Η ιδέα της προόδου μπροστά στην οικολογική καταστροφή

Broken Obelisk (as designed by Barnett Newman) – in front of Rothko Chapel in Houston, Texas.

Γράφει ο Σταύρος Μούτσιος

«Μπορεί να φαίνεται απίθανο μια τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία να επιλέξει να αυτο-καταστραφεί, αλλά είμαστε στη διαδικασία να κάνουμε αυτό ακριβώς», γράφει η Elizabeth Kolbert στο Ημερολόγιο μιας Καταστροφής.i Στο άλλο γνωστό βιβλίο της (Η Έκτη Εξαφάνιση των Ειδών), η Kolbert εκτιμά ότι η γη θα έχει χάσει περίπου τα μισά είδη μέχρι τον επόμενο αιώνα, 66 εκατομμύρια χρόνια μετά την προηγούμενη μαζική εξαφάνιση.

Μπορούμε να προσδοκάμε ότι οι κοινωνίες θα ελέγξουν αργά ή γρήγορα τη σημερινή πανδημία. Εκείνο όμως που δεν θα μπορούν να ελέγξουν είναι η κατάρρευση των φυσικών συνθηκών της ύπαρξής τους. Ο πλανήτης θερμαίνεται εδώ και 150 χρόνια, λόγω της υπερβολικής ενέργειας που εκλύεται από τα αέρια του θερμοκηπίου, κάτι που η προσωρινή, λόγω πανδημίας, μείωσή τους, δεν είναι ικανή από μόνη της να ανασχέσει.ii Ακόμα και αν εκπληρωθούν οι στόχοι του Παρισιού, η υπερθέρμανση του πλανήτη κατά 3,4° C μέχρι το 2100 φαίνεται να είναι δρομολογημένη, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν άλλα ανατροφοδοτικά φαινόμενα από τον κύκλο του διοξειδίου του άνθρακα. Αν ληφθούν υπόψιν, τότε η αύξηση εκτιμάται στους 4,5 με 5 ° C. Αύξηση της θερμοκρασίας 4° C θα ήταν «ασύμβατη με μια οργανωμένη παγκόσμια κοινότητα», και «θα μπορούσε να μειώσει τον ανθρώπινο πληθυσμό κατά 80 ή 90%».iii

Φαίνεται λοιπόν ότι το «τέλος του κόσμου» δεν είναι απλώς πια μια ιδέα που ανάγεται στην φθορά της Δυτικής «υλικής κυριαρχίας και πνευματικής ηγεμονίας», όπως υπόστηριξε ο Bauman σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του,iv αλλά μια ορατή πιθανότητα. Ο καπιταλισμός, ιδιαίτερη δημιουργία του Δυτικού πολιτισμού, έχει παγκοσμιοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που καταστρέφει τις συνθήκες ζωής όλων των όντων πάνω στη γη. Πράγματι, 70% των αερίων του θερμοκηπίου που έχουν εκλυθεί από το 1988 προέρχεται μόνο από 100 εταιρείες, ενώ την ίδια περίοδο όλες κι όλες 25 εταιρείες παρήγαγαν τις μισές από τις βιομηχανικές εκπομπές.v Πρόκειται βέβαια για πολυεθνικές, οι δραστηριότητες των οποίων προωθούνται από κυρίαρχα κράτη, επενδυτικά κεφάλαια, διεθνείς οργανισμούς, γεωστρατηγικά συμφέροντα, πολέμους, και κυβερνήσεις που δικαιολογούν ή αποκρύπτουν τις ζημίες που προκαλούνται στο παγκόσμιο οικοσύστημα. Ωστόσο, η εξουσία στην πολιτική, όπως και στην οικονομία, δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς μόνο σε σχέση με τη δυνατότητα συγκεκριμένων δρώντων να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους στο κοινωνικό σύνολο. Η εξουσία εδράζεται στην κατασκευή νοήματος, τις κοινές αξίες, την αποδοχή και νομιμοποίησή τους, ή, με άλλα λόγια στις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που χαρακτηρίζουν μια κοινωνία και ενσαρκώνονται στους θεσμούς της.

Παρ΄όλα αυτά, σε μια δημόσια συζήτηση που κυριαρχείται από ζοφερά περιβαλλοντικά δεδομένα, μετρήσιμους στόχους, και κίνητρα για επενδύσεις (όπου αυτά δίνονται) στις «πράσινες τεχνολογίες», μόλις και μετά βίας υπάρχει χώρος για πολιτισμική ανάλυση και αναστοχασμό σχετικά με την ιστορική πορεία που οδήγησε τις ανθρώπινες κοινωνίες να αντιμετωπίζουν μια τέτοια υπαρξιακή απειλή. Αυτό είναι αξιοσημείωτο, δεδομένου ότι τέτοιες αναλύσεις, στη φιλοσοφική, ανθρωπολογική και κοινωνιολογική βιβλιογραφία, υπάρχουν σχεδόν από τις απαρχές του εκβιομηχανισμού. Αναφέρομαι βέβαια στην βιβλιογραφία για την ιδέα της προόδου, και όλες τις παράγωγες έννοιες και πολιτικές (ανάπτυξη, εκσυγχρονισμός, μεγέθυνση, κ.λπ.), που παρά, την κριτική στην οποία έχει υποβληθεί τον προηγούμενο αιώνα, δεν έχει περάσει στο κέντρο του δημόσιου διαλόγου, ακόμα και σε αυτήν την κρίσιμη για την ανθρωπότητα στιγμή – με εξαίρεση την επανάληψη των ίδιων παραδοχών, που βρίσκει κανείς και στον 19ο αιώνα.vi Παρακάτω, διακρίνω αυτές που θεωρώ πιο χαρακτηριστικές, και αμέσως μετά συζητώ την ιδέα της προόδου υπό τις σύγχρονες συνθήκες.

Η αέναη βελτίωση της κοινωνίας

Η πρόοδος είναι ιδέα της Νεωτερικότητας. Στο μεσαιωνικό κόσμο, η ζωή γινόταν αντιληπτή ως μια σειρά από συμβάντα που οφείλονταν σε θείες επεμβάσεις και αποκαλύψεις. Όπως γράφει ο John Bury στο κλασσικό του σύγγραμμα για την πρόοδο, για το χριστιανικό δόγμα, όπως διαμορφώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, η κίνηση της ιστορίας αφορούσε στη διασφάλιση της ευτυχίας ενός μικρού αριθμού ατόμων στον άλλο κόσμο, ενώ οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη στο γήινο κόσμο είχε μικρή σημασία.vii Στην ελληνική αρχαιότητα, που επηρέασε βαθιά την ευρωπαϊκή Νεωτερικότητα, δεν απουσίαζε η αντίληψη της προόδου, αλλά αφορούσε κυρίως στη μετάβαση από την άνομη ζωή στην οργανωμένη κοινότητα και στις υλικές ανέσεις που αυτή προσφέρει. Όπως όμως παρατηρούν και ο Bury και ο Edelstein, οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν την τάση να απορρίπτουν το παλιό ως υποδεέστερο του παρόντος, ούτε έβλεπαν το μέλλον ως μια πορεία προς αέναες βελτιώσεις.viii

Η Νεωτερικότητα αντιλαμβάνεται την πρόοδο με βάση τρεις, θα έλεγα, κυρίως, ρητές ή άρρητες, παραδοχές. Η πρώτη είναι ότι η πρόοδος αφορά στην κοινωνία ως όλον, όχι απλώς σε επιμέρους τομείς της, έστω κι αν αναφέρεται κυρίως σε επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, και στη βιομηχανική παραγωγικότητα. Δεύτερον, η πρόοδος υποδεικνύει μια γραμμική κίνηση προς άπειρες βελτιώσεις και αυξήσεις, η οποία ακόμα και αν διακοπεί, αρχίζει και πάλι την ανοδική της κίνηση. Τρίτον, η πρόοδος έχει πάντα ένα ισχυρό προσανατολισμό προς το μέλλον, και υποβαθμίζει εξίσου ισχυρά το παρελθόν, απέναντι στο οποίο το παρόν γίνεται αντιληπτό ως ένα πιο προχωρημένο στάδιο.

Πράγματι, η κυρίαρχη αντίληψη στη Νεωτερικότητα ήταν ότι όλοι οι τομείς της ζωής υπόκεινται σε πρόοδο. Η ιδέα της προόδου, δηλαδή, περιέκλειε ολόκληρη την κοινωνία, και όπως παρατηρεί ο John Stanley ταυτίστηκε με την ίδια την ιστορία. «Εφόσον πρόοδος τώρα σημαίνει βελτίωση σε όλα τα πεδία», γράφει, «η ιστορία όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων – της ίδιας της ανθρωπότητας – είναι η ιστορία της προόδου. Σε αυτό το σημείο ‘’ιστορία’’ και ‘’πρόοδος’’ γίνονται ουσιαστικά συνώνυμες».ix Άρα, η ιστορία θεωρείται και αυτή μια γραμμική και αέναη πορεία βελτιώσεων. Δεν υπάρχει ιδιαιτερότητα, ακμή και παρακμή, αποκορύφωμα και πτώση, ή κυκλικότητα, αλλά μια σταθερή γραμμική κίνηση, η οποία αν και μπορεί να διακοπεί από κρίσεις ή ατυχίες, δεν σταματά ποτέ την πορεία της προς τη «διαρκή τελειοποιησιμότητα», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Condorcet, από τους γνωστότερους θιασώτες της ιδέας της προόδου. Πρόκειται για μια κίνηση όχι απλώς αναγκαία, αλλά και αναπόφευκτη, δεδομένου ότι η κοινωνία, σύμφωνα με την κυρίαρχη φιλοσοφική σκέψη το 19ο αιώνα, κυβερνάται από νόμους, και η ιστορία εκτυλίσσεται σε στάδια. Για τον Herbert Spencer, για παράδειγμα, ο πολιτισμός είναι μέρος της φύσης, και άρα η πρόοδος «δεν είναι ατύχημα, αλλά αναγκαιότητα». Για τον Karl Marx, ο καπιταλισμός είναι ένα ιστορικά αναγκαίο στάδιο, που πρόκειται να το διαδεχθεί ο προλεταριακός έλεγχος των παραγωγικών δυνάμεων. Και για τον Auguste Comte, ο κόσμος εισήλθε στο «θετικιστικό στάδιο», υπό το οποίο ο ρόλος των κοινωνικών επιστημών είναι να ικανοποιεί την ανάγκη των κοινωνιών για «τάξη και πρόοδο».x Η πρόοδος, εν ολίγοις, ως αναγκαία και αναπόφευκτη, υπόκειται απλώς σε αρωγή και επιτάχυνση από δυνάμεις που ιστορικά έχουν επωμιστεί να παίξουν αυτόν τον ρόλο, και από τις μεθόδους των κοινωνικών επιστημών που μπορούν να την προβλέψουν, να την καθορίσουν, και να την μετρήσουν.

Η προοδευτική σκέψη εύκολα ταυτίζεται, ή καλύτερα, συγχέεται με την αισιοδοξία ή την ελπιδοφόρα στάση, καθώς κάθε αρνητική εξέλιξη θεωρείται απλώς ένα εμπόδιο που θα ξεπεραστεί προτού η πορεία των αέναων βελτιώσεων επανεκκινήσει. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Christopher Lasch, πρόκειται για επιπόλαια εξίσωση, αφού είναι η ίδια η ελπίδα που παραγκωνίζεται από την πίστη στην πρόοδο. Οι πιστοί της προόδου, γράφει, «αν και αρέσκονται να θεωρούνται το κόμμα της ελπίδας, στην πραγματικότητα έχουν μικρή ανάγκη να ελπίζουν, εφόσον έχουν την ιστορία με το μέρος τους».xi Η έλλειψη ελπίδας, σημειώνει ο Lasch, τους καθιστά ανίκανους για νοήμονα δράση, αφού θεωρούν το μέλλον δεδομένο.

Η πίστη σε ένα εξ ορισμού καλύτερο μέλλον συνοδεύεται από την απαξίωση του παρελθόντος, το οποίο συνήθως ταυτίζεται με καθυστέρηση, πρωτογονισμό ή βαρβαρότητα. Μια προοδεύουσα κοινωνία οφείλει να κινείται συνεχώς «προς τα μπρος», επεκτείνοντας απεριόριστα την τεχνο-επιστημονική γνώση, τον πλούτο, την κυριαρχία επί της φύσης, και των ορθολογιστικών ελέγχων επί της κοινωνίας, μέσω «επιστημονικής διακυβέρνησης». Αυτήν τη γενική αντίληψη τη βρίσκει κανείς μεταξύ των υποστηρικτών τόσο του καπιταλισμού όσο και του σοσιαλισμού κατά το 19ο αιώνα. ‘Tout pour lindustrie, tout par elle’ (τα πάντα για και μέσω της βιομηχανίας) διακήρυττε ο Henri de SaintSimon, και ο Marx, ο σημαντικότερος κριτικός στοχαστής του βιομηχανικού καπιταλισμού, τον θεωρούσε αναγκαίο πέρασμα προς το σοσιαλισμό, επειδή, πίστευε, η βιομηχανία θα δημιουργούσε τις υλικές συνθήκες για μια νέα, χειραφετημένη κοινωνία. Ο Marx ήταν μάλιστα αντίθετος σε μια μορφή σοσιαλισμού που θα αποκαθιστούσε προ-καπιταλιστικές μορφές οικονομικής δραστηριότητας (λ.χ. τεχνιτών, αγροτών, και μικρών παραγωγικών μονάδων), καθώς ταύτιζε την προ-βιομηχανική ζωή με τη μεσαιωνική βαρβαρότητα και τη μετριότητα, και την αντιπαρέθετε με αυτό που θεωρούσε ως ενεργητικό και δυναμικό πνεύμα των καπιταλιστών.

Η συλλήβδην απαξίωση του παρελθόντος συνοδεύει και τις σχετικές ιδεολογίες και πολιτικές του 20ού αιώνα (π.χ. «ανάπτυξη» και «εκσυγχρονισμός»), οι οποίες εξυμνούν τα παροντικά και τα επερχόμενα επιτεύγματα στον τεχνο-επιστημονικό τομέα, καθώς και την αύξηση της παραγωγικότητας, και της κατανάλωσης. Η επιστροφή στο παρελθόν, θεωρείται συχνά νοσταλγία και ανικανότητα προσαρμογής στη μοντέρνα ζωή. Ο Lasch εξετάζει τη φαινομενική αντίθεση μεταξύ της πίστης στην πρόοδο και της νοσταλγικής στάσης, και παρατηρεί ότι, στην πραγματικότητα, συμπίπτουν, γιατί και οι δυο παρουσιάζουν το παρελθόν ως ακίνητο και τη σύγχρονη ζωή ως δυναμική. Η νοσταλγία, σημειώνει, εξιδανικεύει το παρελθόν, και το αποκόπτει από το χρόνο, ακινητοποιώντας το σε μια κατάσταση αμετάβλητης τελειότητας. «Η Νοσταλγία επικαλείται το παρελθόν προκειμένου να το θάψει ζωντανό. Μοιράζεται με την πίστη στην πρόοδο, στην οποία αντιτίθεται μόνο επιφανειακά, την προθυμία να διακηρύξει το θάνατο του παρελθόντος και να αρνηθεί τη δράση της ιστορίας στο παρόν». Η νοσταλγία διαφέρει από τη μνήμη, υπογραμμίζει ο Lasch, στο ότι η τελευταία αντλεί ελπίδα και κουράγιο από το παρελθόν για να αντιμετωπίσει το παρόν. Η μνήμη «βλέπει το παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον ως συνεχή».xii

Είναι πράγματι η μνήμη που η ιδέα της προόδου εκτοπίζει, μαζί με το ίδιο το παρελθόν, που, συχνά, ταυτίζεται με τη ζωή στη φύση, εξυμνώντας το παρόν ως πιο προηγμένο, και προεξοφλώντας ένα ακόμα πιο προηγμένο μέλλον. Είναι αξιοσημείωτο ότι στα μεγάλα δυστοπικά μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, η επιστροφή στο παρελθόν και στο φυσικό περιβάλλον σημαίνει ανάκτηση της μνήμης, της ανθρωπιάς και σημαντικών πολιτιστικών δημιουργιών, αλλά και έμπνευση για την αμφισβήτηση και την πολιτική αντιπαράθεση με το ισχύον καθεστώς. Για παράδειγμα, στο Εμείς του Yevgeny Zamyatin (1924), η πρόοδος διασφαλίζεται από το Μονοκράτος, το οποίο περιβάλλεται από το Πράσινο Τείχος, που διαχωρίζει τον πληθυσμό του από τον «έξω κόσμο», όπου υπάρχει ακόμα φυσικό περιβάλλον, και όπου οι άνθρωποι ζουν σε παλιά σπίτια και χρησιμοποιούν παλιά αντικείμενα. «Έξω» είναι η φύση και το παρελθόν. «Μέσα» είναι η πρόοδος και η ευτυχία. Η φύση και το παρελθόν πρέπει να μείνουν, επίσης, «έξω» ή «πίσω» στο Παγκόσμιο Κράτος, στον Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο (1932) του Aldous Huxley, μια τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία που αποτελείται από γενετικά τροποποιημένα άτομα. Τα μουσεία είναι κλειστά, τα ιστορικά μνημεία κατεστραμμένα, τα παλιά βιβλία, ειδικά τα μυθιστορήματα και η ποίηση, απαγορεύονται ως βλάσφημα και κατάλληλα μόνο για νοσηρά μυαλά. Στο Φαρενάιτ 451 (1953) του Ray Bradbury, όλα τα βιβλία απαγορεύονται, και όπου βρεθούν καίγονται, συχνά μαζί με τους κατόχους τους, από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, της οποίας το καθήκον δεν είναι να σβήνει φωτιές αλλά να τις ανάβει. Πολλοί παραβάτες ζουν στην εξοχή, όπου έχουν απομνημονεύσει το περιεχόμενο σημαντικών βιβλίων, διασώζοντας έτσι την πολιτιστική κληρονομιά αλλά και τους εαυτούς τους από τις επιθέσεις των δυνάμεων ασφαλείας. Τέλος, στο 1984 του George Orwell (1949), το παρελθόν υπάρχει στα παλιά σπίτια, τα έπιπλα, τα αντικείμενα και στις ανθρώπινες σχέσεις στα περίχωρα του Κράτους, όπου ο Γουίστον καταφεύγει με τη Τζούλια, ελπίζοντας να αποδράσουν για λίγες στιγμές από το βλέμμα του Μεγάλου Αδελφού. Αλλά, στο τέλος, το δωμάτιο πάνω από το παλαιοπωλείο που είχαν για καταφύγιο αποδείχτηκε ότι δεν ήταν ασφαλές, καθώς για το Κόμμα «καθετί παλιό, και γενικά ωραίο, ήταν πάντα ύποπτο».

