Δοκίμιο για δυο δοκιμιογράφους: Γιώργος Θεοτοκάς – Ρόδης Ρούφος

Pierre-Auguste Renoir – Χορός στο Μύλο της Γαλέττας, 1876, Μουσείο Ορσέ, Παρίσι

Κείμενο: Ραφαήλ Τσαρτσάλης

Αυτός που πάσχει από αμνησία καταντά να του αφηγούνται την ζωή του άλλοι. Και μια κοινωνία, σαν την δικιά μας, που αγνοεί την ιστορία φτάνει να νομίζει με την βλακώδη αυτοπεποίθηση των μωρών πως όλα όσα βλέπει τα ανακάλυψε η ίδια για πρώτη φορά. Μια από αυτές τις ανακαλύψεις είναι η λεγόμενη μη –μυθοπλασία, καινούργια έννοια, παλιό πράγμα. Τι είναι η μη-μυθοπλασία; Στην πράξη πολύ συχνά δεν είναι τίποτα περισσότερο από τις λογοτεχνικές απόπειρες σε πεζό ανθρώπων που δεν διαθέτουν ούτε την φαντασία που χρειάζεται η πλοκή ενός μυθιστορήματος ούτε την πολυμάθεια και την κριτική ικανότητα που απαιτεί μια σοβαρή μελέτη. Γενικότερα, και πιο κοντά στο πνεύμα εκείνων που μετέρχονται τον όρο, μη μυθοπλασία σημαίνει οποιαδήποτε πεζογραφική απόπειρα με λογοτεχνικές αξιώσεις η οποία δεν στηρίζεται στην αφήγηση φανταστικών συμβάντων. Έτσι, η μη μυθοπλασία μπορεί να περιλαμβάνει δοκίμια, ημερολόγια, ιστορικές βιογραφίες, αυτοβιογραφικά γραπτά, στοχασμούς επί παντός επιστητού και ούτω καθεξής και όλους τους δυνατούς συνδυασμούς τους. Προβάλλει έτσι στην λογοτεχνία ως μια εναλλακτική στο μυθιστόρημα και το διήγημα, ως μια πρωτότυπη απάντηση στον κορεσμό του μυθιστορηματικού είδους.

Το μόνο πρόβλημα με αυτή την αντίληψη είναι ότι η μη μυθοπλασία ούτως ή άλλως κυριαρχούσε στην πεζή λογοτεχνία της Ευρώπης για κοντά δυόμιση χιλιετίες. Επειδή τείνουμε να ταυτίζουμε απόλυτα την πεζή λογοτεχνία, δηλαδή την απόπειρα να επιτευχθεί δια του πεζού λόγου εκείνη η απροσδιόριστη επίδραση στο κοινό που χαρακτηρίζει την τέχνη κάθε είδους, με το μυθιστόρημα πρωτίστως και δευτερευόντως με το διήγημα και αντίθετα να κρίνουμε όλα τα άλλα κείμενα μόνο ως προς την επιστημονική εγκυρότητα των στοιχείων και των συλλογισμών τους, ξεχνούμε πως το μυθιστόρημα είναι ένα σχετικά καινούργιο είδος που μόλις τον δέκατο ένατο αιώνα κυριάρχησε για τα καλά στις προτιμήσεις του κοινού. Πριν τα χίλια οχτακόσια, από την εποχή των πρώτων λογογράφων της Ιωνίας, οι αναγνώστες αναζητούσαν λογοτεχνική ευχαρίστηση, και όχι απλώς ενημέρωση ή μόρφωση σε κάθε είδους πεζογραφήματα. Οι διάλογοι του Πλάτωνα και οι αγορεύσεις του Κικέρωνα, οι λόγοι των μεγάλων ιεροκηρύκων και τα έργα των κλασσικών ιστορικών υπήρξαν για αμέτρητες γενιές μορφωμένων Ευρωπαίων λογοτεχνικά πρότυπα, ενώ το μυθιστόρημα θεωρούνταν για πολύ καιρό ένα είδος παρακατιανό.

