Μάρθα Νούσμπαουμ: Η καθηγήτρια της παρωδίας

John George Brown – The Teacher

Η καθηγήτρια της παρωδίας.
Η μοδάτη ηττοπάθεια της Τζούντιθ Μπάτλερ*
Μετάφραση: Α. Παππά, Ν. Μάλλιαρης. Απόσπασμα από το δεύτερο τεύχος του περιοδικού Πρόταγμα)

Μ. Nussbaum, “The Professor of Parody: The Hip Defeatism of Judith Butler”, The New Republic, τ. 22 (Φεβρουάριος 1999). Η Μ. Νούσμπαουμ είναι αμερικανίδα πολιτική φιλόσοφος και φεμινίστρια, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο.


Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι πανεπιστημιακές φεμινίστριες στην Αμερική συνδέθηκαν στενά με τους αγώνες που στόχευαν να επιτύχουν την δικαιοσύνη και την ισότητα για τις γυναίκες. Η φεμινιστική θεωρία έγινε κατανοητή από τους/τις θεωρητικούς, όχι μόνο σαν κομψά λόγια στο χαρτί, αλλά συνδέθηκε επίσης με τις προτάσεις για την κοινωνική αλλαγή. Έτσι, οι πανεπιστημιακές φεμινίστριες στρατεύτηκαν σε πολλά συγκεκριμένα σχέδια: να μεταρρυθμίσουν τη νομοθεσία για το βιασμό, να επιστήσουν την προσοχή και να παρέχουν νομικά βοηθήματα για τα προβλήματα της ενδοοικογενειακής βίας και σεξουαλικής παρενόχλησης, να βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας και μόρφωσης, επίσης τις οικονομικές ευκαιρίες για τις γυναίκες, να επιτύχουν το επίδομα μητρότητας για τις γυναίκες που εργάζονται, να στρατευτούν στην καμπάνια ενάντια στην διακίνηση των γυναικών και των κοριτσιών με στόχο την πορνεία, να εργαστούν για την κοινωνική και πολιτική ισότητα των ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών.

Βέβαια, μερικές θεωρητικοί προτίμησαν να εγκαταλείψουν τον ακαδημαϊκό κόσμο, νιώθοντας περισσότερο άνετα μέσα στον κόσμο της πρακτικής πολιτικής, όπου μπορούν να αντιμετωπίζουν πιο άμεσα αυτά τα επείγοντα προβλήματα. Εκείνες που παρέμειναν στον πανεπιστημιακό χώρο, θεώρησαν συχνά ως ζήτημα τιμής να είναι πανεπιστημιακές που ασχολούνται με πρακτικό τρόπο με τους γυναικείους αγώνες, με τα μάτια πάντα στραμμένα στις υλικές συνθήκες πραγματικών γυναικών, γράφοντας πάντα με έναν τρόπο που να αναγνωρίζει αυτά τα πραγματικά σώματα και αυτούς τους πραγματικούς αγώνες. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να διαβάσει κανείς μια σελίδα της Catharine Mackinnon, χωρίς να αντιμετωπίσει ένα πραγματικό πρόβλημα νομικής και θεσμικής αλλαγής [1]. Εάν κάποια διαφωνεί με τις προτάσεις της -και πολλές φεμινίστριες διαφωνούν- είναι μια πρόκληση γι’ αυτήν που γράφει, να επιμείνει να βρεθούν άλλες λύσεις για τα προβλήματα που έντονα εκτέθηκαν. Οι φεμινίστριες έχουν διαφωνήσει αρκετές φορές για το τι είναι κακό και τι χρειάζεται να γίνει για να βελτιωθούν τα πράγματα. Όλες όμως συμφωνούν στο γεγονός ότι οι συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες είναι συχνά άδικες, και ότι ο νόμος και η πολιτική πράξη μπορούν να τις κάνουν δικαιότερες. Η Mackinnon, η οποία παρουσιάζει την ιεραρχία και την υποταγή σαν εγγενείς στην κουλτούρα μας, ασχολείται, αν και με συγκρατημένη αισιοδοξία, με τη νομική αλλαγή -με τους νόμους που αφορούν τον βιασμό και την σεξουαλική παρενόχληση στο εσωτερικό δίκαιο, ή με το διεθνές δίκαιο που αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ακόμα και η Nancy Chodorow, η οποία, στην Αναπαραγωγή της Μητρότητας (1999) [2], παρουσίασε μια ζοφερή περιγραφή της αναπαραγωγής των καταπιεστικών στερεοτύπων των φύλων στην ανατροφή των παιδιών, υποστήριξε ότι αυτή η κατάσταση μπορεί να αλλάξει. Οι άνδρες και οι γυναίκες, κατανοώντας τις αρνητικές συνέπειες αυτών των συνηθειών, θα μπορούσαν να αποφασίσουν ότι θα λειτουργήσουν διαφορετικά και οι αλλαγές στους νόμους και στους θεσμούς θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε αυτό.

