Η Πολιτική Ορθότητα στην υπηρεσία του «πολιτισμικού πολέμου» 

Francisco Goya – The Inquisition Tribunal, 1812–1819 – Real Academia de Bellas Artes de San Fernando, Madrid

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης

Από το βήμα αυτό έχουμε καταπιαστεί και στο παρελθόν με το πρόβλημα της Πολιτικής Ορθότητας (ΠΟ)[1]. Καθώς διαπιστώνουμε ότι το φαινόμενο βαίνει αυξητικά κρίνουμε απαραίτητο να εκφράσουμε περισσότερες σκέψεις και προβληματισμούς. Όπως βλέπουμε όλο και πιο συχνά, πρακτικές οι οποίες θυμίζουν ιερά εξέταση και προσπάθεια ελέγχου του λόγου και της έκφρασης -ακόμη και της καλλιτεχνικής-  γίνονται όλο και πιο δημοφιλείς μεταξύ φοιτητών σε πανεπιστήμια της Δύσης, αλλά και εκτός ακαδημαϊκών χώρων – στα πλαίσια ενός ιδιαίτερου ακτιβισμού[2]. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ακύρωση παράστασης αρχαίου δράματος (Ικέτιδες του Αισχύλου) στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης[3] με αφορμή τα προσωπεία των ηθοποιών που θύμιζαν σε κάποιους την αμερικανική μαύρη μάσκα (blackface), που θεωρείται «αφροφοβικό» σύμβολο ρατσισμού[4]. Βέβαια, αυτή η περίπτωση δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Πληθαίνουν διαρκώς οι φωνές οργανωμένων φοιτητών της άκρας Αριστεράς οι οποίοι προσπαθούν με νύχια και με δόντια να απομακρύνουν τους «λευκούς φιλοσόφους» από τη διδακτέα ύλη. Ακόμα και πανεπιστήμια με έντονο υπόβαθρο στις κλασικές σπουδές, όπως το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, αφαιρούν σταδιακά από τα εγχειρίδια τους Ευρωπαίους φιλοσόφους με στόχο να «απο-αποικιοποιήσουν» (de-colonize) την παιδεία. Πανίσχυροι κύκλοι ακτιβιστών διαδίδουν διαρκώς την ανάγκη «επίθεσης» στον ακαδημαϊκό Κανόνα (Canon), ενώ τα μαθήματα μεταμοντέρνου περιεχομένου, όπως οι σπουδές φύλου (gender studies) που αντικατέστησαν τις σπουδές πάνω στα γυναικεία κινήματα (women’s studies), αυξάνονται διαρκώς. Τα τελευταία χρόνια τούτοι οι ακτιβιστές έχουν επανδρώσει με «σύγχρονους ιεροεξεταστές» (sic) πολλά ευρωπαϊκά, αμερικανικά και καναδικά αμφιθέατρα- όπως επισημαίνει σε άρθρο του το γαλλικό περιοδικό L’Express[5]. Στόχος τους είναι να λογοκρίνουν ή και να ακυρώσουν εκδηλώσεις που οι ίδιοι θεωρούν πολιτικά ανορθόδοξες, ή «φασιστικές», τη στιγμή μάλιστα που ο κλασικός φιλελευθερισμός πλέον ταυτίζεται με την ακροδεξιά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πλέον ζούμε μια νέα «επιδημία» μακαρθισμού, με τη μόνη διαφορά ότι η δεξιά παράνοια του μεσοπολέμου έχει αντικατασταθεί από έναν αριστερόστροφο μηδενισμό. Όλα αυτά εξηγούν την τάση σπουδαίοι κλασικοί διανοητές, ονόματα της τέχνης, της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας να συνδέονται με έντονα αρνητικούς όρους. Έτσι ο Πλάτων είναι «σεξιστής», ο Αριστοτέλης γίνεται «θιασώτης της πατριαρχίας», ο Όμηρος «ο πρώτος εθνικιστής», ο Καντ «υμνητής του ρατσισμού», ο Δάντης «εκφραστής αντισημιτισμού», ο Ρομάν Πολάνσκι «πλασιέ του βιασμού», ο Πολ Γκογκέν «άθλιος παιδεραστής», ο Ογκίστ Κοντ παρουσιάζεται ως «φαλλοκράτης» ενώ ακόμη και o Martin Luther King Jr πλέον θεωρείται «too color-blind» και «non inclusive». Ο κατάλογος με τους λευκούς -και όχι μόνο- δυτικούς άνδρες (φιλοσόφους, διανοητές, ποιητές και καλλιτέχνες) που πρέπει να αφαιρεθούν από τα ακαδημαϊκά έδρανα φαίνεται να εμπλουτίζεται συνεχώς.

Δεν μας απασχολεί μόνο ότι σε ελάχιστα χρόνια από τώρα, αν η νέα αυτή μόδα παγιωθεί, ένας απόφοιτος Αγγλικής Λογοτεχνίας δεν θα έχει έρθει σε επαφή ούτε καν με τα έργα του Shakespeare, ή ότι ένας απόφοιτος κοινωνιολογίας ελάχιστα θα γνωρίζει από Weber και Durkheim, αλλά ταυτόχρονα και η βία που ασκεί η πανεπιστημιακή Πολιτική Ορθότητα εις βάρος καθηγητών που δεν ασπάζονται αυτά τα ρεύματα. Τη μια κάποιος καθηγητής κατηγορείται για προώθηση της κουλτούρας του βιασμού, την άλλη για φυλετισμό και αποικιοκρατικό χάιδεμα, την άλλη για σεξισμό και την παράλλη για καθέδρας κατάχρηση εξουσίας. Ο φιλελεύθερος Καναδός ψυχολόγος Jordan Peterson, -παρότι αρκετές από τις πολεμικές του εναντίον της Αριστεράς είναι ρηχές και ανεδαφικές- φαίνεται πως έχει αντιληφθεί τους κινδύνους που η εγκυμονεί η «κατάληψη» των πανεπιστημίων από τη μεταμοντέρνα Αριστερά. Μας ανησυχεί, εξίσου, η στάση απέναντι σε ορισμένους υποστηρικτές αριστερών ιδεών που όμως δεν ασπάζονται τη μεταμοντέρνα στροφή: πρόσφατα ακτιβιστές στο Πανεπιστήμιο της Φιλαδέλφειας (ΗΠΑ) απαίτησαν να απολυθεί και να αντικατασταθεί από ένα μή λευκό (και queer) άτομο η διεμφυλική και φεμινίστρια και καθηγήτρια Camille Paglia, αφότου είχαν καταφέρει να ακυρώσουν ομιλία της. Ο άμεσος στόχος αυτών των πρακτικών ακύρωσης ομιλιών είναι να παραδοθεί το μικρόφωνο σε κάποιον από τους έξαλλους φοιτητές ο οποίος τελικά θα αναφωνήσει τις καταγγελίες του και αφού αρνηθεί την έλλογη συζήτηση, μαζί με τους υπόλοιπους οργισμένους, θα αποχωρήσει από την αίθουσα σε ένδειξη διαμαρτυρίας και με τα πλακάτ ανά χείρας.

Η ζωτική ανάγκη της κλασικής παιδείας

Αρχικά πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι που σήμερα τείνει να μην είναι και τόσο αυτονόητο: η ιστορία της δυτικής σκέψης -και του πολιτισμού εν γένει- δεν ξεκινάει τον 17ο αιώνα μ.Χ. Αντιθέτως αφετηρία και σταθερή βάση στοχασμού -μέσα στις χιλιετηρίδες της γνωστής και καλά καταγεγραμμένης ανθρώπινης ιστορίας- είναι η αρχαία κλασική σκέψη και έκφραση, τόσο η αρχαιοελληνική, όσο και η ρωμαϊκή. Αυτή περιλαμβάνει την προσωκρατική φιλοσοφία και ασφαλώς την πεμπτουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος, δηλαδή το θέατρο. Όλα αυτά είναι αναπόσπαστες ουσίες του δυτικού πολιτισμού ο οποίος φυσικά δεν είναι ένα ενιαίο πράγμα: άκμασε και παρήκμασε, εμπλουτίστηκε και απεμπλουτίστηκε, μεταλλάχθηκε και μετεξελίχθηκε, πιθανότατα ανυπολόγιστες φορές και με άγνωστους σε εμάς τρόπους μέσα στους αιώνες. Ωστόσο, και αυτό είναι το σημαντικό, κανείς μεγάλος στοχαστής του παρελθόντος, ακόμη και του πολύ πρόσφατου, δεν θα μπορούσε να διανοηθεί μια πορεία στον κόσμο των ιδεών, αλλά και της τέχνης, χωρίς εκείνες τις σταθερές βάσεις, που έχουν επάξια κερδίσει τον χαρακτηρισμό «κλασικές» αλλά και χωρίς έναν Κανόνα με την έννοια του βασικού συνόλου πραγμάτων και αξιών (ως «σημείο εκκίνησης») τα οποία θεωρούνται θεμελιώδη και κοινά αποδεκτά.

Ας δούμε όμως, πιο αναλυτικά, γιατί θεωρούμε τόσο ανησυχητικό και άξιο λόγου αυτό το σύγχρονο φαινόμενο. Πολύ σωστά για τον αποκλεισμό των Ικέτιδων του Αισχύλου ο σκηνοθέτης Φιλίπ Μπρουνέ δήλωσε στα γαλλικά ΜΜΕ ότι αυτές οι συμπεριφορές είναι όχι μόνο αυταρχικές, αλλά και ακατανόητες:«[ε]μποδίζοντας το ανέβασμα αυτού του έργου στο όνομα μιας μαχητικής ιδεολογίας, αυτοί οι ταραξίες παίζουν το ίδιο παιχνίδι των διακρίσεων, της απαγόρευσης και του αποκλεισμού που υποτίθεται ότι μάχονται». Η ειρωνεία της υπόθεσης, πρέπει να προσθέσουμε, είναι ότι αυτοί που «αντιμάχονται» τον Αισχύλο στην πραγματικότητα εναντιώνονται στον πυρήνα της σκέψης του μεγάλου τραγικού που είναι ακριβώς η υπέρβαση των συγκρούσεων και η αναζήτηση της λύτρωσης. Προηγουμένως μιλήσαμε για την ανάγκη μελέτης ανανέωσης και διατήρησης στη ζωή των μεγάλων κλασικών. Είναι γνωστό ότι κάποιοι θεωρούν ότι η «επιμονή στο κλασικό» είναι μια δοκιμασμένη συνταγή που έχει επιδείξει, κυρίως μέσα από τον κλασικισμό, μια ψυχρότητα που δεν έχει πολλά να μας πει για τις εξωλογικές δυνάμεις που συχνά καθορίζουν  τη ζωή του ανθρώπου. Αυτή η άποψη είναι βεβαίως αφοριστική, μυωπική και λανθασμένη. Ας μην ξεχνάμε ότι πρώτοι οι αρχαίοι Έλληνες προσέγγισαν τόσο συστηματικά το εξωλογικό στοιχείο[6] συνδυάζοντάς το με τον λόγο, τον οποίο και υπηρέτησαν μεγαλειωδώς. Αξίζει να αναφέρουμε την υπέροχη φράση του B. Snell: «Κλασσική δεν είναι η εξ υπαρχής ενότητα, αλλά η ενότητα του αγώνα, η συμφιλιωμένη διχοστασία, η γιατρεμένη αγωνία»[7]. Αυτή τη λύτρωση και το μέτρο του κόσμου αναζητά ο Αισχύλος στο έργο του, ιδιαίτερα στην Ορέστεια, η οποία δεν είναι μόνο η τριλογία της δικαιοσύνης και της τιμωρίας, αλλά και η αναζήτηση μιας τάξης στην οποία ο μεγάλος ποιητής ήθελε να πιστεύει. Αυτό που θέλουμε να φανεί από τα παραπάνω, και με αφορμή τον Αισχύλο, είναι ότι η κλασική σκέψη -και μόνον αυτή- αναζητά με τόση επιτυχία και ανακαλύπτει «μια τάξη που ο άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει μέσα από μια μυστηριώδη αλληλουχία από λάθη και παθήματα» όπως θα γράψει ο Α. Setti στο L’Orestia di Eschilo.

