Το σπίτι στον καιρό της επιδημίας: τόπος εγκλεισμού ή οίκος αποκλειστικότητας;

Johannes Vermeer, Νέα γυναίκα με ποτήρι κρασιού (λεπτομέρεια), 1658/1659.

Mετάφραση: Αλέξανδρος Μπριασούλης 

Η κατοικία, βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου, από αντικείμενο πόθου έγινε σήμερα τόπος εγκλεισμού. Όπως ξέρουμε όλοι, για μπορέσει ο άνθρωπος να ικανοποιήσει κάποιες βασικές ανάγκες του, πρέπει να έχει «ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι του». Η προσωπικότητά μας ορίζεται από το σπίτι μας κι η επίπλωσή του φανερώνει το γούστο μας, τον χαρακτήρα μας, «την ψυχή μας», όπως λέμε. Το σπίτι είναι δικαίωμα και καμάρι. Σε καλώ στο σπίτι μου για να σε μπάσω στην καρδιά μου. Πόσο παράδοξο! Ο άνθρωπος είναι δεμένος με το σπίτι κι όμως, ενώ «οι αλεπούδες έχουν καταφύγιο, τα πουλιά φωλιές, ο Υιός του Ανθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίναι». Η ανασφάλεια κι ο νομαδισμός χαρακτηρίζουν την οδό του Υιού: ο άνθρωπος έχει σπίτι, ο Θεός όχι. Όλα τα πλάσματα έχουν ένα καταφύγιο, ο Υιός όμως είναι εκτεθειμένος στον κίνδυνο.

Σ’ αυτές τις μέρες της ανάγκης, θα ζήσει καλά όποιος έχει ένα σπίτι ευρύχωρο και γεμάτο από τα αγαθά που αγαπά. Όποιος όμως μοιράζεται με πολλούς ένα σπίτι μικρό, κινδυνεύει να υποπέσει σε κανιβαλισμό, συναισθηματικό ή άλλο. Κάποιες σχέσεις θα αναστηθούνε μέσα απ’ την αναγκαστική συμβίωση, κάποιες άλλες θα βουλιάξουν μέσα στη γκρίνια και στη μιζέρια. Κάποιοι γιοι θα βγούνε απ’ τη σιωπή για να συναντήσουν τον πατέρα, κάποιοι άλλοι θα τον σκοτώσουν. Το σπίτι, ανάλογα με την περίσταση, θα γίνει είτε ο ιερός περίβολος μιας ένωσης, είτε μια φυλακή απ’ την οποία θα πρέπει να αποδράσεις. Σε κάθε περίπτωση, το σπίτι είναι τόπος έμπλεος σχέσεων και δεσμών.

Το σπίτι όμως δεν είναι απλά ένα μέρος για να κατοικείς, αλλά κυρίως τόπος επιστροφής. Καθήκον του χριστιανού δεν είναι να κόβει βόλτες στο σπίτι του και να περηφανεύεται γι’ αυτό, αλλά να ζήσει για να προετοιμάσει την αναχώρησή του για τον οίκο του Πατρός: «ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν· εἰ δὲ μή, εἶπον ἂν ὑμῖν ὅτι πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν». Στον Όμηρο το σπίτι είναι ο τόπος ανάπαυσης μετά τον πόλεμο, η ξεκούραση μετά τη δοκιμασία. Για τον Οδυσσέα η Ιθάκη είναι η νεότητα και η ελπίδα, η αγάπη, τα χωράφια του, τα ζώα, τα ηλιοβασιλέματα, γι’ αυτό και θέλει να επιστρέψει. Η οικία είναι σκέπη, προστασία, σκιά. Γι’ αυτό οι Μογγόλοι ξέρανε ότι η πιο πρακτική λύση είναι η σκηνή: ένα καταφύγιο πάντα ίδιο και πάντα διαφορετικό, ιδανικό να συντροφεύει μια ζωή κατακτήσεων. Παρομοίως, ο μοναχός ποιητής Saigyo ξεκουραζόταν στη σκιά των κερασιών, ενώ ο ποιητής Basho έφτιαχνε το ταπεινό του κατάλυμα από φύλλα μπανανιάς. Η μονιμότητα ενός σπιτιού τρομοκρατούσε αυτούς τους Δασκάλους του εφήμερου.

Για να επιβιώσουμε σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, το σπίτι μας πρέπει να γίνει τόπος μόνωσης. Αυτός που επιλέγει τη μόνωση, δεν εγκλείεται αλλά εκρήγνυται. Συγκεντρώνει όλη του την ενέργεια σε ένα σημείο, όπως ο φακός συγκεντρώνει όλες τις ακτίνες σε μια δέσμη και σε μια εστία. Μετατρέπει την άσκηση σε άνοδο, τη ζωή σε μοίρα. Κι αν αυτή η μόνωση είναι αναγκαστική και δεν μπορεί να θεωρείται «άθλος», μπορεί παρόλα αυτά να οδηγήσει στο «έπαθλο». «Μείνε στο κελί σου και το κελί σου θα σου διδάξει τα πάντα», συμβούλευε ο πατήρ Μωυσής έναν ερημίτη. Αν για τον φυλακισμένο, που έχει μια ζωή έξω απ’ αυτόν, το σπίτι-κελί είναι κάτι που αποκλείει, για τον ερημίτη, που δεν κατέχει τίποτε πέρα απ’ ό,τι έχει ήδη μέσα του, το κελί είναι η δυνατότητα μιας αποκλειστικής σχέσης με τον Θεό. Ιδού λοιπόν που το σπίτι – απλό καταφύγιο και στέγη πάνω απ’ το κεφάλι μας – μπορεί να μεταβληθεί στον τόπο της αποκλειστικότητας. Αν όμως το ενδιαίτημα εκπέσει σε σκέτο ένδυμα, σε απλή συνήθεια, τότε πρέπει να ξεριζωθεί, γιατί ο άνθρωπος είναι πλάνητας και εφήμερος. “Μια μέρα που ο πατήρ Δανιήλ κι ο πατήρ Άμμων οδοιπορούσαν, είπε ο πατήρ Άμμων: «Πότε θα σταματήσουμε κι εμείς σ’ ένα κελί;» «Γιατί», ανταπάντησε ο πατήρ Δανιήλ, «σου στερεί κανείς τον Θεό; Ο Θεός είναι στο κελί, ο Θεός είναι και έξω»”.

Πηγή: http://www.pangea.news/vocabolario-del-virus-casa/