J. G. A Pocock – Χρόνος, θεσμοί και πράξη: ένα δοκίμιο για την κατανόηση της παράδοσης

Roman Capriccio: The Pantheon and Other Monuments (1735), Indianapolis Museum of Art

Του John Greville Agard Pocock
Απόσπασμα από το βιβλίο Politics, Language and Time (The University of Chicago Press, ss.233-237)

Μετάφραση: Μιχάλης Θεοδοσιάδης


Ανθρώπινες κοινωνίες μπορούν να υπάρξουν μόνο εντός της διάσταση του χρόνου. Διαρκώς, για όσο υφίστανται, συντηρούν τις αναπαραστάσεις του εαυτού τους. Επομένως, η συνείδηση του χρόνου που το άτομο αποκτά – ως κοινωνικό άτομο – έχει να κάνει ως επί τω πλείστο με τη συνειδητοποίηση της κοινωνικής συνέχειας αλλά και με τον τρόπο που η συνέχεια αυτή γίνεται κατανοητή μέσα από αναπαραστάσεις. Μόνο εντός αυτών των αναπαραστάσεων μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία. Επιπλέον, η συνείδηση του χρόνου έχει να κάνει και με την κατανόηση του χρόνου· σχετίζεται με την κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης ως βίωμα εντός του χρόνου. Αυτή την συνείδηση η ίδια η κοινωνία προωθεί ως αναπόσπαστο κομμάτι της τάσης της να κατανοεί τον εαυτό της, αλλά και τις δομές καθώς και τους τρόπους δράσης, από τους οποίους (και μέσα στους οποίους) μπορεί να υπάρξει ως τέτοια. Υφίσταται ένα σημείο τομής όπου η πολιτική θεωρία συναντά την ιστορία. Με απόλυτη σιγουριά μπορούμε να πούμε ότι κάθε κοινωνία δημιουργεί μια δική της φιλοσοφία πάνω στην ιστορία, ένα σύνολο ιδεών αναφορικά με το τί πραγματικά συμβαίνει, τί μπορεί να γίνει γνωστό και τί μπορεί να υπάρξει, μέσα σε έναν χρόνο που καθορίζει τη διάσταση της ίδιας κοινωνίας. Η φιλοσοφία της ιστορίας είναι αναπόσπαστο κομμάτι της συνείδησής της και της λειτουργίας της. Πώς αυτές οι αναπαραστάσεις και ιδέες αναφορικά με το χρόνο αναδύονται, λειτουργούν και αναπτύσσονται πρέπει να μελετηθεί σαν κομμάτι της επιστήμης της κοινωνίας.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό μιας κοινωνίας είναι η παράδοση, δηλαδή η μεταφορά διαφόρων μορφών δράσης και συγκεκριμενοποιημένων μορφών συμπεριφοράς στα άτομα που γίνονται μέλη της. Επιπλέον, η παράδοση έχει να κάνει και με τη μεταφορά νοημάτων και μηνυμάτων. Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την έννοια της παράδοσης δίχως κάποια αναπαράσταση ενός νοήματος/μηνύματος που έχουμε παρατηρήσει, αλλά και του τρόπου με τον οποίο το έχουμε παρατηρήσει. Όλες οι αναπαραστάσεις, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αποτελούν εννοιολογήσεις του τρόπου δράσης, ο οποίος μεταλαμπαδεύεται, και (κατά κάποιον τρόπο) έχει ήδη μεταδοθεί από προκατόχους και προγόνους. Συνεπώς, οι κοινωνίες κοιτούν πίσω στο χρόνο· κοιτούν πίσω σε στιγμές από τις οποίες ένα σύνολο ανθρώπων μπορεί να αντλήσει αναπαραστάσεις οι οποίες το διαφοροποιούν από κάποιο άλλο. Αυτό εξίσου συμβαίνει και με εκείνες τις κοινωνίες που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε «αιώνιες». Με βάση τους ανθρωπολόγους, αυτές οι κοινωνίες δεν αποτελούν εξαίρεση. Βέβαια, υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται τον τρόπο μετάδοσης της παράδοσής τους. Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει αν αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι η μέθοδος με την οποία αντιλαμβανόμαστε μια πράξη διαφέρει τόσο όσο ως προς τον τρόπο που την κατανοούμε όσο και ως προς τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πράξη αυτή. Διαφέρει επίσης και σε ό,τι έχει να κάνει με τους τρόπους με βάση τους οποίους θεωρούμε ότι η ίδια η πράξη μεταδίδεται. Επιπλέον, κάθε κοινωνία ή κάθε κοινωνικό σύστημα πρέπει να οραματίζονται τη δικής του συνέχεια στο χρόνο με τέτοιον τρόπο ώστε τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν τη δομή τους – τα οποία το ίδιο το σύστημα αναγνωρίζει και αντιλαμβάνεται ως τέτοια – να έχουν μία συνέχεια στο χρόνο. Οι κοινωνικές δραστηριότητες και οι δομές ποικίλουν αρκετά. Συνεπώς, δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε με απόλυτη ακρίβεια ποιά στοιχεία θα μπορούσαν να θεσμιστούν ακριβώς τη στιγμή εκείνη που μετατρέπονται σε συνεχόμενες εικόνες/αναπαραστάσεις. Ακόμα και στις πιο απλές κοινωνίες, η προέκταση της αναπαράστασης της κοινωνικής δομής εντός του χρόνου μπορεί να ποικίλει από μία κοινωνία σε άλλη σε ό,τι έχει να κάνει με το παρελθόν, δηλαδή με τον τρόπο μετάδοσής του. Σε πιο σύνθετες κοινωνίες, η έννοια του παρελθόντος είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη. Εντός μιας κοινωνίας θα βρει κανείς αρκετά πρότυπα συμπεριφοράς· το καθένα από αυτά δημιουργεί τις δικές του αναπαραστάσεις αναφορικά με το παρελθόν και θα πρέπει να κατανοηθεί ως διαφορετικό σε σύγκριση με κάποια άλλη κοινωνία. Μπορεί να υπάρχουν αντιθέσεις, ακόμα και διαμάχες, σε ό,τι αφορά τον τρόπο που διαφορετικές κοινωνίες κατανοούν το παρελθόν.

