Ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων στην κοινωνική αναπαραγωγή. Διαμαρτυρία και κινητοποίηση – Θεόδωρος Ντρίνιας

Giorgio de Chirico – Le Triomphe, 1928-1929

Απόσπασμα από: «Ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων στην κοινωνική αναπαραγωγή»

Προδημοσίευση από το 2ο τεύχος ResPublicaΣημειώσεις εκτός γραμμής για την ριζική κοινωνική αλλαγή. (Το νέο τεύχος Κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο 2019)

Τα διαφοροποιημένα λειτουργικά υποσυστήματα της νεωτερικής κοινωνίας δεν έχουν την ανάγκη της ηθικής για να επιτελέσουν τις βασικές λειτουργίες τους. Λειτουργούν σε μια συνθήκη υψηλής α-ηθικότητας. Οι δυαδικοί κώδικες συγκρότησής τους, παρέχουν κάθε φορά τα κριτήρια (με την «ερμηνευτική» βοήθεια των προγραμμάτων) για το ποια επικοινωνία αφορά στο πεδίο λειτουργίας τους και γίνεται αποδεκτή και πια δεν αφορά και απορρίπτεται. Ο δυαδικός κώδικας λειτουργίας της ηθικής (καλό/κακό) δεν μπορεί να επηρεάσει τους αυτόνομους κώδικες λειτουργίας τους. Μπροστά στο ταμείο μιας υπεραγοράς, τα ευρώ ενός πολύτεκνου βιοπαλαιστή έχουν την ίδια ακριβώς αγοραστική αξία με αυτά ενός προαγωγού˙ μπροστά στην εκλογική κάλπη, η ψήφος μιας μοναχής και ενός επαγγελματία εκτελεστή συμβάλλουν εξίσου στο εκλογικό αποτέλεσμα. Στην ώριμη νεωτερική κοινωνία δεν υπάρχει ένας αυστηρός καθορισμός των καταστάσεων, οι οποίες έχουν καθολική ισχύ για όλους στην απόδοση υπόληψης ή ανυποληψίας (κοινωνική λειτουργία της ηθικής). Οι αξίες, από τις οποίες συνάγονται αυτές οι καταστάσεις, υπόκεινται σε ιστορική σχετικοποίηση. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ηθική απουσιάζει από τις κοινωνικές λειτουργίες. Αντίθετα η ηθικολογική επικοινωνία χρησιμοποιείται συχνά στους κοινωνικούς ανταγωνισμούς, στο βαθμό που οι συγκρούσεις δεν οργανώνονται μόνο στη βάση αντιπαράθεσης γεγονότων και πραγματικοτήτων αλλά και σε αυτή της αντιπαράθεσης αξιών (ή έστω της παραβίασης αυτών). Η χρήση του ηθικού λόγου στην κοινωνική επικοινωνία έχει διττό στόχο: αφενός, απαξιώνει ολοκληρωτικά τον αντίπαλο˙ αφετέρου, οδηγεί στην αυτο-εξαίρεση από τα κριτήρια ηθικής αξιολόγησης εκείνου που κάνει τη χρήση του. Συνεπώς, αποτελεί μέσο υψηλής αποτελεσματικότητας.

Όπως τονίσαμε σε προηγούμενη ενότητα, τα κοινωνικά κινήματα προβαίνουν σε πλούσια χρήση του ηθικού λόγου, αποδίδοντας απόλυτη ισχύ και προτεραιότητα στην εκάστοτε αξία που υπερασπίζονται. Η απλουστευτική σχηματοποίηση του «καλού» και του «κακού» προσδίδει μεγάλη λειτουργικότητα στη διαμαρτυρία. Με αυτόν τον τρόπο, τα κινήματα τροφοδοτούν την κοινωνική επικοινωνία με υψηλές δόσεις ηθικού λόγου. Όταν οι αξίες που προπαγανδίζουν και στην υπεράσπιση των οποίων αφοσιώνονται, εισέρχονται στο πεδίο των λειτουργικών υποσυστημάτων, εγκαθίστανται ως σημασιολογικές σταθερές που διαμορφώνουν συνθήκες υποκίνησης προς δράση. Αν, δε, επενδυθούν με δόσεις ηθικής, διαμορφώνουν συνθήκες συγκρουσιακής δράσης. Να επιμείνουμε στη διευκρίνηση ότι, όπως κάθε τι που προέρχεται από το περιβάλλον τους, τα λειτουργικά υποσυστήματα μεταχειρίζονται τις αξίες και τον ηθικό λόγο στη βάση της αυτοαναφορικής αναπαραγωγής τους. Οι αξίες δεν έχουν πια ονομαστικό περιεχόμενο, καθορισμένο εκ των προτέρων ή από μια εξωτερική πηγή νομιμοποίησης, αλλά συστημικά προσδιορισμένο. Το περιεχόμενο αποδίδεται από το σύστημα που τις προσλαμβάνει και τις χρησιμοποιεί στις λειτουργίες της αναπαραγωγής του. Αλλιώς προσλαμβάνεται, για παράδειγμα, ο ανθρωπισμός στο πολιτικό σύστημα, αλλιώς στην οικονομία ή στην τέχνη, διαφορετικά στην επιστήμη ή στη θρησκεία και διαφορετικά από ένα κίνημα υπέρ των δικαιωμάτων των προσφύγων. Η, κατά βάση, α-ηθική λειτουργία των λειτουργικών υποσυστημάτων, χρησιμοποιεί τον ηθικό λόγο και τις αξίες των κινημάτων (και όχι μόνο, φυσικά) για να γίνει πιο αποτελεσματική.

