Το συναίσθημα, η αυθεντία και η ενοχή ως λογικές πλάνες

Annibale Carracci – The Beaneater (1585)

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης

Σε προηγούμενη ανάρτησή μας, εκτός από ορισμένες θεωρητικές βάσεις και ορισμούς, μιλήσαμε για τον αναγωγισμό, την άγνοια ελέγχου (ως λογικές πλάνες) και την αναζήτηση της αλήθειας. Σε συνέχεια των αναλύσεών μας αναφορικά με το ίδιο θέμα, θα μιλήσουμε για την επίκληση στο συναίσθημα, την προσφυγή στην αυθεντία και την ενοχή μέσω συσχετισμού.

Επίκληση στο Συναίσθημα/Έλεος – Argumentum ad Misericordiam (Appeal to Pity)

Επίκληση στο Συναίσθημα (ή στο έλεος) είναι η προσπάθεια να αποσπαστεί η προσοχή μας από την αλήθεια ενός συμπεράσματος, χρησιμοποιώντας συναισθηματισμούς ή και οίκτο. Πρόκειται για όλες εκείνες τις περιπτώσεις όπου η συμπάθεια, η συμπόνια και το έλεος επιστρατεύονται με τρόπο παραπλανητικό, προκειμένου να γίνει αποδεκτή ή να θεωρηθεί έγκυρη μια θέση, ακόμη κι αν αυτή είναι παράλογη. Η Επίκληση στο Συναίσθημα είναι μια λογική πλάνη που εκδηλώνεται τόσο εκούσια όσο και ακούσια. Μάλιστα αρκετοί άνθρωποι φτάνουν να θέτουν αυστηρές προειδοποιήσεις, ισχυριζόμενοι πως δεν πρέπει πάντα να αποκαλύπτεται η πραγματικότητα όπως είναι, καθότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να «προσβάλει» και να προκαλέσει «βαθιά θλίψη» σε μέλη ενός ακροατηρίου. Μια αδικαιολόγητη επίκληση στο συναίσθημα μπορεί να οδηγήσει στην αποτίμηση ενός επιχειρήματος όχι βάσει της σχέσης μεταξύ της παραδοχής και του συμπεράσματος, αλλά με βάση τη συναισθηματική ένταση που είναι σε θέση να προξενήσει. Από την άλλη, συναισθήματα χρησιμοποιούνται συχνά για δόλιους σκοπούς από ανθρώπους που θέλουν να αποτρέψουν την αξιολόγηση ενός θέματος με νηφαλιότητα και νοητική ηρεμία. Κάποιες φορές μάλιστα την επίκληση στο συναίσθημα υποκινούν δημαγωγοί, που στόχο έχουν να κερδίσουν τη συμπάθεια του ακροατηρίου. Άλλοτε γίνεται παράλληλα επίκληση στην επιθυμία μια άποψη ή συμπέρασμα να συνάδει και να συμμορφώνεται με αυτή των άλλων.

Οφείλουμε βέβαια να διακρίνουμε περιπτώσεις στις οποίες η δραματοποίηση μιας κατάστασης (η επίκληση δηλαδή στο συναίσθημα ενώπιον της δημόσιας σφαίρας) δεν αποτελεί μια de facto λογική πλάνη που αποσκοπεί στη δημαγωγία, αλλά ανάγκη προκειμένου να γνωστοποιηθεί μια αδικία: από τις αρχαίες τραγωδίες, τα κλασικά έργα (όπως ο Φάουστ του Γκαίτε), χρησιμοποιούν συναισθηματικές επικλήσεις προκειμένου να δώσουν βάση στην ύβρη την οποία είναι ικανός να πράξει ο άνθρωπος. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, για παράδειγμα, στην προσπάθειά του να ευαισθητοποιήσει τους Αμερικανούς απέναντι στην αδικία του φυλετικού αποκλεισμού είχε ως κεντρική του στρατηγική τη μη-βία και τη δραματοποίηση. Πώς μπορούμε, ωστόσο, να ξεχωρίσουμε ποιές περιπτώσεις επίκλησης στο συναίσθημα είναι κατεξοχήν δημαγωγικές, ή έστω απατηλές (όμως δίχως δόλο) και πώς μπορούμε να αντικρούσουμε τα σφάλματα της λογικής αυτής πλάνης; Θα πρέπει αρχικά να προσδιορίσουμε το τελικό συμπέρασμα για το οποίο κάποιος θέλει να μας πείσει. Έπειτα, οφείλουμε να εξετάσουμε με πλήρη αμεροληψία τις θέσεις και τα επιχειρήματα τα οποία εκφράζει ένα άτομο που δραματοποιεί μια κατάσταση. Στη συνέχεια καλούμαστε να αξιολογήσουμε τη σχέση μεταξύ των προϋποθέσεων/επιχειρημάτων και του ίδιου συμπεράσματος. Εάν αυτή η σχέση δεν είναι ικανοποιητικά στενή και λογική, καλό θα είναι να περιμένουμε υπομονετικά την ολοκλήρωση της συναισθηματικής επίκλησης πριν πάρουμε οποιαδήποτε απόφαση ή θέση ώστε να μην οδηγηθούμε σε βιαστικά συμπεράσματα.

Παράδειγμα Α:
Μια τυπική εσφαλμένη περίπτωση επίκλησης στο συναίσθημα είναι αυτή που παρουσιάστηκε σε δικαστήριο της Βιρτζίνια τη δεκαετία του 1880. Κατά τη διάρκεια μιας δίκης ο εισαγγελέας παρουσίασε συντριπτικές αποδείξεις ότι ένα αγόρι ήταν ένοχο για τη δολοφονία των γονιών του με τσεκούρι. Η υπεράσπιση όμως υπέβαλε ένσταση υποστηρίζοντας τη «μη ενοχή» του αγοριού, διότι αυτό ήταν πλέον ορφανό, ενώ κανείς δεν θα μπορούσε να το φροντίσει, στην περίπτωση όπου το δικαστήριο δεν δείξει επιείκεια. Αυτή η θέση είναι προφανώς άστοχη και παράλογη, καθώς το επιχείρημα αυτό δεν έχει σχέση με το ζήτημα που εξετάζει το δικαστήριο, δηλαδή εάν το αγόρι διέπραξε ή όχι το έγκλημα.

Παράδειγμα Β:
Κατά την διάρκεια συνάντησης με τον υπουργό εργασίας, ο επικεφαλής μιας ομάδας συνδικαλιστών αναφωνεί: «ελπίζουμε ότι θα κάνετε δεκτό το δίκαιο αίτημά μας διότι εργαζόμαστε σκληρά υπερωρίες πάνω από έξη μήνες ώστε να το διατυπώσουμε ορθά και να σας το παρουσιάσουμε σήμερα». Η ομάδα των συνδικαλιστών ενδέχεται να έχει εργαστεί πράγματι σκληρά, όμως το γεγονός ότι επικαλείται ένα συναίσθημα -εν προκειμένω της συμπόνιας- δεν κάνει ορθή και την διατύπωση του αιτήματος και πολύ περισσότερο δεν σημαίνει ότι το αίτημά τους είναι δίκαιο.

Προσφυγή στην αυθεντία – Ipse dixit/Αrgumentum ad Verecundiam (Appeal to Authority)

Η λατινική φράση Ipse dixit, μεταφρασμένη κυριολεκτικά, σημαίνει «το είπε ο ίδιος». Στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται με την έννοια ότι, εφόσον το είπε εκείνος (ο ίδιος), δηλαδή ένα διάσημο και αξιόπιστο άτομο, η αλήθεια και εγκυρότητα του πράγματος που είπε δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ή δεν χρειάζεται να συζητηθεί περαιτέρω. Κατά κάποιον τρόπο, πρόκειται για το αντίστροφο του ad hominem argumentum, όπου δηλαδή ένα επιχείρημα κρίνεται όχι με βάση το περιεχόμενο, αλλά απορρίπτεται συλλήβδην μόνο και μόνο επειδή τρέφουμε απέχθεια (ή και προκατάληψη) προς το άτομο που το εκφράζει. Απεναντίας, στην περίπτωση του ipse dixit αποδεχόμαστε όλα τα λεγόμενα ενός ατόμου, μόνο και μόνο επειδή βλέπουμε στο άτομό του κάτι που μας εμπνέει, κάτι που μας καλλιεργεί την εντύπωση πως οτιδήποτε έχει πει είναι αναμφισβήτητο και αληθές. Ενδέχεται η προσφυγή στην αυθεντία να οφείλεται στο γεγονός ότι το άτομο αυτό όσα έχει ισχυριστεί μέχρι στιγμής είναι ορθά λόγω ευφυΐας και εμπειρίας. Έτσι αυτό που αγνοείται είναι η πιθανότητα το ίδιο το άτομο κάποια στιγμή να σφάλει.

