Το μεταναστευτικό πρόβλημα και η κατάρρευση της ευρωπαϊκής ιδέας

Jacek Malczewski, Ο φαύλος κύκλος

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Αλέξανδρος Μπριασούλης, Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης

Το φλέγον ζήτημα του μεταναστευτικού που κυριαρχεί στην επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια δεν είναι μόνο ένα ανθρωπιστικό δράμα, αλλά αντανακλά την τραγική αποσύνθεση του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της ιδέας περί ανθρωπισμού. Στην πραγματικότητα, οποιαδήποτε αναφορά στην έννοια των Δικαιωμάτων θα πρέπει κατά κύριο λόγο να λαμβάνει υπόψη της τη Γαλλική Επανάσταση (Διακήρυξη των Δικαιωμάτων, 26/08/1789), η οποία έφερε στο προσκήνιο τον λεγόμενο οικουμενικό άνθρωπο, δοσμένο ωστόσο κάτω από ένα νεωτερικό πρίσμα· ο Άνθρωπος του Διαφωτισμού είναι ένα ον που καταλαμβάνει έναν χώρο (ευκλείδειο), εργάζεται για τα προς το ζην, έχει δικαιώματα και διαθέτει μια θολή γενική βούληση (κατά τον Ρουσσώ). Αυτή τη στιγμή η νεοφιλελεύθερη αυτοκρατορία δομείται πάνω σε δύο βασικούς πυλώνες: την αδυσώπητη Αγορά και τα «Ανθρώπινα Δικαιώματα». Ακόμα και αν δεχτούμε μια από τις βασικές (Ρουσσωικές) αρχές της Γαλλική Επανάστασης, πως δήθεν «όλοι οι άνθρωποι είναι καλοί εκ φύσεως, αλλά διαφθείρονται από την κοινωνία», αυτό δεν δημιουργεί προϋποθέσεις για βάσιμα πολιτικά συμπεράσματα υπέρ της πολιτικής των ανοιχτών συνόρων. Θα λέγαμε ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερος ηθικισμός και φαρισαϊσμός – ιδιαίτερα όταν από τη μια υιοθετούμε την ανθρωπιστική στάση της υποδοχής όσων χρήζουν διεθνούς προστασίας, γνωρίζοντας ωστόσο δύο πράγματα: α) ότι δεν υπάρχουν οι υποδομές που θα μπορούσαν να φροντίσουν τις αμέτρητες πλέον μάζες που έχουν καταφτάσει στις ακτές μας ή τα εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων που επιθυμούν να μεταναστεύσουν, και β) ότι δεν υφίστανται οι απαραίτητες συνθήκες ώστε να δημιουργηθούν τέτοιες δομές -ακόμα και αν εξαντλήσουμε όλες τις πιθανότητες, μιλώντας για την καλύτερη δυνατή διαχείριση ή και διανομή του παραγόμενου πλούτου. Τη στιγμή λοιπόν που η δεδομένη ανεπάρκεια υποδομών δεν δημιουργεί ικανές συνθήκες διαβίωσης, κρίνουμε απαραίτητο να επανεξεταστεί το μεταναστευτικό ζήτημα όσο το δυνατόν πιο ολιστικά (αλλά και ρεαλιστικά) γίνεται, αν βεβαίως πιστεύουμε ότι η πραγματική ζωή δεν είναι τόσο παραδεισένια όπως δείχνουν οι ταινίες του Χόλυγουντ. Θα πρέπει με άλλα λόγια να σταθούμε κριτικά όχι μόνο απέναντι στις φωνές της άκρας δεξιάς, που στρουθοκαμηλίζουν, επιλέγοντας να προσεγγίζουν τον κόσμο με άκρατο εγωισμό και κλειστότητα, αλλά και στις φωνές που μιλούν για ανοιχτά σύνορα, γενικά, δίχως όρια και αδιακρίτως.

Πολιτικά αδιέξοδα και φαύλοι κύκλοι

Κάτω από το βάρος του μεταναστευτικού, η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει να έχει τον ρόλο του κομπάρσου σε ένα έργο δίχως τελειωμό με πρωταγωνιστές τις αμέτρητες στρατιές από Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ), μικρούς και μεγάλους επιχειρηματίες, πολιτικούς καιροσκόπους καθώς και ένα πυκνό πλέγμα προθύμων και εθελοντών, τμήμα του μεταμοντέρνου φιλελεύθερου/προοδευτικού ακριβοπληρωμένου (ή δωρεάν) ακτιβισμού. Τα τελευταία κυρίως χρόνια στην Ελλάδα τόσο τα ΜΜΕ, όσο και οι εκλεγμένες κυβερνήσεις -με αποκορύφωμα αυτή του ΣΥΡΙΖΑ- μας λένε πως πρέπει να δεχτούμε τις -εδώ και πολύ καιρό ανεξέλεγκτες- μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές και να δείξουμε τη φιλόξενη και προοδευτική μας πλευρά. Ασφαλώς στο προσκήνιο μπαίνει άμεσα και ο όρος ρατσισμός. Έτσι για να μην χαρακτηριστεί κανείς ρατσιστής, από τις στρατιές των δημοσιολόγων και μαχητών της κοινωνικής δικαιοσύνης, πρέπει να στηρίξει δημόσια την πολιτική των ανοιχτών συνόρων, όπου και θα λάβει την λεγόμενη ακροδεξιά απάντηση: «Οι μετανάστες πρέπει να φύγουν να πάνε στα σπίτια τους και να μας αφήσουν να ζήσουμε καθαροί στον τόπο μας». Όπως βλέπουμε, κυριαρχούν φωνές που επί της ουσίας δεν έχουν τίποτα να προτείνουν, πέρα από ανέφικτες και εξωπραγματικές λύσεις ή που αναπαράγουν τοξικό και διχαστικό λόγο πυροδοτώντας περισσότερο το κλίμα, σε μια εποχή που απαιτείται σύνεση. Η αλήθεια είναι ότι κυρίως στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου η κατάσταση είναι κάθε άλλο παρά βιώσιμη, τη στιγμή που χιλιάδες μετανάστες ελπίζουν σε φήμες για άνοιγμα συνόρων και «Καραβάνια Ελπίδας» όπως προσφάτως στα Διαβατά της Θεσσαλονίκης. Ψευδείς φήμες όπου κανείς δεν γνωρίζει ποιος κρύβεται από πίσω: κυκλώματα διακινητών, MKO, ανθρωπιστικές οργανώσεις; Και με ποια κίνητρα και στόχους; Στην ουσία, έχουμε δύο φωνές που αλληλοτροφοδοτούνται, δεδομένου ότι η ύπαρξη της ακροδεξιάς εξυπηρετεί και την ύπαρξη των ακτιβιστών. Με άλλα λόγια, δίχως τη ρητορική των ανοιχτών συνόρων, οι ακροδεξιές δυνάμεις δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης. Παρομοίως, δίχως την αθρόα έλευση προσφύγων και μεταναστών τα ακροδεξιά και δεξιόστροφα λαϊκιστικά κόμματα που ποντάρουν στην αντι-μεταναστευτική ατζέντα, δεν θα μπορούσαν να συσπειρώσουν πολιτικές δυνάμεις ώστε να αναρριχηθούν στην εξουσία.

Πράγματι ελάχιστοι μιλούν για τις άλλες πτυχές του πολυσύνθετου αυτού προβλήματος, ενός από τα μεγαλύτερα του 21ου αιώνα. Ο φιλομεταναστευτισμός στην πράξη δεν δημιουργεί μόνο τεράστια προβλήματα στις χώρες υποδοχής, της οποίες μετατρέπει σε αποθήκες συσσώρευσης φθηνού εργατικού δυναμικού για τις χώρες του αναπτυγμένου Βορρά. Μετατρέπει και τους μετανάστες σε άτυπους δούλους, οι οποίοι με την πρώτη ευκαιρία καλύπτουν θέσεις εργασίας όταν οι αγορές των βορειοευρωπαϊκών χωρών αποφασίσουν ότι χρειάζονται νέα εργατικά χέρια, τα οποία δεν θα είναι τόσο απαιτητικά όσο τα εγχώρια. Έτσι, η ανεξέλεγκτη μετανάστευση όχι μόνο ζημιώνει την κοινωνική ασφάλεια και σπρώχνει τους μισθούς προς τα κάτω, αλλά την ίδια στιγμή διογκώνει και το φαινόμενο της εγκατάλειψης των χωρών προέλευσης καθώς οδηγεί στην οικονομική και κοινωνική ερήμωσή τους. Έτσι έχει παγιωθεί ένας φαύλος κύκλος που είναι επιζήμιος τόσο για τη χώρα προέλευσης, όσο και για τη χώρα υποδοχής. Ακόμη, λόγω της συνεχόμενης μετακίνησης πληθυσμών, καλλιεργείται η εντύπωση ότι ο κόσμος όλος μετατρέπεται σε πειραματικό εργαστήρι, όπου τα πάντα είναι ρευστά και μετακινούμενα. Ως εκ τούτου, το έθνος-κράτος, ένας χώρος που μέχρι χθες, κουτσά στραβά και με όλα τα τρωτά του, μπορούσε να συνεισφέρει θετικά στην ιδέα της κοινής καταγωγής, παράγοντας μνήμες και νόημα ύπαρξης, ρευστοποιείται και αυτό· με άλλα λόγια, χάνεται η ιδέα της σταθερότητας των αξιών, μέσα σε έναν κόσμο όπου όλα αλλάζουν γοργά, οδηγώντας στο φαινόμενο της ρευστότητας, ή σε αυτό που η Simone Weil αποκαλούσε «εκρίζωση». Πράγμα που οδηγεί στην περαιτέρω ενδυνάμωση των διχαστικών φωνών, ως αντίδοτο στην κατάρρευση κάθε βάσης και κριτηρίου ουσίας. Αν σκοπός κάποιων είναι η αλόγιστη υπερσυγκέντρωση του παγκόσμιου πληθυσμού στη Δύση (και ειδικά στις μεγαλουπόλεις της) τότε θα πρέπει να εξεταστούν και οι σοβαρότατες συνέπειες της μη καλυτέρευσης των συνθηκών ζωής στον υπόλοιπο κόσμο (ειδικά στην ύπαιθρο) όπου και θα αφήνονται πολλά εκατομμύρια ανθρώπων που, για χίλιους δυο λόγους, πάντα θα αδυνατούν να μεταναστεύσουν. Μαζί με τις συνέπειες θα πρέπει να δούμε και κάποιους από τους λόγους που οδηγούν σε τέτοιου είδους φαινόμενα: πέρα από την έλξη του καταναλωτικού παραδείσου που ονομάζεται Δύση, μια από τις πολλές αιτίες είναι και τα σφάλματα που οι δυτικές κυβερνήσεις έχουν διαπράξει τα τελευταία χρόνια, επεμβαίνοντας απροκάλυπτα σε χώρες του τρίτου κόσμου. Μια σειρά από πολιτικές ζημίωσαν αμφότερες τις πλευρές και αντί να προωθήσουν την ελευθερία και τα «ανθρώπινα δικαιώματα» έναντι δεσποτικών καθεστώτων, όπως υποστήριξαν οι πρωτεργάτες αυτών των ενεργειών, όξυναν τις αντιθέσεις και καλλιέργησαν πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω εθνο-θρησκευτικές συγκρούσεις, οδηγώντας έτσι σε φαινόμενα μαζικής μετανάστευσης.

Αντί επιλόγου

Αν και η πλήρης σχεδόν έλλειψη πληροφόρησης, όσον αφορά την λήψη των πολιτικών αποφάσεων που αφορούν το μεταναστευτικό, καθιστά δύσκολη την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, ένα είναι σίγουρο: κάποια στιγμή θα προκληθεί στην κοινωνία μια βίαιη αντίδραση, γιατί αυτό που επιχειρείται, η κοινωνική αυτή «μηχανική», είναι παρά φύσιν, τόσο όσον αφορά τις κοινωνίες προέλευσης, όσο και την ίδια την Ευρώπη. Οι κοινωνίες είναι ζωντανοί οργανισμοί και όχι επιχειρήσεις που διοικούνται από μάνατζερ και σύμφωνα με το συμφέρον του εκάστοτε ιδιοκτήτη. Αν και είναι βέβαια γνωστό ότι η αλήθεια αυτή τείνει να συνθλιβεί ολοκληρωτικά μέσα στο σύγχρονο τεχνοκρατούμενο σύμπαν που έφτιαξαν τρεις αιώνες σκληρού ορθολογισμού, αυτό που προκαλεί αλγεινή εντύπωση είναι το γεγονός ότι η απλή και προαιώνια αυτή αλήθεια έχει ξεχαστεί τόσο από τους φανατικούς υποστηρικτές της οικολογικής ευαισθησίας, όσο και από τους διαπρύσιους υπερασπιστές των πάσης φύσεως δικαιωμάτων (ανθρωπίνων και μη). Όπως ακριβώς όλα τα έμβια όντα έχουν ανάγκη από μια πολύ συγκεκριμένη περιβαλλοντική ισορροπία για να υπάρξουν ως τέτοια, έτσι ακριβώς και ο άνθρωπος, ένα όν η ύπαρξη του οποίου είναι στενά συνυφασμένη όχι μόνο με το φυσικό περιβάλλον (τον τόπο του), αλλά και με μια κοινωνική, πολιτισμική και πνευματική ταυτότητα. Ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορούν να υπάρξουν σε κενό αέρος, όχι μόνο πολιτικό (όπως το υπενθύμιζε ήδη από τη δεκαετία του ’90 ο Π. Κονδύλης), αλλά και πολιτισμικό και κοινωνικό. Μόνο στο εσωτερικό μιας κοινωνίας που έχει θεσμιστεί σε κοινά αποδεκτές, και άρα απρόσωπες, πολιτισμικές αξίες μπορούν να νοηθούν δικαιώματα και ελευθερίες οποιουδήποτε είδους. Προσπαθώντας να ορίσουν την κοινή αυτή βάση συνεννόησης στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή του απλού βιολογικού είδους, οι πάσης φύσεως δικαιωματιστές όχι μόνο δεν υπερασπίζονται την ιδέα του ανθρώπου, αλλά αντίθετα τον απογυμνώνουν από ό,τι πιο πολύτιμο διαθέτει, το πρόσωπο.

Το μοντέλο του ανθρώπου που απλά άγεται και φέρεται από τις άλογες επιθυμίες του, είτε αυτές αφορούν την σεξουαλική του ταυτότητα είτε το δικαίωμά του να αλλάζει κατά βούληση χώρα διαμονής, δεν προετοιμάζει μια κοινωνία ελευθερίας, αλλά αντιθέτως μια κοινωνία-μυρμηγκοφωλιά, μια κοινωνία-εργοστάσιο όπου η ανθρώπινη προσωπικότητα θα συνθλιβεί μέσα στην άπειρη μάζα των απείρως «διαφορετικών» ατόμων. Μια τέτοια μάζα, εύπλαστη, απρόσωπη και πειθήνια -αρκεί να μπορεί να ικανοποιεί ανά πάσα στιγμή τις «επιθυμίες» της- είναι ακριβώς το όνειρο των κάθε είδους εξουσιαστών, όνειρο για το οποίο εργάζονται επιμελώς – εθελοντικά ή με μισθό οι φανατικοί εχθροί τους. Η απόλυτη ελευθερία κίνησης που επιθυμούν οι υπερασπιστές της μετανάστευσης είναι η άλλη όψη της ελεύθερης κίνησης των εμπορευμάτων και του κέρδους· και οι δύο προϋποθέτουν την μετατροπή του ανθρώπου σε πράγμα, σε παθητικό υλικό που μπορεί να μετατραπεί σε κέρδος ή αντιθέτως να καταλήξει στα σκουπίδια. Αν οι κραυγές ενάντια στην μετανάστευση που προέρχονται από την σύγχρονη ακροδεξιά θυμίζουν τη μισάνθρωπη φασιστική ιδεολογία των αρχών του 20ού αιώνα, τότε η στρατευμένη αριστερή ρητορεία της αναγκαστικής αλληλεγγύης φέρνει στο νου έναν κίνδυνο ακόμα πιο ύπουλο, την αφ’ υψηλού φιλανθρωπία και τον «ολοκληρωτισμό» της ευτυχίας που κηρύσσει ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής του Ντοστογιέφσκι στους Αδελφούς Καραμαζώφ. Για εμάς ένας Τρίτος Δρόμος δεν ταυτίζεται με τις αυταπάτες του προηγούμενου αιώνα, αλλά με την αναζήτηση των θεμελίων του πολιτισμού μας, μια πράξη επαναστατική με την κυριολεκτική έννοια του όρου.  Μόνο μια τέτοια επιστροφή μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για μια γόνιμη διέξοδο από τις συμπληγάδες της ύβρεως και της μνησικακίας που απειλούν τον σύγχρονο άνθρωπο.