Ο Oakshott εστιάζει την προσοχή του στο πόσο δύσκολο μας είναι να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποία μια συμπεριφορά (μέσω της παράδοσης) μεταδίδεται. Πολλές φορές δεν τον αντιλαμβανόμαστε καν· θα μπορούσαμε, συνεπώς, να ανάγουμε κατανόηση αυτής της μετάδοσης σε συγκεκριμένα εννοιολογικά πλαίσια. Έτσι όμως αντί για συνολική κατανόηση της παράδοσης παρατηρούμε μονάχα πτυχές ή «αποχρώσεις» της. Παρόλα αυτά, η εννοιολόγηση της παράδοσης είναι μια διαδικασία που έχει συνέχεια, όπως ακριβώς και η ίδια η παράδοση, η οποία βέβαια μπορεί να υπάρξει μόνο μεταξύ επικοινωνιακών και ενσυνείδητων όντων. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι η διαδικασία εννοιολόγησης της παράδοσης είναι μια περίπλοκη διαδικασία και πολλές φορές οδηγεί στην ανάδυση διάφορων άλλων φαινομένων. Οι έννοιες, από τις οποίες διαμορφώνουμε και ανατροφοδοτούμε την παράδοση, έχουν την ικανότητα να τροποποιούν τόσο το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της παράδοσης που έχει γίνει αντιληπτή σε εμάς, όσο και το βαθμό στον οποίο αυτή η παράδοση δομείται και κατανοείται ως τέτοια. Κατά συνέπεια, προκύπτουν μια ευρεία ποικιλία από στάσεις και στρατηγικές που οι άνθρωποι μπορούν να υιοθετήσουν ώστε να προσδώσουν τόσο στην κοινωνία όσο και στις πηγές της εξουσίας της (και στην επέκταση της συνείδησης και της πολιτικής της ζωής) μια συνέχεια. Ωστόσο, μεγάλο τμήμα της συνείδησης του περιβάλλοντος και του χρόνου αποκτάται μέσω της συνείδησης του πλαισίου και των κοινωνικών σχέσεων εντός των οποίων ζούμε. Συνεπώς, ένας σημαντικός παράγοντας που καθορίζει αυτή τη συνείδηση είναι η εννοιολόγηση της παράδοσης που συνάμα αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την κατανόηση του χρόνο και της ιστορίας. Η σπουδαιότητα αυτών των αναπαραστάσεων υπερβαίνει την πολιτική. Ας κοιτάξουμε λοιπόν έναν από τους παράγοντες που διαμορφώνουν την ανθρώπινη συνείδηση.

Στο The Discovery of Time, ο Stephen Toulmin και ο June Goodfield έφεραν σε πέρας το ενδιαφέρον πείραμα να ορίσουν ως αφετηρία της μελέτης τους τη συνειδητότητα του χρόνου που αναμένεται από την πλευρά του αρχαϊκού χωρικού, περιορισμένη όμως στην επίγνωση της συνέχειας της άμεσης κοινωνικής δομής, εξετάζοντας το πώς αυτή η συνείδηση μετατράπηκε προοδευτικά, από τη σκέψη των φυσικών επιστημόνων, όπου τέθηκε το ζήτημα της χρονικής διάστασης του Κόσμου, και από τις αλλαγές στην κοινωνική θεωρία που προκαλούνται από ή προκαλούν αλλαγές στο χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου σχεδιάστηκε η ύπαρξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Έδειξαν με τρόπο πειστικό ότι υπήρχε μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ των ιδεών που αφορούσαν το χαρακτήρα και τις διαδικασίες της ανθρώπινης κοινωνίας και των ιδεών που σχετίζονταν με τη δομή και τις διαδικασίες του φυσικού σύμπαντος. Ωστόσο η διατριβή τους περιορίζεται από το γεγονός ότι δεν ασχολήθηκε -και δεν μπορούσε να το κάνει- με ιδέες σχετικά με τον χρόνο που προκύπτουν από την αυτογνωσία συγκεκριμένων κοινωνιών. Ο «Χρόνος» με τον οποίο καταπιάστηκαν ήταν γεωχρονικός και κοσμοχρονικός· η σκέψη για την κοινωνία μπορεί να συνέβαλε στην «ανακάλυψή» της μόνο στο βαθμό – στον εξαιρετικά σημαντικό βαθμό – ότι η κοινωνία θεωρήθηκε ένα παγκόσμιο φαινόμενο, ένα κεντρικό περιστατικό στην ιστορία της ζωής, της γης και του κόσμου. Αλλά αυτό που ονομάζουμε ιστορική συνειδητότητα είναι κοινωνικό και εξαρτάται από την ίδια του την προέλευση· είναι μια ανεπτυγμένη μορφή συνειδητοποίησης του ανθρώπου για τον εαυτό του ως υπάρχοντος και ενεργού σε ένα συνεχές πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων και πρέπει συνεπώς να ξεκινήσει με την συνειδητοποίηση της συγκεκριμένης κοινωνικής συνέχειας στην οποία και ανήκει. Αλλά έχουμε ήδη δει ότι αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να πάρει μορφές τόσο πολλές και ποικίλες όσοι και οι κοινωνικοί θεσμοί από τους οποίους προέρχεται. Εμείς ακολουθούμε μια διαφορετική γραμμή έρευνας από αυτή των Toulmin και Goodfield, οι οποίοι καταπιάστηκαν με την συνειδητοποίηση του χρόνου που πρέπει να ήταν πολλαπλάσια ως προς την προέλευσή του και τους τρόπους του· είμαστε αναγκασμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η ιστορία της ιστορικής συνειδητότητας είναι αναγκαστικά ξεχωριστή από εκείνη της ανακάλυψης του κοσμικού χρόνου και ότι δεν είναι πιθανόν να γραφτεί ποτέ μια ενιαία «ιστορία της ιστοριογραφίας».

Δεδομένου ότι κάθε κοινωνία έχει τον δικό της τρόπο να αντιλαμβάνεται το παρελθόν της, η ιστορία της ιστορικής συνειδητότητας πρέπει κατ ‘αρχήν να είναι ιδιαίτερη για την ίδια – ακόμη και όταν συνειδητοποιεί το ρόλο της μέσα σε μια ευρύτερη ιστορία, ακόμη και όταν αυτή η ιστορική συνειδητότητα εισάγεται ή επιβάλλεται από έξω. Δεν μπορούμε λοιπόν να αντιμετωπίσουμε την ιστορία της ιστορικής σκέψης με τρόπο ενιαία, δηλαδή σαν μια προοδευτική συσσώρευση ιδεών ξεκινώντας από τον Εκαταίο ή τον Ηρόδοτο, όπως η ιστορία της επιστήμης μπορεί να ειπωθεί ότι αρχίζει από τον Θαλή. Είναι τμήμα της ιστορίας της κοινωνικής αυτογνωσίας και είναι τόσο πολλαπλή όσο και οι κοινωνικές μορφές και κοινωνικές εμπειρίες στις οποίες αναπτύσσεται αυτή η αυτογνωσία.

Στη συνέχεια, μας απασχόλησε η κοινωνική αυτογνωσία και οι στάσεις απέναντι στην παράδοση που μπορεί να ανασύρει η εννοιολόγηση και με τη σύνθετη συνειδητοποίηση της συνέχειας την οποία ονομάζουμε ιστορική συνείδηση ως ένα πιθανό αποτέλεσμα των αλλαγών στο είδος της σκέψης. Για να καταλάβουμε τι συνέβη με τη συνειδητότητα του χρόνου στον αρχαϊκό χωρικό, πρέπει να εξετάσουμε τη συνείδηση της κοινωνικής συνέχειας την οποία το χωριό, η πόλη, η αυτοκρατορία, η εκκλησία ή το έθνος – για να μην προχωρήσουμε περαιτέρω- που απαιτούνταν από τα μέλη, και πρέπει να εξετάσουμε την προέλευση και τις περιπτώσεις των αλλαγών σε αυτή τη συνείδηση. Θέτοντάς το με αυτόν τον τρόπο, είναι σαφές ότι το πρόβλημα θα μπορούσε να μελετηθεί στο πλαίσιο της κοινωνικής ανάπτυξης· η συνείδηση του χρόνου από το άτομο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μεταβαλλόμενη σε σχέση με τις αλλαγές στην οργάνωση της κοινωνίας. Αλλά μια εναλλακτική προσέγγιση, που θα υιοθετηθεί εδώ, είναι η επεξεργασία και η επέκταση του προτύπου μιας παράδοσης που έχουμε αρχίσει να δημιουργούμε, και η προσπάθεια να διακρίνουμε τις κατευθύνσεις που αναμένεται να υιοθετήσει η ενννοιολόγηση μιας παράδοσης και μέρος των εναλλακτικών, επιλογών και στρατηγικών που μπορούν να αντιμετωπίσουν όσοι ασχολούνται με μια τέτοια εννοιολόγηση.