Μέσα σε αυτό το άγριο δάσος της πεζής λογοτεχνίας, προτού μετατραπεί σε ομοιόμορφο λιβάδι για να βοσκάνε οι μυθιστοριογράφοι, εμφανίζεται σχετικά αργά, τον καιρό της Αναγέννησης, το δοκίμιο. Εδώ το όνομα αναγνωρίζεται ευκολότερα από το πράγμα. Πολλοί ξέρουν ότι νονός και εφευρέτης του δοκιμίου είναι ένας Γάλλος, ο Μονταινί, ο οποίος εξέδωσε τα δοκίμιά του το 1580. Πριν απ’ αυτόν ο Πλούταρχος και στους βυζαντινούς χρόνους ο Θεόδωρος Μετοχίτης έγγραψαν σύγχρονες πραγματείες πρόδρομες των δοκιμίων αυτών αλλά η σύμβαση αναγνωρίζει τον Μονταινί ως πατέρα του είδους. Τι είναι όμως το δοκίμιο; Είναι ευκολότερο να ξεκινήσουμε απ’ το τι δεν είναι. Πρώτα απ’ όλα δεν είναι μυθιστόρημα, γιατί δεν εκτείνεται σε μάκρος και δεν στηρίζεται στην αφήγηση κάποιας μυθοπλασίας, άρα δεν είναι και διήγημα. Επίσης δεν είναι εκτεταμένη φιλοσοφική ή επιστημονική μελέτη, με παραπομπές και βιβλιογραφία, απευθυνόμενη σ’ ένα ακαδημαϊκό κοινό ή ένα κοινό που να επιζητεί ακαδημαϊκές γνώσεις. Βέβαια, από πολύ νωρίς εμφανίστηκε η συνήθεια τέτοιου είδους μελέτες να επιγράφονται από τους συγγραφείς τους δοκίμια, αλλά κάτι τέτοιο καθιστά ακόμα και μια απλή περιγραφή σαν αυτή που επιχειρούμε εδώ, πόσο μάλλον έναν ορισμό, του δοκιμίου, αδύνατη, στερώντας τον όρο από κάθε νόημα. Το πραγματικό δοκίμιο είναι σύντομο και έχει λογοτεχνικές αξιώσεις. Ακόμα πιο σίγουρο είναι ότι δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο θέμα. Όλα τα θέματα, από τα πιο ανάλαφρα και κωμικά, όπως οι άνθρωποι που τρέχουν πίσω απ’ το καπέλο τους, μέχρι τα πιο σοβαρά και μεγαλόπνοα, όπως η ουσία του χρόνου και ο ρόλος του Αμερικανού διανοούμενου, μπορούν να γίνουν υλικό ενός δοκιμίου. Τέλος, το δοκίμιο είναι είδος στοχαστικό. Ακόμα και όταν ο δοκιμιογράφος περιγράφει ένα πρόσωπο, μια κοινωνική συμπεριφορά ή αφηγείται ένα γεγονός αναμιγνύει σ’ αυτά τις σκέψεις του και γι’ αυτό η προσωπικότητά του ίσως γίνεται γενικά αισθητότερη απ’ ό,τι σε άλλα είδη.

Το δοκίμιο δεν κατόρθωσε ποτέ να αποκτήσει μεγάλη δημοφιλία, παρόλο που αναπτύχθηκε λιγότερο ή περισσότερο σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές λογοτεχνίες, κάποτε από μεγάλους συγγραφείς, όπως τον Γκραθιάν στην Ισπανία του δεκάτου εβδόμου αιώνα και τον Ουναμούνο του εικοστού, τον Τσβάιχ και τον Ρίλκε στον γερμανόφωνο χώρο ή τον Καμύ στην Γαλλία. Εκεί όμως που γνώρισε την μεγαλύτερη άνθηση και οι συγγραφείς του χαίρουν της μεγαλύτερης εκτίμησης, όπου σε κάθε αιώνα εμφανίζονται αδιάκοπα αριστουργήματα από κάθε ιστορία της ντόπιας λογοτεχνίας είναι αναμφισβήτητα η Αγγλία και η αγγλόφωνη λογοτεχνία γενικότερα. Εκεί εμφανίζεται τον δέκατο έβδομο αιώνα ο σερ Τόμας Μπράουν, τον δέκατο όγδοο οι Διόσκουροι Άντισον και Στηλ και ο Σάμουελ Τζόνσον, ο συγγραφέας με το μεγαλύτερο κύρος στην εποχή του, τον δέκατο ένατο οι μεγάλοι ρομαντικοί δοκιμιογράφοι που αντικατέστησαν τους μεγάλους ρομαντικούς ποιητές, ο Λαμπ, ο Χάζλιτ, ο ντε Κουίνσυ, και ακόμα ο ο Κάρλαϊλ και ο Ράσκιν, στο γύρισμα του αιώνα πάλι η κωμική ιδιοφυΐα του Γκίλμπερτ Τσέστερτον, και στον εικοστό, δίπλα σε ονόματα σαν του Τ.Σ. Έλιοτ και της Βιρτζίνιας Γουλφ, ο Τζορτζ Όργουελ, εκτιμώμενος συχνά ως ο μεγαλύτερος Άγγλος δοκιμιογράφος του περασμένου αιώνα. Στην Ελλάδα αντίθετα το δοκίμιο υπήρξε είδος υπανάπτυκτο. Ούτε στα ράφια των βιβλιοπωλείων ούτε στις δημόσιες βιβλιοθήκες θα βρει κανείς να έχει περίοπτη θέση. Στην μέση εκπαίδευση, δοκίμια, συνήθως τα πιο μέτρια, διδάσκονται στο μάθημα της νεοελληνικής της γλώσσας, αλλά, αν δεν κάνω λάθος, όχι σε αυτό της καθαυτό λογοτεχνίας, καθώς προφανώς δεν κρίνονται άξια να σταθούν δίπλα στα ποιήματα, τα διηγήματα, και τα αποσπάσματα μυθιστορημάτων. Κι όμως η ελληνική λογοτεχνία δεν κατόρθωσε ίσως λιγότερα στον τομέα αυτό απ’ ό,τι κατάφερε, προσπαθώντας πολύ περισσότερο, στο μυθιστόρημα διαθέτοντας μερικούς αληθινά σπουδαίους δοκιμιογράφους όπως τον Εμμανουήλ Ροΐδη, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, τον Γιώργο Θεοτοκά και τον Ρόδη Ρούφο. Απ’ αυτούς οι δυο τελευταίοι διαθέτουν χαρακτηριστικά που τους κάνουν να ξεχωρίζουν απ’ τους άλλους και να μοιάζουν μεταξύ τους και μ’ αυτούς θ’ ασχοληθούμε παρακάτω.

