Ο Frank Furedi για την υποτίμηση της ανεκτικότητας (βίντεο)

Σε ήσυχα νερά – Κωνσταντίνος Βολανάκης

Δίχως αμφιβολία, το ιδανικό της ανεκτικότητας που βασίζεται στον πρώιμο φιλελευθερισμό, αποτελεί βασικό θεμέλιο των δυτικών κοινωνιών. Ωστόσο, η ανοχή έχει επαναπροσδιοριστεί έτσι ώστε να υποδηλώνει την αποδοχή της διαφορετικότητας ως τέτοια, δίχως όμως να προάγει -ή έστω να επιτρέπει- την κριτική σε αυτήν. Όπως αναλύει ο Frank Furedi, οι φιλελεύθεροι στοχαστές, από τον Bayle, τον Locke [1] και έπειτα, συνέδεσαν την ανοχή με την πράξη και την κρίση. Καί τα δύο αυτά συστατικά, όπως υποστήριξε η Hannah Arendt [2], συνθέτουν το δημόσιο πεδίο. Δίχως την κρίση, η ανεκτικότητα χάνει το πραγματικό της νόημα.

Ως εκ τούτου, τα πολιτμπιρό του (δεξιού ή αριστερού) politically correct savoir vivre αρέσκονται να υιοθετούν την λογική της ακρισίας (non-judgmentalism), αποσκοπώντας στη δημιουργία ενός προστατευόμενου χώρου (safe space) όπου όλοι θα είναι υποχρεωμένοι να «ανέχονται» και να «σέβονται» τους πάντες, δίχως καμία δυνατότητα κριτικής ή αμφισβήτησης. Τέτοιου είδους πολιτικές έχουν επιβληθεί σε πανεπιστήμια, καθώς και σε άλλα ιδρύματα (εκπαιδευτικά και μή) στον Αγγλόφωνο κόσμο. Η μεταμοντέρνα κουλτούρα που ηγεμονεύει σε τέτοιους χώρους βασίζεται στη λογική της ανεκτικότητας ως μέσο για τη δήθεν προστασία των μειονοτήτων από τυχόν «προσβλητικά σχόλια». Έτσι, αντί για το δημόσιο πεδίο, αντί για το αἰέν ἀριστεύειν -που για την Arendt αποτελούσε βασικό στοιχείο της δημόσιας ζωής, όπου κάθε δόξα ανταγωνίζεται κάποια άλλη, και μέσα από την πειθώ το πολιτικό σώμα καλείται να επιλέξει αυτήν που κρίνει ορθότερη- περνάμε στην εποχή του θεραπευτισμού, την οποία ο Christopher Lasch [3] και η Elisabeth Lasch-Quinn [4] έχουν αναλύσει εκτενέστερα. Η θεραπευτική λογική προσπαθεί να οδηγήσει σε αυτό που ο Jean Claude Michea [5] (μελετώντας τον απολυταρχισμό του Hobbes) ονόμαζε «ιδεολογική ειρηνοποίηση», την προσπάθεια με άλλα λόγια να αποφευχθεί κάθε δημόσια τριβή, η οποία (με βάση το απολυταρχικό φαντασιακό) θα οδηγήσει νομοτελειακά στην απόλυτη διάλυση.

Είναι εντυπωσιακό, λοιπόν, πως συγκεκριμένοι θεσμοί, έχοντας υποτιμήσει την ανεκτικότητα στα πλαίσια του πολιτικά ορθού, άθελά τους επαναφέρουν έναν «προοδευτικό απολυταρχισμό», καθότι συγκλίνουν με την επιθυμία για ειρηνοποίηση, αντί να προάγουν την αρχή του διαλέγεσθαι και διαβουλεύεσθαι, που αποτελεί πεμπτουσία ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Όπως έχει ήδη ειπωθεί, η ανεκτικότητα αποτελεί βασικό στοιχείο κάθε διαλόγου, καθότι προϋποθέτει ρητή αναγνώριση του αυτοπεριορισμού μας σε ότι έχει να κάνει με την ανάδυση παθών τα οποία θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να καταστρέψουν το δημόσιο πεδίο. Με άλλα λόγια, προκειμένου να μπορεί κανείς εισακουστεί θα πρέπει αρχικά το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται να είναι σε θέση να ανεχθεί τον λόγο που το συγκεκριμένο άτομο εκφράζει. Με τη σειρά του, το ίδιο το άτομο είναι υποχρεωμένο να ανεχτεί αντιρρήσεις, σχόλια και κριτικές. Αντίθετα, η σύγχρονη λογική της «ανεκτικότητας» ενισχύεται περισσότερο από μια αντίληψη που ενέχει ελιτισμό και, σε πολλές περιπτώσεις, εκφράζει έναν απεχθέστατο πατερναλισμό, που όμοιο μπορεί να βρει κανείς μονάχα στη Βικτωριανή Αγγλία, ή στα αποικιακά καθεστώτα. Πρόκειται για την αντίληψη που θεωρεί όλες τις μειονότητες εύθραυστες και ευάλωτες στο μίσος που ενδεχομένως θα μπορούσε να εκφραστεί μέσα από ένα δημόσιο πεδίο, ανίκανες να αντισταθούν και να καταπολεμήσουν τους εχθρούς τους. Δεν μας προκαλεί, ωστόσο, καμία εντύπωση που η ριζοσπαστική αριστερά υιοθέτησε αυτή τη αντίληψη, μετατρέποντας ανθρώπους για τους οποίους δήθεν εκφράζει την αλληλεγγύη της σε «προστατευόμενα είδη» κάποιας νεο-μαρξιστικής γραφειοκρατίας, η οποία ορίζει τί θα πρέπει να λέγεται στο δημόσιο διάλογο και τί όχι.