Ας μη ξεχνάμε, στο σημείο αυτό, ότι ένα από τα μεγαλύτερα πολιτισμικά αδιέξοδα της εποχής μας είναι οι χαμηλές προσδοκίες, με την έννοια της απώλειας κεντρικών αξιών οι οποίες προσδίδουν μια αντικειμενικότητα και λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για την ανάδειξη νέων φιλοσοφικών ή καλλιτεχνικών έργων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν μας προκαλεί καθόλου έκπληξη το γεγονός ότι στις μέρες μας (με ελάχιστες εξαιρέσεις) δεν γνωρίζουμε φιλοσοφικά έργα αντάξια αυτά των μεγάλων κλασικών, ενώ βλέπουμε συνεχώς να αυτοπροβάλλονται διαφόρων ειδών κύκλοι ακαδημαϊκών που προωθούν τις ιδέες ενός καθηγητή, ιδέες που αυτό που προσφέρουν είναι μνησικακία, μίσος για την κοινωνία και τον δυτικό πολιτισμό εν γένει, ενισχύοντας έτσι την κυρίαρχη αριστερόστροφη πολιτική ορθότητα. Γνωρίζουμε, επιπλέον, ότι α) η ζήλια και ο φθόνος αποτελούν βασικά συστατικά της ανθρώπινης φύσης και β) η ρητορική των νεοακτιβιστών δεν στρέφεται ενάντια στα αίτια της αδικίας μήτε πραγματικά ενδιαφέρεται να βελτιώσει τις ζωές των αποκλεισμένων από την αγορά εργασίας· εκφράζεται με φθόνο προς όλους όσους έχουν γνωρίσει μια σχετική επιτυχία με τις δικές τους προσπάθειες – κυρίως προς τους μικροαστούς. Συνεπώς, σε μια εποχή χαμηλών προσδοκιών, όπου πλέον δεν παράγεται υψηλή τέχνη και φιλοσοφία, ο φθόνος προς τους ανθρώπους που κέρδισαν μια θέση στην εγκόσμια αιωνιότητα με την προσπάθειά τους και με την πένα τους (όπως, για παράδειγμα, ο Καντ, ο Πλάτωνας, ο Shakespeare και άλλοι) εκδηλώνεται με τρόπο άμεσο και επιθετικό, και οδηγεί σε μηδενιστικές εκδηλώσεις. Όπερ μεθερμηνευόμενον, όπως ο φθόνος του ακτιβιστή για τον μέσο άνθρωπο εκτρέφει ένα μίσος για τον δεύτερο, με τον ίδιο τρόπο ο ακτιβιστής, όντας ανίκανος να παράξει ή να βιώσει τέχνη και φιλοσοφία, στρέφεται με φθόνο ενάντια στα μεγάλα πνεύματα, τα οποία και επιθυμεί να εξαλείψει. Μόνο έτσι θα καταφέρει να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό του, συγκαλύπτοντας τη μηδαμινότητά του. Ανίκανος να σηκώσει το βάρος της κληρονομιάς που του έχει δοθεί, προσπαθεί να απαλλαγεί από αυτό. Ως ένα βαθμό τούτο εξηγεί τον πόλεμο ενάντια στις κλασικές σπουδές που έχουν κηρύξει ακτιβιστές και κάποιοι επιφανείς καθηγητές. Στην πραγματικότητα, οι μειονότητες μετατρέπονται σε ασπίδες προστασίας και «πρόληψης» ενάντια σε κάθε κριτική στη μεταμοντέρνα θεωρία που συνεχώς παράγουν αυτοί οι αυτοαναφορικοί κύκλοι. Η «πρόληψη», όπως θα αναλυθεί παρακάτω, δεν είναι παρά το πολεμικό παρελκόμενο όλης αυτής της προσπάθειας· άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι στο παρελθόν εξέχουσες φυσιογνωμίες υπέρ των δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών, από τον Frederick Douglass και τον David Wakler μέχρι και τον Martin Luther King, έτρεφαν βαθιά εκτίμηση για τα έργα των κλασικών.

Η πρόληψη και η προστασία στο πεδίο των ιδεών

Στο σημείο αυτό θα επιστρέψουμε στα λάθη και στα παθήματα -που με θαυμαστό τρόπο προσέγγισε ο Αισχύλος – διότι μια κύρια πτυχή του φαινομένου της ΠΟ συνδέεται ακριβώς με την a priori αποφυγή τους, σε μια στρεβλή όπως θα δούμε παρακάτω, κατανόηση των εννοιών «πρόληψη» και «προστασία». Η «πρόληψη» ως όρος έρχεται από την αρχαία ελληνική γλώσσα (προλαμβάνω < πρό + λαμβάνω). Επομένως «πρόληψη» μπορεί να είναι μια προσπάθεια, εκ των προτέρων, να αποτρέψουμε κάποιες αρνητικές ή ανεπιθύμητες καταστάσεις, ενέργειες ή συνέπειες. Από την άλλη, η λέξη «προστασία», εξίσου αρχαιοελληνικής ρίζας (από το προΐστημι < πρό + ἵστημι) σημαίνει στην κυριολεξία «προΐσταμαι, δηλαδή στέκομαι μπροστά» ή μεταφορικά «είμαι ανώτερος και υπερτερώ». Όταν ακούμε τη λέξη «πρόληψη» συνήθως το μυαλό μας πάει στη γνωστή ρήση «των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν»- ανέκαθεν η πείνα στον άνθρωπο υπήρξε μια σταθερή και πασίγνωστη ιδιότητα. Στην ιατρική επιστήμη και πρακτική η πρόληψη έχει επίσης ιδιαίτερη αξία γιατί μπορεί να ωφελήσει τον άνθρωπο: να παρατείνει την διάρκεια ζωής και την ποιότητά της, αλλά και να τον απαλλάξει από περιττά βάσανα (επίπονες θεραπείες, φάρμακα κλπ). Στην αυτοκίνηση στον ίδιο βαθμό μπορεί να σώσει ζωές, ειδικά στην χώρα μας όλοι γνωρίζουμε ότι εκτός των άλλων και εξαιτίας της κακής πρόληψης χάνονται πολυάριθμες ζωές.

Όμως τι μπορεί να σημαίνει πρόληψη στο πεδίο των ιδεών; Στην περίπτωση της σκέψης και του λόγου, όπως θα δούμε στη συνέχεια, «πρόληψη» σημαίνει δογματισμός και απαγόρευση. Ας αναλογιστούμε ότι το θεμέλιο αλλά και ταυτοχρόνως η αδυναμία του κλασικού φιλελευθερισμού -ο οποίος βασίζεται στην ελευθερία της σκέψης και επομένως του λόγου- είναι η προϋπόθεση αμφιβολιών, που τον οδηγεί, σε μια συνεχή αμφισβήτηση ακόμη και εκείνων των ίδιων στοιχείων του που μοιάζουν να είναι τα πλέον ακλόνητα. Υπό αυτό το πρίσμα θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η κριτική σκέψη χωρίς ελευθερία σκέψης/λόγου δεν μπορεί να υπάρξει. Ωστόσο εδώ υπάρχει μια σημαντική αντίφαση, διότι μια από τις βασικές αρχές αυτής της ελευθερίας είναι και η μη διεκδίκηση ενός μονοπωλίου της αλήθειας – ανεξάρτητα από τη σημασία που θέλει να προσδώσει ο καθένας στον όρο αλήθεια. Εδώ όμως ακριβώς τίθεται και η ουσία του ζητήματος: ελευθερία σκέψης και λόγου δεν σημαίνει απόλυτη απροσδιοριστία χωρίς ουσιαστικά καμία αρχή και κανόνα έτσι ώστε καθετί  να μπορεί να προσαρμοστεί σε οποιαδήποτε περίσταση, προτίμηση ή γούστο. Και εδώ υπεισέρχεται ο ρόλος των ιδεών με τη μορφή της ιδεολογίας. Όλες οι μεγάλες ιδεολογίες, όπως λ.χ. ο μαρξισμός και ο φασισμός κατά τη διάρκεια των αιώνων, πρότειναν ένα μοντέλο μέσω του οποίου ο κόσμος πρέπει να πλαισιωθεί με σκοπό την αλλαγή του σύμφωνα με τις αρχές της εκάστοτε ιδεολογίας. Όμως το πλαίσιο αυτό κάλλιστα μπορεί να ονομαστεί δόγμα, στην πραγματικότητα το δόγμα δεν αφορά μόνο τις θρησκείες αλλά στον ίδιο βαθμό -ή και περισσότερο- αφορά στις ιδεολογίες. Αν κάποιος επομένως διαφωνεί με κάθε μορφή δογματισμού κανονικά δεν θα έπρεπε να επιθυμεί να επιβάλει μια διαφορετική μορφή δογματισμού (τη δική του). Στην πραγματικότητα στην περίπτωση της ΠΟ έχουμε μια ακόμη μορφή δογματισμού η οποία βασίζεται σε μια ολόκληρη σειρά θεωρητικών συμπερασμάτων (ιδεολογημάτων), τα οποία μόλις διατυπωθούν, δεν μπορούν πλέον να αμφισβητηθούν χωρίς να προκαλέσουν ένα είδος αίρεσης και κατά συνέπεια τους ανάλογους αφορισμούς.

Επομένως η «προστασία» εδώ έχει τη σημασία: προστατεύω (με τρόπο πολεμικό) το δόγμα μου από τις επιθέσεις όλων όσων μπορούν να το αμφισβητήσουν, συνήθως της πλειοψηφίας των ανθρώπων. Ας σκεφτούμε: τί νόημα θα μπορούσε να έχει μια αόριστη και γενική προστασία του ανθρώπου από τις «κακές» έννοιες; Ποιος είναι αυτός που θα καθορίσει τη σημασία των εννοιών; Και κυρίως, ποιός θα απαλλάξει τον άνθρωπο από τα παθήματα και τα λάθη που οδηγούν στην ωρίμανση της σκέψης; Σίγουρα όχι μια αυτόκλητη χούφτα ακτιβιστών, ακαδημαϊκών και φοιτητών που έχουν αναλάβει τον ρόλο του προϊσταμένου και πατρόνου της γλώσσας. Η απήχηση που φαίνεται να αποκτά η πρόληψη των «κακών» λέξεων και σκέψεων οφείλεται ακριβώς σε τούτη την εγγενή αδυναμία που ενέχει η ελευθερία της σκέψης. Στο μυαλό τούτων των ακτιβιστών έχει κυριαρχήσει ότι: εφόσον όλα μπορούν να αμφισβητηθούν γιατί όχι και ο Αριστοτέλης; Ως εδώ δεν υπάρχει κάτι το μεμπτό, το πρόβλημα προκύπτει όταν αυτή η αμφισβήτηση δεν γίνεται με τους όρους και τους κανόνες της καλόπιστης κριτικής αλλά με τυπικά πολεμικά κριτήρια που καταλήγουν να μετατρέψουν μια ανοιχτή μέθοδο σε ένα κλειστό σύστημα σκέψης, δηλαδή σε δόγμα. Αν παρατηρήσει κανείς θα δει ότι οι περισσότεροι οπαδοί της ΠΟ χαρακτηρίζουν τους αντιπάλους τους όχι μόνο ως ρατσιστές, φασίστες, ξενόφοβους, σεξιστές, αλλά και ως ακατάλληλους για μια σύγχρονη και πολιτισμένη κοινωνία, που τους αξίζει δηλαδή να απομονωθούν και να αποκλειστούν από οποιαδήποτε επαφή και σχέση με τους άλλους. Θα λέγαμε ότι χρησιμοποιούν αυταρχικές μεθόδους, «κάθαρσης από τα μιάσματα», που μας θυμίζουν εκείνες οι οποίες, πολύ παλαιότερα, οδήγησαν τον δυτικό κόσμο σε γενικό ξεσηκωμό κατά του θρησκευτικού και άλλου σκοταδισμού/δογματισμού δημιουργώντας τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του φιλοσοφικού και πολιτικού φιλελευθερισμού.

Αντί επιλόγου

Η κουλτούρα της «πρόληψης και προστασίας» από «κακές» λέξεις, η «κανονικοποίηση» της ανελευθερίας του λόγου και της αστυνόμευσης της σκέψης, ο αποκλεισμός κλασικών στοχαστών και η ταξινόμησή τους α) ως φορείς «φιλοαποικιακής προπαγάνδας» και β) ως προαγωγούς της κυριαρχίας του «λευκού δυτικού άνδρα», πέρα από τα ποικίλα σφάλματα επιστημολογικής φύσεως – τα οποία κρίνουμε δευτερεύουσας σημασίας – θέτουν φραγμούς σε κάθε προσπάθεια δημοκρατικής και πνευματικής αναγέννησης. Η άρνηση να σταθούμε στο βάρος της κληρονομιάς μας εξίσου καταρρακώνει κάθε δυνατότητα για ορθοκρισία, καθότι το σύνολο του φιλοσοφικού υλικού που μας έχουν αφήσει οι προηγούμενοι αιώνες μπορεί να καλλιεργήσει τις συνθήκες από τις οποίες δύναται να αναδυθούν νέες μορφές πολιτικής δράσης. Άλλωστε ας μη ξεχνάμε ότι η πράξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σκέψη και την ορθοκρισία, όπως έχουμε τονίσει πολλές φορές βασισμένοι στη σκέψη της Arendt (βλ, Πρώτο Τεύχος του περιοδικού ResPublica, σσ.7-8, και Δεύτερο τεύχος, σσ.65-87). Ήταν μάλιστα ο ίδιος ο Τοκβίλ ο οποίος φοβούμενος το μηδενισμό που παρήγαγε η Γαλλική Επανάσταση προειδοποιούσε για τις θλιβερές συνέπειες της απώλειας της ιστορικής μνήμης.

Αναμφισβήτητα, οι υπερβολές της ΠΟ δεν θα πρέπει να μας ωθήσουν σε μια αντίστροφη αντίληψη, στον εκθειασμό του παρελθόντος, σε μια στείρα και ειδωλολατρική επίκληση του παλαιού κόσμου. Είναι δεδομένο πως όταν μιλάμε για δημοκρατική και πολιτισμική αναγέννηση την ίδια στιγμή δίνουμε στον εαυτό μας τη δυνατότητα να θέτουμε υπό συζήτηση όλες τις αξίες που κληρονομούμε, μαζί με το ιστορικό παρελθόν ενός έθνους. Με άλλα λόγια, είναι δίκαια τα αιτήματα όσων επιδιώκουν να επανεξετάσουν το ζήτημα της αποικιοκρατίας και τις αδικίες που αυτό προξένησε· έχουν δίκιο όσοι μιλάνε για τα εγκλήματα της ιδεολογίας Λευκής Υπεροχής, ασχέτως και αν συστηματικά λησμονούν το γεγονός ότι όλοι οι πολιτισμοί σε κάποια ιστορική τους στιγμή υπήρξαν επεκτατικοί και δουλοκτητικοί, δεδομένου ότι η τάση στην υπερβολή και ο πόθος για κυριαρχία είναι αναπόσπαστα στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Όπως, λοιπόν, είναι αδικαιολόγητη η τυφλή επίκληση στο παρελθόν, στην κληρονομιά και στις δοσμένες αξίες, παρομοίως και ο πόλεμος ενάντια στις κλασικές σπουδές κάτω από τη δικαιολογία της «απο-αποικιοποίησης» βλάπτει όχι μόνο την παιδεία αλλά τον δυτικό πολιτισμό ως σύνολο, διότι τίποτα δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς τη μνήμη και την ανάμνηση. Ειδικά όταν ένας πολιτισμός παρουσιάζει πολλαπλά σημεία παρακμής χρειάζεται ανανεωτικές ενέσεις μνήμης και όχι παράδοση στη λήθη. Απεναντίας όλα τούτα ωφελούν και εξυπηρετούν τους σκοπούς των οπαδών ενός ρευστού, βεβιασμένα παγκοσμιοποιημένου και αθεμελίωτου κόσμου. Σε σημείο που εύλογα κανείς μπορεί να σκεφτεί ότι όλες αυτές οι ιδέες δεν προωθούνται τυχαία, αλλά πίσω από αυτές υπάρχουν κάποιοι που επενδύουν συστηματικά και καιροσκοπικά στη ρευστότητα, τον δογματισμό και την παρακμή. Αυτοί οι τελευταίοι νομίζουμε ότι θα υπάρχουν πάντα. Το επίκαιρο ερώτημα ωστόσο είναι τί γίνεται με όλους εκείνους, τους χρήσιμους ανόητους, που άθελά τους υποσκάπτουν τα ίδια τα θεμέλια που τους επιτρέπουν να παραμένουν ακόμη όρθιοι;


