Βυζάντιο και Laïcité (μέρος β’): Περί των παρανόμως τοῖς ἄρχουσιν ἐπί τοῖς ἱεροῖς τολμωμένων

Alexander Smirnov (Russian, 1947–), The Cleansing of the Temple. Oil on canvas.

Το κείμενο αποτελεί συνέχεια του μέρους α’

Η προσεκτικότερη εξέταση της βυζαντινής ιστορίας μας αποκαλύπτει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διαλεκτική σχέση μεταξύ “Κράτους” και Εκκλησίας που αναιρεί ριζικά την απλοϊκή άποψη του Hegel και των επιγόνων του ότι το Βυζάντιο αποτελούσε ένα είδος “νοσηρής απόφυσης της χριστιανικής εποχής”.

Οι ανταγωνισμοί των μάχιμων αυτοκρατόρων με την Εκκλησία,  από τον Κλαύδιο Ιουλιανό και τη Συριακή δυναστεία των Ισαύρων μέχρι τον Αλέξιο Κομνηνό και τους Παλαιολόγους, αποτελούν μάλλον κανόνα παρά την εξαίρεση του κατά τα άλλα “θεοκρατικού” Βυζαντίου. Η αντίθεση που περιγράφουμε εδώ γίνεται εντονότερη κατά την ύστερη περίοδο, όταν η γεωγραφική συρρίκνωση της αυτοκρατορίας και η αδυναμία της να επιτελέσει οικουμενικό ρόλο συνοδεύτηκε από την εδραίωση του Πατριαρχείου σε κοσμικό ηγεμόνα και την επέκταση της επιρροής του σε ορίζοντες πέραν των ορίων της βυζαντινής χωροδεσποτείας – ιδιαίτερα μετά τον προσηλυτισμό των Σλάβων και των Ρώσων στο Χαλκηδόνιο δόγμα και την υποδούλωση των ανατολικών επαρχιών στους Άραβες και τους Τούρκους.

Οι μορφές και η ένταση που έλαβε ανά καιρούς η αντίθεση αυτή κάνουν τις επίκαιρες εξαγγελίες περί “συμφωνιών της Πολιτείας με την Εκκλησία” να φαντάζουν άτολμες και υπερφίαλες σε σχέση με τα ριζικά μέτρα και την ολομέτωπη επίθεση που εξαπέλυσαν στην Εκκλησία οι κοσμικοί του Βυζαντίου. Η σύγκριση των δύο ιστορικών εκδοχών “Laïcité”, και η ψευδοδιαμάχη του νεωτερικού Κράτους με την Ανατολική Εκκλησία, μας αποκαλύπτουν εντέλει τον διακοσμητικό ρόλο της δεύτερης στην κοινωνική πραγματικότητα – θέση που επέλεξε να διατελέσει μάλλον μόνη της και με δική της κυρίως πρωτοβουλία. Πολύ περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, η “εκσυγχρονισμένη” Εκκλησία επιτελεί σήμερα κυρίως ένα είδος δεξαμενής ψηφοθηρικού υλικού, ενταγμένο στην κομματική πραγματικότητα, που συγκροτεί το εποικοδόμημα του νεωτερικού ελληνικού κράτους. Μια “πελατειακή” -αντί για πολιτειακή- παρακαταθήκη της χώρας. Μια ακόμη κοινωνική “ομάδα πίεσης” προς το κράτος στα πλαίσια των παροχών ψήφων και προνομίων.