Η φράση εμφανίζεται στο De Natura Deorum (Ι,5,10) του Κικέρωνα, ο οποίος, μιλώντας για τους Πυθαγορείους, σημειώνει πόσο συχνά αυτοί συνήθιζαν να αναφέρουν την υπέρτατη αυθεντία τους, τον Πυθαγόρα, με την φράση Ipse dixit, την οποία όμως στη συνέχεια φτάνουν να επικρίνουν ως μια έκφραση που υπονομεύει την κριτική ικανότητα των μαθητών. Στο Μεσαίωνα η προσφυγή στη αυθεντία δεν γίνεται πλέον στον Πυθαγόρα, αλλά στον Αριστοτέλη. Είναι πιθανό η καταγωγή αυτής της επίκλησης να συνδέεται με τον Αβερρόη, έναν από τους πιο σημαντικούς Άραβες φιλοσόφους, ο οποίος αργότερα θα επηρεάσει και τον Θωμά Ακινάτη. Σύμφωνα με την ερμηνεία του μουσουλμάνου φιλόσοφου, ο Αριστοτέλης διατυπώνει με επιστημονικό τρόπο τις ίδιες αλήθειες με αυτές που αναπτύχθηκαν στο Κοράνι και ως εκ τούτου η αριστοτελική σκέψη δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται, αλλά να γίνεται αποδεκτή Ipse Dixit.

Σήμερα αυτή η έκφραση χρησιμοποιείται όταν κάποιος θέλει, για παράδειγμα, να επισημάνει το κύρος των θέσεών του λέγοντας ότι αυτές οι απόψεις υποστηρίζονται επίσης και από ένα άλλα πρόσωπο που αναγνωρίζεται ως αυθεντία επί του θέματος. Μερικές φορές χρησιμοποιείται και με ειρωνικό τρόπο, για να ασκήσει κριτική σε όσους θεωρούν τους ίδιους τους εαυτούς τους αυθεντίες (χωρίς να είναι πραγματικά) ή που ασπάζονται δίχως καμία κριτική διάθεση τις απόψεις μιας αναγνωρισμένης αυθεντίας.

Παράδειγμα Α:
Σε μαζική κλίμακα η προσφυγή στην αυθεντία γίνεται καθημερινά μέσα από τη διαφήμιση, η οποία δεν είμαι μόνο εμπορική αλλά και πολιτική. Στην εμπορική διαφήμιση, όταν βλέπουμε, για παράδειγμα, μια γνωστή και ευπαρουσίαστη ηθοποιό να τρώει με περισσή απόλαυση ένα γιαούρτι, εμμέσως πλην σαφώς, υποστηρίζει ότι αυτό το συγκεκριμένο προϊόν είναι το νοστιμότερο που μάλιστα την διατηρεί και σε τέλεια φόρμα. Σε αυτή την περίπτωση ο δημιουργός του διαφημιστικού σποτ κάνει μια προσφυγή στην «αυθεντία» της ηθοποιού. Δεν αντιλέγουμε, μια ηθοποιός μπορεί να είναι όντως αυθεντία στον χώρο της υποκριτικής, αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι είναι και στα γαλακτοκομικά. Επίσης στον χώρο της πολιτικής επικοινωνίας πολύ συχνά ένας πολιτικός, κατά τις δημόσιες εμφανίσεις του, επικαλείται τις απόψεις και τα λεχθέντα ενός αναγνωρισμένου πολιτικού από το παρελθόν, ώστε να στηρίξει την άποψή του πάνω σε συγκεκριμένο θέμα -για παράδειγμα πάνω σε ένα ζήτημα δημόσιας παιδείας. Ένας πολιτικός λέει σε μια ομιλία του: «πάνω στο θέμα της δημόσιας παιδείας τα ίδια  με εμένα είχε υποστηρίξει και ο Αείμνηστος Τάδε, που ως γνωστόν ήταν αυθεντία».  Όμως  στην περίπτωση όπου ο Αείμνηστος δεν υπήρξε αυθεντία, με διαπιστευμένες ικανότητες, πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα παιδείας, τότε ο πολιτικός που προσφεύγει στην αυθεντία του έχει υποπέσει σε ένα λογικό σφάλμα. Με άλλα λόγια ο Αείμνηστος, ακριβώς επειδή υπήρξε άνθρωπος όπως όλοι εμείς, δεν μπορεί να ήταν αυθεντία επί παντός επιστητού, δηλαδή και στις διεθνείς σχέσεις και στα οικονομικά και σε θέματα δημόσιας τάξης και σε θέματα παιδείας, κ.λπ. Επίσης, ακόμη και στους τομείς όπου ο Αείμνηστος ήταν αυθεντία, θα μπορούσε να σφάλει σε συγκεκριμένο θέμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις γίνεται κυρίως χρήση της καλής φήμης, της πρότερης υψηλής θέσης και της δημοσιότητας ενός ιστορικού προσώπου το οποίο μετατρέπεται σε αδιάσειστο επιχείρημα. Το πρόβλημα της αυθεντίας γίνεται πιο περίπλοκο, ειδικά όταν οι συνομιλητές προσφεύγουν σε δυο αυθεντίες (ή και περισσότερες) οι οποίες έχουν αντικρουόμενες μεταξύ τους απόψεις πάνω στο ίδιο ζήτημα. Άλλωστε δεν υπάρχει πάντα κάποια κοινά αποδεκτή μέθοδος με την οποία μπορούν να επιδικάζονται οι διαφωνίες μεταξύ δύο αυθεντιών. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας μας καλό είναι να κρίνει ατομικά με λογική και, ειδικά στην περίπτωση αντικρουόμενων απόψεων μεταξύ αυθεντιών, θα πρέπει να αντλεί τα συμπεράσματά του με περισσότερες επιφυλάξεις.

Ας δούμε ακόμα ένα χειροπιαστό παράδειγμα, βασισμένο στις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις: κατά την προεκλογική περίοδο του 2015 στη Βρετανία, το λαϊκιστικό δεξιό κόμμα United Kingdom Independence (UKIP) σε γιγαντοαφίσα του επικαλέστηκε τον Churchill, ισχυριζόμενο πως τα μέτρα που το κόμμα προωθεί είναι συμβατά με έναν πολιτικό που αποτελεί το πλέον ιστορικό αρχέτυπο για τους Βρετανούς. Τούτη η προσφυγή στην αυθεντία, σε ένα πρόσωπο όπως ο Churchill που μάλιστα δεν βρίσκεται εν ζωή, συγκαλύπτει το γεγονός ότι ο ιστορικός αυτός ηγέτης ενδεχομένως να μην συμφωνούσε με την πολιτική γραμμή του κόμματος. Ακόμα όμως και αν οι απόψεις του Churchill ήταν συμβατές με αυτές του UKIP δεν συνεπάγεται ότι είναι σωστές, ότι δηλαδή ο Churchill είχε δίκιο απαραιτήτως στο ζήτημα που προσπαθεί το κόμμα να θέσει προς συζήτηση ώστε να αποσπάσει ψήφους.  

Παράδειγμα B:
Πολλές περιπτώσεις προσφυγής στην αυθεντία συναντά κανείς συχνά στους ακαδημαϊκούς χώρους και στα πανεπιστήμια, ιδίως από καθηγητές που προσπαθούν να προωθήσουν συγκεκριμένες απόψεις, πολλές φορές άθελά τους. Όπως και στην περίπτωση του αναγωγισμού, έτσι και εδώ, όλη η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα φιλτράρεται μέσα από έτοιμα/προκατασκευασμένα αξιώματα, τα οποία εκλαμβάνονται ως «η αρχή των πάντων». Η διαφορά του αναγωγισμού με την προσφυγή στην αυθεντία έγκειται στο εξής γεγονός: ο αναγωγισμός πολλές φορές είναι επιτηδευμένος. Αντίθετα η προσφυγή στην αυθεντία γίνεται πολλές φορές ασυναίσθητα. Στην πρώτη περίπτωση ο συγγραφέας ή ο δημόσιος διανοούμενος εσκεμμένα εκβιάζει τα δεδομένα ώστε να περισώσει μία θεωρία. Στη δεύτερη περίπτωση, ο διανοούμενος αισθάνεται σιγουριά μέσω της επίκλησης σε έναν φιλόσοφο διεθνούς φήμης. Για παράδειγμα, μπορεί ο Α στοχαστής με στόχο να στηρίξει μια δική του γνώμη να χρησιμοποιεί ένα επιχείρημα του Χομπς. Το επιχείρημα αυτό ίσως να είναι ορθό· ενδεχομένως να στηρίζει την έρευνα και να οδηγεί σε σωστά συμπεράσματα. Όμως όταν ο συγγραφέας δεν εξηγεί τί καθιστά το συγκεκριμένο επιχείρημα ορθό, όταν η ανάλυση δεν μας δίνει να καταλάβουμε γιατί θα πρέπει να επιλέξουμε τον Χομπς ως αφετηρία και όχι τον John Stuart Mill, για παράδειγμα, τότε στην ουσία μιλάμε με όρους «αυθεντίας». Ο λόγος που μια τέτοια πρακτική αποτελεί «πλάνη» οφείλεται όχι τόσο στο γεγονός ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα (άλλωστε, όπως προαναφέραμε, υπολογίζουμε στην περίπτωση που η προσφυγή στην αυθεντία απαντά σωστά σε σειρά από ερευνητικά ερωτήματα) αλλά στην ελλιπή παροχή γνώσης· άτομα που θα διαβάσουν το συγκεκριμένο κείμενο θα μπορούσαν να ωφεληθούν περισσότερο αν έβλεπαν μια ανάλυση βασισμένη στον Mill και όχι στον Χομπς. Επιπλέον, η σιγουριά της αυθεντίας θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε τρόπους έκφρασης που θυμίζουν ομαδική σκέψη (groupthink), εφόσον οι αναγνώστες και οι ερευνητές συσπειρώνονται κάτω από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο εμπνέει εμπιστοσύνη, αντί να εστιάζουν στη δική τους αντίληψη για τα πράγματα, ξεχωριστά και αυτόνομα. Με άλλα λόγια, όταν μια προσωπικότητα, ο Χομπς, ο Λοκ, ο Μαρξ, ο Ρουσσώ, ο Αριστοτέλης, ή οποιοσδήποτε άλλος, καθίσταται «αρχή των πάντων», τότε εύκολα οι ιδέες τους μετατρέπονται σε ένα είδος «γενικής βούλησης» συγκεκριμένων ανθρώπων που αισθάνονται σιγουριά και ασφάλεια κάτω από τη σκιά ενός παγκοσμίως καταξιωμένου στοχαστή/φιλόσοφου. Αντίθετα, όταν κάθε φιλοσοφική θέση και αξίωμα τίθεται προς συζήτηση, τότε είναι πιθανό να δημιουργηθούν ερεθίσματα ώστε να αναζητήσουμε ανεξάρτητα, εμείς οι ίδιοι, τις φιλοσοφικές μας αφετηρίες εξηγώντας για ποιόν λόγο επιλέξαμε το Χ αξίωμα/θέση του συγκεκριμένου στοχαστή, αντί για κάτι άλλο.  

Ενοχή μέσω συσχετισμού – Culpa ab consociatio (Guilt by Association)

H ενοχή μέσω συσχετισμού είναι ένα λογικό σφάλμα κατά το οποίο ένα άτομο απορρίπτει μια θέση, απλώς και μόνο γιατί την ασπάζονται και άνθρωποι τους οποίους ο ίδιος αντιπαθεί ή γενικά είναι μη αρεστοί. Αυτός ο τύπος «συλλογισμού» προσιδιάζει στην γνωστή λογική πλάνη που εναντιώνεται στο άτομο (argumentum ad hominem) και έχει την ακόλουθη μορφή: Αρχικά σημειώνεται ότι ένας οι περισσότεροι άνθρωποι, που είναι αντιπαθητικοί, αποδέχονται μια δήλωση και στη συνέχεια υποστηρίζεται ότι η δήλωση αυτή είναι λανθασμένη. Το σφάλμα αυτό πηγάζει από το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι δεν θέλουν να συνδεθούν/συσχετιστούν, με κανένα τρόπο, με μη αρεστούς ανθρώπους. Η ενοχή μέσω συσχετισμού μπορεί να οδηγήσει ένα άτομο να απορρίψει μια άποψη που είναι αληθής, μόνο και μόνο γιατί δεν θα ήθελε να συνδεθεί με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Φυσικά, το γεγονός ότι κάποιος δεν θέλει να συσχετιστεί με άτομα που δεν του αρέσουν δεν δικαιολογεί την απόρριψη όλων των απόψεών τους. Η απόδειξη ότι μπορεί να μοιραζόμαστε μια κοινή άποψη με μη αρεστούς ανθρώπους, δεν αποτελεί επιχείρημα ορθότητας ή μη της άποψης αυτής.

Ας σκεφτούμε ότι -πέρα από εκείνους που θεωρούν ακόμη ότι η γη είναι επίπεδη- οι περισσότεροι από τους πιο μοχθηρούς και τρομερούς ανθρώπους της ιστορίας είχαν δεχτεί τόσο ότι η γη είναι στρογγυλή, όσο και ότι περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο. Είχαν επίσης δεχτεί ότι το μολύβι είναι βαρύτερο από το ελαιόλαδο. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα πρέπει να απορρίψει αυτές τις αλήθειες απλώς και μόνο επειδή δεν θέλει να «τοποθετηθεί» στην ομάδα των κακών (ή μισητών). Είναι σαφές ότι αυτός ο τύπος συλλογισμού είναι παραπλανητικός και σε πολλές περιπτώσεις το λογικό αυτό σφάλμα είναι πασιφανές: «Μπορεί να νομίζεις ότι 1 + 1 = 2, αλλά σκέψου ότι και ο Αδόλφος Χίτλερ και ο Ιωσήφ Στάλιν πίστευαν ότι 1 + 1 = 2, επομένως, μάλλον δεν πρέπει να το πιστέψουμε.». Σε άλλες περιπτώσεις όμως η πλάνη γίνεται περισσότερο σύνθετη και πειστική, όπως στα ακόλουθα παραδείγματα.

Παράδειγμα Α:
Ο Πέτρος συζητά με την Μαρία για τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας. Ο Πέτρος είναι υπέρ της Laissez-faire οικονομίας αλλά ένθερμος αντιρατσιστής, η Μαρία από την άλλη είναι εξαιρετικά προοδευτική και φιλελεύθερη.

Πέτρος: «Διάβαζα μια ενδιαφέρουσα μελέτη η οποία υποστήριζε ότι οι φτωχοί άποροι θα ήταν καλύτερα εάν δούλευαν με ανταλλάγμα τα επιδόματα που τους παρέχει το κράτος. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να φροντίζουν για την αποκομιδή των σκουπιδιών, για τη σήμανση και επαγρύπνηση στους δρόμους και για κάθε άλλη χρήσιμη απασχόληση δημόσιας ωφέλειας. Η εργασία κατά πάσα πιθανότητα θα τους έκανε περήφανους για τον εαυτό τους αλλά και τα χρήματα των φορολογουμένων θα έπιαναν τόπο».

Μαρία: «Κατάλαβα, δηλαδή εσύ θέλεις να δεις τους φτωχούς και τους άπορους να γυρνούν στους δρόμους για να μας μαζεύουν τα σκουπίδια για ένα επίδομα. Λοιπόν, άκου αυτή είναι ακριβώς και η θέση του Talbot Whiteface».

Πέτρος: «Ποιος είναι αυτός ο Talbot;».

Μαρία: «Πέφτω από τα σύννεφα που δεν τον γνωρίζεις, δεδομένου ότι ταυτίζονται οι απόψεις σας. Ο Talbot είναι ένας από τους επικεφαλής της πολιτικής ομάδας Λευκή Άρια Λέγκα γνωστός για το μίσος απέναντι στους μαύρους, τις μειονότητες και για την ξενοφοβία του. Με αυτές τις ιδέες σου Πέτρο θα ταίριαζες άψογα στην μικρή ρατσιστική του ομάδα. Πάντως δεν το περίμενα από σένα αυτό…».

Πέτρος: «Όμως εγώ δεν αισθάνομαι ότι οι απόψεις μου ταυτίζονται με αυτές των ρατσιστών και ταυτόχρονα δεν υιοθετώ καμία από αυτές τις απόψεις γιατί τις θεωρώ απαράδεκτες. Πιστεύεις δηλαδή πως θα έπρεπε να ξανασκεφτώ τις θέσεις μου;».

Μαρία: «Φυσικά και θα έπρεπε να τις ξανασκεφτείς».

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Μαρία δεν προσπαθεί να πείσει τον Πέτρο να σκεφτεί πραγματικά για ποιόν λόγο οι θέσεις του ενδέχεται να είναι λανθασμένες, αλλά με τρόπο έμμεσο και ύπουλο προσπαθεί να του προσάψει μια κατηγορία που δεν αντιστοιχεί στις προθέσεις του Πέτρου και δεν εκφράζει την προσωπικότητά του. Τούτη η συσχέτιση αυτόματα παράγει λογοκρισία καθότι ο Πέτρος κρίνεται ένοχος a priori για θέσεις που δεν ενστερνίζεται. Η άποψή του φιμώνεται γιατί ταυτίζεται με μια απεχθέστατη νοοτροπία. Έτσι, αντί για διάλογο, αντί με άλλα λόγια να γίνει κατανοητό για ποιόν λόγο ο Πέτρος μπορεί να σφάλει (αν σφάλει), κάθε συζήτηση σταματά και ηγεμονεύει μια συγκεκριμένη άποψη. Ενδέχεται το σφάλμα του συσχετισμού να ταυτίζεται και με την επίκληση στο συναίσθημα: ο Πέτρος δεχόμενος την κατηγορία του ρατσιστή (ασχέτως κι αν δεν είναι) αισθάνεται ντροπή και ίσως, με αντανακλαστικό τρόπο, αναζητά εξιλέωση.

Παράδειγμα Β:
Ο Γιάννης και ο Θωμάς είναι συμφοιτητές και συζητούν σχετικά με ποιον σκοπεύουν να ψηφίσουν για την προεδρία του τμήματος φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο. Ο Γιάννης είναι ριζοσπάστης φεμινιστής και μισεί τον Δρ. Βασίλη γιατί τον θεωρεί έναν από τους πλέον σεξιστές καθηγητές στο τμήμα φιλοσοφίας.

Γιάννης: «Εσύ ποιον θα ψηφίσεις

Θωμάς: «Λοιπόν, σκεφτόμουν να ψηφίσω την Δρ. Ελπίδα, γιατί ποτέ δεν είχαμε μια πρόεδρο γυναίκα, αλλά νομίζω ότι ο Δρ. Νίκος θα έκανε εξαιρετική δουλειά στο τμήμα, νομίζω καλύτερη από την Δρ. Ελπίδα, άλλωστε έχει μεγάλη επιρροή στο πανεπιστήμιο και είναι ένα πρόσωπο πολύ αξιοσέβαστο».

Γιάννης: «Ξέρεις, ο Δρ. Νίκος είναι κολλητός του Δρ. Βασίλη. Ο δεύτερος όμως έχει κατηγορηθεί για σεξισμό. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα βρεθείς στην ίδια πλευρά με δύο ανθρώπους οι οποίοι εκφράζουν σεξιστικές απόψεις».

Θωμάς: «Λοιπόν, ίσως ήρθε η ώρα να έχουμε μια γυναίκα διευθυντή»

Ας αποδομήσουμε τούτο τον διάλογο προσπαθώντας να βρούμε τις βασικές του πτυχές και, ταυτόχρονα, να εντοπίσουμε το μέγεθος του σφάλματος: σε πρώτη φάση, έχουμε α) τον σεξισμό ως παράγοντα ψήφου και, β) την αξία του έργου κάποιων ανθρώπων. Τίποτα δεν μας επιτρέπει να συμπεράνουμε πως ο Δρ. Βασίλης, επειδή έχει εκφράσει απόψεις οι οποίες δεν συνάδουν με τις αρχές της ευπρέπειας, ταυτίζεται και με τον Δρ. Νίκο. Αν αγνοήσουμε αυτόν τον παράγοντα τότε οδηγούμαστε σε κυνήγι μαγισσών, και ταυτόχρονα καταδικάζουμε το σημαντικό έργο ενός ανθρώπου στην αφάνεια. Ακόμα και αν λάβουμε υπόψη μας τον πρώτο παράγοντα, η ανάληψη της προεδρίας από την Δρ. Ελπίδα δεν σημαίνει απαραίτητα πως μια τέτοια θέση θα βελτιώσει τη θέση των γυναικών, ιδίως από τη στιγμή που η Δρ. Ελπίδα δεν έχει δηλώσει ξεκάθαρα τις θέσεις της· ενδέχεται, για παράδειγμα, η ίδια να μην τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια προς τον φεμινισμό. Στις πρόσφατες ενδιάμεσες εκλογές που έλαβαν χώρα στις ΗΠΑ είδαμε αρκετές γυναίκες (με ιδιαίτερα δεξιές θέσεις στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα) να κερδίζουν την κούρσα.

Αυτές οι λογικές πλάνες -στις διάφορες αποχρώσεις τους και σε συνδυασμό με άλλες πλάνες- μπορούν να γίνουν δόλια όπλα στη φαρέτρα ενός δημαγωγού (με την αρνητική έννοια του όρου). Αυτό γιατί, όπως και η προσφυγή στην αυθεντία καλλιεργεί εξίσου την ακρισία και υπονομεύει την ατομική σκέψη, η κατασκευή ενοχής καλλιεργεί συστηματικά τον φόβο. Αν κάποιος, για παράδειγμα, βρίσκει ενδιαφέρον το έργο του Καντ, επειδή κάποια σημεία του έργου ενδέχεται να παραπέμπουν σε ρατσισμό, μπορεί να φοβηθεί να εκφράσει δημόσια αυτό το ενδιαφέρον του, διότι κάποιοι μπορεί να τον κατατάξουν αυτομάτως στους ρατσιστές. Επίσης πολλές φορές αυτή η λογική πλάνη λειτουργεί όχι μόνο αποτρεπτικά ως προς την επιλογή ενός υποψήφιου (όπως είδαμε στο παράδειγμα Β), αλλά και δυσφημιστικά. Αρκεί να σκεφτούμε ότι ο Δρ. Βασίλης στο παράδειγμα μπορεί όντως να είναι σεξιστής, όμως το γεγονός ότι ο Δρ. Νίκος κάνει παρέα μαζί του δεν πάει πει ότι σίγουρα είναι και αυτός σεξιστής. Ασφαλώς έχει νόημα η θεωρία των πιθανοτήτων μπορεί δηλαδή να είναι αρκετά πιθανό κάποιος που συναναστρέφεται κάποιον άλλον να μοιράζονται ιδέες και συμπεριφορές, όμως αυτό δεν είναι ούτε νόμος ούτε ο κανόνας, ούτε φυσικά αφορά το σύνολο των ιδεών, των απόψεων και των συμπεριφορών.
Το να γνωρίζουμε πώς να εντοπίζουμε και να αντιμετωπίζουμε τις διάφορες λογικές πλάνες, ειδικά στην εποχή μας, είναι μια ανεκτίμητη ικανότητα. Όχι μόνο γιατί μπορεί να μας προστατέψει από απατεώνες, εξοικονομώντας μας χρόνο και χρήματα, αλλά και γιατί καλλιεργεί τις κριτικές μας ικανότητες και βελτιώνει την ποιότητα της σκέψης μας.