[1] Δείτε επίσης: Γιώργος Κουτσαντώνης, Πολιτική ορθότητα και αισθητικοποίηση και Νικόλας Γκιμπιρίτης, Πολιτική ορθότητα: ο ανοιχτόμυαλος μακαρθισμός της Αριστεράς, για την ηλεκτρονική σελίδα του ResPublica.Gr (2017).

[2] Αναφερόμαστε σε εκείνο το είδος ακτιβισμού που στην εποχή μας έχει επαγγελματικά χαρακτηριστικά, έχει απωλέσει τα στοιχεία αυθορμητισμού, γίνεται επομένως επί πληρωμή, διαθέτει ομάδες συντονισμού, σαφείς ιεραρχίες, γραφειοκρατικές δομές και συχνά συνδέεται έμμεσα ή άμεσα με διάφορες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.

[3] Η παράσταση Ικέτιδες του Αισχύλου είχε προγραμματιστεί να ανέβει στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι και ματαιώθηκε όταν φοιτητές και ακτιβιστές παρεμπόδισαν τους ηθοποιούς και το κοινό να εισέλθουν στο αμφιθέατρο κατηγορώντας τον σκηνοθέτη Φιλίπ Μπρουνέ για «ρατσισμό». Για περισσότερα: https://www.francetvinfo.fr/culture/dans-quelle-societe-sommes-nous-accuse-de-propagande-coloniale-et-de-blackface-philippe-brunet-defend-sa-liberte-de-creation_3254353.html

[4] Το Representative Council of France’s Black Associations (CRAN) αποφάσισε να μποϊκοτάρει την θεατρική παράσταση αφού προηγουμένως δέχτηκε καταγγελίες από διάφορες οργανώσεις της Σορβόννης. «H μεγάλη πλειοψηφία των φοιτητών αυτού του ιδρύματος αρνείται να συνδεθεί με αυτή την αφροφοβική, αποικιοκρατική και ρατσιστική προπαγάνδα», έγραψε ο πρόεδρος του συμβουλίου, Γκισλέν Βεντέ, στον ιστότοπό του, ενώ έκανε λόγο για μια πρακτική που ανάγεται στην εποχή της αποικιοκρατίας και της αποικιακής δουλείας, όπου ένας λευκός μεταμφιεζόταν σε μαύρο, το λεγόμενο «blackface».

[5] Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 19/02/2020 και μπορείτε να το βρείτε εδώ: https://www.lexpress.fr/actualite/societe/les-nouveaux-inquisiteurs-a-l-universite_2118205.html

[6] Βλ. E.R. Dodds, The Greeks and the Irrational, University Of California Press, 2004.

[7] B. Snell, Aischylos…σ. 118.