Έτσι “νοσηρή απόφυση” πρέπει να θεωρήσουμε μάλλον τη σύγχρονη πελατειακή σχέση Κράτους και Εκκλησίας παρά τη διαλεκτική της αντιπαράθεση με τους κοσμικούς άρχοντες του Βυζαντίου. Κύριο πλέον χαρακτηριστικό της Εκκλησίας είναι η σύμπλευση με τους όρους που θέτει η κοινωνική μαζικοποίηση και η ένταξη των ατόμων σε “κατηγορίες πολιτών”, όπου η κάθε μία απ΄αυτές (εργαζόμενοι, trancegender, μειονοτικοί, δωδεκαθεϊστές, χριστιανοί κλπ) προστρέχουν στο θεραπευτικό κράτος για την εξασφάλιση ιδιαίτερων μεταχειρίσεων και φροντίδας. Η Ανατολική Εκκλησία έπαψε πλέον να αποτελεί την “Επικρατούσα θρησκεία εν Ελλάδι“, όπως αναφερόταν στα πρώτα συντάγματα. Με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς μετασχηματίζεται -με δική της κυρίως επιλογή και πρωτοβουλία- σε έναν Οργανισμό Ανώνυμης Εταιρείας που κρατάει το ελληνικό κράτος δέσμιο των οικονομικών και πελατειακών του εκβιασμών.

Η μετάβαση της Ανατολικής Εκκλησίας από πνευματική κοινότητα σε εταιρικό οργανισμό διαχείρισης και αναπαραγωγής θρησκευτικών τελετών, αντιστοιχεί στον μετασχηματισμό της αποφατικής -και έντονα απόκοσμης και αντιπολιτικής- θεολογίας του Ησυχασμού προς μια περισσότερο “εκσυγχρονισμένη” και “συναινετική” θρησκευτική εκδοχή, ώστε να εφάπτεται καλύτερα στην κυρίαρχη ιδεολογία των «πολιτικών της ισότιμης αναγνώρισης» και της πολυπολιτισμικότητας. Επίσκοποι και Μούφτηδες ανταλλάσσουν μεταξύ τους φιλοφρονήσεις,  κληρικοί όλων των δογμάτων δέονται σε κοινές λειτουργίες  για την Κοινότητα των Ηνωμένων Εθνών και κατά των “ακραίων” θρησκευτικών ομάδων(;!), Πάπες δεξιώνονται από κοινού με Αρχιεπισκόπους και Μεγάλους Ιμάμηδες, το ΑΠΘ διοργανώνει με την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας επιστημονικά συνέδρια με θέμα τους “Εκκλησία και Αριστερά”, ιερείς σε ρόλο εκπροσώπων ανθρωπιστικής ΜΚΟ βραβεύονται από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο με τον οξύμωρο για έναν ορθόδοξο ιερέα τιμητικό τίτλο “ο καλύτερος Ευρωπαίος πολίτης του 2018”,  όλο και περισσότεροι κληρικοί νιώθουν άνετα να συμμετέχουν σε φιλοσοφικές συζητήσεις που αφορούν τον Κάντ και τον Φουκώ και εκθειάζουν από την τηλεόραση την ωφελιμότητα της ψυχανάλυσης. Η Εκκλησία εκκοσμικεύεται από μόνη της με μεγαλύτερη τόλμη και αποφασιστικότητα απ’ αυτό που υποτίθεται ότι θα επιτύχει η «Πρόταση της Ελληνικής Κυβέρνησης επί του θέματος της Εκκλησιαστικής Περιουσίας».

Ο ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΤΟΙΣ ΑΡΧΟΥΣΙΝ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΙΕΡΟΙΣ ΤΟΛΜΩΜΕΝΩΝ

Αντίθετα με τις ρηχές αιτιολογίες για την πρόσδεση της Εκκλησίας στο άρμα της κυρίαρχης ιδεολογίας, οι διαμάχες που συντελέστηκαν στο Βυζάντιο για την εκκοσμίκευση -και στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει εδώ η έριδα κατά τον 14ο αιώνα των κοσμικών και των εκκλησιαστικών αρχόντων για την κατοχή και νομή της μοναστηριακής περιουσίας- έδωσαν την αφορμή να αναπτυχθούν ιδιαίτερα βαθυστόχαστες και ενδιαφέρουσες φιλοσοφικές και θεολογικές συζητήσεις. Όπως εκείνες που αφορούν τον χαρακτήρα και τις αρετές που πρέπει να διέπουν τον πολιτικό άνδρα (speculum principis), το Φυσικό Δίκαιο, και την εφαρμογή του στο Θετικό. Από αυτές τις συζητήσεις, που πήραν την εποχή εκείνη τον χαρακτήρα ρητορικών λόγων και επιστολών, επιλέγουμε να παρουσιάσουμε κάπως ακροθιγώς τον αντιρρητικό λόγο του Νικόλαου Καβάσιλα – Χαμαετού (1323-1391/7) με τίτλο Λόγος περί των παρανόμως τοῖς ἄρχουσιν ἐπί τοῖς ἱεροῖς τολμωμένων.

Ο Νικόλαος Καβάσιλας είναι σήμερα γνωστός κυρίως για τους θεολογικούς του λόγους. Σημαντικά όμως είναι και τα κοσμικά του συγγράμματα, ιδιαίτερα εκείνα στα οποία υπερασπίζεται το Φυσικό Δίκαιο και αφορούν τις πολιτικές επιπτώσεις της διένεξης των ελληνιστών αναβιωτών και των οπαδών της αποφατικής θεολογίας. Το συγγραφικό έργο του φανερώνει το έντονο ενδιαφέρον του για τα δημόσια ζητήματα και τις αστικές υποθέσεις της ιδιαίτερης πόλης του της Θεσσαλονίκης. Γνωρίζουμε ότι ο Καβάσιλας πήρε με διάφορους τρόπους μέρος στα κοινά, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ηγεμονίας των Ζηλωτών, και ενεπλάκη ενεργά στις φιλονικίες της δεκαετίας του 1340.

Στη διάρκεια της ταραγμένης περιόδου του δεύτερου δυναστικού εμφυλίου, ο Καβάσιλας είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει από κοντά τα μέτρα που ενδεχομένως έλαβαν οι Ζηλωτές, ή και άλλοι άρχοντες πόλεων κατά της εκκλησιαστικής περιουσίας, και να σχηματίσει μια εμπεριστατωμένη άποψη για το ζήτημα της εκκοσμίκευσης.  Από τις χρονολογήσεις που κάνουν οι βυζαντινολόγοι φαίνεται ότι συνέγραψε για το θέμα αυτό ένα κείμενο στο οποίο φέρεται κατά των πρακτικών και της πολιτικής αντίληψης που είχαν απ’ ότι φαίνεται μια μερίδα κοσμικών -αλλά και εκκλησιαστικών- αρχόντων της εποχής του.

Ο Καβάσιλας κατηγορεί στον λόγο του τους “ἐπιμελητάς των κοινών” ότι απαλλοτρίωναν για δημόσιους σκοπούς τα κτήματα και τα κειμήλια των μοναστηριών. Σύμφωνα με το σκεπτικό που αναπτύσσει ο Καβάσιλας οι ενέργειες αυτές είναι παράνομες γιατί αποτελούν πράξεις βέβηλες και ιερόσυλες, αντίκεινται στο ιεραρχημένο Φυσικό Δίκαιο, και αφορούν μέτρα που αντιστοιχούν μοναχά σε έναν τύραννο. Έτσι ο Καβάσιλας υποστηρίζει πρώτα ότι η δήμευση του εκκλησιαστικού πλούτου είναι πράξη ιεροσυλίας, ότι οι άρχοντες με την ενέργεια αυτή καταπάτησαν τους πανάρχαιους νόμους στους οποίους δεσμεύονταν να υπακούν, και τέλος ότι μέτρα τέτοιας φύσεως, όπως η δήμευση της μοναστηριακής περιουσίας, ακόμα και αν γίνονται για δημόσιους σκοπούς, είναι αντίθετα στο σχήμα της ενάρετης διακυβέρνησης18.