Η φεμινιστική θεωρία συνεχίζει να έχει αυτή τη μορφή σε πολλές χώρες του κόσμου. Στην Ινδία, για παράδειγμα, οι πανεπιστημιακές φεμινίστριες ρίχνονται σε συγκεκριμένους πολιτικούς αγώνες, και η φεμινιστική θεωρία είναι στενά συνδεδεμένη με αυτές τις διεκδικήσεις, όπως ο γυναικείος αλφαβητισμός, η μεταρρύθμιση της νομοθετικής ανισότητας σχετικά με την έγγειο ιδιοκτησία, η αλλαγή του νόμου για τον βιασμό (ο οποίος έχει, σήμερα στην Ινδία, τις ίδιες ατέλειες ενάντια στις οποίες πάλεψε η πρώτη γενιά των αμερικανίδων φεμινιστριών), την προσπάθεια να επιτύχουν μια κοινωνική αναγνώριση για την σεξουαλική παρενόχληση και την ενδοοικογενειακή βία. Αυτές οι φεμινίστριες γνωρίζουν ότι ζούνε μέσα στην καρδιά μιας ασυνήθιστα άδικης πραγματικότητας και δεν μπορούν να είναι ήσυχες με τον εαυτό τους χωρίς να την αντιμετωπίσουν, σχεδόν καθημερινά, στα θεωρητικά τους γραπτά και στις δραστηριότητές τους έξω από τις αίθουσες των σεμιναρίων. Αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες τα πράγματα έχουν αλλάξει. Μπορεί κανείς να παρατηρήσει μια νέα, ανησυχητική τάση. Δεν είναι μόνο, ότι η φεμινιστική θεωρία δίνει σχετικά μικρή προσοχή στους αγώνες των γυναικών που γίνονται εκτός ΗΠΑ (αυτό υπήρξε πάντα ένα δυσάρεστο χαρακτηριστικό, ακόμα και στο μεγαλύτερο μέρος της καλύτερης δουλειάς που έγινε στην αμέσως προηγούμενη περίοδο). Κάτι πιο ύπουλο από τον επαρχιωτισμό έχει έρθει στο προσκήνιο στον αμερικανικό ακαδημαϊκό κόσμο: είναι η σχεδόν πλήρης αποξένωση από την υλική πλευρά της ζωής, προς όφελος μιας πολιτικής των λέξεων και των συμβόλων που ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματική κατάσταση των γυναικών.