Το σύγχρονο πολιτικό σύστημα οργανώνεται γύρω από την κυρίαρχη σημασία του Κράτους. Στην πραγματικότητα η άσκηση κυριαρχικής εξουσίας στην κοινωνία κατανέμεται και επικοινωνείται δια μέσω ενός πλήθους διακριτών δομών και θεσμών, πολλοί εκ των οποίων δύσκολα μπορούν ταυτοποιηθούν με ό,τι κοινώς προσλαμβάνεται ως «κράτος». Η έννοια του «πολιτικού» συγκροτείται και αναφέρεται στην πολύπλοκη ύφανση επικοινωνιακών ενεργημάτων, προερχόμενων από πολλές και ετερόκλητες πηγές. Δεν μπορεί να περιοριστεί σε αυτό που λέγεται «κρατικές αποφάσεις». Παρ’ όλα αυτά, το κράτος παραμένει η κυρίαρχη αυτό-περιγραφή του πολιτικού συστήματος, γύρω από την οποία απλοποιείται και ενοποιείται η πολιτική επικοινωνία.

Τα κοινωνικά κινήματα θέτουν, μέσα από τη διαμαρτυρία και την κινητοποίηση, συνεχώς νέα ζητήματα που προκαλούν όχληση και διέγερση σε ποικίλα λειτουργικά κοινωνικά υποσυστήματα. Όμως, τα νέα προβλήματα που αναδεικνύονται από την κινηματική δράση, πιστοποιούν το γεγονός ότι το υπάρχον καθεστώς νομικής προστασίας και αναδιανεμητικών ρυθμίσεων δεν επαρκεί.  Ρητά ή άρρητα, η συντριπτική πλειοψηφία των κινημάτων αναμένει από (και πιέζει) το πολιτικό σύστημα να ασκήσει τον αποφασιστικό και ρυθμιστικό ρόλο του. Περιμένει από το «κράτος» ή τα «κράτη» (αν πρόκειται για διεθνικά κινήματα) να «κάνουν κάτι». Μόνο όταν υπάρξει η σχετική κρατική απόφαση, ένα αίτημα θεωρείται στοιχειωδώς «δικαιωμένο». Οι οικολόγοι περιμένουν μια κρατική ρύθμιση που θα μειώνει το μέγεθος των ψαριών προς αλίευση, οι ομοφυλόφιλες γυναίκες την κρατική αναγνώριση του γάμου τους, οι φιλομεταναστευτικές κινήσεις μια μείωση του χρόνου αναμονής για απόκτηση ιθαγένειας και τα διεθνικά κινήματα την επιβολή κρατικών δασμών στις εμπορικές συναλλαγές ή την επιβολή εμπάργκο σε ένα καταπιεστικό καθεστώς της Ανατολικής Ευρώπης. Ακόμα και οι πιο ριζικές εκδοχές των κοινωνικών κινημάτων αναγκάζονται να αποδεχτούν (ή να δοξολογήσουν) την πρωτοκαθεδρία του πολιτικού με την «κρατική» μορφή του. Το πολιτικό σύστημα αναβαθμίζεται, μέσα από τη διαχείριση της διαμαρτυρίας, και επανανομιμοποιείται στην κοινή γνώμη, στην παραπλανητική πρόσληψή του ως κέντρου της κοινωνίας.

Oλόκληρο το κείμενο στο 2ο τεύχος ResPublica