Οι ἐπιμελητάς των κοινών υποστηρίζουν τη θέση ότι είναι εντεταλμένοι της κοσμικής εξουσίας και η θέση τους τους επιφορτίζει με τη μέριμνα του δημόσιου συμφέροντος. Επομένως με τον ίδιο τρόπο που η εξουσία τούς δίνει το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τα έσοδα των μοναστηριών για να φροντίζουν τον καλλωπισμό των ναών, τους άπορους και τους πένητες, ακόμα και να φροντίζουν για τη σίτιση των φτωχών ιερέων, έτσι είναι ευθύνη τους από τα έσοδα αυτά να εξοπλίζουν όσους πολεμούνε για την υπεράσπιση των μοναστηριών. Τα κεφάλαια που καταβάλλονται για τον εξοπλισμό του στρατού, την ενίσχυση των τειχών και τη σίτιση των οπλιτών, αποσκοπούν στη διατήρηση της ελευθερίας και τη φύλαξη των ναών από τους εχθρούς της19. Η Εκκλησία, επομένως, οφείλει να μη διαμαρτύρεται για τα λίγα που χάνει γιατί με τον τρόπο αυτό διασώζει τα πολλά.

Στο σημείο αυτό ο Καβάσιλας παρουσιάζει ένα κοινό τόπο των υπερασπιστών της εκκοσμίκευσης. Κατ’ αυτούς εφόσον η Εκκλησία συντηρεί όσους της προσφέρουν υπηρεσίες: τον γεωργόν, τον αρτοποιόν, τον οικοδόμον, οφείλει να κάνει το ίδιο και για τους οπλίτες οι οποίοι διακινδυνεύουν για χάρη της τη ζωή τους∙ ἡ δέ τούτους, τι μή μᾶλλον ἐκείνους;. Συνοπτικά οι κοσμικοί υποστηρίζουν ότι η απαλλοτρίωση της Εκκλησίας αφού γίνεται από αυτούς που κατέχουν την εξουσία είναι νόμιμη, και εφόσον αποσκοπεί στο δημόσιο συμφέρον είναι ωφέλιμη για την πολιτεία. Άλλωστε, όπως οι ίδιοι προσθέτουν, αποτελεί πρακτική που γίνεται κατά συνήθεια και από παλαιότερα20. Τέλος καταλήγουν, ότι δεν βλάψανε κανένα ιδιώτη αλλά όλες τους οι ενέργειες αφορούσαν πάντοτε τη δημόσια περιουσία και ποτέ την ιδιωτική∙ οὐ των ἰδιωτικῶν ἀλλά των κοινών.

Απέναντι στα επιχειρήματα των υπερασπιστών της εκκοσμίκευσης, ο Καβάσιλας αντιπαραθέτει τις βασικές θέσεις του χριστιανογενούς Φυσικού Δικαίου. Η εξουσία είναι απείκασμα της ουράνιας βασιλείας. Επομένως δεσμεύει ηθικά τον ηγεμόνα απέναντι στον θεϊκό νόμο. Η εξουσία των «επιμελητών του κοινού» δεν τους κατατάσσει υπεράνω νόμου ούτε τους απαλλάσσει από κάθε περιορισμό. Ούτε τους παρέχει το δικαίωμα να αυθαιρετούν. Αντίθετα οι άρχοντες πρέπει να είναι «κατά τους νόμους πολιτευόμενοι» και «εννόμου επιστασίας»22. Ακόμα κι αν οι άρχοντες κατέχουν τη νόμιμη αρχή, αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν την ελευθερία να καταπατούν τους αρχαίους νόμους.

Ο Καβάσιλας απευθυνόμενος προς στους κοσμικούς λέει ότι η χρήση της εκκλησιαστικής περιουσίας για δημόσιους σκοπούς, και η «συνήθεια» του χρόνου που επικαλούνται ως αιτιολογία της πράξης τους, δεν αλλοιώνει την παράνομη φύση της. Η επίκληση της παράδοσης, ως ειδοποιός παράμετρος του φυσικού δικαίου, αποτελεί ιδέα που συμμερίζεται και ο ίδιος ο Καβάσιλας. Όμως διακρίνει τις περιπτώσεις όπου το έθιμο αποτελεί πράγματι δίκαιο και όχι την καταστρατήγησή του. Έτσι ο Καβάσιλας κάνει την παρατήρηση ότι η απαλλοτρίωση της μοναστηριακής περιουσίας δεν μπορεί να αντλεί νομιμότητα από το εθιμικό δίκαιο, γιατί αντίθετα ο αρχαίος νόμος θεμελιώνει το αναπαλλοτρίωτο των αφιερωμάτων στον Θεό. Μια παράνομη δραστηριότητα δε μπορεί να γίνεται αποδεκτή με τη δικαιολογία της «συνήθειας» ακόμα και αν αυτή διαπράττεται από ένα σύνολο προσώπων και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν το επιχείρημά τους γίνει δεκτό τότε δικαιώνεται κάθε είδος εγκλήματος απλά και μόνο αν αυτό διαπράττεται από πολλούς και συνεχώς.

Σύμφωνα με τον Καβάσιλα δεν είναι από τα αποτελέσματα των πράξεών μας από τα οποία θα πρέπει να κρινόμαστε, αλλά από αυτές καθαυτές, γιατί μόνον οι πράξεις μας καθορίζουν τη δικαιοκρισία μας αφού είμαστε υπεύθυνοι για αυτές και μόνον γι’ αυτές25. Και καταλήγει σε ένα οξύμωρο αφορισμό: Αυτά που παρουσιάζουν οι κοσμικοί ως ωφελήματα αποτελούν κέρδη για τη θνητή ζωή αλλά εξασφαλίζουν μικρό όφελος για τον πνευματικό της σκοπό∙ μικρά δέ πρός τήν ἄλλην του βίου παρασκευήν. Η υπεράσπιση της πόλης και η νίκη κατά του εχθρού, αφορούν τα έργα των ανθρώπων όχι του Θεού∙ ἔργον δέ στρατιωτῶν, εἰ τις ἐν ἀνθρώποις σκοποί. Η άσκηση φιλανθρωπικού έργου με χρήματα από τις κατασχέσεις των χαριστίκιων, όταν γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση των δωρητών και των μονών, ωφελεί μόνο τα σώματα των φτωχών, όχι όμως τις ψυχές τους, και προκαλεί διπλό κακό γιατί σκανδαλίζει τη ψυχή του δωρητή και δεν προσφέρει τίποτα στη ψυχή αυτών που ωφελούνται υλικά26. Ο άρχοντας της πόλης πρέπει να ενδιαφέρεται και για των ψυχῶν τήν ἐπιμέλεια και για τη βίου σωφροσύνη, και να αποτελεί παράδειγμα αρετής προς τους πολίτες.

Ο λόγος του Καβάσιλα περί των παρανόμως τοῖς ἄρχουσιν ἐπί τοῖς ἱεροῖς τολμωμένων εντυπωσιάζει σήμερα για την ακεραιότητα και τη θεολογική του συνέπεια. Σε μια εποχή που ο βυζαντινός κόσμος βίωνε μια βαθιά δομική καθίζηση, και απειλούνταν από εξωτερικούς εχθρούς σε κάθε σύνορο, οι κοσμικοί άρχοντες επιχείρησαν -κάνοντας μάλλον το αυτονόητο- να αντλήσουν κεφάλαια από τη μοναστηριακή περιουσία για να διαφυλάξουν τη χριστιανική πίστη και την ελευθερία τους. Ο Καβάσιλας όμως συνεπής στο βαθύτερο νόημα του Ησυχασμού αντιτάχθηκε στην υπαγωγή της μοναστηριακής περιουσίας στην υπηρεσία  δημόσιων σκοπών προβάλλοντας ενδιαφέροντα  θεολογικά και νομικά επιχειρήματα. Προσπάθησε έτσι να διαφυλάξει τον ιερό χαρακτήρα της εκκλησιαστική περιουσίας από την εκκοσμίκευσή της. Αυτό που δεν μπόρεσε να συνειδητοποιήσει ήταν ότι επένδυε με πνευματικές έννοιες μια κατεξοχήν υλική διαμάχη.

18Τήν κοινήν ἀγνοήσαι φύσιν…περί τῆς δικαιοσύνης καί τῆς ἀρχῆς των ἀνθρωπίνων ἀμφισβητεῖν τό Θεῶ (30:4) και τοῦτο χείρων τῆς ἀρίστης πολιτείας ἡ τυραννίς (25:1), Λόγος περί των παρανόμως τοῖς ἄρχουσιν ἐπί τοῖς ἱεροῖς τολμωμένων του Νικόλαου Καβάσιλα.

19 Καί τούς στρατιώτας ἀπό τούτων ὁπλίσωμεν ὑπέρ των ἱερῶν τούτων καί των νόμων (6:20), Λόγος περί των παρανόμως τοῖς ἄρχουσιν ἐπί τοῖς ἱεροῖς τολμωμένων του Νικόλαου Καβάσιλα.

20 Πρό τούτοις δέ καί τό ἔθος προΐσχονται (8:13), τήν συνήθειαν ἀντί νόμου ταῖς πόλεσι εἶναι κελεύουσιν (9:4). O Ševčenko γράφει πως η υπεράσπιση των αρχόντων χωρίζεται σε τρείς κατηγορίες: «a. the inherent powers of authority, b. the good use made of the confiscated property, and c. the force of tradition». Στο κείμενο του Καβάσιλα: μέν ἀπολογία των ἀνδρών αὐτή, τρισί τούτοις ὁριζομένη, τῳ συγκεχωρηκότι τῆς ἀρχῆς, ὅθεν ἐξεῖναι φάσιν αὐτοῖς δόκει τά των ἀρχομένων οἰκονομεῖν, τό χρῆσθαι τῆς ἀφῃρημένοις εἰς τό δέον, οὐ χάριν κἄν μή παρἑκόντων ἀφέλωνται μηδέν ἀδικεῖν, καί τρίτῳ τῇ συνήθειαν ἀντί νόμου ταῖς πόλεσιν εἶναι κελεύουσιν.

22 Όπως εκφράζεται ο Θεόδωρος Νικαίας, βυζαντινός συγγραφέας του 10ου αι,. βασιλεύς…ἀλλ’ ἔννομος καί εἰ μή νόμοις ὑπείκων, ἀλλά κατά νόμους πολιτευόμενος, (αναφέρεται στο Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, Η πολιτική θεωρία των Βυζαντινών, εκδ. Βάνιας, 1992, σελ. 22).

26 (52:6). Το επιχείρημα αυτό ο Ševčenko το χαρακτηρίζει «αντεστραμμένη ελεημοσύνη» (twisted kind of chatity), σελ. 149.

30 Συνέσιος, επίσκοπος Πτολεμαΐς Κυρήνης (373-414), Περί βασιλείας, ὅτι βασιλέως μέν ἐστί τρόπος ὁ νόμος, τυράννου δέ ὁ τρόπος νόμος. Στον Συνέσιο αναφέρονταν σε νεαρά του και ο Κωνσταντίνος Μονομάχος διαφέρειν γάρ τύρρανον ἐν τούτῳ καί βασιλέα, ὅτι ὁ μέν νόμον ἔχει τόν τρόπον, βασιλεύς έμπαλιν τρόπον ἔχει τόν νόμον, (αναφέρεται στο Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, Η πολιτική θεωρία των Βυζαντινών, όπου και η ηθική δέσμευση του ηγεμόνα από το φυσικό δίκαιο, εκδ. Βάνιας, 1992, σελ. 32-42).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *