Στοχασμοί πάνω στον Μπάιρον με αφορμή την πανδημία

 

Η παρακάτω ομιλία/παρουσίαση προέρχεται από τον δεύτερο κύκλο των σεμιναρίων Understanding the Crisis of Meaning (Goldsmiths, University of London). Ξεκινώντας με έξι διαλέξεις πάνω στο Διαφωτισμό (φθινόπωρο 2019), η ίδια ομάδα επανήλθε με επιπλέον σεμινάρια αναφορικά με την κρίση νοήματος. Από το Μάρτη του 2020 και έπειτα, με το ξέσπασμα της πανδημίας, οι διαλέξεις μεταδίδονται αποκλειστικά μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας.


Πριν επικεντρωθούμε στην ανάλυση ιδεών και απόψεων που εκφράζονται στο ποίημα (Darkness) θα ήταν προτιμότερο να αναφερθούμε στο κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου έχει γραφτεί αυτό το ποίημα. Με βάση τους Quentin Skinner, John Pockock και Oswald Spengler, όλες οι φιλοσοφικές ιδέες, όλες οι πολιτικές πραγματείες, όλα τα έργα τέχνης και λογοτεχνίας αντηχούν το σύνολο των απόψεων της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας στην οποία αντιστοιχούν. Το ποίημα του Μπάιρον τοποθετείται στα μέση του Ιούλη του 1816. Ήταν η περιβόητη χρονιά «δίχως καλοκαίρι». Το 1815, το ηφαίστειο Tambora στις Ανατολικές Ινδίες εξερράγη, μολύνοντας την ατμόσφαιρα με θειάφι, μειώνοντας σταδιακά την παγκόσμια θερμοκρασία και προξενώντας καιρικές συνθήκες ασυνήθιστες για την εποχή σε όλη τη βόρεια Ευρώπη και την Αμερική. Οι χαμηλές θερμοκρασίες, οι υπερβολικές βροχοπτώσεις και η έλλειψη ηλιοφάνειας κατέστρεψαν γεωργικές καλλιέργειες, βυθίζοντας εκατομμύρια ανθρώπους στην οικονομική ύφεση. Τα ταξίδια περιορίστηκαν και η αλυσίδα εφοδιασμού επιβαρύνθηκε. Ταραχές ξέσπασαν στη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Στην Ελβετία και την Ιρλανδία, η εκτεταμένη σπανή και οι επιδημίες τύφου ανάγκασαν τις κυβερνήσεις να επιβάλουν δρακόντεια μέτρα έκτακτης ανάγκης. Όπως πολλοί εκτιμούν, περίπου 100.000 άνθρωποι πέθαναν στην Ιρλανδία. Έτσι ήρθε το «Σκοτάδι» του Μπάιρον. Αναρωτιόμαστε, μήπως υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ αυτών των τραγικών γεγονότων με το τρέχον «σκοτεινό» κλίμα απαισιοδοξίας που προξένησε το ξέσπασμα του COVID-19; Ποιο είναι το πραγματικό ηθικό μήνυμα που μας στέλνει το ποίημα του Μπάιρον; Ας επικεντρωθούμε σε αυτό το έργο, λαμβάνοντας υπόψη μας ιδέες που εκφράστηκαν από άλλους στοχαστές, όπως (για παράδειγμα) η φαινομενολογική φιλοσοφία της Hannah Arendt και η χριστιανική κοσμοθεωρία του Martin Luther King Jr.

Ο ποιητής οραματίζεται το τέλος του κόσμου μέσα από μια σειρά φυσικών καταστροφών και κοινωνικών αναταραχών. Ξεκινά μιλώντας για ένα «όνειρο» που δεν ήταν «όνειρο» (I had a dream, which was not all a dream). Καθώς το ποίημα προχωρά, διαβάζει κανείς για «φλεγόμενα σπίτια και δάση». Η αλυσίδα εφοδιασμού εξαντλείται και όλοι στρέφονται εναντίον όλων. Το «σκοτάδι» μπορεί πράγματι να έχει επιφέρει εκεχειρία στον κόσμο· όμως δεν έχει φέρει ειρήνη και σταθερότητα. Η επιβίωση πλέον κατέστη ο μόνος στόχος και κανένα απόθεμα αγάπης δεν φαίνεται να έχει απομείνει. Οι άνθρωποι θα καταφύγουν ακόμα και στον κανιβαλισμό. Οι σκύλοι επιτίθενται στα αφεντικά τους. Ως εκ τούτου, όταν το σκοτάδι κυριαρχεί ξεσπούν οι εγωισμοί με στόχο το προσωπικό όφελος:

«And men forgot their passions in the dread
Of this their desolation;
and all hearts Were chill’d into a selfish prayer for light».

Για να φωτίσουν το σκοτάδι οι άνθρωποι βάζουν φωτιά σε κάθε τι· παλάτια, κρατικά κτίρια, παράγκες, ακόμα και στα ίδια τους τα σπίτια. Όλες αυτές οι σκηνές καταστροφής, για τον Μπάιρον, ήταν «ένα όνειρο» το οποίο, ταυτόχρονα, «δεν ήταν όνειρο». Ως ένα βαθμό, ήταν ζωντανές εμπειρίες, βγαλμένες μέσα από την ίδια τη ζωή. Η έξαρση των εγωιστικών κινήτρων και η απουσία αμοιβαιότητας, φιλίας και κοινής ευπρέπειας σε τέτοιες τραγικές στιγμές απελευθερώνουν όλες τις δυνάμεις του εσωτερικού μας σκότους, δυνάμεις που προκαλούν ριζική διάλυση, υποκινώντας τον πόλεμο όλων εναντίων όλων, σύμφωνα με τα λόγια του Thomas Hobbes [1]· είναι οι δυνάμεις που μας σπρώχνουν σ ’ένα παιχνίδι ατελείωτων συγκρούσεων δίχως νικητή, σε μια ατέλειωτη ύβρις που καταρρακώνει τον όλο τον ανθρώπινο βίο. Έτσι, δεν είναι μόνο το σκοτάδι των ανυπέρβλητων δεινών που τέτοια τραγικά γεγονότα επιφέρουν όσο και η επίκληση του εσωτερικού σκότους που ζει μέσα στο νου και την ψυχή μας. Από μια Χριστιανική οπτική γωνία, το σκότος συμβολίζεται από την κόλαση, ή από τον φρικτό κόσμο του Άδη (με βάση την αρχαία ελληνική μυθολογία). Είναι εκείνο το εσωτερικό βασίλειο που (αρκετές φορές ασυνείδητα) μας οδηγεί στον άκρατο εγωισμό, καταρρακώνοντας την πραγματική ευτυχία [2].

Γιατί, όμως, χρησιμοποιούμε εδώ τον όρο «τραγωδία»; Ποιός είναι ο λόγος που αποκαλούμε αυτά τα γεγονότα «τραγικά»; Στην πραγματικότητα, ο αρχαίος ορισμός της τραγωδίας είναι πέρα για πέρα αντίθετος από τον σύγχρονο. Όπως εξηγεί ο Αριστοτέλης στην Ποιητική, η τραγωδία είναι συνώνυμη με την απουσία ελεύθερης βούλησης. Στο αρχαίο δράμα οι ηθοποιοί είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν ένα ήδη γραμμένο σενάριο. Η «κλασική τραγωδία», υποστηρίζει ο Spengler (1960) (μιλώντας για τον Αριστοτέλη) είναι «ο θρήνος ενός δεδομένου θέματος» υποταγμένο «στην οπτική παρουσίαση ενός ανυπέρβλητου ανθρώπινου πόνου στην παρούσα στιγμή»[3]. Όπως οι ηθοποιοί του αρχαίου δράματος είναι αβοήθητοι, ανίσχυροι και αδύναμοι, ανίκανοι να παρέμβουν στο σενάριο που έχει ήδη γραφτεί για αυτούς και υπόκεινται σε βάσανα για τα οποία ελάχιστη ευθύνη φέρουν, με τον ίδιο τρόπο οι περισσότερες επιδημίες και φυσικές καταστροφές δεν είναι συνέπειες της ανθρώπινης βούλησης. Είναι, ωστόσο, εμπειρίες που τις δεχόμαστε όπως μας ακριβώς μας έρχονται.

Επιπλέον, τέτοια γεγονότα αποκαλύπτουν τη γύμνια του οπτιμισμού, της πίστης στην απεριόριστη δύναμη του ανθρώπινου λόγου, όπως προωθείται τόσο έντονα από τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού. Μπορούμε να παραλληλίσουμε την έννοια της τραγωδίας με την έννοια της fortuna, βάσει του Μακιαβέλι και του Κικέρωνα [4]. Η fortuna αντιπροσωπεύεται από το αρχέτυπο μιας θεάς που συμβολίζει τα απρόβλεπτα αποτελέσματα της ανθρώπινης δράσης. Η fortuna ελέγχει «τις μισές ανθρώπινες καταστάσεις αλλά αφήνει τον έλεγχο των άλλων μισών, ίσως και ελάχιστα λιγότερων, σε εμάς» [5]. Η fortuna φέρνει ευημερία ή γίνεται πηγή δυστυχίας και καταστροφών [6]. Η fortuna καθιστά την ανθρώπινη ύπαρξη τραγική και ευάλωτη. Ως εκ τούτου, προκύπτει το ακόλουθο ερώτημα: πώς μπορούν οι άνθρωποι να αντισταθούν στις καταστροφικές ορέξεις της, στις καταστροφικές συνέπειες της τραγικότητας της ύπαρξής τους; Σε άρθρο που δημοσίευσε ο Jacques Khalip τίθενται προς συζήτηση οι απόψεις του Μπάιρον, της Arendt και του De Quincy [7]. Ας αποφύγουμε κάποιες κρίσιμες παρεξηγήσεις: το σκοτάδι, με βάση την Άρεντ, «δεν ταυτίζεται με τα τερατώδη εγκλήματα του 20ού αιώνα, τα οποία αποτελούν μια φρικτή καινοτομία»[8]. Οι σκοτεινοί καιροί, ωστόσο, ενσωματώνουν όλα τα στοιχεία που θα δημιουργούν συνθήκες εντός των οποίων αναδύονται ρεύματα κοινωνικού μηδενισμού, εγωισμού, μνησικακίας και ύβρεως, οδηγώντας στην απόλυτη καταστροφή. Το σκοτάδι του Μπάιρον, η συνέπεια του ανθρώπινου εγωισμού, μας καλεί να ευαισθητοποιηθούμε για τις επιπτώσεις του μηδενισμού όταν η φιλία και η κοινή ευπρέπεια εξαφανίζονται. Πιο συγκεκριμένα, όπως εξηγεί ο Khalip με σαφήνεια, η τραγικότητα του σκότους θα πρέπει να καταστεί αφορμή για την τόνωση της φιλίας[9]. Το σκότος πρέπει να δημιουργήσει «νέες μορφές κοινωνικότητας»[10].

Η άποψη του Khalip σχετικά με το σκότος ως αφορμή για τη διεύρυνση της φιλίας (ενάντια στη διάλυση) μπορεί να παραλληλιστεί με την ιδέα του Martin Luther King ότι η αμαρτία θεραπεύεται μόνο με την αγάπη (agape). Όταν επικρατεί εγωισμός και η ύβρις, όταν παραβιάζονται τα ηθικά όρια, όταν τα ανθρώπινα όντα απομακρύνονται από τον Θεό, ρίχνονται «εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων» (Ματθ 8: 11-12), «εκτοπίζονται από τον παράδεισο» στον «απύθμενο λάκκο» της κόλασης [11]. Η φιλία είναι σύμφυτη με «την ικανότητά μας να υπομένουμε μαζί με άλλους ανθρώπους και όχι μόνοι» [12]· είναι μια αντίσταση στις ορέξεις της fortuna, της οποίας τα καταστροφικά αποτελέσματα (σύμφωνα με τον Machiavelli) μόνο η αρετή θα μπορούσε να εξαλείψει. Όπως έχει γίνει προφανές, η φιλία και η αρετή είναι έννοιες σύμφυτες. Η φιλία προέρχεται από την ελληνική λέξη φιλώ (αγαπώ). Για τους αρχαίους, η φιλία δεν ήταν παρά το μόνο μέσο προστασίας από εμφύλιες συρράξεις [13]. «Η γαρ τοΰ συζην προαίρεσις φιλία», λέει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά [14], υπονοώντας την αναγκαιότητα δημιουργίας ισχυρών δεσμών, ως το πιο αποτελεσματικό μέσο προστασίας για την πόλη. Η ιδέα του King για την αγάπη αναμφίβολα συγκλίνει, παρά το γεγονός ότι αυτός ο τύπος αγάπης είναι χριστιανικής προέλευσης. Η αγάπη αυτή, όπως διευκρινίζει (ο King), δεν αφορά στη συναισθηματική ή στοργική αγάπη. Ενέχει τη συγχώρεση και την ανεκτικότητα· συγχώρεση και αγάπη για τον εχθρό, που (όπως όλοι οι άνθρωποι) υπόκεινται στην αμαρτία. Δεν συνεπάγεται, ωστόσο, συγχώρεση προς την αμαρτία του την ίδια. Για τον King η αγάπη αποτελεί την ανώτερη μορφή φιλίας· εκφράζει μια βαθιά εμπιστοσύνη στη ζωή και εμπνέει μια ριζοσπαστική επιμονή, πίστη και ελπίδα ότι μέσω καλών έργων και λόγων οι άνθρωποι που έχουν υποπέσει στην αμαρτία θα οδηγηθούν στη μετάνοια και το πάθος του εγωισμού θα περιοριστεί. Η αγάπη, κατά τον Martin Luther King Jr, είναι η αρετή που «αντιστέκεται στη διάλυση και την καταστροφή»[15]. Εκτρέφει μια πίστη με την οποία «θα μπορέσουμε να μετατρέψουμε ένα ολόκληρο βουνό απόγνωσης σε έναν λίθο ελπίδας»[16].

Ας θυμηθούμε, στο σημείο αυτό, το Δεκαήμερον του Βοκάκιου. Στην πρώτη ιστορία της πέμπτης ημέρας, ο Κίμωνας από την Κύπρο επιδιώκει να γοητεύσει την Ιφιγένεια. Η fortuna αποτρέπει τα σχέδιά του και ο ίδιος καταλήγει φυλακισμένος στη Ρόδο. Απελευθερώνεται από τον Λύσιμαχο και παντρεύεται την Ιφιγένεια. Τέλος, τόσο Κίμωνας όσο και η Ιφιγένεια επιστρέφουν στον τόπο τους ασφαλείς. Όπως τονίζει ο Βοκάκιος, η ιστορία του Κίμωνα μας δίνει «μια ιδέα για το πόσο θεϊκή, πόσο ισχυρή και ζωτική είναι η δύναμη της αγάπης» [17] ενάντια στην καταστροφικότητα της fortuna. Πολλοί θα έλεγαν ότι η αγάπη του Κίμωνα προς την Ιφιγένεια δεν είναι η αγάπη που επικαλείται ο Martin Luther King, καθότι παραπέμπει σε μια συναισθηματική αλλά και στοργική ερωτική αγάπη. Αυτή η ερμηνεία, ωστόσο, παραβλέπει το εξής σημαντικό στοιχείο: ο έρωτας και η αγάπη, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, είναι έννοιες συνυφασμένες με τη ριζική επιμονή, την ανθεκτικότητα και τη βαθιά πίστη στη γλυκύτητα και ομορφιά της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτές είναι οι αρετές που αντιστέκονται στις αυθαίρετες δυνάμεις του σκοτεινού υπόγειου κόσμου, του πάθους για εκδίκηση, ενώ την ίδια στιγμή προωθούν την ευγένεια και την κοινή ευπρέπεια. Η βαθιά πίστη στη βελτιοδοξία [18] που η αγάπη εμπνέει αποτελεί έναν φάρο φωτός ενάντια στις παγίδες των σκοτεινών βασιλείων της ανθρώπινης ψυχής. Είναι το τελευταίο προπύργιο ενάντια στον κοινωνικό μηδενισμό. Αυτό, πάνω κάτω, εκφράζει και η σκέψη του Δάντη. Ας φέρουμε στο νου μας τη Vita Nuova. Το έργο είναι αφιερωμένο στη Βεατρίκη, μια γυναίκα που ο ίδιος αγαπούσε και θαύμαζε έντονα. Μετά τον θάνατο της Βεατρίκης, ο Δάντης αρνείται να βυθιστεί στην απαισιοδοξία. Έτσι, μετατρέπει τη μνήμη της σε σύμβολο από το οποίο αντλεί δύναμη και έμπνευση. Η Βεατρίκη δεν είναι παρά μια όμορφη ανάμνηση στην οποία ο ποιητής θα βασίζεται προκειμένου να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του επίγειου βίου.

Η αγάπη, και όχι η χιλιαστική επίκληση στην πρόοδο, είναι αυτό που πραγματικά μας βοηθά να ξεπεράσουμε τις ανυπέρβλητες δυσκολίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε εντός των επόμενων μηνών. «Μια φοβισμένη ελπίδα ήταν αυτό κατέκλυζε τον κόσμο όλο» (A fearful hope was all the world contain’d), γράφει ο Μπάιρον. Εδώ ο ποιητής χρησιμοποιεί εικόνες από το Βιβλίο της Αποκάλυψης· περιγράφει αρπακτικά και τρομακτικά ζώα να αλληλοσκοτώνονται για το φαγητό. Στην πραγματικότητα, η ελπίδα είναι πάντα συνυφασμένη με την ύπαρξη του φόβου. Συχνά πυκνά κατανοούμε τον φόβο και την ελπίδα ως δύο εκ διαμέτρου αντίθετες έννοιες. Ωστόσο, η ελπίδα δεν εγγυάται τη λύτρωση από τον φόβο. Όπως προτείνει το ποίημα του Τζον Μίλτον στο Paradise Lost, το μόνο «που μπορούμε να κερδίσουμε από την ελπίδα» είναι «απελευθέρωση από την απελπισία» [19] και όχι την πλήρη εξάλειψη του φόβου. Μια «φοβισμένη ελπίδα» είναι αυτό που ο ανθρώπινος κόσμος πάντα θα βλέπει μπροστά του. Μια «φοβισμένη ελπίδα» είναι μια ελπίδα που μας καλεί να είμαστε σε επιφυλακή, που μας καλεί να αναγνωρίσουμε την ευαλωτότητά μας καθώς και για τις συνέπειες της ανθρώπινης τραγικότητας.


[1] Βλ. Thomas Hobbes. Leviathan. 2006. New York: Harper.

[2] Ως πραγματική ευτυχία ορίζω τη δημόσια ευτυχία. Βλ. Hannah Arendt, On Revolution. 1990, London: Penguin Books, (σ.255) και Thomas Jefferson, Political Writtings, 1998. Cambridge: Cambridge University Press, (65).

[3] Oswald Spengler. The Decline of the West. 1961. London: George Allen & Unwin. (σ.317).

[4] Niccolò Machiavelli. The Discourses. 1970. London, Penguin Books. (σ.371) και Cicero, De Natura Deorum and Academica, Cambridge, MA: Harvard University Press. (σ.341)

[5] Niccolò Machiavelli. The Prince. 1992. New York. Dover Thrift Editions. (σ.66)

[6] Niccolò Machiavelli. The Discourses. 1970. London, Penguin Books. (σ.371)

[7] Jacques Khalip. Arendt, Byron, and De Quincey in Dark Times. 2010.

[8] Hannah Arendt. 2014. Men in Dark Times. New York, Harcourt, Brace. (σ.iv)

[9] Khalip (σ.628)

[10] O.π. (σ.621)

[11] John Milton. Paradise Lost. New York. Barnes and Noble Classics. (σ. 20)

[12] Khalip (σ.619)

[13] Hannah Arendt, On Revolution. 1990, London: Penguin Books, (σ.34)

[14] Αριστοτέλης. Πολιτικά. 1993. 1ος τόμος. Αθήνα: Κάκτος (σ.52)

[15] Martin Luther King Jr. A Testament of Hope.1986. New York, Harper One (σ.618)

[16]. Ο.π. (σ.219).

[17] Giovanni Boacaccio. The Decameron. 2008. Oxford, Oxford World’s Classics. (σ.318)

[18] Για τον όρο βελτιοδοξία (ως αντίδοτο στην αισιοδοξία -ή οπτιμισμό- και στην απαισιοδοξία) βλ. άρθρο του δεύτερου τεύχους του περιοδικού Res Publica, Βελτιοδοξία και Ελπίδα

[19] John Milton. Paradise Lost. New York. Barnes and Noble Classics. (σ. 20)