Αναζητώντας τις ρίζες της παθογένειας της σύγχρονης κοινωνίας. Η συμβολή του Reinhart Koselleck – Θεόδωρος Ντρίνιας

Paul Signac – In the Time of Harmony. The Golden Age is not in the Past, it is in the Future, 1893–95

Απόσπασμα από: «Αναζητώντας τις ρίζες της παθογένειας της σύγχρονης κοινωνίας. Η συμβολή του Reinhart Koselleck»

Προδημοσίευση από το 2ο τεύχος ResPublica / Σημειώσεις εκτός γραμμής για την ριζική κοινωνική αλλαγή. (Το νέο τεύχος Κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο 2019)

Ο Reinhart Koselleck (1923-2006) υπήρξε εκ των βασικών εισηγητών και θεμελιωτών του επιστημονικού κλάδου της Ιστορίας των Εννοιών (Begriffsgeschichte) και θεωρείται από πολλούς ο σημαντικότερος ιστορικός της μεταπολεμικής Γερμανίας. Το παρόν σημείωμα αποτελεί ουσιαστικά την επισκόπηση του πρώτου μείζονος έργου του, Kritik und Krise. Pathogenese der Bürgerlichen Welt (Κριτική και κρίση. Η παθογένεια του αστικού κόσμου), το οποίο στην πραγματικότητα ήταν η διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης το 1954. Ο Koselleck, μόλις λίγα χρόνια πριν, είχε βγει ζωντανός από το σφαγείο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στάθηκε μάλιστα διπλά τυχερός. Πρώτον, γιατί επέζησε απ’ όλα τα πεδία των μαχών, στις οποίες έλαβε μέρος ως στρατιώτης της Βέρμαχτ, από τα 18 του χρόνια και για τέσσερα ολόκληρα έτη (1941-45). Δεύτερον, γιατί ήταν από τους ελάχιστους Γερμανούς στρατιώτες που επέστρεψαν από τα γκουλάγκ του Καζακστάν, στα οποία οδηγήθηκε ως αιχμάλωτος πολέμου του Σοβιετικού Κόκκινου Στρατού (1945-46). Λίγο πριν είχε εξαναγκαστεί να περπατήσει από το Όντερμπεργκ, όπου αιχμαλωτίστηκε, μέχρι το Άουσβιτς για να αντικρίσει ενεός τα, άταφα ακόμη, «επιτεύγματα» του Γ’ Ράιχ. Παράλληλα, την εποχή που γράφει τη διατριβή του, ο Ψυχρός Πόλεμος έχει απλώσει την καταθλιπτική κυριαρχία του σε όλον τον πλανήτη και οι άνθρωποι, με αγωνία και τρόμο, παρακολουθούν μια απίθανη κούρσα θερμοπυρηνικών εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, η οποία τους απειλεί με οριστική εξόντωση. Ο Koselleck είναι ξεκάθαρος στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου του το 1987. Βασικό μέλημα του έργου του ήταν να αναζητήσει τις ιστορικές προϋποθέσεις εμφάνισης σύγχρονών του φαινομένων, όπως η άνοδος του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία και ο Ψυχρός Πόλεμος, πίσω στο Διαφωτιστικό ρεύμα και την αστική φιλοσοφία του 18ου αιώνα, όπου οι ουτοπιστικές αντιλήψεις των αρχών του 20ου αιώνα έχουν, κατ’ αυτόν, τις ρίζες τους.

Ο Koselleck θεωρεί τον 18ο αιώνα ως τον προθάλαμο της σημερινής εποχής. Αναζητά εκεί, στις απαρχές της σύγχρονης φιλοσοφίας της ιστορίας, την εμφάνιση της πολιτικής κρίσης, η οποία, μετά τη Γαλλική Επανάσταση, άλλοτε με παροξύνσεις και άλλοτε με υφέσεις, καθορίζει τα μείζονα πολιτικά γεγονότα από το 1789 μέχρι τις μέρες του. Το βασικό θέμα του είναι η γένεση του Ουτοπισμού μέσα σε ένα ιστορικά καθορισμένο λειτουργικό πλαίσιο, εκείνο του 18ου αιώνα. Για να το επιτύχει αυτό αποφεύγει να συγκρίνει περασμένες και σύγχρονες εκφράσεις της φιλοσοφίας της ιστορίας, να αξιολογήσει το περιεχόμενο των ουτοπικών στόχων τους ή να αναδείξει την ιδεολογική τους δομή. Αντίθετα, επικεντρώνεται με ζήλο στη μελέτη της πολιτικής κατάστασης της αστικής τάξης εντός του πλαισίου του Απολυταρχικού/Μοναρχικού Κράτους, μέσα από το οποίο ξεπήδησε και την κατανόηση της πολιτικής λειτουργίας που η αστική σκέψη και κύρια ο Διαφωτισμός, επιτέλεσε εντός και ενάντια αυτής της Απολυταρχίας. Ρητά αναφέρει στην εισαγωγή της εργασίας του ότι η ιστορική αυτή αναδρομή δεν στοχεύει στην αποτύπωση νομοτελειακών σχέσεων με το σήμερα, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν, δια της αντιστροφής, η αποδοχή μιας φιλοσοφικο-ιστορικής εκδοχής της προόδου σαν εκείνη που θεμελίωσε η αστική σκέψη τον 18ο αιώνα και η οποία είναι ακριβώς το αντικείμενο της μελέτης του. Αντίθετα, ο στόχος του είναι «απλούστερος»: να πάει τόσο πίσω όσο εκεί που μπορεί να θεμελιώσει την αξία της αστικής συνείδησης εντός του απολυταρχικού συστήματος εξουσίας. Σε μια περίτεχνη μεθοδολογική διατύπωση ο Koselleck δηλώνει: «Η ανάλυσή μας θα επικεντρωθεί στο παρόν που παρήλθε, όχι στο παρελθόν του. Το πιο πρόσφατο παρελθόν θα μελετηθεί μόνο στο βαθμό που περιέχει όρους σχετικούς με τα ερωτήματά μας για το 18ο αιώνα».

Oλόκληρο το κείμενο στο 2ο τεύχος ResPublica