Οι φεμινίστριες που εντάσσονται σε αυτό το ρεύμα, πιστεύουν ότι για να κάνεις φεμινιστική πολιτική χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις τις λέξεις με τρόπο ανατρεπτικό, σε κομψά σκοτεινές και περιφρονητικά αφηρημένες ακαδημαϊκές δημοσιεύσεις. Πιστεύουν ότι αυτές οι συμβολικές χειρονομίες είναι αυτές καθεαυτές μια μορφή πολιτικής αντίστασης. Και έτσι, δεν χρειάζεται κανείς να βρωμίσει τα χέρια του επενδύοντας σε αγώνες όπως η αλλαγή της νομοθεσίας και τα κοινωνικά κινήματα για να δράσει πραγματικά. Ακόμα, ο νέος φεμινισμός διαπαιδαγωγεί τα μέλη του με την ιδέα ότι υπάρχει μικρό –ή ακόμα και καθόλου- περιθώριο για μια μεγάλης κλίμακας κοινωνική αλλαγή. Είμαστε όλες, περισσότερο ή λιγότερο, αιχμάλωτες των εξουσιαστικών δομών που καθόρισαν την γυναικεία μας ταυτότητα. Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να αλλάξουμε συνολικά αυτές τις δομές, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ξεφύγουμε από αυτές. Το μόνο που μπορούμε να ελπίσουμε, είναι να βρούμε χώρους μέσα σε αυτές τις εξουσιαστικές δομές που θα μας επιτρέψουν να τις παρωδήσουμε, να τις περιπαίξουμε, να τις παραβιάσουμε λεκτικά. Και έτσι, αυτή η λεκτική συμβολική πολιτική, παρουσιάζεται όχι μόνο σαν ένας τύπος πραγματικής πολιτικής, αλλά σαν η μόνη πολιτική που είναι πραγματικά δυνατή.

Αυτή η εξέλιξη οφείλεται σ’ ένα μεγάλο μέρος στο πρόσφατο σουξέ της γαλλικής μεταμοντέρνας σκέψης. Πολλές φεμινίστριες, ανεξάρτητα από την ιδιαίτερη σχέση τους με τον έναν ή τον άλλο γάλλο διανοητή, έχουν επηρεαστεί από την τυπικά γαλλική ιδέα ότι ο διανοητής κάνει πολιτική μιλώντας με έναν ανατρεπτικό τρόπο, και ότι αυτός είναι ένας σημαντικός τρόπος να κάνεις πολιτική. Πολλοί έχουν αντλήσει από τα γραπτά του Φουκώ (σωστά ή λανθασμένα) την μοιρολατρική ιδέα ότι είμαστε αιχμάλωτοι μιας εξουσιαστικής δομής, και ότι τα κινήματα που στοχεύουν στην μεταρρύθμιση της πραγματικής ζωής καταλήγουν να υπηρετούν την εξουσία με νέους και ύπουλους τρόπους. Αυτές οι φεμινίστριες παρηγορούνται με την ιδέα ότι η επαναστατική χρήση των λέξεων είναι ακόμα δυνατή για τις διανοούμενες φεμινίστριες. Δίχως την ελπίδα ευρύτερων αλλαγών με πιο μακροπρόθσεσμα αποτελέσματα, μπορούμε να επιτελέσουμε την αντίστασή μας επανεπεξεργαζόμενες τις λεκτικές κατηγορίες, και έτσι, στα περιθώρια, τους τύπους των εαυτών που αυτές δημιουργούν.

Μια αμερικανίδα φεμινίστρια συνεισέφερε σε αυτή την εξέλιξη περισσότερο από κάθε άλλη. Για πολλές νέες πανεπιστημιακές, η Τζούντιθ Μπάτλερ φαίνεται να ενσαρκώνει τον φεμινισμό της εποχής μας. Έχοντας σπουδάσει φιλοσοφία, θεωρείται συχνά (περισσότερο από τους λογοτεχνικούς κύκλους, παρά από τους φιλοσοφικούς) σαν μια μεγάλη στοχαστής του φύλου, της εξουσίας και του σώματος. Ενώ αναρωτιόμαστε τι έγινε η παλιά φεμινιστική πολιτική και οι υλικές πραγματικότητες τις οποίες αυτή προσπαθούσε να αντιμετωπίσει, είναι αναγκαίο να επιστρέψουμε στο έργο και την επιρροή της Μπάτλερ, και να εξετάσουμε τις απόψεις που έχουν κάνει τόσο πολύ κόσμο να υιοθετεί μια στάση η οποία μοιάζει πολύ με την απραξία και την απόσυρση.

