Αναζητώντας τις ρίζες της παθογένειας της σύγχρονης κοινωνίας. H φιλοσοφία της προόδου. Η συμβολή του Reinhart Koselleck – Θεόδωρος Ντρίνιας

Francesco Hayez – The liberation from the prison of Vettor Pisani (1840)

Απόσπασμα από: «Αναζητώντας τις ρίζες της παθογένειας της σύγχρονης κοινωνίας. Η συμβολή του Reinhart Koselleck»

Προδημοσίευση από το 2ο τεύχος ResPublicaΣημειώσεις εκτός γραμμής για την ριζική κοινωνική αλλαγή. (Το νέο τεύχος Κυκλοφορεί το Γενάρη του 2019)

Αυτή η καινοφανής φιλοσοφία της προόδου προσφέρει τη βεβαιότητα ότι ο ηθικός – ορθολογικός σχεδιασμός της αστικής ελίτ θα πραγματώσει στο μέλλον το αρχικά έμμεσο πολιτικό σχέδιο κατάλυσης του απολυταρχικού Κράτους. Συνεπώς, εφόσον το μέλλον είναι διασφαλισμένο, η επανάσταση, ως πολιτική απόφαση, είναι αχρείαστη. Η βεβαιότητα της μελλοντικής νίκης καθιστά την όποια σύγκρουση περιττή. Η προοδευτική αστική τάξη, αφού αρχικά, μέσα από την αυστηρή ηθική και την οξεία κριτική της, οδηγεί τα πράγματα στην ανάγκη λήψης μιας άμεσης πολιτικής απόφασης, ταυτόχρονα, μέσα από την Ουτοπιστική σύνδεση του απελευθερωτικού σχεδίου της με την ίδια την Ιστορία, αναστέλλει τη λήψη της απόφασης, εντείνοντας την κρίση σε παροξυσμικό βαθμό. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Koselleck: «Η πολιτική πρόγνωση της επανάστασης και η ιστορικο-φιλοσοφική της απόκρυψη είναι οι δυο διαστάσεις του ίδιου φαινομένου: της κρίσης».

Διατρέχοντας τα γραπτά διανοητών όπως ο Turgot, ο αββάς Raynal, ο Paine, κλπ., ο Koselleck δείχνει πώς όσο η πολιτική φύση των προβλημάτων καλύπτεται από ηθικολογικές βεβαιότητες και ουτοπικές προσδοκίες, τόσο βαθαίνει η κρίση. Ο Turgot, αν και οπαδός της πεφωτισμένης δεσποτείας και σύμβουλος του Λουδοβίκου, αντιστρέφει τη Χομπσιανή κατασκευή. Οι εντολές του Μονάρχη είναι νόμιμες μόνο αν είναι ηθικές με βάση τα κριτήρια που ορίζει η ίδια η κοινωνία κι όχι εξαιτίας της θέσης του (ελέω Θεού ή όχι, αδιάφορο). Ο Μονάρχης που παραβιάζει την ηθική διαπράττει έγκλημα απέναντι στο Θεό και κυρίως απέναντι στην κοινωνία, στης οποίας το ηθικό δικαστήριο είναι έκθετος. Η πολιτική Απολυταρχία βρίσκει τον αντίπαλό της στην ηθική απολυτότητα. Αν οι πολιτικές πράξεις δεν περνούν την ηθική δοκιμασία στις οποίες τις υποβάλλει η (αστική) κοινωνία, τότε το υποκείμενο των πράξεων δεν αξίζει να υπάρχει. Η «ανηθικότητα» του κυβερνήτη εξισώνεται με την «παντοτινή αδικία» και άρα το δικαίωμα στην εξέγερση νομιμοποιείται. Ο εμφύλιος πόλεμος, ξεγυμνωμένος από τα πολιτικά χαρακτηριστικά του, γίνεται όπλο επιβολής της ηθικής απολυτότητας. Από την άλλη, ο αββάς Raynal γίνεται ένας πραγματικός προφήτης της κρίσης και της εσχατολογικής κατάληξής της ως Ημέρας της Κρίσεως για τη δεσποτεία. Ο άνθρωπος, παίρνοντας τη θέση του Θεού, μέσα από την ηθική κριτική, καθορίζει τον ρου της Ιστορίας, της οποίας η κατάληξη είναι από τώρα βέβαιη. Για να κάνει το βήμα από την «ηθική δικαιοδοσία στην ιστορικο-φιλοσοφική εξασφάλιση», ο Raynal μελετάει την αποικιακή ιστορία της Ευρώπης και ιδιαίτερα τη σχέση της με την Αμερική. Η ιστορία των δύο Ηπείρων μετατρέπεται σε ένα μανιχαϊκό πεδίο, όπου συγκρούονται η πέραν του Ατλαντικού «φυσική αθωότητα» με την Ευρωπαϊκή «τυραννία». Δεν πρόκειται για μια ακόμα επαναφορά της μορφής του «ευγενούς αγρίου» αλλά για προβολή της αντίθεσης μεταξύ (αστικής) ηθικής αθωότητας και δεσποτικής ανηθικότητας στα γεωγραφικά όρια των αποικιών και στις κοινωνίες των εποίκων. Ο Raynal προβλέπει, ήδη από το 1770, ότι οι καταπιεσμένοι και εκμεταλλευόμενοι ενάρετοι έποικοι θα αποτινάξουν τον ανήθικο δεσποτικό ζυγό των αποικιοκρατών. Η άνοδος του Νέου Κόσμου και η παρακμή του Παλαιού απολυταρχικού κόσμου είναι μια ενιαία, διασυνδεδεμένη κίνηση και το τέλος της προβλέψιμο και ανέκκλητο: ο θρίαμβος της αρετής της νέας κοινωνίας πάνω στην ανηθικότητα της παλαιάς. Ο εμφύλιος πόλεμος, παρά το αίμα που θα χυθεί, είναι στην πραγματικότητα ένα «άκακο συμβάν». Η πολιτική «αθωότητα» της ιστορικο-φιλοσοφικής σκέψης τον αντιμετωπίζει ως Κρίση του Ηθικού Δικαστηρίου των εξεγερμένων πολιτών. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Paine, λίγα χρόνια αργότερα, βλέπει στον Αμερικάνικο Πόλεμο της Ανεξαρτησίας την επιτέλεση μιας ηθικής επιταγής, η οποία θα οδηγήσει στη νίκη της αθωότητας και της ελευθερίας. Η νίκη των εποίκων και ο χωρισμός του Νέου από τον Παλαιό Κόσμο καθιστά βέβαιο το γεγονός ότι το τέλος της κρίσης που βασανίζει τις Ευρωπαϊκές κοινωνίες θα έρθει μέσα από το βίαιο διαχωρισμό της ηθικής από την ανηθικότητα. Το «Αμερικάνικο παράδειγμα»[1], στα πλαίσια της ιστορικο-φιλοσοφικής σκέψης, επιβεβαιώνει το αίσιο τέλος που θα έχει η μελλοντική βίαιη σύγκρουση παλαιού καθεστώτος και νέας κοινωνίας. Ο επικείμενος εμφύλιος πόλεμος νομιμοποιείται από το ηθικό σημείο εκκίνησής του και η βεβαιωμένη νίκη των δυνάμεων της ηθικής θα είναι το αποτέλεσμα εκπλήρωσης μια ηθικής απόφασης.

Προς τα τέλη του 18ου αιώνα, η αστική τάξη αρχίζει να κατανοεί πλήρως τον εαυτό της ως μια διακριτή ελίτ, με αδιαμφισβήτητη πνευματική και ηθική ανωτερότητα κι επομένως αρχίζει να αναζητά με εντονότερο τρόπο εκείνη τη θέση μέσα στην πολιτική αρένα, η οποία αρμόζει στην υπεροχή της. Εξακολουθεί, όμως, να μην κατανοεί την πολιτική κρίση στην οποία έχει οδηγηθεί το σύστημα της Απολυταρχίας, παρά μόνο υπό την έποψη του ηθικού δυισμού. Κατά τον Koselleck, είναι ο Ρουσσώ (και εν μέρει ο Ντιντερό) ο οποίος αναγνωρίζει στην ανάλυσή του τη λειτουργία της πολιτικής κρίσης και βεβαιώνει ότι το απολυταρχικό Κράτος δεν θα μαραζώσει μέσα στο ιστορικο-φιλοσοφικό προτσές που φαντασιώνονταν οι άλλοι Διαφωτιστές αλλά θα ανατραπεί από Επανάσταση, η οποία δεν θα αλλάξει μόνο το Κράτος αλλά και την ίδια την Κοινωνία. Αναζητά ένα πολιτικό σύστημα, ένα κοινωνικό συμβόλαιο, στο οποίο η κοινωνία θα ασκεί εξουσία αλλά θα παραμένει (παραδόξως) η ίδια, όπου όλοι θα υποτάσσονται στον ένα και ο ένας σε όλους, όπου κανένας δεν θα κυριαρχεί αλλά όλοι θα υπακούν παραμένοντας ελεύθεροι. Εγκλωβισμένος, παρά την οξύνοια και την πολιτική του διορατικότητα, σε αυτό που ο Koselleck ονομάζει «ουτοπικό φαντασιοκόπημα του Διαφωτισμού στο υποκριτικό του στάδιο», ο Ρουσσώ αναζητά ουσιαστικά την ενότητα ηθικής και πολιτικής και ανακαλύπτει το Ολικό Κράτος. Μεταφέρει, πλέον, την άνευ όρων βούληση του ηγεμόνα, την κυρίαρχη απόφαση του απόλυτου κυβερνήτη, στην ίδια την ηθικά αυτονομημένη κοινωνία. Επινοεί γι’ αυτό το σκοπό τη μυστηριώδη έννοια της γενικής βούλησης, της volonté générale, η οποία αποτελεί την απόλυτη βούληση ως νόμου του ίδιου της του εαυτού. Ο πραγματικός ηγεμόνας γίνεται η βούληση που παλεύει να εκπληρωθεί. Έτσι παράγεται η «μεταφυσική της διαρκούς επανάστασης», τελικό προϊόν της οποίας είναι το ολικό Κράτος. Κάθε έκφραση της γενικής βούλησης γίνεται γενικός νόμος εξαιτίας της ολότητάς της, η οποία δεν επιδέχεται καμιά εξαίρεση καθώς αποτελεί τη μόνη εξαίρεση. Η Ρουσσωική κυριαρχία πρακτικά μετατρέπεται σε διαρκή δικτατορία. Οι λειτουργίες της δικτατορίας επιτελούνται από εκείνον που εκτελεί την υποστασιοποιημένη γενική βούληση, δηλαδή την ίδια την κοινωνία που γίνεται η εθνική/καθολική συλλογικότητα. Οι πολίτες αποκτούν την πραγματική ελευθερία τους, όταν συμμετέχουν στη γενική βούληση. Επειδή οι ίδιοι μπορεί να κάνουν λάθη αλλά η γενική βούληση ποτέ, η ορθολογική ολότητα της συλλογικότητας και της γενικής της βούλησης πρέπει συνεχώς να διορθώνει την