Τον αυταρχισμό του πολιτικά ορθού που ο αναδυόμενος χιπστερισμός υιοθετεί ως μέθοδο «προστασίας», λοιπόν, αναλύει ο Frank Furedi (Λονδίνο, 9/4/2018) [6], φέρνοντας παραδείγματα. Αν πραγματικά οι μεγάλες κινητοποιήσεις των προηγούμενων αιώνων σημαίνουν κάτι για εμάς, αν οι εκκλήσεις του Martin Luther King [7] για ανεκτικότητα, επιμονή και υπομονή αποτελούν βάση του πολιτικού παραδείγματος που επιθυμούμε να αντιπροτάξουμε, αν το ιδανικό της Αθηναϊκής πολιτείας συνεχίζει να μας εμπνέει, τότε δεν έχουμε παρά να επανεξετάσουμε την έννοια της ανεκτικότητας. Διότι κανένας αυτο-διαφωτισμός δεν μπορεί να επέλθει μέσα από ελέγχους και περιορισμούς του λόγου, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να χειραφετηθεί όντας παρίας, στο έλεος μιας χούφτας εξυπνάκιδων. Όπως μάλιστα λέει ο Μισέα [8], συζητώντας το έργο του Orwell, ο έλεγχος της γλώσσας αποτελεί μέσο ελέγχου της ίδιας της δημόσιας ζωής!

Οπωσδήποτε, η ελευθερία του λόγου ως καθεστώς δεν αποτελεί κάποια ουτοπία, μήτε είναι εφικτό να υπάρξουν κοινότητες απόλυτης ελευθερογνωμίας. Εν ολίγοις, οι νόρμες που κάθε κοινωνία και κοινότητα ανθρώπων ακολουθεί, δεν είναι παρά ένα σύνολο περιορισμών. Όπως υφίστανται, λοιπόν, περιορισμοί στη συμπεριφορά μας, έτσι ενδεχομένως να υπάρξουν και περιορισμοί στον λόγο, περιορισμοί που ωστόσο δεν προέρχονται μέσα από τη νομοθεσία αλλά πηγάζουν μέσα από το εθιμικό δίκαιο και από έννοιες ταμπού που κάθε κοινωνία υιοθετεί, καθιστώντας την λιγότερο ή περισσότερο ανεκτική (ανάλογα με την περίπτωση). Ως εκ τούτου, κρίνουμε αναγκαίο σε κάθε τέτοια περίσταση να υποδεικνύουμε διεξόδους ενάντια σε όλους αυτούς τους άτυπους περιορισμούς. Από την άλλη, θα πρέπει να τονίσουμε -όπως είχε αναλύσει ο Popper [9]- την πιθανότητα η ίδια η ελευθερία του λόγου να καταχραστεί, με στόχο την απόλυτη επικράτηση μιας γνώμης, κάτι που θα είχε ως συνέπεια η αρχή στην οποία βασίστηκε η ίδια η ελευθερογνωμία (δηλαδή η ανεκτικότητα) να εξαλειφθεί. Τούτο το άλυτο παράδοξο μας φανερώνει τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένο ένα τέτοιο καθεστώς, τονίζοντας ταυτόχρονα τη δική μας υποχρέωση για εγρήγορση σε κάθε στιγμή.

Σημειώσεις
[1] John Locke. 2010. A Letter Concerning Toleration & Other Writings. Indianapolis: Liberty Fund
[2] Hannah Arendt. 1978. The Life of The Mind. New York: A Harvest Book
[3] Christopher Lasch. 1997. Women and the Common Life. London: Norton & Company.
[4] Elisabeth Lasch-Quinn. 2001. Race Experts. London: Norton & Company.
[5] Jean-Claude Michea. 2009. The Realm of Lesser Evil. Cambridge: Polity Press.
[6] Frank Furedi. 2018. Ομιλία: Overcoming the Contemporary Impasse (Λονδίνο: 9 Απριλίου 2018).
[7] Martin Luther King Jr. 1986. A Testament of Hope. New York: Harper One.
[9] Ζαν-Κλωντ Μισέα. 2018. Τζοτρζ Όργουελ, ένας συντηρητικός αναρχικός. Αθήνα: Εκδόσεις Μάγμα.
[10] Popper Sir Karl. 1962. The Open Society and Its Enemies. Cambridge: Routledge.

Αναρτήθηκε στις: 11 Απριλίου 2018
Go to top