Κατά πόσο όμως οι παραπάνω παραδοχές, και γενικά, η πίστη στην πρόοδο επιβιώνουν σήμερα; Υποστηρίζω ότι η κλιματική κρίση απομακρύνει την πίστη στην αέναη βελτίωση της κοινωνίας, που τώρα σχεδόν αποκλειστικά επικεντρώνεται σε τεχνο-επιστημονικά επιτεύγματα που σκοπό έχουν την αύξηση της στρατιωτικής ισχύος, της οικονομικής κυριαρχίας, και των βιοπολιτικών ελέγχων, παρά το κοινό καλό, όπως δείχνει η παρούσα, και αποτρέψιμη, πανδημία. Το αέναο ή το απεριόριστο μετατοπίζεται τώρα στον ιδιωτικό ορίζοντα, ως διηνεκής «αναβάθμιση» ή επιμήκυνση της ατομικής βιολογικής ζωής. Καθώς η πρόοδος δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί το μέλλον,το παρελθόν αναδύεται, όπως επίσης ισχυρίζομαι, ως νοσταλγία, ως απειλή, αλλά και ως μνήμη.

Πρόοδος και «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση»

Η ιδέα της κοινωνικής προόδου, που από τα τέλη του 20ου αιώνα πήρε τη μορφή της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» και της «οικονομίας της αγοράς», που επιδιώκει διαρκώς την άνοδο της παραγωγικής και καταναλωτικής της ικανότητας, βρίσκεται σε φάση αποσάθρωσης: οι αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης ενισχύονται, παρά υποχωρούν, η συσσώρευση κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο είναι άνευ προηγουμένου, η κλιματική κρίση καθιστά έκδηλο το αδιέξοδο της απεριόριστης οικονομικής ανάπτυξης, και η τωρινή πανδημία φανερώνει ότι η επιστημονική έρευνα κάθε άλλο παρά έχει τεθεί στην «υπηρεσία του ανθρώπου». Η πρόοδος γίνεται αντιληπτή, σχεδόν αποκλειστικά, ως εφευρέσεις και αναβαθμίσεις τεχνο-επιστημονικών εφαρμογών και των αναρίθμητων γκάτζετ που κατακλύζουν τις κοινωνίες της κατανάλωσης.

Η επέκταση της τεχνολογίας, ή, γενικότερα, της τεχνικής, είχε βέβαια πάντα κεντρική θέση στην ιδέα της προόδου. Η τεχνική, όπως έδειξε ο Jacques Ellul στην κλασσική του μελέτη, δεν είναι αναγκαστικά εφαρμογή της επιστήμης στην πρακτική ζωή. Ιστορικά, η τεχνική, προηγήθηκε της επιστήμης, αν και προκειμένου να αναπτυχθεί η πρώτη έπρεπε να περιμένει τη δεύτερη. Από τον 20ο αιώνα, η τεχνική ανεξαρτητοποιήθηκε από τη μηχανή, μεταμορφώνοντας έτσι «ό,τι αγγίζει σε μηχανή».xiii Με άλλα λόγια, η τεχνική εισχώρησε όχι μόνο στις παραγωγικές, αλλά, ουσιαστικά, σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες και έχει ενσωματωθεί πλήρως στην κοινωνία, εγκαθιδρύωντας αυτό που ο Postman ονόμασε Τεχνόπολη.xiv Στην Τεχνόπολη, η τεχνολογία κυριαρχεί στους κοινωνικούς θεσμούς και καθιστά όποιες άλλες εναλλακτικές αόρατες, και άρα άσχετες. Τα άτομα οδηγούνται στο να γεμίζουν τη ζωή τους με την αναζήτηση πληροφοριών. Δηλαδή, η διαδικασία παραγωγής, αποθήκευσης και διαμοιρασμού πληροφοριών συνιστά το μέσο αλλά και τον σκοπό της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Θα ήταν, όμως, πιο ακριβές να πούμε ότι η ιδέα της προόδου σήμερα εντοπίζεται στη λεγόμενη «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση», η οποία αφορά στη συνέργεια επιστημονικών και τεχνολογικών πεδίων όπως της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής, τη γενετικής, της νευροεπιστήμης και της νανοτεχνολογίας. Η προσδοκία είναι ότι μέσα από αυτήν τη συνέργεια θα προκύψουν νέες εφαρμογές που θα επιλύσουν κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, προβλήματα υγείας και την περιβαλλοντική κρίση, όπως, για παράδειγμα, αυτο-οδηγούμενα ηλεκτρικά οχήματα, βοηθήματα επικοινωνίας και προσθετικά μέλη για ανάπηρους ανθρώπους, ή ρομποτικές μηχανές που ανακουφίζουν τους εργαζόμενους από βαριές δουλειές.

Παρόλα αυτά, είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι αυτές οι υποσχέσεις δημιουργούν την αισιοδοξία που, συμβατικά, συνοδεύει την ιδέα της προόδου. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τον κύριο προσανατολισμό των σημερινών ή επερχόμενων εφευρέσεων που καθημερινά ανακοινώνονται: ρομπότ σε διάφορους τομείς που απειλούν με ανεργία ή υποαπασχόληση∙ αυτο-διευθυνόμενα θωρηκτά, τανκς, εναέρια και υποβρύχια drones με τεχνητή νοημοσύνη, ρομπότ-δολοφόνοι, και στρατιώτες που μπορούν να ενεργοποιούν όπλα με νευρωνικά μηνύματα∙ προβλεπτική αστυνόμευση (δηλ. συλλογή και χρήση δεδομένων για άτομα που «ενδέχεται» να διαπράξουν εγκλήματα)∙ αναγνώριση προσώπου και συλλογή βιομετρικών δεδομένων από κάμερες ασφαλείας και γυαλιά όρασης που φορούν αστυνομικοί· συσκευές ανάγνωσης των χειλιών και ανίχνευσης συναισθημάτων· «έξυπνες πόλεις» (δηλ. αστικές περιοχές εξοπλισμένες με αισθητήρες και κάμερες στου δρόμους για τη συλλογή δεδομένων από τους περαστικούς και τις κινητές συσκευές τους)· εμφυτεύματα ή κράνη που «διαβάζουν» τον εγκέφαλο, συνδεδεμένα με συσκευές τεχνητής νοημοσύνης, που αποκρυπτογραφούν τις σκέψεις μέσα από τη νευρωνική δραστηριότητα του εγκεφάλου· «φωνητικοί βοηθοί» που αντικαθιστούν τις συμβουλές των γονέων και καταγράφουν ιδιωτικές συνομιλίες· εφαρμογές για παραμόρφωση φωτογραφικού και βιντεοσκοπημένου υλικού· το «ιντερνέτ των πραγμάτων» που συνδέει συσκευές για την αυτόματη παραγγελία αναλώσιμων· μέσα κοινωνικής δικτύωσης που εκθέτουν και πωλούν προσωπικά στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα ωθούν προς την ιδιώτευση. Εν ολίγοις, για τη «βελτίωση» της κοινωνίας, η πρόοδος στις τεχνο-επιστημονικές εφαρμογές υπόσχεται τον πολλαπλασιασμό ορθολογιστικών, οικονομικών και βιοπολιτικών ελέγχων, τον εντατικό ανταγωνισμό για στρατιωτική υπεροχή, διηνεκή και διεισδυτική επιτήρηση, τη μαθηματικοποίηση ή αλγοριθμοποίηση της ανθρώπινης κρίσης και συμπεριφοράς, την ενίσχυση της γενικευμένης απο-κοινωνικοποίησης, και της μετατροπής της ανθρώπινης ζωής σε ψηφιακά δεδομένα – κάτι που μπορεί να ενισχύσει η πανδημία – και όχι την αποτροπή κοινών κινδύνων ή την διασφάλιση του κοινού καλού, όπως δείχνει η κλιματική κρίση, αλλά και η σημερινή κρίση στη δημόσια υγεία.

Πράγματι, όσοι ήταν σε θέση να γνωρίζουν, περίμεναν το ξέσπασμα μιας πανδημίας, αλλά ο κυρίαρχος προσανατολισμός της επιστημονικής έρευνας και η χρηματοδότησή της δεν επέτρεπαν την προετοιμασία για την αποτροπή της. Για παράδειγμα, το Συμβούλιο Παγκόσμιας Παρακολούθησης και Πρόληψης (GPMB) του ΟΗΕ γνώριζε: στην ετήσια έκθεσή του τον Σεπτέμβριο του 2019 τόνιζε πώς οι επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη εμβολίων και ευρέος φάσματος αντιικών φαρμάκων είναι ανεπαρκείς, μπροστά στον υψηλό κίνδυνο, όπως προειδοποιούσε, επιδημιών ή πανδημιών, με θύματα εκατομμύρια ανθρώπους, αναστάτωση των οικονομιών, και κοινωνικό χάος.xv Φιλάνθρωποι δισεκατομμυριούχοι γνώριζαν.xvi Η αμερικανική κυβέρνηση γνώριζε: το 2017, το Πεντάγωνο προειδοποίησε ότι μια «νέα ασθένεια του αναπνευστικού» θα μπορούσε «να εξελιχθεί γρήγορα σε μια πολυεθνική κρίση υγείας από την οποία θα υπέφεραν εκατομμύρια άνθρωποι».xvii Η ΕΕ γνώριζε, αλλά «τα βιομηχανικά λόμπι κατάφεραν να πείσουν την Επιτροπή να αφήσει τον ιδιωτικό τομέα να αποφασίσει πώς θα χρησιμοποιηθούν τα τεράστια ποσά που δίνει η ΕΕ για την έρευνα».xviii Οι φαρμακευτικές εταιρείες γνώριζαν, αλλά, τα τελευταία είκοσι χρόνια, παρεμπόδιζαν την αξιοποίηση της έρευνας εμβολίων, επειδή η επένδυση σε κρέμες προσώπου, φάρμακα που διατηρούν χρόνιες ασθένειες, το μάρκετινγκ και η επαναγορά των μετοχών είναι εκεί όπου βρίσκονται τα μεγάλα κέρδη, όχι στην πρόληψη των πανδημιών.xix Σύμφωνα με τον αναγνωρισμένο επιδημιολόγο, Michael Osterholm, αν μετά τον SARS του 2003 είχε παρασκευαστεί εμβόλιο, θα σώζονταν σήμερα οι μισές ζωές από τον COVID-19, έστω και αν οι δυο κορονοϊοί δεν έχουν ακριβώς την ίδια σύνθεση.xx Ο Richard Horton, διεθυντής του The Lancet, επιβεβαίωσε ότι οι «προειδοποιήσεις γιατρών και επιστημόνων αγνοήθηκαν, με θανατηφόρα αποτελέσματα» και ότι «ο κορονοϊός είναι η μεγαλύτερη παγκόσμια αποτυχία της επιστημονικής πολιτικής για μια γενιά».xxi

Άρα, λοιπόν, σε κοινωνίες που κομπάζουν ότι είναι «κοινωνίες της γνώσης», η επιστήμη, ως ορθολογική σκέψη και αξιοποίηση εμπειρικών αποτελεσμάτων, με σκοπό την προστασία της υγείας του πληθυσμού, παραμελείται υπέρ της συσσώρευσης πλούτου και του τεχνο-επιστημονικού ελέγχου, της κυριαρχίας, και της κατανάλωσης. Θα μπορούσε κανείς να θυμηθεί την Οργουελιανή Ωκεανία, όπου «η επιστήμη, με την παλαιά σημασία της λέξης, έχει πάψει σχεδόν να υπάρχει», και όπου «και αυτή ακόμα η τεχνολογική πρόοδος πραγματοποιείται μόνο όταν τα προϊόντα της μπορούν να χρησιμεύσουν με κάποιο τρόπο για την περιστολή της ανθρώπινης ελευθερίας».

Έτσι, και στις δικές μας «κοινωνίες της γνώσης», η τρέχουσα τεχνολογική πρόοδος εμφανίζεται περισσότερο ως απειλή παρά ως διασφάλιση αέναης κοινωνικής ευημερίας, και, αν προσθέσει κανείς την πιθανότητα μια οικολογικής καταστροφής, ούτε καν ως ελπίδα. Ωστόσο, ενώ το αέναο και το ελπιδοφόρο υποχωρούν, στην παρούσα συγκυρία, από τον κοινωνικό ορίζοντα, ο καπιταλισμός τα μεταφέρει στον ιδιωτικό ορίζοντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τεχνο-επιστημονική κίνηση της «ανθρώπινης υπερβατικότητας» (human transcendence), ή «διανθρωπισμού» (transhumanism) ή «μοναδικότητας» (singularity), που υπόσχεται αιώνια ζωή δια μέσου της διαρκούς τεχνολογικής «αναβάθμισης» του ανθρώπινου σώματος. Ο εφευρέτης, μελλοντολόγος και διευθυντικό στέλεχος της Google, Ray Kurzweil, βασικός εκπρόσωπος της κίνησης, προφητεύει ότι, από τα μέσα του 21ου αιώνα, η ανθρώπινη ζωή θα μετασχηματιστεί αμετάκλητα, γιατί η πληροφορική τεχνολογία αναπτύσσεται εκθετικά, η νευροεπιστήμη χαρτογραφεί με λεπτομέρεια όλες τις περιοχές του εγκεφάλου, η τεχνητή νοημοσύνη αντλεί από τα ανεξάντλητα αποθέματα πληροφορίας και γνώσης που είναι διαθέσιμα στο ιντερνέτ και μπορεί να αποθηκεύει και να ανακαλεί όλα τα συμβάντα, η νανοτεχνολογία καθιστά δυνατή την κατασκευή νανορομπότ με σκοπό τη χειραγώγηση του ανθρώπινου οργανισμού σε μοριακό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου με τους νευρώνες του οποίου θα αλληλεπιδρούν προκειμένου να δημιουργούν εικονική πραγματικότητα και να επεκτείνουν τη «νοημοσύνη». Η σύγκλιση αυτών των τεχνολογιών θα εγκαινιάσει την εποχή της Singularity που θα επιτρέψει τα ανθρώπινα όντα να υπερβούν τους βιολογικούς τους περιορισμούς. «Θα εξουσιάζουμε το πεπρωμένο μας. Η θνητότητα μας θα είναι στο χέρι μας. Θα μπορούμε να ζούμε όσο θέλουμε … Μέχρι το τέλος του αιώνα, η μη βιολογική πλευρά της νοημοσύνης μας θα είναι τρισεκατομμύρια των τρισεκατομυρίων φορές πιο ισχυρή από τη μη υποβοηθούμενη ανθρώπινη νοημοσύνη».xxii Η αθανασία αποτελεί επίσης μέρος των επιχειρηματικών σχεδίων των εργοδοτών του R. Kurzweil στη Google (των Larry Page και Sergey Brin), όπως και άλλων μεγαλοεπιχειρηματιών της Silicon Valley, οι οποίοι παρουσιάζουν το θάνατο ως «πρόβλημα προς επίλυση», και ως ένα νέο ένδοξο πεδίο επικερδών επενδύσεων.xxiii

Συνεπώς, το άπειρο, κεντρικό στοιχείο της ιδέας της προόδου, ιδιωτικοποιείται, δηλαδή, προσαρμόζεται στην κουλτούρα του καταναλωτικού ατομικισμού. Σε ένα πιο θεμελιώδες επίπεδο, όμως, τα όνειρα των «σινγκιουλαριστών» και γενικά των ιμορταλιστών είναι βαθιά ριζωμένα στο κοινωνικό φαντασιακό της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας που ανέλαβε να πραγματώσει τις ιδιότητες του Παντοκράτορα Θεού, την παντογνωσία, την παντοδυναμία και την αθανασία, μέσα από τεχνο-επιστημονικές εφαρμογές. Η φιλοδοξία για κυριαρχία πάνω στη βιολογική ζώη, προνόμιο του Θεού για πάνω από δεκαεπτά αιώνες, κληροδοτήθηκε στον άνθρωπο της Νεωτερικότητας και σήμερα τίθεται σε πλήρη εφαρμογή μέσω της συγχώνευσης της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής, της γενετικής, της νανοτεχνολογίας και της νευροεπιστήμης. Δυο αιώνες μετά τη δημοσίευση του μυθιστορήματος της Mary Shelley, οι Βίκτορ Φρανκεστάιν του σήμερα δεν πραγματώνουν τα πάθη τους στην απομόνωση και υπό τη γενική καχυποψία. Είναι αναγνωρισμένοι ερευνητές σε αυτά τα επιστημονικά πεδία, και χρηματοδοτούνται γενναιόδωρα από εταιρείες και κρατικούς οργανισμούς, και συνεργάζονται σε διεθνή ερευνητικά δίκτυα με σκοπό να τροποποιήσουν, να επεκτείνουν, αλλά και να δημιουργήσουν νέα ζωή, ενώ είναι ανίκανοι να προστατεύσουν την υπάρχουσα. Αν η Νεωτερικότητα δημιούργησε τη φαντασιακή σημασία της κυριαρχίας πάνω στη φύση και στα ανθρώπινα όντα, ο ύστερος καπιταλισμός δημιουργεί νέα όντα και ταυτόχρονα προκαλεί τη μαζική καταστροφή ειδών που υπάρχουν στη γη εδώ και εκατομμύρια χρόνια, και πιθανόν και του ίδιου του ανθρώπινου είδους.

Το παρελθόν ως απειλή και ως ελπίδα

Εκτός από τη φύση, όπως ειπώθηκε παραπάνω, η ιδέα της προόδου, ενσαρκωμένη σήμερα από τον καπιταλισμό, υποβαθμίζει και το παρελθόν, ταυτίζοντάς το με πρωτογονισμό και βαρβαρότητα, καθώς και με φτώχεια – που συχνά συγχέεται, όπως έδειξε ο Marshall Sahlins, με την ολιγάρκεια, και η οποία έχει, τελικά, επίσης «εκσυγχρονιστεί».xxiv Πράγματι, ο καπιταλισμός «απορροφά» την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα των κοινωνιών και τις διαφοροποιεί μόνο σύμφωνα με το ρυθμό και τον βαθμό ενσωμάτωσής τους στο παγκόσμιο σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης (ως «υπανάπτυκτες», «αναπτυσσόμενες», «σε μετάβαση» «αναδυόμενες» κ.λπ.). Επιπρόσθετα, τις τελευταίες δεκαετίες, η παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και η τεχνολογική υποδομή του δημιούργησαν αυτό που ο Castells αποκάλεσε «χώρο των ροών» και «αχρονικό χρόνο».xxv Ο «χώρος των ροών» υποδηλώνει μια παγκόσμια, απο-ιστορικοποιήμενη, καπιταλιστική επικράτεια η οποία συνδέει μεγαλουπόλεις, επιχειρηματικές και χρηματιστικές δραστηριότητες, τόπους τεχνο-επιστημονικής καινοτομίας, παραγωγής, και εργασίας, και λειτουργεί μέσω κυκλωμάτων ηλεκτρονικής ανταλλαγής. Ο «αχρονικός χρόνος» δημιουργεί «το σύμπαν του πάντοτε» μέσα από τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας σε πραγματικό χρόνο και το αδιάλειπτο κυνήγι του κέρδους, καθώς και μέσω των ΜΜΕ που σαρώνουν τον πλανήτη και την ιστορία της ανθρωπότητας ενσωματώνοντας κάθε πολιτιστική έκφραση σε ένα τεράστιο «υπερκειμένο». Επίσης, η βιομηχανία του τουρισμού έχει μετατρέψει τους πολιτισμούς σε θεματικά πάρκα για τις μάζες των τουριστών-καταναλωτών που σαρώνουν τον πλανήτη για διασκέδαση και «νέες εμπειρίες», και η αξία που έχει η πολιτισμική κληρονομιά για τους κατοίκους ενός τόπου έχει αντικατασταθεί με την οικονομική αξία. Τοπικές παραδόσεις, έθιμα, αρχαιότητες, αξιοθέατα, τελετουργίες, χοροί, και τέχνες έχουν εμπορευματοποιηθεί και «Ντισνεϋοποιηθεί».

Υπό τις συνθήκες της υποβάθμισης, θόλωσης και εμπορευματοποίησης του παρελθόντος, ούτε η αναζήτηση της επιβεβαίωσης ταυτοτήτων ούτε η άνοδος των ακροδεξιών δυνάμεων στη Δύση τις τελευταίες δεκαετίες, που επενδύουν πολιτικά σε αυτήν την αναζήτηση, είναι τυχαίες. Υποδεικνύουν (μαζί με την πρόσφατη άνοδο του ισλαμισμού, με την οποία είναι αλληλένδετες) μια «επιστροφή στο παρελθόν», αν και όχι «μια επανάληψη της δεκαετίας του 1930», όπως έχει υποστηριχθεί τελευταία στον δημόσιο λόγο των Δυτικών χωρών. Το γεγονός ότι αυτή η πολιτική μετατόπιση περιλαμβάνει δυνάμεις και ενέργειες που καθοδηγούνται από τη φασιστική ιδεολογία που δημιουργήθηκε εκείνη την περίοδο στην Ευρώπη δεν συνεπάγεται βέβαια ότι πρέπει να ερμηνεύονται μέσα από τους φακούς της ίδιας περιόδου. Ο φασισμός, άλλωστε, ήταν προσανατολισμένος στο μέλλον, παρόλο που αντλούσε ρητορική από ένα μυθοποιημένο παρελθόν, με σκοπό να οικοδομήσει μια συλλογική ταυτότητα και να θεμελιώσει τον ρατσισμό και τον εθνικισμό.xxvi Η ολοκληρωτική κοινωνία που οραματιζόταν ο φασισμός ενσάρκωνε πλήρως τη σημασία της ορθολογιστικής κυριαρχίας και ελέγχου, που πάντα συνόδευε την ιδέα της προόδου, κάτι που επίσης απεικονίστηκε εύστοχα από τα μεγάλα δυστοπικά μυθιστορήματα του 20ουαιώνα.

Στη Δύση, η Ακροδεξιά του σήμερα δημαγωγεί υπέρ της επιστροφής στο παρελθόν (π.χ. της ανάκτησης της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του έθνους-κράτους, και της επιβεβαίωσης των εθνικών πολιτισμών και ταυτοτήτων), παρόλο που συνεχίζει να υπηρετεί τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, όπως και το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα. Σήμερα, στις ΗΠΑ, υποστηρίζει ανορθολογικά την αγνόησή της πανδημίας προς όφελος της οικονομίας, κάτι που οι γενναία «διασωθείσες» μεγάλες επιχειρήσεις επικροτούν, αντί για τη στήριξη των εργαζομένων από κρατικούς πόρους. Σε αντίθεση με τους προγόνους της του 20ου αιώνα, η Aκροδεξιά της σημερινής εποχής, δεν είναι ούτε ένα μαζικό ιδεολογικό κίνημα ούτε επαγγέλλεται ένα συγκεκριμένο είδος μελλοντικής κοινωνίας. Επωφελείται από την ανασφάλεια, την ταυτοτική κρίση, τη νοσταλγία (και όχι από τη μνήμη, που είναι ικανή να ανακαλεί τα εγκλήματα του φασισμού) ή από την κριτική προς την παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού, για να νομιμοποιεί ιδεολογικά την εκδίωξη εκείνων που προσελκύονται από τις σειρήνες του ή δραπετεύουν από τις συνέπειές του. Αυτοί προβλέπεται να είναι, όλο και περισσότερο τις προσεχείς δεκαετίες, κλιματικοί μετανάστες. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η μαζική μετανάστευση, οι αυταρχικές δυνάμεις που θα οργάνωναν την αποτροπή της, καθώς και οι πολιτικές έκτακτης ανάγκης που θα αναλάμβαναν τη διαχείριση των συνεπειών από απότομες κλιματικές αλλαγές θα μπορούσαν να επιστρέψουν τις κοινωνίες σε ένα «προ-πολιτικό» παρελθόν, και οι φυσικές συνθήκες που θα προέκυπταν από τέτοιες καταστροφές θα μπορούσαν να τις επιστρέψουν στο προϊστορικό παρελθόν.

Ωστόσο, το παρελθόν διαφαίνεται επίσης ως ελπίδα, καθώς περιέχει δημιουργίες που μπορούν να αξιοποιηθούν για την ανα-θέσμιση των κοινωνιών μακριά από το δόγμα της προόδου. Παραδείγματα, οι πρωτοβουλίες προστασίας και ανάκτησης των οικοσυστημάτων, η βιολογική γεωργία, η επανα-ανακάλυψη της κοινοτικής ζωής, η επανα-τοπικοποίηση της οικονομίας, η διατήρηση μορφών κοινοτικής ζωής και αλληλεγγύης, η αποκατάσταση της δια-γενεακής ευθύνης από το κίνημα για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, και, γενικά, η αναζωογόνηση της πολιτικής εναντίον της αντίληψης ότι απλώς νέες τεχνολογίες θα αποκαταστήσουν ό,τι κατέστρεψαν οι παλαιότερες. Το παρελθόν μπορεί να αποτελέσει πηγή ελπίδας εφόσον ενεργοποιεί τη μνήμη, η οποία μπορεί να το επανασυνδέσει με το παρόν και το μέλλον, αποκαθιστώντας την αίσθηση του ιστορικού γίγνεσθαι. Με άλλα λόγια, η μνήμη, σε αντίθεση με τη νοσταλγία, είναι ουσιαστικής σημασίας για την αναστοχαστική δράση, καθώς αντλεί εμπειρία από το παρελθόν για να αναθεσμίσει πολιτικά το παρόν και το μέλλον.


i# Elizabeth Kolbert, Field Notes from a Catastrophe: Man, Nature, and Climate Change. Νέα Υόρκη, Bloomsbury (2006), σ. 187.

iv# Zigmund Bauman και Aleksandra Kania, «The West meant to be declining», Thesis Eleven, 149/1, σ. 91-99.

vi# Steven Pinker, Enlightenment Now: The Case for Reason, Science, Humanism and Progress. Allen Lane, Milton Keynes, 2018.

vii# John B. Bury, The Idea of Progress: An Inquiry into Its Origin and Growth, Middlesex, The Echo Library (2014/2006).

xii# Αυτ., σ. 118 και 83

xv# GPMB (2019). A World At Risk: Annual Report On Global Preparedness for Health Emergencies. Global Preparedness Monitoring Board. September 2019. https://apps.who.int/gpmb/assets/annual_report/GPMB_annualreport_2019.pdf

xvi# Gates, B. (2015). The Next Outbreak? We Are Not Ready. TED. YouTube. https://www.youtube.com/watch?v=6Af6b_wyiwI

xvii# Klippenstein, K. (2020). The Military Knew Years Ago That A Coronavirus Was Coming. The Nation. 1/4/2020.

xviii# CEO (2020) ‘In the Name of Innovation: Industry controls billions in EU research funding, de-prioritises the public interest’. Corporate Europe Observatory. https://corporateeurope.org/en/in-the-name-of-innovation

xix# Lawson, A. (2020). Taxpayers Funded COVID-19 Research, And Big Pharma Profited. The Real News Network. (16/4/2020) https://therealnews.com/stories/taxpayers-fund-coronavirus-research-nih-gilead-orphan-drug-status

xx# Osterholm, M. (2020). Joe Rogan Experience#1439 – Michael Osterholm. YouTube. https://www.youtube.com/watch?v=E3URhJx0NSw

xxi# Horton, R. (2020). Coronavirus is the greatest global science policy failure in a generation. The Guardian, 9/4/2020. https://www.theguardian.com/commentisfree/2020/apr/09/deadly-virus-britain-failed-prepare-mers-sars-ebola-coronavirus