Ά

Ρόδης Ρούφος (1924-1972)

Γεννημένος δεκαοχτώ χρόνια μετά τον Θεοτοκά, ο Ρούφος θα μπορούσε να αποκληθεί μικρός Θεοτοκάς, όπως ο Κορίνθιος ρήτορας Δείναρχος ονομάστηκε μικρός Δημοσθένης. Αμφότεροι ήταν αστοί, Ευρωπαίοι, όχι απλώς φιλοευρωπαίοι, σταθερά φιλελεύθεροι στην πολιτική τους στάση και την γενική κοσμοθεωρία τους, καλλιέργησαν το δοκίμιο και επιχείρησαν να γράψουν μυθιστορήματα τοιχογραφίες εποχής, όπου πραγματεύονταν όλα τα μεγάλα πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα του καιρού τους. Ως προς αυτό κανείς τους δεν ευτύχησε ολότελα και ο Ρούφος ειδικά δίκαια κατατάσσεται στους ήσσονες μυθιστοριογράφους.

Από τα μισοξεχασμένα σήμερα μυθιστορήματά του καλύτερη εντύπωση κάνει η συλλογή δοκιμίων με τον τίτλο οι Μεταμορφώσεις του Αλάριχου, από το πιο διάσημο αναμεταξύ τους, η οποία μάλιστα επανεκδόθηκε πρόσφατα. Όπως συμβαίνει συχνά όταν τα έργα παλιών συγγραφέων ξαναβγαίνουν μετά από καιρό προβλήθηκε η επικαιρότητα των δοκιμίων, πρώτα απ’ όλα απ’ τον εκδότη τον ίδιο. Τέτοια επικαιρότητα δεν υπάρχει. Τα κείμενα αυτά ασχολούνται ξεκάθαρα με ζητήματα της εποχής του συγγραφέα, την εθνικοφροσύνη, τον Ψυχρό Πόλεμο, το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος, την δικτατορία των συνταγματαρχών και τα ζητήματα αυτά ανήκουν όλα πλέον στον χώρο της μελέτης του παρελθόντος, ξένα στις σημερινές γενιές. Ο Ψυχρός Πόλεμος και οι πολιτικές πραγματικότητές του τέλειωσαν εδώ και τριάντα χρόνια, η χούντα ως απόληξη όλης της μετεμφυλιακής τάξης πραγμάτων δεκαπέντε χρόνια πρωτύτερα και τίποτε απ’ τα δυο δεν απειλεί να ξαναεμφανιστεί ή μοιάζει σοβαρά με τις κρίσεις του παγκοσμιοποιημένου κόσμου, του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ώριμων έως παραγινομένων ευρωπαϊκών φιλελεύθερων καθεστώτων, του ελληνικού συμπεριλαμβανομένου.

Μα τότε τι ενδιαφέρον μπορούν να έχουν τα δοκίμια του Ρούφου; Αυτό έγκειται στον τρόπο που πραγματεύεται τα θέματά του ο Ρούφος, ο τρόπος ενός γνησίου φιλελευθέρου και τέκνου του Διαφωτισμού. Παντού εφαρμόζει ένα ψύχραιμο ορθολογισμό. Όταν ασχολείται με κάτι, λόγου χάρη μια αποτίμηση της ελληνιστικής εποχής, παραθέτει τα δεδομένα, ψάχνει ομοιότητες και διαφορές, ορίζει τις έννοιες που χρησιμοποιεί, ζητά να βρει τις αντιφάσεις και τις λογικές συνέπειες ενός ισχυρισμού ή κάποιου επιχειρήματος για να καταλήξει προσεκτικά σε κάποια συμπεράσματα που δεν αισθάνεσαι ποτέ ότι τα είχε έτοιμα και περίμενε αφορμή για να σου τα σερβίρει. Το χαρακτηριστικότερο δοκίμιο του απ’ αυτή την άποψη, περισσότερο και από τις υποβλητικές Μεταμορφώσεις του Αλάριχου, είναι Η νεοελληνική συντηρητική ιδεολογία. Εδώ με τετράγωνη λογική και επιστημονική αυστηρότητα, περισσότερη απ’ όση θα βρει κανείς στο έργο πολλών ακαδημαϊκών1, ξεκινάει να μελετήσει τον νεοελληνικό συντηρητισμό. Αρχίζει με μια παρουσίαση και δικαιολόγηση της μεθόδου του, προχωράει με ορισμένες δύσκολα αμφισβητήσιμες εμπειρικές παρατηρήσεις και απ’ αυτές εξάγει τα συστατικά του συντηρητισμού, που τα ορίζει ως την τριάδα πατρίς θρησκεία οικογένεια, τα οποία εξετάζει ένα ένα αναλυτικά ως προς την φύση και τις κοινωνικοπολιτικές του συνέπειες, μετά ελέγχει την λογική τους σχέση και τα επιχειρήματα της αντίπαλης άποψης και καταλήγει σε μια σύγκριση της νεοελληνικής συντηρητικής ιδεολογίας όπως την έχει περιγράψει με τις τάσεις στην κοινωνία ούτως ώστε να κάνει λογικά αναγκαίες προβλέψεις για το μέλλον της. Αρνητικό καθρέφτισμα τούτης της θετικής εφαρμογής του ορθού λόγου είναι ένα μικρό κείμενο του 1955 (Άνθρωποι και βιβλία). Εκεί, σε μια βιβλιοκρισία του έργου ενός υπερσυντηρητικού κοινωνιολόγου, κατακεραυνώνει τις πομπώδεις λέξεις με το ασαφές νόημα, την έλλειψη ακριβολογίας και την αδιαφορία για την τυπική λογική, τις αναπόδεικτα αυταπόδεικτες διακηρύξεις.

Ο ορθολογισμός του Ρούφου είναι οργανικό στοιχείο του φιλελευθερισμού του. Λίγοι Έλληνες διανοούμενοι, και τότε και τώρα έχουν τόσο ξεκάθαρη συνείδηση της ιδεολογίας τους και ευρύτερα των διανοητικών εργαλείων με τα οποία καταλαβαίνουν και αξιολογούν τον κόσμο. Και αυτοί που περηφανεύονται για την άγνοιά τους, δηλώνοντας πάνω από ιδεολογίες, είναι σαφώς περισσότεροι. Γιατί ο Ρούφος γνωρίζει σε βάθος την πνευματική παράδοση τις αξίες της οποίας επικαλείται, για αυτό και αρνείται επίμονα να τις συμβιβάσει με το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες ή να κάνει τα στραβά μάτια όταν αυτές καταπατούνται σε βάρος των ιδεολογικών αντιπάλων του φιλελευθερισμού. Δεν συμπαθεί τις φιλοαμερικάνικες δικτατορίες περισσότερο απ’ τα σοβιετικά καθεστώτα ούτε δέχεται ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα σταματάνε μπροστά στις πόρτες των κομμουνιστών. Έχοντας πει όλα αυτά, θα είχε πράγματι ενδιαφέρον να αντιπαραβάλλουμε τον Ρούφο με όλους εκείνους τους σημερινούς Έλληνες διανοουμένους που χρησιμοποιούν τον φιλελευθερισμό και τον Διαφωτισμό σαν πολεμική ιαχή, αλαλάζοντας την καθώς εκτοξεύουν ύβρεις και κατηγορίες για σατανικά σχέδια εναντίον των αντιπάλων τους με όλη την υστερική μισαλλοδοξία των μεσαιωνικών καλόγερων, άνθρωποι πάντα πρόθυμοι να φωνάξουν την αστυνομία και τον εισαγγελέα όταν κάποιος λέει πράγματα που δεν τους αρέσουν ενώ κατά τα άλλα μαζεύουν υπογραφές όταν μηνύονται οι ομοϊδεάτες τους, τόσο εξοικειωμένοι με τον ορθό λόγο, όσο ήταν με τα μαχαιροπίρουνα οι Ιχθυοφάγοι.

Όσον αφορά το ύφος των δοκιμίων του Ρούφου, αντανακλά και εντείνει την εντύπωση της πνευματικής του στάσης. Λιτό, συγκρατημένο, δίχως ρητορείες ή εξάρσεις, ενίοτε ειρωνικό, θυμίζει κάποτε Γάλλους συγγραφείς του δεκάτου ογδόου αιώνα. Η καθαρότητα της γραφής ευχαριστεί μαζί με την καθαρότητα της σκέψης. Κάποτε βέβαια γίνεται υποβλητικότερο, όπως στις διάσημες Μεταμορφώσεις του Αλάριχου ή το δοκίμιο για τα γενέθλια του Σεφέρη, αφήνοντας χώρο σε μελαγχολικές αναπολήσεις η ποιητικά αποσπάσματα. Ακόμα και τότε όμως το πάθος δεν ταράζει την ηρεμία της γραφής περισσότερο απ’ όσο το επιτρέπει το μέτρο.

΄Β

Γιώργος Θεοτοκάς (1906-1966)

Κανένας άλλος Έλληνας συγγραφέας, με την εξαίρεση του μεγάλου Ζήσιμου Λορεντζάτου, δεν αξίζει τον τίτλο του δοκιμιογράφου όσο ο Γιώργος Θεοτοκάς. Βέβαια πολλοί συγγραφείς, ιδίως τον εικοστό αιώνα, έχουν στην εργογραφία τους συλλογές δοκιμίων, όπως είναι ο Τερζάκης, ο Παναγιωτόπουλος, ο Ελύτης κι άλλοι. Αλλά γι’ αυτούς τους ποιητές ή μυθιστοριογράφους τα δοκίμιά τους ήταν ένα πάρεργο και ως τέτοια τ’ αντιμετώπισε και το κοινό. Ως πάρεργα άλλωστε περιγράφει κι ο Ρούφος τα δοκίμιά του σε σχέση με τα μυθιστορήματά του. οπωσδήποτε αυτή δεν είναι η περίπτωση του Θεοτοκά.

Κατ’ αρχάς ο Θεοτοκάς είναι εξ όσων γνωρίζω ο μόνος Έλληνας λογοτέχνης που καθιερώνεται μ’ ένα δοκίμιο, μανιφέστο της λεγόμενης γενιάς του τριάντα, το Ελεύθερο Πνεύμα του 1929, όταν είναι μόλις εικοσιτριών χρονών. Ανάμεσα σ’ αυτό και την ολοκλήρωση του πρώτου του μυθιστορήματος, της Αργούς, το 1936, θα μεσολαβήσουν επτά ολόκληρα χρόνια, στο διάστημα των οποίων παρεμβάλλονται κι άλλα δοκίμια. Έξω απ’ αυτό ο Θεοτοκάς έχει πλήρη επίγνωση της σημασίας του δοκιμίου ως λογοτεχνικού είδους. Σ’ ένα ωραιότατο δισέλιδο δοκίμιο για το δοκίμιο, γραμμένο στα 1940, εκφράζει τις απόψεις του για το θέμα. Το δοκίμιο, λέει, είναι λογοτεχνικό είδος όσο κι όλα τ’ άλλα, «ικανοποιεί ορισμένες καλλιτεχνικές αξιώσεις» και μάλιστα κανένα πεζογραφικό είδος «δεν είναι πιο ελεύθερο, αλλά ούτε και πιο αυστηρό, πιο απαιτητικό». Καταλήγει λέγοντας ότι απευθύνεται στους «μερακλήδες», εκείνους που απολαμβάνουν το καλό γράψιμο. Δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο για να του απονεμηθεί ο ασυνήθιστος στα γράμματά μας τίτλος του δοκιμιογράφου.

Αν ο αρμονικός, συμμετρικός μα καμιά φορά ψυχρός λόγος του Ρούφου φέρνει στον νου τον Ισοκράτη, ο Θεοτοκάς αντιστοιχεί στον Δημοσθένη. Όπως εκείνος, πετυχαίνει την τέλεια σύζευξη σκέψης και συναισθήματος, έτσι που η ένταση του πάθους δεν θολώνει την διαύγεια του πνεύματος και η λογική δεν κάνει χλιαρό το συναίσθημα. Ο Θεοτοκάς δεν εκθέτει, τις ζει τις ιδέες του. Στα γραφτά του η δημοκρατία βγαίνει βόλτα μετά την δουλειά στις κωμοπόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών, τα υπαρξιακά άγχη της κοινωνίας της αφθονίας ταλαιπωρούν τους ανικανοποίητους νέους στην Σουηδία, η αγωνία για το μέλλον αιωρείται σαν σύννεφο πάνω απ’ την μεταπολεμική Ευρώπη. Ήδη από τον καιρό του Ελεύθερου Πνεύματος, όσα βλέπει, όσα νιώθει, όσα σκέφτεται φτάνουν στον αναγνώστη ως ένα συναρπαστικό όλο που κάνει κι εκείνον να σκέφτεται, να νιώθει, να βλέπει.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το υπέροχο δοκίμιο Ο Ταξιδιώτης της Οργισμένης Εποχής, γραμμένο λίγο μετά τον πόλεμο, το 1947. Εδώ, με έναν τρόπο που θυμίζει τα βρετανικά ντοκυμανταίρ του Χάμφρεϋ Τζένινγκς τον καιρό του πολέμου, με το μοντάζ τους από διαφορετικές εικόνες ώστε ν’ αναδειχθεί η εμπειρία του πολέμου και το πνεύμα της Βρετανίας, υφαίνει μια σειρά από στιγμιότυπα σ’ ένα πανοραμικό τάπητα της Ευρώπης την επαύριο του πολέμου. Διαβάζουμε για έναν Νιγηριανό που απαγγέλει Σαίξπηρ στην αγγλική ύπαιθρο, για την ομορφιά της Ρώμης και την γοητεία του Λονδίνου, για έναν Άγγλο ποιητή, πρώην κομμουνιστή, που προπαγανδίζει την ειρήνη και την βελτίωση του κόσμου, για μια επίσκεψη του Χίτλερ σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης την περίοδο του Ολοκαυτώματος, για την πίστη ενός απλού Γάλλου στο μέλλον της πατρίδας του, για μια Ιταλίδα περιοδεύουσα πωλήτρια που θρηνεί τον αγαπημένο της, σκοτωμένο ίσως από Έλληνες στρατιώτες στην Αλβανία, για το Παρίσι και τον καθεδρικό της Σαρτρ, επιβλητικό σύμβολο ενός πολιτισμού που παραλίγο να χαθεί για πάντα. Όλα αυτά έχουν την ζωντάνια ενός μυθιστορήματος και την ίδια στιγμή είναι εν τέλει ακριβείς παρατηρήσεις για το τι είχε συμβεί, τι συνέβαινε και τι θα μπορούσε να συμβεί στην Ευρώπη το 1947. Ο Θεοτοκάς θεωρούσε ότι το σημαντικότερο σ’ ένα μυθιστόρημα είναι οι ζωντανοί κι αξιομνημόνευτοι χαρακτήρες και αυτό επεδίωκε για τα μυθιστορήματά του. Σε γενικές γραμμές, σε σύγκριση τουλάχιστον με άλλους, δεν το κατάφερε. Αλλά σε δοκίμια σαν κι αυτό, απελευθερωμένος από πλοκή και χαρακτήρες, φανερώνεται ένας μεγάλος συγγραφέας.

Ως προς τον Ρούφο, ο Θεοτοκάς είναι επίσης περισσότερο επίκαιρος. Αυτό οφείλεται ίσως εν μέρει στο ότι ανήκε σε μια γενιά που από το τέλος του πρώτου μέχρι το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου είχε εικοσιπέντε χρόνια, τα χρόνια του περάσματος από την παιδική ηλικία στην ωριμότητα, για να σκεφτεί όλα τα φλέγοντα ζητήματα της εποχής της, που τύχαινε να είναι ταυτόχρονα, σ’ αυτή την εποχή που ο κόσμος διαλύθηκε και χτίστηκε απ’ την αρχή, και όλα τα θεμελιώδη προβλήματα του σύγχρονου κόσμου. Πρέπει όμως να αποδοθεί και σε μια μεγαλύτερή του διορατικότητα, κι ας έχει ο Ρούφος κατά τα φαινόμενα πιο μεγάλη κοινωνιολογική μόρφωση. Βέβαια, ο Θεοτοκάς δεν είναι μεγάλος στοχαστής, οι ιδέες του δεν είναι πρωτότυπες παρά εκείνες οποιουδήποτε ενημερωμένου και παρατηρητικού φιλελεύθερου Ευρωπαίου του καιρού του. Άλλωστε η νεώτερη Ελλάδα δεν έβγαλε ποτέ τέτοιους. Έχει να επιδείξει, σε βαθμό όχι μικρότερο από άλλα δυτικά κράτη αναλόγου μεγέθους, μεγάλους ποιητές, μεγάλους φιλολόγους (από τον Κοραή μέχρι τον Κακριδή), μεγάλους ιστορικούς (από τον Παπαρρηγόπουλο μέχρι την Αγγελική Λάιου και την Αρβελέρ), τουλάχιστον έναν παγκοσμίου φήμης μαθηματικό (τον Καραθεοδωρή) και έναν αντίστοιχο γιατρό (τον Παπανικολάου) και πολλούς διακεκριμένους επιστήμονες σε διάφορους κλάδους, αλλά από φιλοσόφους και κοινωνικούς επιστήμονες μετά την Άλωση ούτε δείγμα. Έτσι, ούτε πρώτος ο Θεοτοκάς στην ιστορία της δυτικής σκέψης διατυπώνει το ιδεώδες του φιλελευθερισμού και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου, ούτε πρώτος εφιστά την προσοχή στην πολιτισμική κρίση και τα υπαρξιακά άγχη της βιομηχανικής κοινωνίας. Και οι σκέψεις του για την ιστορική εξέλιξη του Ελληνισμού αντανακλούν ιστορικές συνθέσεις άλλων. Είναι όμως ικανός για παρατηρήσεις μεγάλης ενάργειας και βάθους πάνω σε θέματα που μας απασχολούν τώρα όσο και τότε.

Το πρώτο μέρος του Ελεύθερου Πνεύματος είναι ίσως η γλαφυρότερη περιγραφή της ταυτόχρονης ενότητας και πολλαπλότητας του ευρωπαϊκού πολιτισμού που έχει γραφεί σε οποιαδήποτε γλώσσα και θα έπρεπε να διδάσκεται σε όλα τα ευρωπαϊκά σχολεία. Η Ευρώπη είναι μάλλον το θέμα για το οποίο ο Θεοτοκάς έχει να πει τα περισσότερα και τα πιο ενδιαφέροντα, ξεχωρίζοντας από το πλήθος των συγχρόνων του. Δέκα χρόνια μετά το Ελεύθερο Πνεύμα, το 1939, τις παραμονές ενός ακόμα πολέμου ανάμεσα σ’ όλα τα ευρωπαϊκά έθνη, διαβλέπει ξεκάθαρα την ανάγκη μιας ομοσπονδιοποίησης της Ευρώπης και θα επανέλθει σ’ αυτή και στα κατοπινά γραπτά του, ιδίως την αμέσως μεταπολεμική περίοδο, υποστηρίζοντας ότι το έθνος κράτος έχει γίνει πολύ μικρό για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα και τις κρίσεις του σύγχρονου κόσμου. Την ίδια στιγμή, όπως αντιλαμβάνεται την εσωτερική ποικιλομορφία της Ευρώπης προειδοποιεί εξ ίσου σοφά ότι μια τέτοια ενοποίηση δεν μπορεί να γίνει χωρίς την συναίνεση των λαών, σαν ένα πείραμα των «τεχνικών εγκεφάλων», ούτε περιφρονώντας το φιλότιμό τους, τα πάθη τους, ακόμα και τις φαντασιοπληξίες τους. Όλα αυτά δύσκολα αφήνουν αδιάφορο τον αναγνώστη μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που το μέλλον της είναι άδηλο, στο επίκεντρο πια και αυτών των εσωτερικών πολιτικών ανταγωνισμών, άρρηκτα συνδεδεμένο με το μέλλον της δικής του ζωής, όποια κι αν είναι η στάση του απέναντί τους.

Αλλά και για την Ελλάδα και την ελληνική εθνική ταυτότητα έχει να πει μερικά πράγματα άξια προσοχής. Πρώτα απ’ όλα έχει να μας πει ότι είμαστε Ευρωπαίοι, όχι κληρονομικώ δικαίω, χάρη στους ένδοξους ημών προγόνους, αλλά εμείς οι ίδιοι, άμεσα, με τον ίδιο πεζό μα πραγματικό τρόπο που είναι οι Βέλγοι ή οι Ιρλανδοί. Και ακόμα ισχυρίζεται ότι ταυτόχρονα έχουμε στοιχεία από το Βυζάντιο και την εγγύς Ανατολή, με εξοργιστική ψυχραιμία, χωρίς να βλέπει κάποια τραγική αντίφαση σ’ αυτό. Ισχυρισμοί δύσκολα ανατρέψιμοι, μα πόσο μακριά απ’ τα συμπλέγματα αυτών που ακκίζονται με την μοναδικότητα ενός δήθεν έθνους ανάδελφου κι εκείνων πάλι των λεγόμενων φιλοευρωπαϊστών που αυτοπεριφρονούνται, και πάνω απ’ όλα περιφρονούν τους συμπατριώτες τους, ως Βαλκάνιοι ή Ανατολίτες, ανυψώνοντας την Ευρώπη σ’ ένα μονοκόμματο ιδεολόγημα προς το οποίο αρμόζει ο άκριτος θαυμασμός και η δουλικότητα που επιβάλλεται σε αποικιακούς λαούς.

Φυσικά, όπως όλοι οι άνθρωποι, ο Θεοτοκάς έχει κι αυτός τα ελαττώματά του, τα όριά του. Πάνω απ’ όλα είναι αθεράπευτα αστός. Το ίδιο κι ο Ρούφος. Αυτό από μόνο του δεν είναι τρομερό, στην προκειμένη περίπτωση όμως συνεπάγεται ένα στένεμα των οριζόντων τους και μια υπερβολική αυτοπεποίθηση στις αξίες της αστικής κοινωνίας. Ειδικά ο αλαζόνας και θρασύς νέος του 1929, που στο Ελεύθερο Πνεύμα κοιτάει αφ’ υψηλού τον Καβάφη και τον Παπαδιαμάντη, δηλαδή τον μεγαλύτερο ποιητή και τον μεγαλύτερο πεζογράφο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μπορεί να γίνει στ’ αλήθεια στενόμυαλος. Μιλάει για μια Αθήνα που σύντομα θα είναι γεμάτη αυτοκίνητα και θα έχει αεροπλάνα πάνω απ’ την Ακρόπολη και καταδικάζει την ηθογραφία ως απαρχαιωμένη δίχως να δείχνει να υποψιάζεται ότι οι χωρικοί της Σκιάθου και της Κρήτης της εποχής του, και για πολλά χρόνια μετά, ζουν ακόμα όπως περιέγραφαν ο Παπαδιαμάντης και ο Κονδυλάκης στα διηγήματά τους ούτε να τον απασχολούν οι γιγαντωμένες μετά την Μικρασιατική Καταστροφή φτωχογειτονιές της Αθήνας. Με ανάλογη υπεροψία στην κριτική του για τον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη και την Ρούμελη του Πάτρικ Λη Φέρμορ ο Ρούφος βλέπει με συγκατάβαση των θαυμασμό των συγγραφέων για τους Έλληνες της υπαίθρου, θεωρώντας τους ο ίδιος γραφικούς υπανάπτυκτους, απομεινάρια ενός κόσμου του οποίου ο θάνατος δεν είναι μόνο αναπόφευκτος μα και ηθικά επιβεβλημένος. Ο Θεοτοκάς ωστόσο με τα χρόνια θα εξελιχθεί πνευματικά, τόσο στα λογοτεχνικά του γούστα, μετριάζει τον θαυμασμό του για τον Δραγούμη και τον Ψυχάρη, αναγνωρίζει την σημασία του Καβάφη και ανακαλύπτει απ’ τους πρώτους την αξία του Μακρυγιάννη, όσο και ευρύτερα. Ενώ στα 1939 ακόμα βλέπει τον φιλελευθερισμό του ύστερου δεκάτου ενάτου αιώνα, των μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών ανισοτήτων, μια χρυσή εποχή, αργότερα γίνεται πιο ευαίσθητος στις οικονομικές και πολιτισμικές αντιφάσεις της δυτικής βιομηχανικής κοινωνίας, θα στραφεί μάλιστα μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο προς την ορθοδοξία, δίχως ποτέ να εγκαταλείψει τον φιλελευθερισμό του. Πάντα όμως, όπως κι ο Ρούφος, δυσκολεύεται να δει τα πράγματα από την οπτική γωνία άλλων τάξεων, και γι’ αυτό συν τοις άλλοις αδυνατεί να αναγνωρίσει οτιδήποτε θετικό στο ΕΑΜ. Πάντα βλέπει όσα φαίνονται απ’ τα αθηναϊκά σαλόνια και τις στήλες του αστικού τύπου. Όσα όμως του επιτρέπεται να διακρίνει τα διακρίνει με βλέμμα οξύ. Ένα τελευταίο παράδειγμα. Σ’ ένα δοκίμιο του 1957 με τίτλο Η Αθήνα και το μέλλον της κάνει την πρόβλεψη ότι αν η πρωτεύουσα συνεχίσει ν’ αναπτύσσεται με τέτοιους ρυθμούς θα καταντήσει Λος Άντζελες. Όταν στην αρχή της ελληνικής κρίσης ένας Αμερικανός δημοσιογράφος στάλθηκε από μεγάλο νεοϋορκέζικο περιοδικό να κάνει ρεπορτάζ για την χώρα αποκάλεσε την Αθήνα Λος Άντζελες με παρελθόν.

Επίλογος

Αν κάποιος ήθελε να πάρει μια ιδέα του δημόσιου λόγου στην σημερινή ελληνική κοινωνία, ιδίως εκείνου των θεωρούμενων ως σοβαρών διανοουμένων, θα έπεφτε στην Σκύλλα του ποιητισμού και στην Χάρυβδη της τεχνοκρατίας. Από την μια άνθρωποι που δημοσιεύουν την μια πλευρά διαλόγων που είχαν με το υποσυνείδητό τους, διανθισμένη με φράσεις που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα είχαν θέση μόνο σε ποιητικές συλλογές, και μάλιστα πολύ κακές ποιητικές συλλογές. Κανείς δεν είναι σίγουρος τι θέλουν να πουν, πολύ πιθανόν ούτε οι ίδιοι. Από την άλλη κείμενα ψυχρά, άσχημα, γραμμένα θαρρείς όχι από ανθρώπους, μα από κάποιον ρομποτικό αλγόριθμο, στα οποία κάποιος καθηγητής υπαγορεύει απ’ το βάθρο του ποιο είναι το ορθό και τι δεν επιτρέπεται καν να λεχθεί παρατάσσοντας αντί για επιχειρήματα τεχνικούς όρους δυσνόητους, συχνά αμετάφραστους, όταν το λεξιλόγιό του δεν είναι τόσο πλούσιο στα ελληνικά όσο στ’ αγγλικά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι πρώτοι αντιπροσωπεύουν το πνεύμα της εποχής του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα και οι δεύτεροι της εποχής του ΠΑΣΟΚ του Σημίτη. Οι μεν εκφράζουν μια περίοδο κατά την οποία ο κόσμος, μετά την καταπίεση της δικτατορίας και των μετεμφυλιακών χρόνων, ένιωθε ελεύθερος να εκφραστεί όπως θέλει, να πει το μακρύ του και το κοντό του, αν φωνάξει, να βγάλει τα σώψυχά του, ενώ παράλληλα οι διανοούμενοι ζήλεψαν το κύρος που είχε τότε η ποίηση και το τραγούδι στην κοινωνία και διδάχτηκαν από τους ριζοσπάστες φιλοσόφους ότι όσο λιγότερο σε καταλαβαίνουν τόσο πιο μεγαλοφυής θεωρείσαι. Οι δε τα χρόνια του εκσυγχρονισμού, όταν το κυνήγι του χρήματος, η αποδοτικότητα και ο ψυχρός ορθολογισμός πήραν κεντρική θέση ανάμεσα στις αξίες της κοινωνίας, και οι ακαδημαϊκοί ως τεχνοκράτες αναδείχτηκαν σε ιδεολόγους και πρακτικούς των νέων αξιών, σίγουροι για την αυθεντία τους χάρη στην εμπιστοσύνη προς την κοινωνική τάξη και τις ιεραρχίες της που εξασφάλιζε η γενική ευημερία και χάρη στην προστασία της πολιτικής εξουσίας, όπως ένας γιατρός είναι σίγουρος ότι ο ασθενής θα ακολουθήσει την υποδεικνυόμενη θεραπεία είτε κατανοεί τους ιατρικούς όρους που του πετά κατά την διάγνωση είτε όχι.

Κανένας από τους δυο αυτούς ιδεότυπους του δημόσιου λόγου δεν είναι δημοκρατικός. Αρκεί να τους συγκρίνουμε με την ρητορική της κλασσικής αρχαιότητας. Οι ρήτορες της αρχαίας Αθήνας, αναγνωρίζοντας ότι βρίσκονταν μεταξύ ίσων, φρόντιζαν να γίνονται κατανοητοί στη γλώσσα και τα επιχειρήματά τους, βασιζόμενοι στον κοινό νου των συμπολιτών τους ακόμα και όταν μιλούσαν για κρίσιμα ζητήματα μεγάλης πολυπλοκότητας, ζητήματα ειρήνης και πολέμου. Σέβονταν την ευφυΐα του ακροατηρίου τους όπως σέβονταν τον χρόνο του, γι’ αυτό χωρίς να ξεπέφτουν στην κενόδοξη επίδειξη, όπως θα συμβεί με τους διαδόχους τους από την ύστερη αρχαιότητα και μετά, πάσχιζαν ο λόγος τους κοντά στην πειθώ να έχει και καλλιέπεια, ώστε να κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού. Όταν αντίθετα οι σημερινοί δημοσιολόγοι αντιμετωπίζουν το κοινό τους, δηλαδή τους συμπολίτες τους, είτε περίπου σαν το ντιβάνι του ψυχαναλυτή είτε σαν φοιτητές μιας αίθουσας διαλέξεων που θα εξεταστούν στο τέλος του εξαμήνου, επωφελούμενοι συνειδητά ή ασυνείδητα από σχέσεις εξουσίας που διασφαλίζουν ότι τα δικά τους λεγόμενα έχουν μεγαλύτερο κύρος από αυτά ενός απλού ανθρώπου και σίγουρα έχουν απείρως μεγαλύτερη πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης, αδιαφορώντας πόσο δυσνόητοι ή βαρετοί γίνονται, τότε η εγωπάθεια κι ο αυταρχισμός βαρύνουν και τους δυο ιδεότυπους εξίσου.

Μέσα απ’ αυτές τις Συμπληγάδες περνάει σαν την Αργώ το έργο των δυο δοκιμιογράφων μας, του Ρούφου και του Θεοτοκά, που όχι τυχαία εξαρχής συγκρίναμε με τους αρχαίους ρήτορες. Στα δοκίμια αυτών των παλιών καθωσπρέπει αστών στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, φιγούρες ξένες ίσως και απωθητικές σε πολλούς σύγχρονους αναγνώστες, ανακαλύπτουμε έναν καταχωνιασμένο θησαυρό, σαν κάποιος που μαθαίνει ξαφνικά ότι τα σκονισμένα και περιφρονημένα μπιμπελό στην κονσόλα της γιαγιάς του είναι στην πραγματικότητα έργα τέχνης μιας αρχαίας κινεζικής δυναστείας αξίας πολλών εκατομμυρίων. Σ’ αυτούς βρίσκουμε όχι μόνο τον ενθουσιασμό του πνεύματος και το γαλήνεμα της ψυχής, αυτό το θαύμα που μόνο η γνήσια τέχνη μπορεί να πετύχει, μα και έναν τρόπο του σκέπτεσθαι και του εκφράζεσθαι κατάλληλο σε μια αληθινή δημοκρατία.

1# Αυτή η παρατήρηση ισχύει λιγότερο για τους νεώτερους και εκείνους με αγγλοσαξωνική παιδεία, αλλά μόνο επειδή αυτοί μαθαίνουν από φοιτητές να εφαρμόζουν έναν θετικιστικό μπούσουλα στην δομή και την παρουσίαση των γραφτών τους που, όταν δεν πολυκαταλαβαίνουν το νόημα του, πράγμα όχι σπάνιο, τους οδηγεί να παρουσιάζουν τα πιο γελοία συμπεράσματα με όλη την σιγουριά μιας μαθηματικής απόδειξης.