ΙΙ

Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τις ιδέες της Μπάτλερ, επειδή είναι δύσκολο να γνωρίσει ποιες ακριβώς είναι αυτές οι ιδέες. Η Μπάτλερ είναι ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος. Στις δημόσιες συζητήσεις, δείχνει ότι ξέρει να μιλάει καθαρά και να μπορεί να αντιλαμβάνεται ταχύτατα αυτά που της λένε. Αλλά ο τρόπος γραφής της είναι βαρύς και σκοτεινός. Είναι γεμάτος από αναφορές σε άλλους θεωρητικούς, που ανήκουν σε διαφορετικές θεωρητικές παραδόσεις. Εκτός από τον Φουκώ, και μια πρόσφατη εστίαση στον Φρόυντ, η εργασία της Μπάτλερ στηρίζεται αρκετά στη σκέψη του Λουί Αλτουσέρ, της γαλλίδας θεωρητικού του λεσβιασμού, Μονίκ Βιτίγκ, της αμερικανίδας ανθρωπολόγου Gayle Rubin, του Ζακ Λακάν, του J. L. Austin, και του αμερικανού φιλοσόφου της γλώσσας, Saul Kripke. Το λιγότερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι αυτοί οι στοχαστές δεν συμφωνούν καθόλου μεταξύ τους. Έτσι, ένα αρχικό πρόβλημα στην ανάγνωση της Μπάτλερ είναι ότι κανείς διαπιστώνει με έκπληξη πως τα επιχειρήματά της επικαλούνται πολλές και αντιφατικές έννοιες και θεωρίες, χωρίς να δίνουν καμία εξήγηση, στο μεγαλύτερο μέρος των περιπτώσεων, για τον τρόπο που αυτές οι εμφανείς αντιφάσεις θα επιλυθούν. Ένα άλλο πρόβλημα βρίσκεται στο ανέμελα υπαινικτικό ύφος στο οποίο καταφεύγει η Μπάτλερ. Οι ιδέες των στοχαστών που επικαλείται δεν εκτίθενται ποτέ με τρόπο ικανοποιητικά λεπτομερή, ώστε να επιτρέψουν στους μη-γνώστες να τις παρακολουθήσουν (εάν δεν είστε, π.χ., εξοικειωμένοι με την αλτουσεριανή έννοια της «έγκλησης», θα χαθείτε για ολόκληρα κεφάλαια), ή να εξηγήσουν στους γνώστες πώς, ακριβώς, ερμηνεύονται αυτές οι δύσκολες ιδέες. Ασφαλώς, ένα μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής φιλολογίας είναι υπαινικτικό: προϋποθέτει την προηγούμενη γνώση μερικών θεωριών και απόψεων. Ωστόσο, στην παραδοσιακή φιλοσοφία τόσο την ηπειρωτική όσο και την αγγλοσαξονική, οι ακαδημαϊκοί συγγραφείς, όταν απευθύνονται σ’ ένα ειδικό κοινό, αναγνωρίζουν ότι οι ιδέες στις οποίες αναφέρονται είναι σύνθετες και υπόκεινται σε πολλές διαφορετικές ερμηνείες. Έτσι, αναλαμβάνουν την ευθύνη να προτείνουν μια συγκεκριμένη ερμηνεία από αυτές που αμφισβητούνται, και να δικαιολογήσουν γιατί έχουν ερμηνεύσει με αυτόν τον τρόπο αυτές τις σκέψεις, και γιατί αυτή η ερμηνεία είναι καλύτερη από τις άλλες.

Τίποτε παρόμοιο δεν βρίσκουμε στην Μπάτλερ. Οι διιστάμενες ερμηνείες απλούστατα δεν λαμβάνονται υπόψη, ακόμα και όταν, όπως στην περίπτωση του Φρόυντ ή του Φουκώ, η συγγραφέας προτείνει ερμηνείες έντονα αμφισβητούμενες, που δεν θα γινόταν αποδεκτές από πολλούς ειδικούς. Ωστόσο, οδηγείται κανείς να σκεφτεί ότι ο υπαινικτικός χαρακτήρας της γραφής της δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με τον συνήθη τρόπο, σα να προϋπέθετε, δηλαδή, ένα κοινό ειδικών που επιθυμεί να συζητήσει τις λεπτομέρειες μιας πολύ εξειδικευμένης ακαδημαϊκής άποψης. Η γραφή της Μπάτλερ είναι πολύ ελαφρά για να ικανοποιήσει αυτό το είδος ακροατηρίου. Είναι επίσης φανερό ότι η εργασία της Μπάτλερ δεν απευθύνεται σε ένα μη ακαδημαϊκό κοινό που επιθυμεί να αντιμετωπίσει τις πραγματικές αδικίες. Ένα τέτοιο κοινό θα έμενε απλά σαστισμένο από την πυκνή σούπα της μπατλεριανής πρόζας, από τον αέρα της μυητικής γνώσης της, από το απίστευτα υψηλό ποσοστό παράθεσης ονομάτων κατά
τις επεξηγήσεις.

Τότε λοιπόν, σε ποιόν απευθύνεται η Μπάτλερ; Φαίνεται να απευθύνεται σε μια ομάδα νεαρών θεωρητικών φεμινιστριών, που δεν είναι ούτε μελετήτριες της φιλοσοφίας –οι οποίες θα ενδιαφέρονταν για εκείνο που έχουν πραγματικά πει ο Αλτουσέρ, ο Φρόυντ ή ο Κρίπκε- ούτε μη ειδικές που έχουν ανάγκη να πληροφορηθούν για τη φύση των προταγμάτων τους και έχουν πεισθεί για την αξία τους. Το ακροατήριο που εξυπονοείται από αυτό το ύφος είναι εντυπωσιακά υπάκουο. Υποταγμένος στον προφητικό τόνο του κειμένου της Μπάτλερ, θαμπωμένος από την λάμψη της αφηρημένης υψηλής εννοιολογίας, ο αναγνώστης θέτει λίγες ερωτήσεις, και δεν ζητά ούτε επιχειρήματα ούτε σαφή διευκρίνιση των εννοιών. Ακόμα πιο παράδοξο είναι το γεγονός πως ο συνεπαγόμενος από αυτό το ύφος αναγνώστης οφείλει να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την τελική κατάληξη της Μπάτλερ σε πολλά θέματα. Ένα μεγάλο ποσοστό των φράσεων σε οποιοδήποτε βιβλίο της Μπάτλερ -ειδικά εκείνες που βρίσκονται στο τέλος κάθε κεφαλαίου- είναι ερωτήσεις. Καμιά φορά, η απάντηση που περιμένει η ερώτηση είναι φανερή. Όμως συχνά, τα πράγματα είναι πολύ πιο ακαθόριστα. Μεταξύ των φράσεων που δεν εκφράζουν ερώτηση, πολλές αρχίζουν με ένα «θεωρώντας…» ή «θα μπορούσε να υποθέσει κανείς..» -με τρόπο ώστε η Μπάτλερ να μη λέει ποτέ καθαρά στον αναγνώστη εάν αποδέχεται την άποψη που παρουσίασε. Η εξαπάτηση και η αυθεντία είναι τα δύο της εργαλεία που λειτουργούν εξίσου καλά: μια εξαπάτηση που παρακάμπτει την κριτική αφού δεν κάνει παρά λίγες οριστικές τοποθετήσεις.

