Διερεύνηση των αρχών του πατριαρχικού και του φεμινιστικού Δικαίου

Rape of Europa – Rakhmet Redzhepov (Latvia)

Naturam expellas furca, tamen usque recurret victrix*

Ο επίκαιρος διάλογος για το ζήτημα του σεξισμού διεξάγεται στη βάση δυο θεμελιωδών αρχών Δικαίου που βρίσκονται σε διαμάχη μεταξύ τους. Από τη μία το δίκαιο της συμβασιοκρατίας, το οποίο υποστηρίζει τον μεταβλητό χαρακτήρα των φύλων, και ανάγει τις αιτίες για το φαινόμενο των σεξουαλικών διακρίσεων και της έμφυλης βίας στην Πατριαρχία. Από την άλλη το πατρογονικό δίκαιο, το οποίο θεωρεί την παράδοση ως αυθεντία, και αποδίδει τις αιτίες της έμφυλης βίας και τις νευρώσεις των φύλων στον Μηδενισμό και τον Ηδονισμό. Οι δύο αυτές απόψεις συχνά εκφράζουν διαφορετικές αφετηρίες πολιτικής σκέψης. Έτσι με πλάγιο τρόπο εξυπηρετούν, όχι τόσο μια αδέκαστη αναζήτηση του Δικαίου, αλλά την επικύρωση των πολιτικών και ιδεολογικών τους προτιμήσεων.

Από τους οπαδούς της παραδοσιοκρατίας τονίζεται ο παραγνωρισμένος στη σημερινή εποχή ρόλος της Πατριαρχίας στην προστασία των γυναικών από την έκθεσή τους σε κάθε είδους βία και απειλή πέραν του οίκου. Οι γυναίκες αυτές στερούνταν ασφαλώς τα πρωταγωνιστικά προνόμια που απολάμβαναν οι άνδρες στο δημόσιο χώρο. Μπορούσαν όμως να αναγνωρίσουν η μία την άλλη ως γυναίκες στους δικούς τους χώρους, όπως παλαιότερα ήταν ο γυναικωνίτης ή οι φιλανθρωπικοί όμιλοι «Κυριών», οι οποίοι ήταν αμιγώς «γυναικείοι», και τις διέκριναν έτσι από τον ανδρικό κόσμο και τις ασχολίες των ανδρών. Οι χώροι αυτοί θεωρήθηκαν καταπιεστικοί, κυρίως για τις γυναίκες που εκπροσωπούσαν περισσότερο την αστική παρά τις λαϊκές τάξεις, και έχουν σήμερα κονιορτοποιηθεί στην ατέρμονη αναζήτηση ρόλων, επαγγελματικής καριέρας, και του απολεσθέντος «γυναικείου εαυτού», η οποία αποβαίνει σε βάρος της μητρότητας και της οικογένειας – τελικά σε βάρος της ίδιας της γυναίκας. Οι οπαδοί της παραδοσιοκρατίας υπενθυμίζουν μια κρίσιμη παρατήρηση, ότι η ιστορία των γυναικείων δικαιωμάτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της ιστορίας της Πατριαρχίας. Οι οπαδοί της παραδοσιοκρατίας λένε λοιπόν ότι οι βάσεις για τα δικαιώματα των γυναικών και οι αρχές του φεμινισμού τέθηκαν χάρη στο αξιακό πλαίσιο που έθεσε η ίδια η Πατριαρχία υπηρετώντας το ιδανικό της δικαιοσύνης.

Οι συμβασιοκράτες αρνούνται αυτή την ιστορική πτυχή και θεωρούν ότι η ιστορία δεν αποτελεί τίποτα λιγότερο από την αποτύπωση της πάλης των φύλων και της καταπίεσης των γυναικών. Οι σύγχρονες θεωρίες των φύλων θεωρούν τα αρνητικά στοιχεία του σύγχρονου πολιτισμού προϊόντα της Πατριαρχίας. Υποστηρίζουν έτσι ότι η βιολογική κατάσταση δεν πρέπει –και δεν μπορεί- να αποτελεί γνώμονα για την οργάνωση της πολιτείας και του δικαίου. Οι συμβασιοκράτες υπενθυμίζουν ότι η πολιτεία και οι νόμοι αποτελούν απλώς συμβάσεις. Επομένως και η θέση της γυναίκας και των φύλων είναι αποτέλεσμα σύμβασης και όχι προϊόν της φυσικής κατάστασης.

Οι οπαδοί της συμβασιοκρατίας απορρίπτουν το πατρογονικό δίκαιο με το εξής σκεπτικό:

    1. Το δίκαιο βρίσκεται πάντοτε σε αντίθεση με τις προσωπικές επιθυμίες και τις ανάγκες του ατόμου,
    2. Το δίκαιο εκφράζει πάντοτε την αντίληψη που είναι ωφέλιμη στην κυρίαρχη τάξη,
    3. Η φυσική κατάσταση των ανθρώπων είναι η ισότητα και όχι η διάκριση. Με απλά λόγια οι οπαδοί της συμβασιοκρατίας λένε ότι το πατρογονικό δίκαιο ευνοεί τους άνδρες ακριβώς γιατί είναι δημιούργημα των ανδρών.

Ως αποτέλεσμα του σκεπτικού αυτού βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο πολιτισμός είναι ένοχος απέναντι στις γυναίκες γιατί είναι κατά βάση πατριαρχικός. Δεν ξεκαθαρίζεται όμως έτσι αν ο φεμινισμός είναι και αυτός προϊόν του πολιτισμού ή κάτι που ξέφυγε από τον έλεγχο της Πατριαρχίας. Δεν διευκρινίζεται δηλαδή σε ποιες ακριβώς περιπτώσεις οι συμβασιοκράτες εννοούν ότι τα επιτεύγματα του πολιτισμού εκπορεύονται από την Πατριαρχία· και σε ποιες ακριβώς περιπτώσεις αυτά είναι αποτέλεσμα υπέρβασης. Έτσι καταλήγουμε αναγκαστικά σε δύο περιπτώσεις «πολιτισμών»: του «καλού», που ευνοεί τον Φεμινισμό, και του «κακού», όταν αυτός μας υπενθυμίζει την Πατριαρχία. Για παράδειγμα, ενώ η «αρρενωπότητα» θεωρείται ιδεώδες που χαρακτηρίζει την Πατριαρχία, σε άλλες περιπτώσεις θεωρείται ένδειξη χειραφέτησης, όταν αυτή υιοθετείται από τις γυναίκες. Οι γυμνασμένοι μυς και το πρότυπο του «αρσενικού – επιβήτορα» αποδοκιμάζεται όταν αφορά τους άνδρες. Την ίδια όμως στιγμή επιβραβεύεται όταν υιοθετείται από μειονότητες «φύλων» που με τον τρόπο αυτό «αποδομούν» αυτό το πρότυπο. Η αρρενωπότητα θεωρείται καλή όταν την ενστερνίζεται η ομοφυλοφιλική κοινότητα των Bear, οι barbie bodybuilders, και ένα μεγάλο ποσοστό των λεσβιών. Έτσι όμως αγνοείται το γεγονός ότι οι πρώτοι «υπερασπιστές» του αδύναμου φύλου  -μεταξύ του, εκτός από τις γυναίκες, οι γέροι και τα παιδιά- ήταν κυρίως εκείνοι που ενστερνίζονταν και εξέφραζαν το «κιχωτικό» ιδεώδες, το οποίο πήγαζε από τον -αρρενωπό κατά τα άλλα-  ηθικό κώδικα του ιπποτισμού.

Η συμβασιοκρατία στρέφει λοιπόν τα βέλη του ίδιου του πατρογονικού δικαίου κατά του εαυτού του. Συχνά η συμβασιοκρατία αναποδογυρίζει τους όρους και υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα το πατρογονικό δίκαιο δεν αποτελεί φυσική κατάσταση αλλά μια σύμβαση και κοινωνική κατασκευή. Άλλωστε όπως όλα τα έργα του ανθρώπου είναι και αυτή ένα σχετικό και μεταβλητό μέγεθος. Τα πράγματα που απαγορεύει η Πατριαρχία απαγορεύονται γιατί είναι καλά και επιθυμητά για τις γυναίκες. Σε αυτή την περίπτωση η συμβασιοκρατία ταυτίζει το καλό και το επιθυμητό με το ηδύ. Η συμβασιοκρατία τονίζει πως αυτό που είναι φυσικό για τον άνθρωπο είναι τελικά η επιθυμία της ηδονής και η αποστροφή στον πόνο. Έτσι φυσικό γίνεται το ηδονιστικό. Το ηδονιστικό δίκαιο υποκαθιστά το πατρογονικό. Αφού το ηδύ αποτελεί κάτι το καλό και το επιθυμητό για τον άνθρωπο, το πρώτο καλό που γίνεται άμεσα αντιληπτό είναι εκείνο που του προσφέρει ηδονή. Τα πάντα πλέον περιστρέφονται γύρω από αν μας προκαλούν ευχαρίστηση ή γίνονται προς χάρη της ευχαρίστησής μας. Η συμβασιοκρατία υποστηρίζει ότι ακόμα και οι αρετές που προτάσσει η παραδοσιοκρατία: η ευγένεια, η σωφροσύνη, το θάρρος, η στωικότητα, είναι και αυτά αποτέλεσμα των απολαύσεων που προσφέρει η ηδονή, αφού και τα παραπάνω γνωρίσματα προσφέρουν τιμές και ευχαρίστηση στο πρόσωπο που τα κατέχει.