πραγματικότητα, δηλαδή τα άτομα που δεν έχουν γίνει ακόμα μέρος της συλλογικότητας. «Η διόρθωση της πραγματικότητας γίνεται το καθήκον της δικτατορίας», αποφαίνεται ο Koselleck. Κι επειδή οι πολίτες συχνά δεν γνωρίζουν την πραγματική τους θέληση, είναι καθήκον των ηγεσιών, οι οποίες προφανώς αντιλαμβάνονται πληρέστερα την υποστασιοποιημένη γενική βούληση, να δημιουργήσουν εκείνη την ενότητα ηθικής και πολιτικής που θα οδηγήσει τους πολίτες προς το Kαλό. Αυτή είναι και η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη δικτατορία και το Απολυταρχικό Κράτος: η δικτατορία εξαναγκάζει το «εξωτερικό» (δημόσια σφαίρα) και το «εσωτερικό» (ιδιωτική σφαίρα) να ενωθούν, ενώ η Απολυταρχία τα εξανάγκαζε να μένουν διακριτά και ξένα μεταξύ τους. Ο συντονισμός όλων των ατόμων είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία αυτής της προσπάθειας για ενότητα. Τρόπος επίτευξης της ταύτισης ηθικής και πολιτικής γίνεται δυνητικά η τρομοκρατία, μέθοδος η ιδεολογία. «Η Ρουσσωική δημοκρατία βρίσκεται σε συνεχή πίεση παραγωγής ιδεολογίας, ώστε να επιτύχει τη φανταστική ενότητα ιδεών και πράξης», καταλήγει ο Koselleck. Το αίτημα για απόλυτη ευθυγράμμιση ατομικής ηθικής και πολιτικής μέσα σε μια καθολική συλλογικότητα, γίνεται το τρομακτικό σάλπισμα που αναγγέλλει, όχι την υποτιθέμενη κατάργηση κάθε Αυθεντίας, αλλά την έλευση μιας, μη-θεϊκής, Απόλυτης Αυθεντίας. Μπροστά της, οι παλαιές Αυθεντίες του Κυρίου, του Καρδινάλιου και του Μονάρχη φαντάζουν μερικές και αδύναμες. Με το Ρουσσώ, η μέθοδος του προοδευτικού κριτικού στοχασμού του 18ου αιώνα, δηλαδή η ορθολογική απαίτηση της αληθινής πραγματικότητας (μπροστά στην οποία το παρόν χλωμιάζει) αποκτά την περιωπή καθολικής πολιτικής αξίας. Η συνεχής και επισφαλής αναζήτηση μια ορθολογικά σχεδιασμένης πραγματικότητας στο μέλλον, καθιστά τη συνέχιση της επανάστασης αδιαπραγμάτευτη και την καταφυγή της στη δικτατορία απαραίτητη κάθε φορά που η μελλοντική επισφάλεια πρέπει να καλυφθεί. Ο Koselleck, μέσα στις λίγες σελίδες του τρίτου μέρους της μελέτης του, με χειρουργική ψυχραιμία και ακρίβεια, αποτυπώνει τη γέννηση και τη διαλεκτική των σύγχρονων ολοκληρωτισμών.

[1]O Koselleck, σε όχι λίγα σημεία της μελέτης του, καταδεικνύει τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε και την επίδραση που άσκησε η «Αμερική» στη διαμόρφωση τόσο της Δημοκρατίας των Γραμμάτων όσο και στην ιστορικο-φιλοσοφική βεβαιότητα κατίσχυσης της αστικής κοινωνίας επί της Απολυταρχίας.

Oλόκληρο το κείμενο στο 2ο τεύχος ResPublica