Ας πάρουμε δυο ενδεικτικά παραδείγματα: «Τι σημαίνει για δράση ενός υποκειμένου να προϋποθέτειτην υποταγή του; Η πράξη του προϋποθέτειν συμπίπτει με την πράξη του επαναφέρειν, ή υπάρχει μια ασυνέχεια μεταξύ της προϋποτεθείσας και της αποκατασταθείσας εξουσίας; Θεωρώντας ότι ακριβώς στην πράξη που το υποκείμενο αναπαράγει τις συνθήκες της υποταγής του, το υποκείμενο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τρωτότητας βασισμένης στον χρόνο η οποία ανήκει σε αυτές τις συνθήκες, ειδικά, στις ανάγκες ανανέωσής τους»· και: «Δεν μπορούμε να απαντήσουμε εδώ σε αυτές τις ερωτήσεις, οι οποίες, ωστόσο, υποδεικνύουν μια κατεύθυνση της σκέψης που ίσως προηγείται του ζητήματος της συνείδησης, δηλαδή του θέματος που προβλημάτισε τον Σπινόζα, τον Νίτσε, και πιο πρόσφατα, τον Τζόρτζιο Αγκάμπεν: πώς μπορούμε να αντιληφθούμε την επιθυμία ως επιθυμία συγκροτητική; Τοποθετώντας την συνείδηση και την έγκληση [interpellation] μέσα σε μια τέτοιου τύπου ανάλυση, μπορούμε λοιπόν να προσθέσουμε σε αυτή την ερώτηση μιαν ακόμα: πώς αξιοποιείται μια επιθυμία αυτού του τύπου, όχι μόνον από ένα συγκεκριμένο νόμο, αλλά από νόμους διαφόρων ειδών, τέτοιου τύπου ώστε να υποτασσόμαστε σε αυτούς προκειμένου να διατηρήσουμε μια ορισμένη αίσθηση του κοινωνικού “είναι”;» Γιατί λοιπόν η Μπάτλερ προτιμά να γράφει με αυτόν τον ενοχλητικό και εκνευριστικό τρόπο; Χωρίς αμφιβολία, αυτό το ύφος γραφής δεν είναι καινούργιο. Μερικά τμήματα της ηπειρωτικής παραδοσιακής φιλοσοφίας, αν και όχι όλα σίγουρα, έχουν δυστυχώς την τάση να θεωρούν τον φιλόσοφο έναν σταρ, που γοητεύει συχνά με την σκοτεινότητά του, και όχι έναν ισότιμο συνομιλητή. Όταν οι ιδέες εκφράζονται καθαρά, εκτός των άλλων, μπορούν να αποσπαστούν από τον συγγραφέα τους, μπορεί κανείς να τις πάρει μαζί του και να εμβαθύνει σε αυτές μόνος του. Όταν παραμένουν μυστηριώδεις (πολύ περισσότερο, όταν δεν έχουν σχεδόν εκφραστεί καν), παραμένει κανείς εξαρτημένος από την αυθεντία από την οποία αυτές προέρχονται. Ο διανοητής παρακολουθείται μόνο για το επιτηδευμένο χάρισμά του/της. Βρίσκεται κανείς σε αναμονή, περιμένοντας την επόμενη κίνηση του. Τι θέλει να πει η Μπάτλερ, όταν ακολουθεί αυτή «την κατεύθυνση σκέψης»; Ας μας πει παρακαλώ, τι σημαίνει η φράση: «η ικανότητα δράσης ενός υποκειμένου προϋποθέτει την υποταγή του» (όσο μπορώ να δω, δεν φαίνεται στον ορίζοντα καμία καθαρή απάντηση στην ερώτηση). Έχει κανείς την εντύπωση πως έχει να κάνει με ένα νου τόσο βαθιά σκεπτόμενο, ο οποίος δεν εκφράζει τίποτε με ελαφρότητα: περιμένει λοιπόν, μέσα στο δέος που προκαλεί αυτό το βάθος, να το εκφράσει επιτέλους με πιο κατανοητό τρόπο.

Με αυτόν τον τρόπο η σκοτεινότητα δημιουργεί έναν αέρα σπουδαιότητας. Εξυπηρετεί όμως και έναν άλλο σκοπό, με τον οποίον συνδέεται. Αναγκάζει τον αναγνώστη να δεχτεί, ότι αφού κάποιος δεν μπορεί να καταλάβει αυτό που συμβαίνει, θα πρόκειται για κάτι σημαντικό, για κάποια πολυπλοκότητα της σκέψης, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται συχνά για έννοιες οικείες ή εντελώς κοινότοπες, οι οποίες αντιμετωπίζονται με τρόπο υπερβολικά απλοϊκό και υπερβολικά απερίσκεπτο για να περιμένουμε ότι θα μας επιτρέψουν ποτέ να καταλάβουμε κάτι παραπάνω. Όταν οι φοβισμένοι από τα βιβλία της Μπάτλερ αναγνώστες συγκεντρώσουν το κουράγιο να σκεφτούν κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα ανακαλύψουν ότι οι ιδέες αυτών των βιβλίων δεν έχουν ιδιαίτερο βάθος. Όταν οι ιδέες της Μπάτλερ εκφράζονται με τρόπο καθαρό, βλέπει κανείς, χωρίς τόσες πολλές διακρίσεις και επιχειρήματα, ότι δεν πάνε πολύ μακριά, και ότι δεν είναι και τόσοκαινούργιες. Η ασάφεια γεμίζει λοιπόν το κενό που προκαλεί η απουσία μιας πραγματικά σύνθετης σκέψης και επιχειρηματολογίας.

Τον προηγούμενο χρόνο, η Μπάτλερ κέρδισε το πρώτο βραβείο του Ετήσιου διαγωνισμού κακού γραψίματος που διοργανώνει το ακαδημαϊκό περιοδικό Philosophy and Litterature [Φιλοσοφία και λογοτεχνία], για την ακόλουθη φράση: «Η μετάβαση από μια στρουκτουραλιστική ανάλυση, η οποία αντιλαμβάνεται το κεφάλαιο ως κάτι που δομεί τις κοινωνικές σχέσεις με τρόπους σχετικά ομοιόμορφους, προς μια οπτική της ηγεμονίας όπου οι σχέσεις εξουσίας υπόκεινται στην επανάληψη, στη σύγκλιση, καθώς και στην αναδιάρθρωση, εισήγαγε το ζήτημα της χρονικότητας στον τρόπο σκέψης σχετικά με την δομή, και σηματοδότησε τη στροφή από μια μορφή αλτουσεριανής θεωρίας, που λαμβάνει τις στρουκτουραλιστικές ολότητες ως θεωρητικά αντικείμενα, προς μια θεωρία κατά την οποία η επίγνωση της ενδεχόμενης πιθανότητας μιας δομής, εγκαινιάζει μια νέα αντίληψη της ηγεμονίας, συνδεδεμένης με τις ενδεχόμενες τοποθεσίες και τις στρατηγικές αναδιάρθρωσης της εξουσίας».

Ωστόσο η Μπάτλερ θα μπορούσε να γράψει: «οι μαρξιστικές αναλύσεις που εστιάζουν στο κεφάλαιο ως την κεντρική δύναμη που δομεί τις κοινωνικές σχέσεις, περιέγραψαν τις λειτουργίες αυτής της δύναμης ως ομοιόμορφες οπουδήποτε. Αντίθετα, οι αλτουσεριανές αναλύσεις που εστιάζουν στην εξουσία, βλέπουν αυτές τις λειτουργίες διαφορετικές και μεταβαλλόμενες στο χρόνο». Εν τούτοις, προτιμά μια πολυλογία που απαιτεί από τον αναγνώστη να ξοδέψει τόση πολλή ενέργεια για να αποκωδικοποιήσει την πρόζα της, ώστε ελάχιστη του απομένει για να εκτιμήσει την αλήθεια των ισχυρισμών της. Αναγγέλλοντας το βραβείο, ο εκδότης του περιοδικού σχολίασε ότι «είναι ίσως το άγχος που προκαλεί η ασάφεια μιας τέτοιας γραφής που ώθησε τον καθηγητή Warren Hedges του πανεπιστημίου του Νοτίου Όρεγκον, να επαινέσει την Μπάτλερ ως “ίσως ένα από τα δέκα πιο έξυπνα πρόσωπα του πλανήτη”». (Αυτή η κακή γραφή, παρεμπιπτόντως, δε χαρακτηρίζει το σύνολο της queer θεωρίας με την οποία συνδέεται η Μπάτλερ. Ο David Halperin, για παράδειγμα, πραγματεύεται τη σχέση του Φουκώ με τον Κάντ, όπως και την αρχαιοελληνική ομοφυλοφιλία, με φιλοσοφική καθαρότητα και ιστορική ακρίβεια.)

Η Μπάτλερ χαίρει εκτίμησης στον λογοτεχνικό κόσμο ως φιλόσοφος και πολλοί θαυμαστές της συνδέουν τον τρόπο γραφής της με τη φιλοσοφική βαθύτητα. Αλλά πρέπει κανείς να αναρωτηθεί εάν αυτή ανήκει πραγματικά στην φιλοσοφική παράδοση, και όχι στις, στενά συγγενικές αλλά στην πραγματικότητα αντίθετες, παραδόσεις της σοφιστικής και της ρητορικής.Από τότε που ο Σωκράτης διαχώρισε την φιλοσοφία από αυτό που έκαναν οι σοφιστές και οι ρήτορες, η φιλοσοφία στάθηκε ένας διάλογος μεταξύ ίσων που ανταλλάσσουν επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα χωρίς να καταφεύγουν σε παραπλανητικά τεχνάσματα. Με αυτό τον τρόπο, υποστήριζε ο Σωκράτης, η φιλοσοφία έδειχνε σεβασμό στην ψυχή, ενώ οι χειριστικές μέθοδες των αντιπάλων του έδειχναν απλώς έλλειψη σεβασμού. Ένα απόγευμα, κουρασμένη από την πρόζα της Μπάτλερ κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου αεροπορικού ταξιδιού, άρχισα να ασχολούμαι με το σχέδιο διατριβής μιας φοιτήτριάς μου σχετικά με τις απόψεις του Hume για την προσωπική ταυτότητα. Ένιωσα να αναζωογονούμαι. «Τι σαφές που είναι το ύφος της!», σκέφτηκα με ευχαρίστηση και μια στάλα υπερηφάνειας. Και ο Hume, τι λεπτό και αρχοντικό πνεύμα: με τι ευγένεια σέβεται την εξυπνάδα του αναγνώστη, ακόμα κι αν αναγκάζεται να παραδεχθεί, σε κάποιο σημείο, ότι δεν είναι σίγουρος γι ́ αυτό που λέει.

[1] Μερικά έργα της Catharine MacKinnon: Feminism Unmodified. Discourses on Life and Law, Κέιμπριτζ (Μασσαχουσέτη), Harvard University Press, 1987· Towards a Feminist Theory of the State, Κέιμπριτζ (Μασσαχουσέτη), Harvard U. P., 1989· Only Words Κέιμπριτζ (Μασσαχουσέτη), Harvard U. P., 1993.
[2] Nancy Chodorow, The Reproduction of Mothering. Psychoanalysis and the Sociology of Gender, Μπέρκλεϋ, University of California Press, 1984.