφε Left,

      Υπάρχει ολόκληρο, τεκμηριωμένο υποκεφάλαιο, το οποίο είναι μεταφρασμένο στη συγκεκριμένη συλλογή κειμένων απ’ το Apres l’ Histoire, όπου, ο ίδιος ο Muray το τιτλοφορεί ως «Για τον φεστιβισμό ως γλώσσα και ως ιδεολογία». Προφανώς δηλαδή ως προς το ότι, για τον ίδιο τον Muray, ο φεστιβισμός είναι η κυρίαρχη ιδεολογία στη μεταϊστορική εποχή δε χωρά καμία αμφιβολία – εκτός βέβαια αν διυλίζοντας τον κώνωπα μπορούμε να διεξάγουμε και διαφορετικά ερμηνευτικά συμπεράσματα πέραν αυτών που προσφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας. Μάλιστα, να παραθέσω ένα χωρίο απ’ το συγκεκριμένο κείμενο ώστε να πειστούμε ότι είναι ο Muray που αναφέρεται στον φεστιβισμό ως ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης:

      “Η υπερφεστιβική και μεταϊστορική εποχή έχει μια ιδεολογία, αλλά η ιδεολογία αυτή δεν φανερώνεται. Πρέπει να την ανακαλύψουμε. Ξεφεύγει με αξιοθαύμαστο τρόπο ακόμη και από τον ίδιο τον ορισμό της. Όσο περισσότερο ενεργεί, τόσο πιο πολύ εξαφανίζει τα χαρακτηριστικά της ίχνη. Για να ανακατασκευάσουμε μια πραγματικότητα, κατά τα τρία τέταρτα αόρατη, είναι απαραίτητο να πάρουμε ορισμένα σημάδια και να τα αποκωδικοποιήσουμε. Η πρώτη δυσκολία στο εγχείρημα αυτό προκύπτει από την ίδια τη φύση της σημερινής πραγματικότητας, από την πολύ συγκεκριμένη «σύστασή» της. Αν η εποχή μας είναι τέτοια, ώστε το συγκεκριμένο να υποχωρεί, όπως ένα δάπεδο που καταρρέει, όλα όσα αποκρύπτονται από την κυρίαρχη γλώσσα αποτελούν αυτή την κατάρρευση. Ο τρόπος που βλέπει τον κόσμο ο homo festivus είναι μια μυθοπλασία που περικλείει τα ιδιαίτερα συμφέροντά του ως «άρχουσας τάξης»”

      To ότι ο homo festivus είναι για τον Muray ο ανθρωπολογικός τύπος της άρχουσας τάξης του 21ου αιώνα με όσες προσαρμογές έχει επιδεχτεί ο καπιταλισμός κατά τη μετάβασή του από την κυριαρχία της αστικής τάξης στην κυριαρχία των μεταμοντέρνων («φεστιβικών» στην ορολογία του Muray) ελίτ, είναι επίσης αδιαμφισβήτητο στα λόγια του συγγραφέα και αναφέρεται ρητά: “Ο τρόπος που βλέπει τον κόσμο ο homo festivus είναι μια μυθοπλασία που περικλείει τα ιδιαίτερα συμφέροντά του ως «άρχουσας τάξης»”

      Τώρα για τα υπόλοιπα που αναφέρεις περί της απόδοσης του όρου στα ελληνικά. Ισχύουν στο περίπου αυτά που λέγονται στο σημείωμα, δηλαδή ότι ο festivisme είναι νεολογισμός του Muray και όχι ένας ευρέως διαδεδομένος κοινωνιολογικός όρος πριν από τη διατύπωση του Muray. Μια έρευνα στο διαδίκτυο ίσως να έπειθε τον μέσο αναγνώστη, διότι δεν υπάρχει πουθενά αναφορά του όρου που να είναι ασύνδετη με το όνομα ή τον τρόπο σκέψης του Muray. Αντιθέτως, το festivalisme είναι όρος με πιο χαλαρή και γενική χρήση κι έτσι, για τις ανάγκες της ελληνικής μετάφρασης, αποφασίσαμε με τους φίλους και τις φίλες που αποφασίσαν να το μεταφράσουν, να αποδώσουμε τον όρο ως «φεστιβισμός», ενώ και ο ίδιος ο Βασίλης Τομανάς που έκανε τη μεταφραστική επιμέλεια του κειμένου επέμεινε στη χρήση αυτού του όρου, δηλαδή στην «ατόφια» μεταφορά του στην ελληνική ώστε να γίνεται ξεκάθαρο στον αναγνώστη ότι πρόκειται περί ενός όρου που εκφράζει πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και θα χανόταν το νοηματικό του σφρίγος σε διαφορετική απόδοση. Εξού και η επιμονή να διακριθεί από τον όρο «εορταστικός» ο οποίος είναι ούτως ή άλλως διιστορικός και αφορά το παίγνιο στοιχείο σχεδόν σε όλες τις κοινωνίες.

      Κατά τη γνώμη μου, οφείλουμε να καταλάβουμε τουλάχιστον τα κίνητρα του συγγραφέα να δημιουργήσει έναν όρο προτού θεωρήσουμε τα πάντα μια δομολειτουργική ταυτολογία των σημείων της γλώσσας όταν αυτά μεταφέρονται από έναν συμβολικό κώδικα σε έναν άλλον, χωρίς να συμπεριλάβουμε τα υποκειμενικά χαρακτηριστικά της δημιουργίας – φυσικά, όλα αυτά, συμπεριλαμβανομένης και της γενικευμένης λεξιλαγνείας των Γάλλων.

      Αυτά ως προς τις απορίες που εκφράζεις. Κατά τ’άλλα, καλό ταξίδι στο διάστημα και ελπίζω να βάλεις GPS για να μη χαθείς!

      Φιλικά,
      Ν.

  3. fireweed says

    αυτός ο φεστιβαλισμός..σα τη γέννηση μιας νέας θρησκείας ακούγεται με τα ολα της..μια νέα κρυφή αγία φεστιβαλιστική εκκλήσία..χτισμένη πάνω στα ερείπια του καπιταλισμού..γισ να μονοπωλήσει για άλλη μια φορά την ελπίδα..και να σώσει τον κόσμο..

  4. Το 1ο μέρος έχει ενδιαφέρον.

    Το 2ο μέρος, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί την υπεράσπιση του κοινωνικού αυταρχισμού και του δικαιώματος του κοινωνικού bullying. Το να μιλάμε για «τη δικαιοδοσία της κωμωδίας», χωρίς όρια, για μένα είναι απαράδεκτο. Μπορεί κανείς να κρίνει και να διακωμωδήσει ιδέες, απόψεις, γεγονότα, ακόμα και πράξεις· αλλά υπάρχει μια λεπτή διαχωριστική γραμμή: δεν έχει κανείς και κανένα δικαίωμα να κρίνει ανθρώπους και τις ιδιαιτερότητές τους, ατομικά και προσωπικά. Κατά τη γνώμη μου, όποιος θέλει, μπορεί να κρίνει τους gay, αλλά το να κρίνει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο είναι απαράδεκτο· είναι τραμπουκισμός και κανιβαλισμός.

    Σε ό,τι αφορά το 3ο μέρος, δε βρίσκω κανένα περιεχόμενο, πραγματικά, εκτός ίσως από μια επίθεση στη δημοκρατική συμμετοχή της κοινωνίας, στην αυτοθέσμισή της.

    • http://www.respublica.gr/wp-content/uploads/2015/05/icon.png

      Το 2ο μέρος, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί την υπεράσπιση του κοινωνικού αυταρχισμού και του δικαιώματος του κοινωνικού bullying

      Δηλαδή;

      δεν έχει κανείς και κανένα δικαίωμα να κρίνει ανθρώπους και τις ιδιαιτερότητές τους, ατομικά και προσωπικά.

      Η έννοια της κωμωδίας είναι ακριβώς αυτή: να μπορεί να σατιριστεί οτιδήποτε. Στην ελευθερία του λόγου δεν υφίστανται περιορισμοί και ψιλά γράμματα. Διότι αν είναι να δεχτούμε την ανάγκη θέσμισης κανόνων που θα λογοκρίνουν ένα άτομο το οποίο επιχειρεί να ασκήσει κριτική σε κάποιο άλλο, βάση της λογικής του «προσωπικού», έτσι μπορεί εύκολα να οδηγηθούμε σε τερατωδίες, όπου όλοι θα επικαλούμαστε «προσωπικά ζητήματα» όταν κάποιος θίγει τις απόψεις μας, τα γούστα μας, τον τρόπο διασκέδασής μας, κτλ. Λέγοντας τούτου δεν υπονοώ πως όλες οι κριτικές είναι ίδιες, πως δεν υπάρχουν απρεπείς συμπεριφορές, ή πως δύναται να εξισώσουμε μια πολεμική ενάντια στο έργο ενός στοχαστή με μια προσωπική επίθεση. Είναι όμως αυτοί οι ατομικοί περιορισμοί που ανοίγουν το κουτί της Πανδώρας ώστε να έρθει οποιοσδήποτε στη συνέχεια και να επικαλεστεί «προσωπική επίθεση», πράγμα που συμβαίνει στην βουλησιαρχική εποχή μας, βουτηγμένη στην αυτοθυματοποίηση του Πολιτικά Ορθού. Αν πραγματικά μας η έννοια της κοινής ευπρέπειας έχει κάτι να μας πει, τότε στόχος μας δεν είναι να επιβάλουμε λογοκρισίες ώστε να μην θίγονται οι φιλελεύθερες ανησυχίες μας: αντίθετα, καθήκον κάθε ανθρώπου που σέβεται τον εαυτό του και τον κοινό του κόσμο είναι να αντιστέκεται σθεναρά σε κάθε άδικη επίθεση που δέχεται ένα μεμονωμένο άτομο, προσπαθώντας να αντικρούσει κριτές και συκοφάντες. Στην τελική, είναι το δημόσιο συμφέρον που κυριαρχεί έναντι του ατομικού σε μια δημοκρατική ηθική και όχι το αντίθετο.

      εκτός ίσως από μια επίθεση στη δημοκρατική συμμετοχή της κοινωνίας, στην αυτοθέσμισή της.

      Δεν υφίσταται καμία «δημοκρατική συμμετοχή» στις μέρες μας, ή έστω κάποια τάση που να κατευθύνει πολιτικά ρεύματα προς τη δημοκρατία.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *