Ομαδική σκέψη ή κοινή ευπρέπεια και αυτοδυναμία;

Paul Gauguin, Lane at Alchamps, Arles, (1888)

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης

Ενώ ο τρόπος διασύνδεσής μας με τον κόσμο έχει αλλάξει ριζικά, το πρόβλημα παραμένει πάντα το ίδιο: η κατανόηση του τι συμβαίνει γύρω μας. Τα σύγχρονα μεγάλα θέματα είναι πάνω κάτω γνωστά: η ευρωπαϊκή ταυτότητα και η ΕΕ, το Ισλάμ και οι στόχοι του, το μεταναστευτικό, οι κοινωνικές και σεξουαλικές ελευθερίες, η νεοφτωχοποίηση (neo-pauperism) των δυτικών, η λειτουργία των ελεύθερων αγορών, η εθνική κυριαρχία και η παγκοσμιοποίηση. Αξίζει να ειπωθεί εξαρχής ότι, κατά τη γνώμη μας, οποιαδήποτε προσέγγιση παραμένει αγκιστρωμένη σε ιδεολογικά ρεύματα, ή σε αντιλήψεις που πηγάζουν μέσα από ομάδες που προωθούν συγκεκριμένες κοσμοθεωρίες, φράζει κάθε οδό προς την αλήθεια. Από την άλλη, άτομα που διαμορφώνουν γνώμη δίχως να εξαρτώνται από ομάδες έχουν περισσότερες πιθανότητες να κατανοήσουν τί πραγματικά συμβαίνει γύρω τους. Αυτό ισχύει διότι ο άνθρωπος έχει προικιστεί με σημειολογικές ικανότητες· μπορεί, με άλλα λόγια να εντοπίζει και να ερμηνεύει εκείνα τα σημεία (του καιρού του) που του δίνουν μια αντίληψη/αίσθηση του κόσμου που τον περιβάλλει. Μπορεί η «μικροσκοπική» και τοπική αντίληψη της πραγματικότητας να μην ταυτίζεται με την συνολική «μακροσκοπική» εικόνα, ωστόσο είναι η μόνη που διαθέτει πραγματικές αξιώσεις αλήθειας. Ο άνθρωπος διαθέτει επομένως ικανότητες τις οποίες «μεταφράζει» σε λέξεις, ώστε αυτές στην συνέχεια να διατυπωθούν ελεύθερα και δημόσια. Πιο συγκεκριμένα: ο Carl Jung1 μιλά για τα αρχέτυπα, τους a priori καθοριστικούς παράγοντες όλων των ανθρώπινων ψυχικών διαδικασιών. Για τον Jung οι ασυνείδητες διαδικασίες του νου κυριαρχούνται από ένστικτα τα οποία δεν είναι κοινωνικές κατασκευές αλλά, αντιθέτως, κληρονομούνται και συνδέονται με την ανάγκη. Τα αρχέτυπα βρίσκονται στο βαθύτερο στρώμα αυτών των ασυνείδητων διαδικασιών και διαμορφώνουν τον τρόπο αντίληψής μας βάσει συγκεκριμένων προτύπων τα οποία παρότι είναι εκτοψυχικά (δηλαδή αποτέλεσμα κοινωνικών διεργασιών) την ίδια στιγμή φιλτράρονται και επεξεργάζονται από ενδοψυχικούς καθοριστικούς παράγοντες, και τέλος εκφράζονται μέσω του λόγου. Τα ένστικτα και τα αρχέτυπα αποτελούν από κοινού το «συλλογικό ασυνείδητο». Έτσι, παρότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη το σύνολο και την ομάδα, δίχως τα οποία δεν μπορεί να υπάρξει σύλληψη, την ίδια στιγμή διαθέτει ενδοχυψικούς μηχανισμούς ώστε να επεξεργαστεί τις πληροφορίες που η ομάδα του διοχετεύει (ασχέτως και αν αυτοί οι μηχανισμοί βρίσκονται σε αλληλεπίδραση με το εξωτερικό περιβάλλον) δίχως να βρίσκεται σε απόλυτη εξάρτηση από την ίδια την ομάδα. Κάτι τέτοιο δεν υποδηλώνει ότι το άτομο είναι αποδεσμευμένο από την ομάδα (κάθε άλλο· ακόμα και η πιο αναπτυγμένη μορφή αυτοδυναμίας είναι ακατανόητη δίχως το σύνολο).

Καθώς λοιπόν διαθέτουμε τις παραπάνω σημειολογικές ικανότητες και μηχανισμούς, μπορούμε να πάρουμε θέση πάνω σε ένα οποιοδήποτε θέμα, έχοντας ως βάση ορισμένα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, δηλαδή κάποιες αρχικές βεβαιότητες. Αυτό γιατί μόνον έτσι στην συνέχεια μπορεί να ξεκινήσει μια εσωτερική «ομιλία» ή ένας διάλογος. Στις μέρες μας όμως επικρατεί κυρίως ο οπαδισμός και η συνωμοσιολογία· αυτή η τελευταία μάλιστα είναι ένα φαινόμενο σε επιδείνωση, όπως ακριβώς και η αντί-συνωμοσιολογία (με τρόπο κατοπτρικό). Στη προσπάθειά μας να διερευνήσουμε και να καταλάβουμε κάτι προχωράμε πάρα πολύ μακριά με τη φαντασία, αναζητώντας μια αλήθεια όσο το δυνατόν πιο κοντά σε αυτή που θα θέλαμε. Αυτό φυσικά είναι λανθασμένο γιατί συχνά αγνοούμε ακόμη και αυτονόητα πράγματα που θα αρκούσαν ώστε να σχηματίσουμε μια ολοκληρωμένη γνώμη.

Ομαδική σκέψη (group think) έναντι ομάδας σκέψης (thinking group)

Σε μια εποχή που τη διακρίνει ο κτητικός ατομικισμός, η πλήρης διάλυση του κοινού κόσμου και η αποσύνθεση κάθε πραγματικής ταυτότητας και αξιακής ιεραρχίας, αντί για ατομική αυτοδυναμία παραδόξως βλέπουμε όλο και περισσότερο να γίνονται τα δρώμενα αντικείμενο κριτικής με όρους αγελαίας/ομαδικής σκέψης (group think). Αυτό όχι μόνο εξυπηρετεί την ανάγκη εύρεσης νοήματος σε έναν κόσμο που όλα τα αρχέτυπα και οι αναπαραστάσεις εξαφανίζονται στη δύνη του μηδενισμού, αλλά πρόκειται για αποτέλεσμα της ιδεολογικοποίησης, της προσπάθειας να ερμηνευτεί όλος ο κόσμος αυστηρά κάτω από το πρίσμα ενός συμπλέγματος ιδεών οι οποίες (υποθετικά και μόνο) προσφέρουν μια ικανοποιητική απάντηση σε αιώνια προβλήματα.

Το αποτέλεσμα αυτής της πλάνης είναι ο αναγωγισμός: το άτομο που έχει κατακυριευτεί από την ιδεολογία δεν χρησιμοποιεί μια θεωρία ως εργαλείο με στόχο να ερμηνεύσει τον κόσμο. Αντίθετα, γίνεται μια αναστροφή· όλος ο κόσμος ανάγεται στην ιδεολογία, την οποία (το άτομο) οφείλει να προστατέψει από κάθε αντίθετη γνώμη. Έτσι δημιουργείται η ομαδοποίηση. Ας λάβουμε ως παράδειγμα την πρόσφατη ανακοίνωση του Υπουργείου Παιδείας να αντικαταστήσει τα Λατινικά με την Κοινωνιολογία στη διδακτέα ύλη του σχολείου. Ο Άδωνις Γεωργιάδης, γνωστός για τις αντιδραστικές του θέσεις, δήλωσε πως η Κοινωνιολογία αποτελεί εφαλτήριο για τη μετατροπή του σχολείου σε ιδεολογική μηχανή της Αριστεράς. Όποιος, βέβαια, τολμήσει να πει ότι ενδεχομένως ο Γεωργιάδης να έχει δίκιο (έστω και για λάθος λόγους, ακόμα και από σύμπτωση) αυτόματα πρέπει να συμμερίζεται και τις υπόλοιπες απόψεις του. Όμως είναι αλήθεια ότι οι περισσότερες σύγχρονες κοινωνιολογικές θεωρίες αναπαράγουν κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) την ιδεολογία που συναντά κανείς σε «αριστερόστροφους» μελετητές (με πιο χαρακτηριστική περίπτωση την Judith Butler), οι οποίοι διατείνονται πως υφίστανται περισσότερα από δύο φύλα, ότι μια συμπεριφορά είναι πέρα για πέρα «κοινωνική κατασκευή» ενώ κάθε ανθρώπινη εκδήλωση είναι απόρροια κάποιας εξουσιαστικής συνωμοσίας ή μηχανισμού (βλ. για παράδειγμα τη Γαλλική σχολή του 70, ιδίως Foucault και Derrida). Ακόμη και θεωρίες όπως αυτή των Ομάδων Πίεσης είναι όχι μόνο βάσιμα αμφισβητήσιμες, ως προς την δυνατότητά τους να εξηγήσουν πώς ασκείται η πολιτική εξουσία, αλλά είναι και βαθιά ιδεολογικοποιημένες με προοδευτικό πρόσημο. Σε κάθε περίπτωση, όποιος εκφράζει σκεπτικισμό αναφορικά με την ένταξη της Κοινωνιολογίας, γιατί θεωρεί ότι αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό ένα μέσο προώθησης πεποιθήσεων και ιδεολογημάτων, κάτω από τη συγκεκριμένη κυβέρνηση αυτόματα συμμερίζεται τις θέσεις του Γεωργιάδη: επομένως είναι υπέρ των μέτρων λιτότητας, λοιδορεί τους μετανάστες, στηρίζει την παραμονή στο ευρώ (πάση θυσία), και γενικά ταυτίζεται με τις θέσεις της ακροδεξιάς πτέρυγας της ΝΔ.

Αυτή η κατηγοριοποίηση και ομαδοποίηση, βέβαια, δεν αποτελεί προνόμιο της Αριστεράς. Οι πρόσφατες συζητήσεις για το Μακεδονικό ζήτημα βασίστηκαν ακριβώς πάνω στην ίδια λογική: οι εθνικιστές έβλεπαν όσους υιοθετούσαν τη «σύνθετη ονομασία» ως κατεξοχήν «προδότες», ενώ οι «αντι-εθνικιστές» λοιδορούσαν ως «εθνίκια» όσους εξέφραζαν σκεπτικισμούς για ένα τόσο σοβαρό θέμα. Με αυτή με τη «λογική» αποκλείεται λοιπόν ένα άτομο να επιθυμεί επίλυση του ζητήματος με σύνθετη ονομασία (ανεξαρτήτως αν αυτή η θέση είναι σωστή ή λάθος) δίχως ταυτόχρονα να στηρίζει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ και τον τρόπο που αυτή κατέληξε σε συμφωνία! Θα πρέπει να γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι μήτε οι δυνάμεις του λεγόμενου «μετριοπαθούς κέντρου» αποτελούν εγγυητές αντικειμενικότητας: στην πραγματικότητα εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα λογικό σφάλμα (moderation fallacy)· πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια μαθηματικού τύπου υπεραπλούστευση που μας διδάσκει πως η «μέση οδός» είναι πάντα προτιμότερη. Όμως αυτή η λογική αγνοεί ότι κατά βάση η έννοια «μέση οδός» είναι ευμετάβλητη. Κατά τη γνώμη μας οι προσεγγίσεις που βρίσκονται πιο κοντά στο αντικειμενικό δεν πηγάζουν μέσα από το τρίπτυχο Αριστερά/Κέντρο/Δεξιά, καθότι όλοι αυτοί οι πολιτικοί χώροι προάγουν την ιδεολογική ομαδοποίηση (group thinking), με άμεση συνέπεια τον αναγωγισμό. Η Simone Weil2 είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους που εγκυμονεί η προσπάθεια να κρίνουμε τα δρώμενα κάτω από τη λογική της κατηγοριοποίησης του τύπου «εγώ ως σοσιαλιστής» ή «εγώ ως καθολικός». Αυτού του είδους η λογική -που δημιουργεί φράξιες, σέχτες και υπο-ομάδες, εντός των οποίων όλη η πραγματικότητα ανάγεται με στόχο να περισωθεί η ιδεολογία- αυτοπεριορίζει και εγκλωβίζει τη σκέψη μας. Αντίθετα, είναι αναγκαίο να κρίνουμε με βάση το ακαταμάχητο φως των αδιάσειστων αποδείξεων, οι οποίες μας αναγκάζουν να δούμε τί πραγματικά είναι λάθος και τί σωστό.

Ομαδοποίηση, φίμωση και χειραγώγηση: πτυχές της πολιτικής ορθότητας

«Έχω ένα όνειρο, ότι τα τέσσερα παιδιά μου μια μέρα θα ζήσουν σε ένα έθνος, όπου θα κρίνονται όχι με βάση το χρώμα του δέρματος τους, αλλά από το περιεχόμενο του χαρακτήρα τους». (Martin Luther King)3

Οι «ριζοσπάστες» σήμερα δεν είναι οι απλοί άνθρωποι αλλά οι οργανικοί διανοούμενοι, οι δημοσιογράφοι, οι καθηγητές, οι μεγαλοακτιβιστές κ.α. Αυτοί κυρίως γίνονται οι ελεγκτές, διαμέσου της Πολιτικής Ορθότητας (ΠΟ), αυτών που μπορεί (και πρέπει) να ειπωθούν και αυτών που απαγορεύεται να λέμε. Μάλιστα η δημοσιογραφία στις μέρες μας δεν είναι μόνο αφηγηματική αλλά και υπό τον συνεχή έλεγχο των λέξεων και των εκφράσεων που επιτρέπεται να χρησιμοποιεί. Αρκεί κανείς να παρατηρήσει αδιανόητα «ορθοπολιτικά» πρότζεκτ. όπως το «Respect Words», που έχουν σαν στόχο την εκφραστική περιφρούρηση του δημοσιογραφικού χώρου. Έτσι, οι περισσότεροι επαγγελματίες στο μέλλον δεν θα είναι απλώς αφηγητές/παραμυθάδες, κάποιοι καλύτεροι από άλλους, αλλά ο λόγος τους θα ομογενοποιηθεί τόσο, σε σημείο πλήρους απονέκρωσης, που ο λεγόμενος «ξύλινος λόγος» ενδέχεται να γίνει μια γλαφυρή ανάμνηση (αντικείμενο νοσταλγίας).

Η Judith Butler, φέρ’ ειπείν, αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες διανοούμενων που «δίνουν γραμμή», την οποία ασπάζονται οι Ακτιβιστές (μαχητές) της Κοινωνικής Δικαιοσύνης (οι λεγόμενοι Social Justice Warriors), με κύριο χαρακτηριστικό αυτών την ομοιογένεια σε ό,τι αφορά τις απόψεις που ασπάζονται. Αν για παράδειγμα μελετήσουμε δύο περιπτώσεις SJWs σε δύο μέρη του κόσμου, μία στο Βερολίνο και μια στο Σίδνεϋ, θα δούμε πως ασπάζονται τις ίδιες ακριβώς απόψεις, χρησιμοποιώντας (πάνω-κάτω) το ίδιο λεξιλόγιο και φρασεολογία. Κοινώς πρόκειται για μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές ομαδοποίησης της σκέψης και του λόγου. Αυτός δεν είναι παρά ο λόγος της Πολιτικής Ορθότητας όπως εκφράζεται μέσα από τα ρεύματα που καταπιάνονται με την πολιτική των ταυτοτήτων (identity politics). Αν και η ανάλυση της καταγωγής του «πολιτικά ορθού» είναι δύσκολη υπόθεση, σίγουρα χρησιμοποιήθηκε στα φεμινιστικά κινήματα από την αμερικανική ριζοσπαστική Αριστερά ως μια μορφή εσωτερικής σάτιρας και αυτοκριτικής ενάντια στον κίνδυνο μιας υπερβολικά αριστερής ορθοδοξίας. Στην συνέχεια η ΠΟ άρχισε να κυκλοφορεί ως προειδοποίηση σε κύκλους που ήθελαν να αλλάξουν «το σύστημα», αλλά σύντομα μετασχηματίστηκε σε τρόπο ζωής, σκέψης και γραφειοκρατικού ελέγχου. Για την ΠΟ έχουμε ήδη ισχυριστεί πως αποτελεί ένα υπερόπλο με το οποίο η Αριστερά προσπαθεί να επιβληθεί στο δημόσιο διάλογο. Το αποτέλεσμα όμως τούτης της πρακτικής έχει οδηγήσει στην καλλιέργεια ενός ασφυκτικού κλίματος γραφειοκρατίας και φόβου, μέσα από το οποίο αναδύονται διάφορα ιερατεία «συμπόνοιας» και «προστασίας του αδύναμου». Πολύ περισσότερο, καλλιέργησε πρόσφορο έδαφος για την ανάδυση εκτρωμάτων (όπως οι θλιβεροί alt-right και alt-light) που η ίδια η Αριστερά είχε προσπαθήσει να ανακόψει.

Σε γενικές γραμμές, η λογική της ομαδικής σκέψης (group think), η πολιτική των ταυτοτήτων και η θεραπευτική κουλτούρα, συνθέτουν ένα κράμα που διαμορφώνει τη σύγχρονη τάση πολιτικού φιλελευθερισμού, όπου όλα κρίνονται με βάση το συναίσθημα, όπου κάθε αντίληψη περιχαρακώνεται στον μικρόκοσμο του εκάστοτε κοινωνικού status, αντί να μιλάμε για κάποια προσπάθεια σύνδεσης διαφορετικών ταυτοτήτων και ανθρώπων. Αυτή η τάση η οποία εκλαμβάνεται ως η μόνη σανίδα σωτηρίας σε έναν κόσμο που, με βάση το αριστερό αφήγημα, κυριαρχείται από μίσος και ρατσισμό (αποκλειστικά και μόνο), δεν είναι παρά η ήττα του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα, όπως αναφέρει η Elisabeth Lasch-Quinn4. Αν ένα από τα πιο βασικά αιτήματα του Martin Luther King ήταν το τέλος του φυλετικού διαχωρισμού (segregation) στις ΗΠΑ, η άρση όλων των ρατσιστικών νόμων, και αν αυτά τα αιτήματα είναι απόλυτα συνυφασμένα με τη φυλετική αμεροληψία, δηλαδή κάθε άνθρωπος να κρίνεται ανάλογα και με βάση τα επιτεύγματά του (και όχι με βάση το status του, και όχι με βάση το χρώμα του δέρματος, για να το πούμε διαφορετικά), η πολιτική των ταυτοτήτων κάνει ακριβώς το αντίθετο: ανάγει την ανάγνωση όλων των κοινωνικών δεδομένων κάτω από φυλετικό πρίσμα. Ο ΜLK μάλιστα προειδοποιούσε ενάντια σε κάθε προσπάθεια φυλετικής ομαδοποίησης και περιχαράκωσης, θεωρώντας επικίνδυνη οποιαδήποτε λογική και πρακτική δίνει βάση στο φυλετικό στοιχείο5. Η έμφαση στη μικροταυτότητα έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τον υποβιβασμό της ίδιας της ικανότητας να κρίνουμε μια κατάσταση δίχως να εκλαμβάνουμε ως αφετηρία την ομάδα, αλλά ταυτόχρονα η τυφλή αναγωγή στο συλλογικό υποδηλώνει αναγωγή σε κάποια «υπερβατική ύπαρξη» (η φυλή, η σεξουαλική ταυτότητα, κτλ.) η οποία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί (εφόσον πρόκειται για θυματική ταυτότητα).

Τέτοιου είδους «υπερβατικές υπάρξεις» συχνά γίνονται αντικείμενο ελέγχου από ιδεολογικούς χώρους. Για παράδειγμα, στη χώρα μας ακούμε πολλές φορές πολιτικούς να μιλάνε για το «ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς», η οποία έχει καταφέρει να ηγεμονεύσει όχι μόνο στους μειονοτικούς πληθυσμούς, αλλά ταυτόχρονα έχει ταυτιστεί και με τον μαρτυρικό αγώνα ανθρώπων οι οποίοι στο παρελθόν υπέφεραν από εξορίες, βασανιστήρια, ή πολλές φορές βρέθηκαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Έτσι, παύουμε να θεωρούμε ηθικό έναν άνθρωπο λόγω των επιτευγμάτων του· αρκεί να συμμερίζεται την αριστερή ιδεολογία! Αν την αμφισβητήσει τότε αυτομάτως είναι «ηθικά κατώτερος»· ένας υβριστής που (αναγκαστικά) μισεί τους μετανάστες, περιφρονεί τους διωγμένους του εμφυλίου, αρνείται το Πολυτεχνείο, ταυτίζεται με τις θέσεις των νοσταλγών της χούντας, και (πολύ περισσότερο) εναρμονίζεται με τις αντι-μεταναστευτικές θέσεις της ακροδεξιάς. Κοινώς, ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζεται ως «ορντινάντσα των φασιστών», ή ένας βολεμένος, ένας «προνομιούχος» που θα πρέπει πριν ανοίξει το στόμα του να κοιτάξει καλά σε ποιά θέση βρίσκεται. Τότε όμως δεν μιλούμε απλά και μόνο για απίστευτα λογικά άλματα, αλλά και για λογοκρισία που προκύπτει από την εσφαλμένη ενοχή που καλλιεργούμε στον αντίπαλο, πως δήθεν «ασκεί κριτική από προνομιακή θέση» (check your privillege) ή εκφράζει μισαλλόδοξες απόψεις (ασχέτως και αν οι απόψεις του ατόμου αυτού δεν είναι τέτοιες στην πραγματικότητα).

Πολύ χειρότερα όμως, τέτοιου είδους πρακτικές, διαβρώνουν τον δημόσιο διάλογο και προωθούν τη λογοκρισία, καθώς η τακτική του “check your privillege” επιτίθεται σε κάποιο άτομο με βάση αυτό που υποτίθεται πως είναι, αντί να επικεντρώνεται στο περιεχόμενο της άποψης. Πιο συγκεκριμένα, αν όπως είχε επισημάνει η Hannah Arendt6, η ετερότητα αποτελεί βασικό στοιχείο καθορισμού της ταυτότητας του «άλλου», τότε η φράση «είσαι λευκός και άρα προνομιούχος» αποτελεί μια πράξη ετερότητας, μια υπενθύμιση, με άλλα λόγια, της φυλετικής ή θρησκευτικής ταυτότητας του άλλου, η οποία εκλαμβάνεται ως αφορμή για διαφοροποίηση (και συσπείρωση γύρω από αυτήν, όπως βλέπουμε στην περίπτωση των alt-right) αντί να μιλάμε για τακτική που επικεντρώνεται στη συνένωση. Η τάση να ερμηνεύεται η πραγματικότητα αυστηρά με βάση φυλετικές ή ταυτοτικές παραμέτρους οδηγεί στην καλλιέργεια φυλετικής συνείδησης γενικότερα (ακόμα και στις αντίπαλες ομάδες από αυτές που υποτίθεται προσπαθεί να ενισχύσει η ΠΟ) αντί να προωθεί τη δημιουργία μιας κοινής πολιτισμικής ταυτότητας (που είναι απαραίτητη για τη δημιουργία αρχέτυπων και φαντασιακών σημασιών που νοηματοδοτούν έναν κοινό κόσμο), μια ταυτότητα ικανή να εσωκλείει όλους τους πληθυσμούς μιας περιοχής, δίχως διακρίσεις με βάση το φύλο ή τη θρησκεία, αλλά αυστηρά και μόνο με βάση τα επιτεύγματα και την προσωπική συμπεριφορά. Αυτή είναι, λοιπόν, η διαφορά μεταξύ μιας ομάδας της οποίας τα άτομα που την απαρτίζουν σκέφτονται δίχως να είναι εξαρτημένα (τουλάχιστον όχι σε απόλυτο βαθμό) από κάποια ιδεολογική υπο-ομάδα (thinking group), εν αντιθέσει με πρακτικές που καλλιεργούν την αντίληψη μιας «γενικής βούλησης», ή δίνουν «γραμμή σκέψης» άμεσα ή άθελά τους μέσω της κατηγοριοποίησης.

Το φάντασμα της γλωσσικής αισθητικής

Σε ό,τι αφορά τη λογοκρισία (και την αυτολογοκρισία), αξίζει να θυμηθούμε ένα γνωστό και σοβαρό ατόπημα στο οποίο είχε υποπέσει λίγο πριν πεθάνει ο διάσημος Ιταλός σημειολόγος Ουμπέρτο Έκο. Ο Έκο είχε υποστηρίξει, με κακόπιστο τρόπο απέναντι στην ιταλική κοινή γνώμη, ότι η ελευθερία του λόγου σήμερα είναι υπερβολική, ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και πρέπει να περιοριστεί. Όμως σε μια δημοκρατία ή ελευθερία λόγου δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Με βάση τον Thomas Paine, η ελευθερία του λόγου δεν μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένες μόνο κοσμοθεωρίες. Κάθε τάση που λογοκρίνει στόματα τα οποία δεν ακολουθούν τη γραμμή, ακόμα κι αν -αντικειμενικά- υποστηρίζουν κολοσσιαίες ανοησίες, δεν αποτελεί παρά προσπάθεια να οικοδομηθεί ένα καθεστώς. Θα έπρεπε λοιπόν να είναι αυτονόητο: η ελευθερία του λόγου ή υπάρχει απολύτως ή δεν υπάρχει. Το πώς θα ειπωθεί κάτι είναι και αντικείμενο της αισθητικής. Ωστόσο για εμάς, όπως θα δούμε στη συνέχεια, το βασικό ζητούμενο είναι κάτι (οτιδήποτε) να μπορεί να διατυπωθεί με έναν ευπρεπή τρόπο, χωρίς όμως να χάνεται ο πυρήνας και η ουσία αυτού του κάτι. Για παράδειγμα, εάν κάποιοι πιστεύουν ότι με μια απόφαση του Αρείου Πάγου, που καταργεί τη χρήση της ελληνικής λέξης «λαθρομετανάστης» από κάθε νομική χρήση της, αναβαθμίζεται και η ποιότητα του νομικού μας πολιτισμού, ή γινόμαστε πιο ευπρεπείς προφανώς είναι βαθιά γελασμένοι. Λαθραίος σημαίνει ο μυστικός, ο κρυφός, ο αδήλωτος και αυτό ισχύει από την αρχαιότητα. Έτσι λαθραίο μπορεί να είναι ένα εμπόρευμα, αλλά μπορεί να είναι και ένας άνθρωπος που κάνει παράνομο εμπόριο (λαθρέμπορος). Εκτός κι αν ο επιβάτης που τρυπώνει κρυφά σε ένα πλοίο χωρίς να πληρώσει εισιτήριο δεν είναι λαθραίος (λαθρεπιβάτης). Επομένως στην ελληνική γλώσσα (και όχι μόνο) το πρώτο συνθετικό αυτής της λέξης δεν είναι αποκομμένο από τον άνθρωπο. Ασφαλώς πάντα υπάρχει μια αισθητική φόρτιση της λέξης, όμως όπως έχουμε τονίσει και σε άλλες περιπτώσεις όπου ασκούμε κριτική στην ΠΟ, όλες οι λέξεις είναι φορτισμένες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι σωστή επιλογή η κατάργησή τους. Η αλήθεια δεν μεταβάλλεται με εκφραστικές απαγορεύσεις, ούτε μέσα από παρεμβάσεις αισθητικής φύσης και ωραιοποιήσεις. Οι λέξεις «παράνομος», «παράτυπος», «κρυφός», «λαθραίος» λένε την αλήθεια και αυτή δεν αλλάζει εάν απλώς αρχίσουμε να ονομάζουμε αυτούς τους ανθρώπους “sans papier” (δηλ. οι μη έχοντες χαρτιά) όπως προτείνουν κάποιοι στη Γαλλία. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχουν άσχημες λέξεις. Υπάρχει άσχημο πλαίσιο χρήσης των λέξεων που μπορεί να κάνουν κάποιοι, ενδεχομένως άσχημοι άνθρωποι, για παράδειγμα ρατσιστές. Ας μην ξεχνάμε ότι οι λέξεις γεννήθηκαν και εξελίχθηκαν μέσα στους αιώνες για να εξηγήσουν τον κόσμο, να «αγγίξουν» την πραγματικότητα και να πουν την αλήθεια, όχι για να την αποκρύψουν και να την σκεπάσουν ώστε να ξεχαστεί.

Σε συνάρτηση με τον δημόσιο λόγο βρίσκεται σε εξέλιξη ένα μεγάλο δυστύχημα: από άποψη πολιτικής επικοινωνίας η λεγόμενη Δεξιά σήμερα παρουσιάζει ορισμένες φονταμενταλιστικές τάσεις, ακριβώς όπως η Αριστερά της ΠΟ. Συστηματικά διαγράφονται από το δημόσιο πεδίο, με τρόπο αυταρχικό, απόψεις που θεωρούνται «προβληματικές». Μπορεί, για παράδειγμα το 1991 ο Τζορτζ Μπους να μίλησε δημόσια για τους κινδύνους της ΠΟ ως απειλή για την ελευθερία του λόγου, όμως δεν επέλεξε την ευπρέπεια κοροϊδεύοντας κάποιον με σοβαρή γενετική ασθένεια ή υπονοώντας ότι μια δημοσιογράφος του είχε κάνει γελοίες ερωτήσεις επειδή αυτή είχε εμμηνόρροια. Θα πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί πως ούτε το λεγόμενο κέντρο υφίσταται. Κατά βάση, όταν διάφοροι ισχυρίζονται ότι «είμαστε δυνάμεις του κέντρου ενάντια στα άκρα» κοροϊδεύουν πρώτα τον ίδιο τον εαυτό τους. Αυτό γιατί κάτι που τώρα παρουσιάζεται ως κεντρώο (και επομένως «λογικό») μπορεί κάλλιστα να είναι ακροδεξιό ή ακροαριστερό σε κάποια άλλη χρονική στιγμή και μάλιστα πολύ σύντομα.

Ορθότητα και ευπρέπεια

Ωστόσο, η υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου δεν συνεπάγεται υπεράσπιση του περιεχόμενου, ιδίως αν κρίνουμε ότι το περιεχόμενο είναι ασύμβατο με τις αρχές της ηθικής ευπρέπειας. Συνεπώς, διαφαίνεται μια σημαντική διαφορά μεταξύ ευπρέπειας και ορθότητας: η πρώτη δεν επιβάλλεται ούτε αποτελεί αντικείμενο κεντρικού σχεδιασμού. Εξασκείται ως καθημερινό βίωμα και δεν αποτελεί κοστούμι για τα συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων. Η ευπρέπεια είναι μια αντικειμενικότητα που δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τα προσωρινά ρεύματα, τις υποκουλτούρες και τις ιδεολογικές ορέξεις μας. Ευπρέπεια, για παράδειγμα, είναι η βοήθεια που παρέχει ένας γείτονας στο μαγαζί ενός αδύναμου μετανάστη που κάηκε από μια φωτιά· πολιτική ορθότητα, από την άλλη, είναι ο έλεγχος της μικροσυμπεριφοράς που υποτίθεται υποθάλπει τα θεμέλια της αρμονικής συμβίωσης μεταξύ ανθρώπων, αλλά στην πραγματικότητα προωθεί συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα, χρησιμοποιώντας ως όπλο την ενοχή, τον φόβο και την ομαδοποίηση. Η ευπρέπεια γίνεται αντικείμενο σχέσεων, ριζώματος και μια καθημερινή έκφραση. Ετυμολογικά αν το δει κανείς, προέρχεται από τη λέξη «ευ» (καλό) και «πρέπον»: αφορά, δηλαδή, σε αυτό που οφείλουμε να πράξουμε γιατί γνωρίζουμε πως είναι αντικειμενικά καλό για όλους. Κάπως έτσι κατανοούσε την κοινή ευπρέπεια (common decency) της εργατικής τάξης της Αγγλίας ο George Orwell στο The Road to Wigan Pier7. Συνεπώς, η κοινή ευπρέπεια προέρχεται από την έννοια της υποχρέωσης, την οποία η Simone Weil στο Ανάγκη Για Ρίζες8 θεωρεί ανώτερη του δικαιώματος.

Αντίθετα, η ΠΟ δεν βασίζεται στην υποχρέωση, αλλά στο δικαίωμα. Η έννοια του δικαιώματος, βέβαια, δεν έχει καμία εθιμική υπόσταση· αποτελεί περισσότερο απόρροια νομικών μέτρων που μια πεφωτισμένη γραφειοκρατία επιβάλει σε μια κοινότητα για χάρη κάποιας άλλης, θεωρώντας, ως ένας homo faber, ότι τα ανθρώπινα σύνολα λειτουργούν κατόπιν προγραμματισμού και σχεδιασμού. Αρκεί λοιπόν να φιμώσουμε τις «ρατσιστικές πλειοψηφίες» ώστε να αλλάξουμε τους ανθρώπους, τις συνειδήσεις, με βάση τη Βουλγάτα κάποιας επιστημονικής ιδεολογίας! Πρόκειται στην ουσία για ένα κατάλοιπο του κομμουνισμού, μιας κοσμοθεωρίας που διατείνεται ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες κατασκευάζονται κατά παραγγελία από το μηδέν. Εδώ όμως συναντά κανείς την παγίδα που πέφτει ο ανθρώπινος νους, μια παγίδα την οποία στήνει ενάντια στον εαυτό του δίχως να το γνωρίζει! Διότι οι ουτοπικές αυτές θεωρίες αδυνατούν να κατανοήσουν πως τίποτα δεν μπορεί να σώσει την ανθρωπότητα από την ύβρη, αν η ίδια αποφασίσει να βαδίσει προς την αυτοκαταστροφή της. Έτσι, η ΠΟ προσφέρει μια ψεύτικη «γαλήνη» σε αυτούς που υποτίθεται προσπαθεί να προστατέψει, καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση πως όλος ο κόσμος μπορεί να μετατραπεί σε ένα απέραντο ασφαλές περιβάλλον (safe space).

Μια από τις πιο ηθικά απρεπείς εκδοχές της ΠΟ είναι η αποικιοκρατική λογική που ξεθάβει και προωθεί ως πανάκεια. Αγνοώντας το γεγονός ότι ο μέσος άνθρωπος έχει ήδη προικιστεί με αμυντικούς μηχανισμούς απέναντι στην ύβρι (όχι γιατί «η ανθρώπινη φύση είναι εκ φύσεως καλή» – κάθε άλλο θα λέγαμε – αλλά λόγω των μηχανισμών που διαθέτουμε και των εμπειριών που μας ωθούν να μην ενστερνιζόμαστε κτηνώδεις συμπεριφορές). Έτσι, οι Πολιτικά Ορθοί βαφτίζοντας μια ολόκληρη κοινωνία «οχετό ρατσισμού», θεωρώντας ότι ο μέσος άνθρωπος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα μίασμα, ένα απαίδευτο ον ανίκανο να ζυγίσει και να κρίνει, εικάζουν ότι ο «ρατσιστικός» ή «σεξιστικός» λόγος ενός σαχλού ομιλητή θα βρει ώτα ευήκοα, οδηγώντας σε πογκρόμ. Εδώ συναντάμε ένα ακόμα θεωρητικό σφάλμα της Αριστεράς και του φιλελευθερισμού (και ίσως της κατανόησης των πραγμάτων που διακρίνει το δυτικό φαντασιακό): ο λόγος αντιμετωπίζεται ως βάση πάνω στην οποία οργανώνονται οι ανθρώπινες συλλογικότητες. Μήτε, βέβαια, στέκει ο ισχυρισμός, πως ο λόγος είναι βία, όπως διατείνονται οι μεταμοντέρνοι θεωρητικοί. Στην πραγματικότητα, ο λόγος είναι το αντίδοτο στη βία. Υπάρχουν δύο μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν με στόχο να πειστεί ένας άνθρωπος: είτε μέσω της άσκησης σωματικής βίας είτε μέσω της πειθούς (δηλαδή του λόγου). Η ΠΟ που θεωρεί πως ο λόγος είναι βία – και όχι αντίδοτο – αντιφάσκει καθότι χρησιμοποιεί την ίδια τη βία ενάντια στη βία που υποτίθεται ότι πολεμά: τη σιδηρά πυγμή του νόμου. Ως εκ τούτου, η ΠΟ είναι μια μορφή ειδωλολατρίας (στα λόγια της Βέιλ), εφόσον εξιδανικεύει τη γραφειοκρατία αντί να προσπαθεί να δει την ευπρέπεια ως αντικείμενο βιώματος.

Αντί επιλόγου

Σήμερα ο δυτικός κόσμος, παρουσιάζει μια τρομακτική κρίση διατύπωσης ουσιαστικών αμφιβολιών και γόνιμης κριτικής. Αρκεί να δούμε πώς κινούνται και αντιδρούν οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Όταν διατυπωθούν κάποιες αντιρρήσεις από την αντιπολίτευση ή από αλλού, αντί να τις καλωσορίσουν, ως ζωογόνο στοιχείο, αυτομάτως τις εκλαμβάνουν ως μια υποχθόνια πολιτική κακεντρέχεια την οποία πρέπει να ανεχθούν, απλά και «δημοκρατικά». Ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για μελέτη και εμβάθυνση και για έξοδο από τη «λογική» της ρεβάνς ή της αντεκδίκησης. Από την άλλη για εμάς, τους θεατές, αρκεί όλα να φαίνονται κάπως τακτοποιημένα και από αισθητική άποψη να θεωρούνται αποδεκτά.

Αναφορές

1Βλ. Carl Jung. 1960. The Structure and Dynamics of the Psyche: Vol 8 (Collected Works of C.G. Jung). 1st Edition. Routledge: London (ιδίως μέρος 3)

2Βλ. Simone Weil. 2013. On The Abolition Of All Political Parties. New York: nyrb (σσ.17-18)

3Βλ. Martin Luther King Jr. 1986. A Testament of Hope. New York: Harper One. (σ.219).

4Elisabeth Lasch-Quinn. 2001. Race Experts. How Racial Etiquette, Sensitivity Training, and New Age Therapy Hijacked the Civil Rights Revolution. New York: W.W. Norton & Company, Inc.

5Βλ. Martin Luther King Jr. 2000. Why We Can’t Wait. London: Penguin Books (σ.100-102).

6Hannah Arendt. 1978. The Life Of The Mind. New York: A Harvest Book (σ.183, πρώτος τόμος).

7George Orwell. 2001. The Road To Wigan Pier. London: Penguin Books. (σ.165).

8Σιμόν Βέιλ. 2014. Ανάγκη Για Ρίζες. Αθήνα: Κέδρος. (βλ. πρώτο μέρος)