Τις θεμελιώδεις αρχές που υπαγορεύουν τις προτιμήσεις στο ένα ή το άλλο δίκαιο μπορούμε να τις περιγράψουμε με τα ακόλουθα αξιώματα. Στην περίπτωση της Πατριαρχίας βρίσκεται η αρχή: «Από τον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του στον καθένα ανάλογα με τα προσόντα του». Στην περίπτωση του Φεμινισμού η αρχή: «Από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Η ειδοποιός διαφορά των δύο αρχών βρίσκεται στην χρήση του όρου «Ανάγκες».

Στη φιλοσοφία του φιλελευθερισμού η «Ανάγκη» κατέχει την περίοπτη θέση στην πολιτική κοινωνία και αποτελεί την κύρια πηγή της κάθε ηδονής. Στην περίπτωση αυτή  βάση του δικαίου γίνονται οι «Ανάγκες» του κάθε ατόμου. Η επιθυμία για αυτοσυντήρηση αποτελεί τον ύψιστο σκοπό της πολιτικής κοινωνίας και η δράση για ηδονή την καθημερινή της πρακτική. Φυσικοποιόντας κατ’ αυτό τον τρόπο την πολιτική κοινωνία το δικαίωμα της ηδονής/αυτοσυντήρησης γίνεται απόλυτο και απεριόριστο. Εφόσον το αποφασιστικό γεγονός που θεμελιώνει την κοινωνία είναι το δικαίωμα της ηδονής/αυτοσυντήρησης, και όχι τα καθήκοντα που απορρέουν από το χρέος μας στη δικαιοσύνη, τότε ακόμα και η ανάγκη ενός βιαστή μετατρέπεται σε δικαίωμα. Χωρίς καθήκοντα τα πάντα υπαγορεύονται από την ισχύ. Πηγή της Έμφυλης βίας γίνεται η Ελευθερία.

Η Πατριαρχία έθετε τα όρια της ελευθερίας αυτής υπαγορεύοντας το τι επιτρέπονταν και τι απαγορεύονταν να κάνουν οι άνδρες και οι γυναίκες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην Πατριαρχία δεν ήταν ούτε οι άνδρες ελεύθεροι να ασκήσουν απόλυτη εξουσία κατά των γυναικών. Γνώρισμα της Πατριαρχίας ήταν το όριο. Γνώρισμα του Φεμινισμού είναι η ελευθερία ακόμα και αν στρέφεται ενάντια στις γυναίκες. Η Πατριαρχία καλή ή κακή, επίκαιρη ή ξεπερασμένη, συνέθετε ένα περίπλοκο πλέγμα προνομίων και δικαιωμάτων που ισορροπούσαν μεταξύ τους τα δύο φύλα. Αυτή η περίοδος έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί – δεν ωφελεί πλέον σε τίποτα να την αναπολούμε. Το πρόβλημα όμως που έχει δημιουργηθεί είναι πως καταργώντας την Πατριαρχία έχουμε μαζί καταργήσει τα καθήκοντα που την οριοθετούσαν. Χωρίς όρια τα πάντα υπαγορεύει τώρα η λυκίσια ορμή και η επιδίωξη της αυτοικανοποίησης.

Ο σύγχρονος φιλελευθερισμός επιτυγχάνοντας να εξομοιώσει την ανθρώπινη κατάσταση με τον λύκο εξασφάλισε για τον άνθρωπο μια πολιτική κοινωνία που έχει τη μορφή της αγέλης.  Σε αυτή τη φωλιά των δικαιωμάτων οι επιτηρητές του κράτους είναι επιβεβλημένοι με το καθήκον να επιτηρούν τους ηδονοθηρικούς πολίτες προκειμένου να μη βλάπτουν ο ένας τον άλλο. Χωρίς Θεό και τις ανώτερες αξίες που συγκροτούσαν παλαιότερα το κανονιστικό πλαίσιο της παραδοσιοκρατίας, αναγκαστικά προσφεύγουμε για προστασία στο Κράτος-Λεβιάθαν. Ο απολυταρχισμός είναι η αναγκαία συνθήκη για τη θεμελίωση ενός φεμινιστικού Δικαίου.

                                                    * Διώξτε τη φύση με το δίκρανο, αυτή πάντοτε θα γυρνάει νικήτρια,  Οράτιος, Επιστολές.

Υ.Γ. Για τον απροκατάληπτο αναγνώστη, που αναζητεί μια περαιτέρω διευκρίνηση της αναγκαιότητας που κάνει τον απολυταρχισμό να είναι απαραίτητη προϋπόθεση του φεμινιστικού Δικαίου, αρκεί να υποδείξουμε προς ανάγνωση ένα πολύ παλιό και διαδεδομένο κείμενο του Κλεάνθη Γρίβα, Βιασμός: Ένας σεξιστικός φασισμός , το οποίο χαρακτηρίζεται από τη θεμελιώδη αντίφαση να καταργεί στο όνομα της αντιπρατριαρχίας το πνεύμα του φιλελευθερισμού και του Δικαίου που θέλει να υπερασπιστεί. Αρκεί να επισημάνουμε τις βασικές του προτάσεις για τη δικονομική αντιμετώπιση των βιαστών. Στο γενικό πνεύμα του κειμένου προτείνεται να υιοθετηθούν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης «φεμινοδικεία», τα οποία θα αναλαμβάνουν ειδική μεταχείριση προς τους πολίτες που έχουν διαπράξει το έγκλημα του βιασμού. Για την ακρίβεια με δυσκολία νιώθει κανείς αν ο κ Γρίβας εξακολουθεί να πιστεύει ότι η πολιτεία οφείλει να διατηρεί το δικαίωμα του πολίτη σε όσους διέπραξαν αυτό το ειδεχθές έγκλημα.

Το πρόβλημα φυσικά δεν βρίσκεται στην αποστροφή που νιώθει κανείς προς τα εγκλήματα αυτά αλλά στις ευρύτερες γενικεύσεις τους. Έτσι δεν φαίνεται να ενοχλεί τον κ Γρίβα η αντίφαση να υπερασπίζεται σε άλλες περιπτώσεις ένα πιο φιλελεύθερο δικαστικό σύστημα (πχ για τη χρήση «αλλοκοσμικών» ουσιών) και από την άλλη μεριά να υποστηρίζει τη θέσπιση «Ιδιώνυμου» αδικήματος για την περίπτωση εγκλημάτων σε βάρος των παιδιών και των γυναικών. Οι επιπτώσεις ενός τέτοιου «Ιδιώνυμου» στην κοινωνία, και σε ποιες κατηγορίες πολιτών θα εφαρμόζεται, διαγράφονται στο ίδιο κείμενο όταν λίγο παραπάνω γράφει ότι -στο βαθμό που με τις στάσεις τους αναπαράγουν το ανδροκρατικό μοντέλο (δλδ την πατριαρχία)- «όλοι οι άνδρες είναι δυνάμει βιαστές». Αναρωτιέται βέβαια κανείς, με το πνεύμα του ίδιου του κ Γρίβα, γιατί «όλοι οι άνδρες» είναι μόνον εν δυνάμει βιαστές, και δεν είναι εν δυνάμει «κλέφτες», «ταραξίες», ή «δολοφόνοι».

Τα συμπεράσματα είναι ευλογοφανή. Αν το έγκλημα κατά των γυναικών είναι «Ιδιώνυμο» τότε όλοι οι «εν δυνάμει ύποπτοι» είναι ένοχοι. Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να αναρωτηθεί αν αυτές οι θεωρίες συμβάλουν στη συμφιλίωση των φύλων ή ανήκουν στην κατηγορία των διακηρύξεων μίσους, και έτσι έμμεσα προκαλούν τη διεστραμμένη διόγκωση του φαινομένου που αρχικά επεδίωκαν να εξαλείψουν.

1 σχόλιο

  1. Dimitrios G says

    Συγχαρητήρια! Απίστευτα πολιτική και οντολογική ανάλυση!!!!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *