Η Διαδικασία της Ολοκλήρωσης κι Ευρωπαϊκή Κληρονομιά

Joos de Momper – Museu Nacional de Arte Antiga 1465 Pint. Title: The Tower of Babel. Date: c. 1595-1605. Materials: oil on copper. Dimensions: 38.5 x 47.5 cm.

Κείμενο του Κοκτσίδη Γιώργου[1]

Η επίπονη σύγχρονη ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης κι η πολυπλοκότητα των θεσμών της, έχουν πυροδοτήσει τα τελευταία χρόνια μια πολύ έντονη συζήτηση σχετικά με την ιδρυτική και θεωρητική βάση του εγχειρήματος. Γιατί φτιάξαμε με λίγα λόγια την ΕΕ και πώς κατέληξε τόσο αυταρχική κι ανελεύθερη; Ελέω κρίσης και κοινωνικής συντριβής μάλιστα, η σύγχυση μπροστά στο πολυδαίδαλο ευρωπαϊκό οικοδόμημα κι η αμφισβήτηση της ηθικής του αξίας για τις μάζες, έχουν γεννήσει εντονότατες αποσχιστικές τάσεις. Κι οι τάσεις αυτές γιγαντώνουν αφενός εκλογικά τον εθνολαϊκιστικό και μισαλλόδοξο ευρωσκεπτικισμό της ακροδεξιάς, και σ’ ένα τελείως διαφορετικό ιδεολογικό πλαίσιο εκφράζονται από μια παραδοσιακή, ριζοσπαστική αριστερά που ανθίσταται σε αυτό που η ίδια θεωρεί μηχανισμό αντιλαϊκής πολιτικής (η ΕΕ σαν ένας αιμοδιψής και πολυκέφαλος «Λεβιάθαν» με κορυφές από το Ευρωκοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέχρι την ΕΚΤ και την Τράπεζα Επενδύσεων)

Εκείνο που παραμένει ωστόσο επίδικο έως και σήμερα είναι αν η ΕΕ μπορεί πράγματι να ιδωθεί υπό το πρίσμα της κλασσικής πολιτικής θεωρίας ή αν απαιτείται ένας επαναπροσδιορισμός των θεωρητικών μας εργαλείων. Οι «νεορεαλιστικές» και «φιλελεύθερες» αναλύσεις των κεντροδεξιών κομμάτων έμοιαζαν να δουλεύουν πολύ καλά και ν’ ανταποκρίνονται στις δυναμικές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μέχρι τη στιγμή που διαψεύστηκαν οικτρά από την οικονομική κατάρρευση του 2008. Τότε ήταν που η εθνική κυριαρχία των φτωχότερων κυρίως κρατών-μελών υποτάχθηκε ολοκληρωτικά στις καταποντιστικές ορέξεις της λιτότητας, ενώ τα ανθρώπινα δικαιώματα κι οι κοινωνικές ελευθερίες θυστιάστηκαν μπροστά στον εκδικητικό φετιχισμό των αριθμών.

Οι «μαρξιστικές» προσεγγίσεις από την άλλη, παρ’ ότι κατάφεραν ν’ αποκαλύψουν πολύ πιο ευκρινώς το βαθύτερο χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, παραμένουν υπό αμφισβήτηση για έναν πολύ βασικό λόγο: διότι δεν είναι επικαιροποιημένες επί της ΕΕ. Ο Lenin ήταν ο πρώτος που στο δοκίμιό του «Ιμπεριαλισμός, το Υψηλότερο Στάδιο του Καπιταλισμού» εκσυγχρόνισε τις βασικές μαρξιστικές θέσεις, γιατί κατάλαβε την ανανεωμένη φύση του σύγχρονου καπιταλισμού και τις νεοαποικιοκρατικές του ιδιότητες. Η παγκόσμια, ιμπεριαλιστική οικονομία αναπτυσσόταν πλέον σε δύο επίπεδα. Υπήρχε ένα κυρίαρχο κέντρο που εκμεταλλεύεται στυγνά μια λιγότερο αναπτυγμένη περιφέρεια. Και στη βάση αυτή δεν μπορούσαμε πλέον να μιλάμε για μια διεθνιστική κι αυτόματη αρμονία των συμφερόντων των εργατών, ακριβώς γιατί η αστική τάξη της αναπτυγμένης για παράδειγμα Γερμανίας (του κέντρου) θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα υπερπλεονάσματα που γέννησε από την εκμετάλλευση της Ελλάδας (της περιφέρειας) ώστε να βελτιώσει την τύχη του δικού της προλεταριάτου. Κι έτσι οι καπιταλιστές του κέντρου θα μπορούσαν να κατευνάζουν ολοένα και περισσότερο τη δική τους εργατική τάξη μέσα από τη συνεχή εκμετάλλευση των αδύναμων περιφερειακών κρατών. Τη λενινιστική αυτή θέση, θεωρητικοποίησαν περισσότερο oi Λατινοαμερικάνοι οικονομολόγοι της Σχολής της Εξάρτησης όπως ο Raul Prebisch. Ο Αργεντινός υποστήριξε πως ο κύριος λόγος που οι χώρες της περιφέρειας υποφέρουν από την εκμετάλλευση ενός πλουσιότερου κέντρου είναι οι δυναμικές του ίδιου του εμπορίου. Κατέδειξε πως οι τιμές των βιομηχανικών προϊόντων αυξάνονταν πολύ γρηγορότερα από την τιμή των πρώτων υλών, κι ως αποτέλεσμα οι χώρες της περιφέρειας που εξαρτώνταν κατά κύριο λόγο από τις πρώτες ύλες και τον πρωτογενή τομέα παραγωγής, γίνονταν ολοένα και φτωχώτερες σε σχέση με το ολοένα και πλουσιότερο κέντρο. Και παρ’ ότι τα θεωρητικά αυτά εργαλεία εμβαθύνουν πολύ περισσότερο στην ουσία του σημερινού διασυνοριακού καπιταλισμού, δεν μπορούν να εφαρμοστούν με την ίδια ευκολία στις διακρατικές σχέσεις των Ευρωπαίων εταίρων. Κι αυτό γιατί είναι αρκετά παρωχημένες για το μοντέλο της ΕΕ κι αγνοούν τις ίδιες τις καταστατικές στοχεύσεις του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Γιατί εδώ πρέπει να έχουμε υπόψιν ότι τα πολιτικά οράματα της ΕΕ διαφέρουν από κάθε άλλη περιφερειακή οργάνωση της ιστορίας (στην οποία και θα μπορούσαν να εφαρμοστούν άριστα οι παραδοσιακές μαρξιστικές αναλύσεις). Τα κράτη-μέλη δεν αναπτύσσουν μόνο πιο ειδικές επαφές που υπερβαίνουν το σύνηθες επίπεδο των διπλωματικών σχέσεων, αλλά προχωρούν πολύ παραπέρα. Στην πραγματικότητα εγκαθιδρύουν μια καινοφανή μορφή υπερεθνικής διακυβέρνησης που έχει πρώτο βασικό στόχο να επιφέρει την Ειρήνη μετά τον 2° Παγκόσμιο Πόλεμο και ταυτόχρονα να κινητοποιήσει την κοινωνική συναίνεση και να εμπεδώσει στους λαούς μια αντίληψη κοινών συμφερόντων κι αναγκών. Σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε από τη Συνθήκη του Παρισιού του 1952 (οπότε κι υιοθετήθηκε μια απλή εμπορική ρύθμιση που θα μπορούσε να αναλυθεί από τον κλασσικό Μαρξισμό), η Συνθήκη της Ρώμης του 1958 κι η ίδρυση της ΕΟΚ (με την άρση όλων των εσωτερικών δασμών και τη δημιουργία ενός κοινού εξωτερικού δασμολογίου), αλλά κυριότερα η Συνθήκη του Μάαστριχ του 1993 και η δημιουργία κοινής οικονομικής και νομισματικής ένωσης, άρχισαν να ενοποιούν ολοένα και περισσότερο την οικονομία της ηπείρου. Και σ’ αυτό το στάδιο, οι παλιότερες μαρξιστικές προσεγγίσεις βρέθηκαν μπροστά σ’ έναν υπερεθνικό οργανισμό που δεν είχε ξαναναδυθεί ποτέ πριν στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι μηχανισμοί της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αποσκοπούσαν κατά βάση σ’ έναν αργό αλλά ριζικό επαναπροσδιορισμό της πολιτικής ταυτότητας, ώστε να διεγερθεί το αίσθημα του συνανήκειν. Το έθνος, παρ’ ότι η κατεξοχήν βάση συμπερίληψης των πολιτών, θα έδινε σταδιακά τη θέση του στον «ευρωπαϊκό αυτοπροσδιορισμό» που θα προήγαγε αισθήματα αλληλεγγύης και πολιτικής αφοσίωσης. Ο Έλληνας θα ένιωθε Ευρωπαίος. Αλλά ακριβώς αυτό το έλλειμμα πολιτικού σχεδιασμού για την ομοσπονδιοποίηση της ΕΕ και για τη δημιουργία του «Ευρωπαίου πολίτη», σε συνδυασμό με την επιβολή μιας προκρούστειας οικονομικής προσαρμογής απομάκρυναν την Αριστερά από την Ευρώπη και έδωσαν άπλετο χώρο στη νεοφιλελεύθερη λογική της Νέας Δεξιάς. Κι όσο επέλαυνε η Νέα Δεξιά στην ΕΕ και στους θεσμούς της, τόσο βάθαινε η οικονομική στυγνότητα και τόσο πιο αφιλόξενο γινόταν το έδαφος για την Αριστερά, η οποία χωρίς σύγχρονα εργαλεία ανάλυσης του φαινομένου αδυνατούσε να συσπειρώσει τις μάζες εντός της Ευρώπης και να εκπροσωπήσει τα συμφέροντά τους. «Η ψήφος των ευρωσκεπτικιστών είναι η αριστερή ψήφος που έμεινε ορφανή από το κόμμα της» λέει κάπου ο SlavojZizek.

Οφείλουμε λοιπόν να αντιληφθούμε την ΕΕ σαν μια sui generis περίπτωση πολιτικού θεσμού και να ακολουθήσουμε μια νέα κι αχρησιμοποίητη ως πριν αριστερή θεωρία. Μονάχα έτσι θα κατανοήσουμε ως απλοί πολίτες τη δυναμική της Ευρώπης στο χρόνο και θα μπορέσουμε να εδραιώσουμε σχέσεις φιλίας κι εμπιστοσύνης με τον Γερμανό δάσκαλο, τον Ισπανό νοσηλευτή, τον Γάλλο αρχιτέκτονα κοκ. Η θεωρία αυτή πρέπει να πιάνει από την αρχή το νήμα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και να περνάει από τρεις ιστορικούς σταθμούς ενοποίησης (τις τρεις στιγμές που οι πολίτες της ευρωπαϊκής ηπείρου έγιναν ένα. Γιατί αν δεν γίνονταν ένα δεν θα κατάφερναν ποτέ τις τρεις αυτές στιγμές):

-Την πορεία από τον Αγγλικό Εμφύλιο ως το Διαφωτισμό και τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης. Οι ιδέες αυτές ήταν που οδήγησαν για πρώτη φορά σε μια ανθρωποκεντρική κοσμοθεωρία κι άρχισαν να καλλιεργούν μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών μια συλλογική τάση κριτικής αμφισβήτησης των δογμάτων.

-Την επιστημονική επανάσταση και τη διάχυση μιας ενιαίας ιδεολογικής κουλτούρας, ειδικά μετά την εξαφάνιση των θεοκρατικών κοινωνιών (με τον Κοπέρνικο στην Πολωνία, τον Γαλιλαίο στην Ιταλία, τον Κέπλερ στη Γερμανία, τον Ντεκάρτ στη Γαλλία, τον Νεύτωνα στην Αγγλία)

-Τον παλλαϊκό αντιφασιστικό αγώνα που ξαναένωσε την Ευρώπη στη σύγχρονη ιστορία, από τον Ισπανικό Εμφύλιο ως και την πτώση του ναζισμού. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη αρχίζει αυτήν την περίοδο να εκφράζεται στις λέξεις «σύντροφοι», «companeros» και «comrades».

Οι πολίτες και τα κόμματα που σέβονται αυτούς τους τρεις ιδεολογικούς προγόνους, ακόμα και χωρίς τη βοήθεια των παλιών μαρξιστικών θεωριών, μάχονται για μία ΕΕ αριστερή, ελεύθερη και δημοκρατική. Ή όπως το έγραφε ο φεντεραλιστής Camus, «μάχονται για ένα πολύ σπουδαιότερο καθήκον από το ν’ αλλάξουν τον κόσμο· μάχονται για να εμποδίσουν την καταστροφή του».

[1] Ο Κοκτσίδης Γιώργος είναι 25 ετών, απόφοιτος Ιατρικής του ΑΠΘ. Ασχολείται με τον κινηματογράφο ως ερασιτέχνης κριτικός και με την ποίηση, και θρέφει μεγάλο ενδιαφέρον για τη μελέτη της σύγχρονης ιστορίας και της πολιτικής φιλοσοφίας.

 

1 σχόλιο

  1. ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΜΗ says

    Πρόκειται για μία πολλή καλή ανάλυση. Ωστόσο θα πρόσθετα και τον Hegel στον 2ο σταθμό ενοποίησης.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *