Kurt Vonnegut – Χάρισον Μπέργκερον

μτφρ.: Νικόλας Γκίμπης

Το έτος ήταν 2081 και, επιτέλους, όλοι ήταν ίσοι. Δεν ήταν απλώς ίσοι ενώπιον του Νόμου και του Θεού. Ήταν ίσοι ολοκληρωτικά. Κανείς δεν ήταν πιο έξυπνος από κανέναν άλλον. Κανείς δεν ήταν πιο όμορφος από κανέναν άλλον. Κανείς δεν ήταν πιο δυνατός ή πιο γρήγορος από κανέναν άλλον. Όλη αυτή η ισότητα προέκυψε από την 211η, τη 212η και τη 213η Τροπολογία του Συντάγματος και από την αδιάκοπη επαγρύπνηση των εκπροσώπων της Γενικής Γραμματείας Ισοζυγισμού των ΗΠΑ.

Παρ’ όλα αυτά, μερικά πράγματα αναφορικά με τη ζωή εξακολουθούσαν να μην πηγαίνουν αρκετά καλά. Για παράδειγμα, ο Απρίλης εξακολουθούσε να τρελαίνει τους ανθρώπους, αυτή τη φορά επειδή δεν ήταν άνοιξη. Kαι ήταν κατά τη διάρκεια αυτού του δροσερού μήνα που οι άνθρωποι της Γ.Γ.Ι. απομάκρυναν τον Χάρισον, τον 14χρονο γιο του Τζωρτζ και της Χέιζελ Μπρέργκερον, απ’ τους γονείς του.

Ήταν τραγικό, δε χωρά αμφιβολία, αλλά ο Τζωρτζ και η Χέιζελ δεν μπορούσαν να το σκεφτούν και πολύ καθαρά. Η Χέιζελ είχε τον πλέον αντιπροσωπευτικό μέσο όρο ευφυίας, που σήμαινε ότι, πέρα από σύντομα ξεσπάσματα, δεν μπορούσε να σκεφτεί πάνω σε τίποτα. Ο Τζωρτζ, αν και η ευφυία του ήταν αρκετά υψηλότερη του κανονικού, είχε μια μικρή ραδιοσυσκευή νοητικού ισοζυγισμού στο αυτί του. Ήταν υποχρεωμένος από τον νόμο να την φοράει όλη την ώρα. Η συσκευή ήταν συντονισμένη με έναν κυβερνητικό πομπό. Ανά 20 δευτερόλεπτα στο περίπου, ο πομπός θα έστελνε έναν διατρητικό θόρυβο προκειμένου να αποτρέπει τους ανθρώπους σαν τον Τζωρτζ απ’ το να αποκτήσουν αθέμιτο πλεονέκτημα του μυαλού τους.

Ο Τζωρτζ και η Χέιζελ έβλεπαν τηλεόραση. Στα μάγουλα της Χέιζελ κυλούσαν δάκρυα, αλλά προς στιγμήν είχε ξεχάσει τον λόγο.

Στην οθόνη της τηλεόρασης έδειχνε μπαλαρίνες.

Ένας βομβητής ακούστηκε στο κεφάλι του Τζωρτζ. Οι σκέψεις του τινάχτηκαν πανικόβλητες, όπως οι διαρρήκτες στο άκουσμα του συναγερμού.

«Ήταν ένας πραγματικά όμορφος χορός, αυτός ο χορός που μόλις χόρεψαν», είπε η Χέιζελ.

«Αχμ», είπε ο Τζωρτζ.

«Αυτός ο χορός… ήταν ωραίος», είπε η Χέιζελ.

«Ω ναι», είπε ο Τζωρτζ. Προσπάθησε για λίγο να σκεφτεί τις μπαλαρίνες. Δεν ήταν και τόσο καλές – σίγουρα όχι καλύτερες απ’ οποιονδήποτε άλλον, τέλος πάντων. Ήταν δεμένες με υαλοστάτες και κουβαλούσαν τσουβάλια γεμάτα σκάγια, και τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα με μάσκες ώστε να μην νιώσει κανένας, στη θέα μιας ελεύθερης και χαριτωμένης χειρονομίας ή ενός όμορφου προσώπου, σαν να γκρεμίστηκε κανένας φούρνος. Ο Τζωρτζ φλέρταρε με την αμυδρή ιδέα πως οι χορευτές δεν θα έπρεπε να είναι ισοζυγισμένοι. Αλλά δεν τα κατάφερε να πάει πολύ μακριά με τις σκέψεις του προτού τις διασκορπίσει ένας νέος θόρυβος στο ακουστικό του.

Ο Τζωρτζ ανατρίχιασε. Το ίδιο και δύο απ’ τις οχτώ μπαλαρίνες.

Η Χέιζελ τον είδε να ανατριχιάζει. Μιας και η ίδια δεν είχε συσκευή νοητικού ισοζυγισμού, ήταν αναγκασμένη να ρωτήσει τον Τζωρτζ ποιος ήταν ο τελευταίος ήχος.

«Ακούστηκε σαν κάποιος να χτυπούσε ένα μπουκάλι γάλα με βαριοπούλα», είπε ο Τζωρτζ.

«Θα υπέθετα ότι αυτό θα ήταν πραγματικά ενδιαφέρον, να ακούς όλους αυτούς τους διαφορετικούς ήχους», είπε η Χέιζελ με λίγη δόση ζήλειας. «Όλους αυτούς τους ήχους που σκαρφίζονται».

«Πουφ!», είπε ο Τζωρτζ.

«Αχ και να ήμουν Γενική Γραμματέας Ισοζυγισμού, ξέρεις τι θα έκανα;» είπε η Χέιζελ. Η Χέιζελ, εδώ που τα λέμε, έμοιαζε απίστευτα με τη Γενική Γραμματέα Ισοζυγισμού, μια γυναίκα ονόματι Νταϊάνα Μουν Γκλάμπερς. «Αν ήμουν η Νταϊάνα Μουν Γκλάμπερς», είπε η Χέιζελ, «θα έβαζα τις Κυριακές να ακούγονται καμπάνες – τίποτα άλλο πέρα από καμπάνες. Σαν φόρο τιμής στη θρησκεία».

«Αν ήταν απλώς καμπάνες, θα μπορούσα να σκέφτομαι», είπε ο Τζωρτζ.

«Τότε, ίσως να τις έκανα πολύ δυνατές», είπε η Χέιζελ. «Σκέφτομαι ότι θα ήμουν καλή Γενική Γραμματέας Ισοζυγισμού».

«Τόσο καλή όσο οποιοσδήποτε άλλος», είπε ο Τζώρτζ.

«Ποιος άραγε θα μπορούσε να ξέρει καλύτερα από μένα πως είναι να είσαι κανονικός;» είπε η Χέιζελ.

«Σωστά», είπε ο Τζωρτζ. Άρχισε να έχει εκλάμψεις για τον μη-κανονικό γιο του που πλέον βρίσκεται στη φυλακή, για τον Χάρισον, αλλά ένας οπλοχαιρετισμός εικοσιμίας ριπών στο κεφάλι του έβαλε ένα τέλος.

«Αμάν!» είπε η Χέιζελ. «Αυτό πρέπει να πόνεσε, ε;»

Πόνεσε τόσο πολύ που ο Τζωρτζ χλόμιασε και έτρεμε, και δάκρυα κυλούσαν στο χείλος των κοκκινισμένων του ματιών. Δύο απ’ τις οχτώ μπαλαρίνες σωριάστηκαν στο πάτωμα του στούντιο, κρατώντας τους κροτάφους τους.

«Μου φαίνεσαι έτσι ξαφνικά πολύ κουρασμένος», είπε η Χέιζελ. «Γιατί δεν ξαπλώνεις αγάπη μου στον καναπέ, ώστε να ακουμπήσεις τον σάκο ισοζυγισμού στα μαξιλάρια;». Η Χέιζελ αναφερόταν σ’ ένα εικοσάκιλο πάνινο σακί γεμισμένο με σκάγια, το οποίο ήταν περασμένο με λουκέτο γύρω απ’ τον λαιμό του Τζωρτζ. «Πήγαινε και άσε τον σάκο για λιγάκι», του είπε. «Δεν με πειράζει αν δεν είμαστε ίσοι για λίγο».

Ο Τζωρτζ ζύγισε το σακί με τα χέρια του. «Δεν με ενοχλεί», είπε. «Δεν του δίνω σημασία πλέον. Είναι απλά ένα κομμάτι του εαυτού μου».

«Δείχνεις πολύ κουρασμένος τελευταία… σαν να έχεις σαπίσει» είπε η Χέιζελ. «Αχ και να υπήρχε κάποιος τρόπος να κάνουμε μια μικρή τρύπα στον πάτο του σάκου και απλά να βγάλουμε μερικά σκάγια. Μόνο μερικά».

«Δυο χρόνια φυλακή και 2000 δολάρια πρόστιμο για κάθε σβόλο», είπε ο Τζωρτζ. «Δε θα το ‘λεγα και κελεπούρι».

«Αν μπορούσες απλά να αφαιρείς κάποια όταν γυρνάς σπίτι απ’ τη δουλειά; Εννοώ… Δεν ανταγωνίζεσαι κανέναν εδώ πέρα. Απλά αράζεις».

«Αν προσπαθούσα να το ξεφορτωθώ», είπε ο Τζωρτζ, «τότε κι άλλοι άνθρωποι θα το ξεφορτώνονταν… και σύντομα θα επιστρέφαμε στον Μεσαίωνα ξανά, με όλους να είναι εναντίον όλων. Και δεν θα σου άρεσε κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι;».

«Θα το μισούσα», είπε η Χέιζελ.

«Άνα γεια σου», είπε ο Τζωρτζ. «Τη στιγμή που οι άνθρωποι αρχίζουν να παραβαίνουν τους νόμους, τι νομίζεις ότι θα συμβεί στην κοινωνία;»

Αν η Χέιζελ δεν ήταν ικανή να απαντήσει σ’ αυτή την ερώτηση, ο Τζωρτζ δεν θα της την είχε απευθύνει καν. Μια σειρήνα ηχούσε στο κεφάλι του.

«Υποθέτω ότι θα καταρρεύσει», είπε η Χέιζελ.

«Τί θα καταρρεύσει;», είπε ο Τζωρτζ ανέκφραστα.

«Η κοινωνία», είπε η Χέιζελ με όχι και τόση σιγουριά. «Αυτό δεν ήταν που μόλις είπες;».

«Ποιος ξέρει;», είπε ο Τζωρτζ.

Το τηλεοπτικό πρόγραμμα ξαφνικά διακόπηκε για ένα έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Στην αρχή δεν ήταν ξεκάθαρο ποια ήταν η έκτακτη είδηση εφόσον ο παρουσιαστής, όπως κάθε παρουσιαστής, κεκέδιζε. Για περίπου μισό λεπτό, σε μια ανάστατη κατάσταση, ο παρουσιαστής προσπαθούσε να προσφωνήσει το «Κυρίες και Κύριοι». Τελικά τα παράτησε, δίνοντας το δελτίο της είδησης σε μια μπαλαρίνα να το διαβάσει.

«Αχ δεν πειράζει…», είπε η Χέιζελ για τον παρουσιαστή, «…το πάλεψε. Αυτό είναι το σημαντικό. Πάλεψε, με τα εφόδια που του έδωσε ο Θεός, για το καλύτερο δυνατό. Θα πρέπει να του κάνουν μια γενναία αύξηση που το πάλεψε τόσο σκληρά».

«Κυρίες και Κύριοι», είπε η μπαλαρίνα διαβάζοντας την έκτακτη είδηση. Θα πρέπει να ήταν τρομερά όμορφη, γιατί η μάσκα που φορούσε ήταν χυδαία. Και ήταν εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι ήταν η πιο δυνατή και η πιο χαριτωμένη απ’ όλες τις χορεύτριες, εφόσον τα τσουβάλια ισοζυγισμού της ήταν τόσο βαριά όσο αυτά που φορτώνουν σε άντρες που ζυγίζουν 90 κιλά.

Κι έπρεπε ευθύς να απολογηθεί για τη φωνή της, η οποία ήταν μια τα μάλα αθέμιτη φωνή για γυναικεία φωνή. Η φωνή της ήταν μια τρυφερή, λαμπρή, αιώνια μελωδία. «Με συγχωρείτε…», είπε, και το πήρε πάλι απ’ την αρχή ώστε να κάνει τη φωνή της απόλυτα αντιανταγωνιστική.

«Ο Χάρισον Μπέργκερον, ηλικίας 14 ετών», είπε κακαρίζοντας σαν την κάργια, «μόλις δραπέτευσε απ’ το κελί του, όπου τελούσε υπό κράτηση με την υποψία του σχεδιασμού ανατροπής της κυβέρνησης. Είναι ιδιοφυία, είναι αθλητής, είναι υπο-ισοζυγισμένος και θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνος».

Μια αστυνομική φωτογραφία του Χάρισον Μπέργκερον εμφανίστηκε αστραπιαία στην οθόνη – ανάποδα, μετά πλαγίως, ανάποδα ξανά, μετά από κάτω προς τα πάνω. Ήταν μια ολόσωμη φωτογραφία του Χάρισον με φόντο μια κλίμακα βαθμονόμησης σε μέτρα και εκατοστά.

Η υπόλοιπη εμφάνιση του Χάρισον ήταν αποκριάτικη και μεταλλική. Κανείς μέχρι τότε δεν είχε αντέξει μεγαλύτερες συσκευές ισοζυγισμού. H ανάπτυξή του ξεπερνούσε τα εμπόδια πολύ πιο γρήγορα απ’ αυτά που μπορούσαν να σκαρφιστούν οι άνθρωποι της Γ.Γ.Ι. Αντί για την μικροσκοπική συσκευή στο αυτί για τον νοητικό του ισοζυγισμό, του είχαν φορέσει ένα ζευγάρι πελώριων ακουστικών, και γυαλιά με χοντρούς κυματιστούς φακούς. Τα γυαλιά είχαν σκοπό όχι μόνο να τον καθιστούν σχεδόν τυφλό, αλλά, πέραν τούτου, να του προκαλούν και επίμονους πονοκεφάλους.

Σε όλο του το σώμα υπήρχαν κρεμασμένα παλιοσίδερα. Κανονικά, υπήρχε πάντα ένα είδος συμμετρίας, μια στρατιωτική ευταξία στις συσκευές ισοζυγισμού που παρέχονταν στους δυνατούς ανθρώπους, αλλά ο Χάρισον έμοιαζε με κινούμενη μάντρα. Στον αγώνα του για ζωή, ο Χάρισον κουβαλούσε 135 κιλά εξοπλισμό πάνω του.

Και, για να αντισταθμίσουν την ομορφιά του, οι άνθρωποι της Γ.Γ.Ι. απαιτούσαν να φοράει για μύτη ένα κόκκινο καουτσουκένιο μπαλάκι όλη την ώρα, να έχει ξυρισμένα φρύδια και ακόμη να καλύπτει τα λευκά δόντια του με μαύρες θήκες από σάπιες κουφάλες.

«Αν δείτε αυτό το αγόρι…», είπε η μπαλαρίνα, «μην προσπαθήσετε, επαναλαμβάνω, μην προσπαθήσετε να τα βγάλετε πέρα μαζί του».

Ακούστηκε η στριγκλιά μιας πόρτας που ξεριζώθηκε απ’ τους μεντεσέδες της.

Ουρλιαχτά και κραυγές απόγνωσης έρχονταν απ’ την τηλεόραση. Η φωτογραφία του Χάρισον τρεμοπηδούσε όλη την ώρα στην οθόνη, σαν να χόρευε στους ρυθμούς ενός σεισμού.

Ο Τζωρτζ Μπέργκερον διέγνωσε σωστά τον σεισμό – και πως θα μπορούσε αλλιώς; Ήταν τόσες και τόσες οι φορές που το ίδιο του το σπίτι χόρεψε με τον ίδιο εκκωφαντικό θόρυβο. «Θεέ μου…», είπε ο Τζωρτζ, «…αυτός πρέπει να ‘ναι ο Χάρισον!».

Αυτή η συνειδητοποίηση ανατινάχτηκε απευθείας απ’ το μυαλό του από τον ήχο μιας αυτοκινητιστικής σύγκρουσης.

Όταν ο Τζωρτζ κατάφερε να ανοίξει τα μάτια του ξανά, η φωτογραφία του Χάρισον είχε εξαφανιστεί. Ένας ζωντανός, αναπνέων Χάρισον κάλυψε την οθόνη.

Κλαδαρός, γελοίος και πελώριος, ο Χάρισον στάθηκε στο κέντρο του στούντιο. Το πόμολο της ξεριζωμένης πόρτας του στούντιο βρισκόταν ακόμα στο χέρι του. Μπαλαρίνες, τεχνικοί, μουσικοί και παρουσιαστές γονάτισαν μπροστά του περιμένοντας να πεθάνουν.

«Είμαι ο Αυτοκράτορας!», φώναξε ο Χάρισον. «Μ’ ακούτε; Είμαι ο Αυτοκράτορας! Θα πρέπει να κάνετε όλοι με μιας ό,τι σας λέω!». Πάτησε με δύναμη το πόδι του στο πάτωμα και το στούντιο τραντάχτηκε.

«Ακόμη κι έτσι όπως είμαι τώρα…», ούρλιαξε, «…σακατεμένος, ξεχαρβαλωμένος, εξασθενημένος… είμαι o σπουδαιότερος ηγεμόνας που έχει υπάρξει πάνω στη γη! Τώρα κοιτάξτε με να γίνομαι αυτό που μπορώ να γίνω!».

O Χάρισον έσκισε τα λουριά της πανοπλίας ισοζυγισμού που φορούσε σαν να είναι κωλόχαρτο, λουριά που εγγυόνταν να υποβαστάζουν 225 κιλά.

Τα παλιοσίδερα που ήταν πάνω στον Χάρισον συγκρούστηκαν με το πάτωμα.

O Χάρισον ζούληξε τα δάχτυλά του κάτω απ’ το λουκέτο του χαλιναριού που ήταν ασφαλισμένο στο κεφάλι του. Το χαλινάρι έσπασε σαν να είναι σέλερι. Τα ακουστικά και τα γυαλιά του έγιναν σμπαράλια στον τοίχο.

Εκσφενδόνιζε την καουτσουκένια μύτη του, αποκαλύπτοντας έναν άντρα που θα προκαλούσε δέος ακόμα και στον Θωρ, τον θεό των κεραυνών.

«Επιτρέψτε μου τώρα να διαλέξω την Αυτοκράτειρά μου», είπε κοιτώντας κάτω στο γονατισμένο πλήθος. «Η πρώτη γυναίκα που τολμάει ας σηκωθεί στα πόδια της και ας διεκδικήσει τον εραστή της και τον θρόνο της».

Κυλήσαν μερικές στιγμές και τότε μια μπαλαρίνα σηκώθηκε και λικνίστηκε σαν ιτιά.

O Χάρισον απέσπασε τη συσκευή νοητικού ισοζυγισμού απ’ το αυτί της και την έγδυσε απ’ τον εξοπλισμό σωματικού ισοζυγισμού με ασύλληπτη κομψότητα. Στο τέλος, της έβγαλε τη μάσκα.

Η μπαλαρίνα ήταν εκθαμβωτικά όμορφη.

«Τώρα…», είπε ο Χάρισον κρατώντας της το χέρι, «… τι θα έλεγες θα δείξουμε στους ανθρώπους το νόημα της λέξης “χορός”; Μουσική παρακαλώ!», διέταξε.

Οι μουσικοί χίμηξαν πίσω στις καρέκλες τους και ο Χάρισον αφαίρεσε τις συσκευές ισοζυγισμού κι απ’ αυτούς. «Παίξτε όσο καλύτερα μπορείτε…», τους είπε, «… και θα σας κάνω βαρόνους και δούκες και κόμηδες».

Η μουσική ξεκίνησε. Στην αρχή ήταν κανονική – φτηνή, άθλια, ψεύτικη. Αλλά ο Χάρισον άρπαξε δυο μουσικούς απ’ τις καρέκλες τους και τους κυμάτιζε σαν μπαγκέτες μαέστρου καθώς τραγουδούσε τη μουσική όπως θα ήθελε να παιχτεί. Τους κοπάνησε πίσω στις καρέκλες τους.

Η μουσική ξεκίνησε ξανά και ήταν αισθητά βελτιωμένη.

Ο Χάρισον και η Αυτοκράτειρά του, για κάποιο χρονικό διάστημα, άκουγαν μονάχα τη μουσική – την άκουγαν έντονα προσπαθώντας να συγχρονίσουν τους χτύπους της καρδιάς τους με αυτήν.

Σήκωσαν όλο το βάρος τους με τα δάχτυλα των ποδιών τους.

Ο Χάρισον πέρασε τα μεγάλα χέρια του γύρω απ’ την λιλιπούτεια μέση της κοπέλας, αφήνοντάς την να νιώσει την αιθεριότητά που σε λίγο θα ήταν όλη δική της.

Και τότε, μέσα σε μια έκρηξη χαράς και εξοχότητας, πετάχτηκαν στον αέρα!

Δεν καταργήθηκαν μόνο οι ανθρώπινοι νόμοι, μα και ο νόμος της βαρύτητας και οι μόνοι της κίνησης εξίσου.

Στριφογύριζαν, στροβιλίζονταν, περιστρέφονταν, σπαρταρούσαν, σκιρτούσαν, χοροπηδούσαν και γλιστρούσαν.

Έκαναν άλματα σαν ελάφια στο φεγγάρι.

To ταβάνι του στούντιο είχε δέκα μέτρα ύψος, μα κάθε άλμα έφερνε τους χορευτές όλο και πιο κοντά σ’ αυτό.

Έκανε μπαμ ότι η πρόθεσή τους ήταν να φιλήσουν το ταβάνι. Το φίλησαν.

Και τότε, μηδενίζοντας τη βαρύτητα μέσω του έρωτα και της αγνής βούλησης, παρέμειναν κρεμασμένοι στον αέρα κάτω απ’ το ταβάνι και φιλήθηκαν για αρκετή ώρα.

Ήταν εκείνη τη στιγμή που η Νταϊάνα Μουν Κλάμπερς, η Γενική Γραμματέας Ισοζυγισμού, μπήκε στο στούντιο με μια δεκάρα δίκαννη καραμπίνα. Πυροβόλησε δις και ο Αυτοκράτορας και η Αυτοκράτειρα σκοτώθηκαν πριν καν πέσουν στο πάτωμα.

Η Νταϊάνα Μουν Κλάμπερς όπλισε το δίκαννο ξανά. Στόχευσε τους μουσικούς και τους έδωσε δέκα δευτερόλεπτα μέχρι να ξαναφορέσουν τον εξοπλισμό ισοζυγισμού.

Ήταν εκείνη τη στιγμή που η τηλεόραση των Μπέργκερον έσβησε.

Η Χέιζελ άρχισε να σχολιάζει για το μπλακ-άουτ στον Τζωρτζ. Αλλά ο Τζωρτζ είχε πάει στην κουζίνα για μια μπύρα.

Ο Τζωρτζ επέστρεψε με τη μπύρα, κοκκάλωσε ενώ ένα σήμα νοητικού ισοζυγισμού τον ταρακούνησε. Κατόπιν, κάθισε ξανά. «Έκλαιγες», είπε στην Χέιζελ.

«Αχά», απάντησε εκείνη.

«Για ποιο πράμα;», τη ρώτησε.

«Δε θυμάμαι», είπε εκείνη. «Κάτι πραγματικά άσχημο στην τηλεόραση».

«Τί ήταν;», της είπε.

«Είναι όλα μπερδεμένα στο μυαλό μου», είπε η Χέιζελ.

«Ξέχνα τα άσχημα πράγματα», είπε ο Τζωρτζ.

«Πάντα αυτό κάνω», είπε η Χέιζελ.

«Μπράβο το κορίτσι μου», είπε ο Τζωρτζ. Ανατρίχιασε. O ήχος ενός ηλεκτρικού δραπανοκατσάβιδου ακούστηκε στο κεφάλι του.

«Αμάν… Θα ‘λεγα πως αυτό πρέπει να πόνεσε», είπε η Χέιζελ.

«Αυτό ξαναπές το», είπε ο Τζωρτζ.

«Αμαν…», είπε η Χέιζελ, «… θα ‘λεγα πως αυτό πρέπει να πόνεσε».

 


 

O Κουρτ Βόνεγκατ (1922 – 2007) ήταν Αμερικανός δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος. Θεωρείται μια απ’ τις σημαντικές φιγούρες του λογοτεχνικού μεταμοντερνισμού, τόσο από άποψη ύφους όσο και στη σύσταση της πλοκής των έργων του. Το στυλ που υιοθετεί στα έργα του είναι λόγια κοφτά, απότομα μέσα σε μικρές, συμπυκνωμένες προτάσεις γεμάτες αγωνία, κάτι που τον διαφοροποιεί απ’ το μορφολογικό υπόβαθρο των προκατόχων του, της λεγόμενης «Χαμένης Γενιάς» ή του κινήματος των μπήτνικς αργότερα. Ακόμη δε, το έντονο αυτοβιογραφικό στοιχείο στα περισσότερα έργα του καταργεί τις απαραίτητες αποστάσεις μεταξύ του συγγραφέα, του ήρωα της πλοκής και του συνολικού έργου τέχνης εν γένει. Κυρίως έγραψε διηγήματα και μυθιστορήματα «pulp fiction», επιστημονική φαντασία, μαύρες κωμωδίες και σατιρικά έργα. Ο ίδιος αναφέρει ως βασική επιρροή του τον Τζωρτζ Όργουελ για την ευαισθησία με την οποία αντιμετωπίζει τους φτωχούς και για τις σοσιαλιστικές του ιδέες. Πλην του Όργουελ, έντονες επιρροές δέχτηκε μεταξύ άλλων και από τον Άλντους Χάξλεϊ, τον Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, τον Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω και τον Τζόναθαν Σουίφτ. Αυτή τη στιγμή, στα ελληνικά κυκλοφορούν τα έργα του Ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα, Σφαγείο νούμερο 5, Οι σειρήνες του Τιτάνα, Αν αυτό δεν είναι ωραίο τότε τί είναι;.

O Χάρισον Μπέργκερον είναι ένα μικρό διήγημα επιστημονικής φαντασίας με έντονο σατιρικό και δυστοπικό χαρακτήρα. Γράφτηκε από τον Βόνεγκατ το 1960, πρωτοεκδόθηκε στο Magazine of Fantasy and Science Fiction και τελικά συμπεριλήφθηκε το 1968 στη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα υπό τον τίτλο Welcome to the Monkey House. Ο οργουελικός «Χάρισον Μπέργκερον» έτυχε θετικής υποδοχής ενώ αρχικά αξιοποιήθηκε από το αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό που έχει ενδιαφέρον από ανεκδοτολογικής άποψης είναι ότι, ενώ κατά τις δεκαετίες του ’70 και ’80 οι νέοι διδάσκονταν τον Χάρισον Μπέργκερον, που στα μάτια τους αντικατόπτριζε τον αμερικανικό τρόπο ζωής, δηλαδή τον ελεύθερο άνθρωπο, και, ως εκ τούτου, το έργο χρησίμευε ως ιδεολογικό εργαλείο έναντι του σοβιετικού μοντέλου της εξαναγκαστικής ισότητας των ανθρώπων όπου αυτοί που ξεχώριζαν (βλ. και ασκούσαν κριτική στο καθεστώς) είχαν την τύχη που όλοι γνωρίζουμε, κατά τις τελευταίες δεκαετίες που ο αμερικανικός δημόσιος λόγος παράτησε το ιδεώδες της ελευθερίας προς όφελος της ισότητας –ιδίως διαμέσου των ακτιβιστών κοινωνικής δικαιοσύνης που ευαγγελίζονται «ίσα δικαιώματα για όλους»–, το διήγημα εγκαταλείφθηκε από την Αριστερά και τους φιλελεύθερους ως νεοσυντηρητικό και ο Χάρισον Μπέργκερον από επαναστάτης έγινε φασίστας. Πολύ αμφίβολο είναι αν με τη σύγχρονη απαξίωση που βιώνει ο Χάρισον Μπέργκερον, μάλλον απαξίωση παραπλήσια μ’ αυτή που έχει να αντιμετωπίσει το 2081, θα προτείνεται στις μέρες μας από τις διευθύνσεις του εκπαιδευτικού συστήματος των ΗΠΑ σαν ανάγνωσμα νεανικής και εφηβικής λογοτεχνίας.

Έχουν γίνει διάφορες απόπειρες να χρησιμεύσει το διήγημα ως σενάριο και να μεταφερθεί ο Χάρισον Μπέργκερον στην οθόνη, ίσως ένα από τα πιο πετυχημένα παραδείγματα να είναι το μικρού μήκους 2081.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *