Ο Benjamin Constant για τον οστρακισμό: Κριτικό σχόλιο

Εξετάζοντας τη σχέση του ατόμου με την κοινότητα στις αρχαίες πόλεις – κράτη, ο Benjamin Constant ισχυρίζεται στη γνωστή του διάλεξη «Η ελευθερία των αρχαίων εν συγκρίσει με την ελευθερία των νέων», ότι η ατομική ελευθερία απουσιάζει στον αρχαίο κόσμο, ενώ η αξία της είναι πρωταρχική και κυρίαρχη στη νεώτερη Ευρώπη. Καθώς ο ίδιος στη διάλεξη εκθέτει τα επιχειρήματά του, αναφέρεται στην Αθηναϊκή δημοκρατία, όπως επίσης και στον θεσμό του οστρακισμού υποστηρίζοντας ότι η λειτουργία του ήταν αρνητική απέναντι στην ατομική ανεξαρτησία. Στο ακόλουθο κείμενο θα προσεγγιστεί κριτικά η αναφορά του Constant στον οστρακισμό και θα επαναξιολογηθεί η ελευθερία του πολίτη σε σχέση με τη λειτουργία αυτού του θεσμού.

Στη διάλεξη του ο Constant διατυπώνει τον ακόλουθο ισχυρισμό για τον οστρακισμό: «Ταυτόχρονα εφαρμόζεται ο οστρακισμός, αυτή η νόμιμη αυθαιρεσία που εξαίρεται από όλους τους νομοθέτες της εποχής. Ο ανωτέρω θεσμός, που φαίνεται σε μας εξοργιστικά άδικος, και έτσι πρέπει, αποδεικνύει ότι στην Αθήνα το άτομο παρέμενε περισσότερο υποταγμένο στην υπεροχή του κοινωνικού σώματος από όσο είναι σε οποιοδήποτε ελεύθερο ευρωπαϊκό κράτος σήμερα.»[1]. Σύμφωνα με αυτό το απόσπασμα, ο οστρακισμός λειτουργούσε εναντίον της ατομικής ελευθερίας υποτάσσοντας τον πολίτη στη βούληση του πολιτικού σώματος. Αποτελούσε για τον ίδιο μια αυθαίρετη διαδικασία, διότι ο δήμος ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εξοστρακίσει έναν πολίτη χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ατομική του ελευθερία. Ο φιλελεύθερος στοχαστής αναφέρεται στο θεσμό ως χαρακτηριστικό παράδειγμα για να επισημάνει ότι στον αρχαίο κόσμο το άτομο δεν ήταν αναγνωρισμένο ως ελεύθερο πρόσωπο και ήταν υποτελές στην κοινότητα εξαιτίας της διαρκούς συμμετοχής του στις δημόσιες υποθέσεις και τα κοινά.

Αν και φαίνεται ότι ο ισχυρισμός του Constant είναι αρχικά εύλογος, είναι σημαντικό να εξετάσουμε πώς λειτουργούσε ο οστρακισμός στη δημοκρατία της αθηναϊκής πόλης – κράτους για να συγκροτηθεί μια αντίρρηση στις αναφορές του φιλελεύθερου στοχαστή. Η κριτική προσέγγιση του ισχυρισμού του Constant θα απαιτούσε μια απάντηση στα ακόλουθα τρία ζητήματα: α) τα διαδικαστικά όρια του οστρακισμού, β) τους λόγους, για τους οποίους ο δήμος εξοστράκιζε κάποιον πολίτη, γ) την θέση της ατομικής ελευθερίας στην αθηναϊκή δημοκρατία. Η απάντηση σε αυτά τα ζητήματα είναι καίρια για να διατυπωθεί μια κριτική αποτίμηση στον ισχυρισμό του Constant .

Αρχικά, ο οστρακισμός είχε ορισμένους διαδικαστικούς περιορισμούς, οι οποίοι απέτρεπαν την λειτουργία του σε τακτική βάση. Συγκεκριμένα, ο οστρακισμός ήταν μία θεσμική διαδικασία αποτελούμενη από δύο φάσεις, από τις οποίες η επιτυχής λειτουργία της πρώτης ήταν προαπαιτούμενο για τη διεξαγωγή της δεύτερης. Όπως επισημαίνει η Α. Μαλκοπούλου[2], κάθε χρόνο τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου έπρεπε η συνέλευση να αποφασίσει εάν θα εξοστρακίσει κάποιον. Εάν η απόφαση της πλειοψηφίας ήταν θετική, η οστρακοφορία διεξαγόταν στις αρχές Μαρτίου.  Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης, η συνέλευση θα αποφάσιζε για οστρακισμό ξανά τον επόμενο χρόνο. Μπορούμε να διαπιστώσουμε, ότι παρόλο που διεξαγόταν η πρώτη φάση του οστρακισμού κάθε χρόνο, η πλήρης εφαρμογή του προϋπέθετε θετική απόφαση από την πλειοψηφία. Επιπλέον, η διαδικασία απαιτούσε μια ευρεία συμμετοχή έξι χιλιάδων πολιτών, ώστε να είναι έγκυρη μια οστρακοφορία. Ο ίδιος αριθμός πολιτών απαιτούνταν και σε άλλες θεσμικές διαδικασίες, οι οποίες, σύμφωνα με τον R.K Sinclair, σχετίζονταν με ατομικά προνόμια, όπως η απονομή της ιδιότητας του πολίτη σε κάποιον, ή με κάποια φορολογική ρύθμιση[3]. Σε ό,τι αφορά τη διαδικαστική παράμετρο συμπεραίνεται, ότι ο οστρακισμός ως διαδικασία δεν είχε κάποια καίρια διαφορά από τα συνήθη ψηφίσματα, τα οποία σχετίζονταν με την ιδιότητα του πολίτη, αλλά ήταν μια αυστηρότερη στέρηση της ιδιότητας του πολίτη από τον εξοστρακισμένο.

Επιπροσθέτως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην περίπτωση του οστρακισμού ο χαρακτήρας της απέλασης ήταν διαφορετικός συγκριτικά με εκείνον της εξορίας σε καθεστώς τυραννίας. Την ημέρα της οστρακοφορίας ο πολίτης που συγκέντρωνε τις περισσότερες ψήφους, είχε την υποχρέωση να εγκαταλείψει την πόλη για δέκα χρόνια. Όπως επισημαίνει ξανά η Μαλκοπούλου,  «αυτή η προσωρινή ατομική εξορία…ήταν ο ηπιότερος τύπος της εξορίας που θα μπορούσε να βρεθεί στον κλασικό κόσμο»[4], καθώς η ιδιοκτησία του ήταν εξασφαλισμένη και η οικογένεια του εξοστρακισμένου ατόμου είχε τη δυνατότητα να ζήσει στην πόλη. Αντιθέτως, η εξορία στην τυραννία ήταν πολύ πιο αυστηρή για τον τιμωρημένο και τους συγγενείς του, διότι η απέλαση επεκτεινόταν στα οικογενειακά μέλη και συνεπαγόταν πλήρη απώλεια της ιδιοκτησίας και της εξουσίας του[5]. Επομένως, αν και ο οστρακισμός φαίνεται μια βάναυση μορφή ποινής για τα νεώτερα κριτήρια, στην αρχαιότητα αυτός ο τύπος εξορίας ήταν περιορισμένος διότι αφορούσε μόνο τον εξοστρακισμένο πολίτη χωρίς να επεκτείνεται στα μέλη της οικογένειας του.

Πέρα από τα διαδικαστικά όρια του οστρακισμού, αυτή η πολιτική πρακτική υιοθετήθηκε από τον δήμο ως εργαλείο υπεράσπισης της πολιτικής κυριαρχίας του εναντίον των αντιδημοκρατικών φιλοδοξιών ορισμένων πολιτών (ή και ηγετικών προσωπικοτήτων στον δημόσιο βίο της Αθήνας). Όπως επισημαίνει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά, ο δήμος εξοστράκιζε εκείνους τους πολίτες οι οποίοι θεωρούνταν ισχυροί λόγω του πλούτου ή της δημοφιλίας τους ή κάποιας άλλης πηγής πολιτικής εξουσίας για συγκεκριμένες περιόδους[6]. Δηλαδή, οι πολίτες που επιχειρούσαν να αποκτήσουν εξουσία μέσω άλλων οικονομικών πόρων ή σχέσεων με άλλες εξωτερικές δυνάμεις, ήταν πιθανό να εξοστρακιστούν εξαιτίας της φιλοδοξίας τους να αποκτήσουν εξουσία χωρίς την έγκριση του δήμου. Δεν ήταν τόσο σημαντικό εάν ένα άτομο ήταν αριστοκράτης ή επιχειρούσε να εγκαθιδρύσει τυραννία. Αυτό που ήταν καίριο είναι ότι οποιοσδήποτε προσπαθούσε να υπονομεύσει τη δημοκρατία συνεργαζόμενος με αριστοκρατικές ή ολιγαρχικές δυνάμεις, μπορούσε να εξοστρακιστεί. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του A.Kishner, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εξοστρακίστηκε ο Κίμων, καθώς κίνησε υποψίες στους Αθηναίους λόγω του πλούτου του και της σταθερής σχέσης του με τους Σπαρτιάτες[7]. Αντιθέτως ο Περικλής, ο οποίος ήταν μια επιδραστική προσωπικότητα για πολλά χρόνια στην αθηναϊκή πολιτική ζωή, δεν εξοστρακίστηκε διότι τάχθηκε υπέρ της λαϊκής κυριαρχίας και δεν επεδίωξε τη δική του ανεξαρτησία από το δήμο[8]. Έτσι, ο Περικλής δεν εξορίστηκε από την αθηναϊκή πόλη διότι δεν αναζήτησε αντιδημοκρατική εξουσία και δεν δημιούργησε κάποια σύνδεση με αριστοκρατικές δυνάμεις.

Ο λόγος για τον οποίο οι πολίτες θα μπορούσαν να εξοστρακιστούν υποδεικνύει ότι ο θεσμός αυτός λειτουργούσε ως κύριο εργαλείο δημοκρατικής αυτοάμυνας. Η λειτουργία του οστρακισμού σχετίζεται με την προτεραιότητα των πολιτών να διατηρήσουν την κυριαρχία τους και επομένως να υπερασπιστούν αυτή τη μορφή πολιτικής οργάνωσης, η οποία τους απένειμε την ιδιότητα του πολίτη και τη δυνατότητα να μετέχουν στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Επιπλέον, ο οστρακισμός αποσκοπούσε στη διατήρηση της δημοκρατίας ως συλλογικής μορφής αυτοκυβέρνησης, η οποία διεπόταν από την κοινωνική συνοχή και ένα αίσθημα του ανήκειν σε μια ελεύθερη κοινότητα. Η σύνδεση του θεσμού αυτού με την προτεραιότητα υπεράσπισης της δημοκρατίας μας επιτρέπει να ισχυριστούμε ότι δεν ήταν ποινή, αλλά μέσο πολιτικής πάλης[9]. Τις πρώτες φορές που τέθηκε σε εφαρμογή (συγκεκριμένα το 487, το 486 και το 485 π.Χ), τα εξοστρακισμένα πρόσωπα θεωρήθηκαν ύποπτα για την κατάκτηση της εξουσίας με τη στήριξη ξένων δυνάμεων[10]. Επομένως, ο θεσμός αυτός είχε ως σκοπό αφενός να υπενθυμίσει στους πολιτικούς αντιπάλους ότι ο κυρίαρχος στην πολιτική κοινότητα εξακολουθούσε να είναι ο δήμος και αφετέρου να συμβάλλει στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, καθώς και μιας αίσθησης κοινού συμφέροντος.

Επιστρέφοντας στον ισχυρισμό του Constant, πρέπει να επισημανθεί ότι στην αθηναϊκή δημοκρατία η ατομική ελευθερία δεν ήταν κεντρικής σημασίας και δεν βασιζόταν σε κάποια συγκεκριμένη αντίληψη δικαιωμάτων[11]. Αυτό που είναι σημαντικό στην πόλη – κράτος είναι η ευημερία της κοινότητας και η ελευθερία του πολιτικού σώματος. Αυτή η παρατήρηση δείχνει ότι η ατομική ελευθερία έχει σημασία στο βαθμό που ένας πολίτης δεν απειλεί το δημοκρατικό πολίτευμα. Σε περίπτωση που υπήρχε υποψία, ότι ένας πολίτης σχεδίαζε να καταλύσει τη δημοκρατία, τότε η ελευθερία του θεωρούνταν δευτερεύουσας σημασίας συγκριτικά με την επιβίωση της δημοκρατικής πολιτείας, η οποία είχε πρωταρχική σημασία για τον δήμο. Έτσι, ο Constant δεν λαμβάνει υπόψη την ιεραρχία των αξιών, η οποία υιοθετήθηκε από τον δήμο, καθώς και το στόχο του οστρακισμού, ο οποίος σχετίζεται με τη δημοκρατική αυτο – άμυνα και δεν έχει τον χαρακτήρα ποινής ή κάποιας εναντίωσης προς την ατομική ελευθερία.

Η διατύπωση του Constant ότι «κανείς δεν δικαιούται να εξορίσει έναν πολίτη, εάν αυτός δεν έχει καταδικαστεί από τακτικό δικαστήριο σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, που προβλέπει την ποινή της εξορίας για πράξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος»[12], συμπεριλαμβάνει εμμέσως έναν επιπρόσθετο ισχυρισμό ότι η ελευθερία μπορεί να προστατευθεί μόνο μέσω της αναγνώρισης δικαιωμάτων. Όμως, η σύνδεση του φιλελεύθερου στοχαστή αγνοεί το γεγονός ότι η συμμετοχή σε συνελεύσεις προστάτευε τις διάφορες εκφάνσεις ατομικής ελευθερίας, ο σεβασμός για την οποία επιβεβαιώνεται από πολυάριθμες πηγές της αρχαίας ελληνικής γραμματείας[13]. Η συμμετοχή στην διαδικασία λήψης των αποφάσεων καθιστούσε την επίκληση των δικαιωμάτων περιττή, διότι οι πολίτες ήταν οι κάτοχοι της πολιτικής αρμοδιότητας διακυβέρνησης[14]. Η έννοια του δικαιώματος είναι οπωσδήποτε θεμελιώδης για τη νεώτερη πολιτική φιλοσοφία (και για την ίδια τη νεωτερικότητα), διότι συνιστά εγγύηση που αποτρέπει μια εκλεγμένη κυβέρνηση από το να ασκεί αυθαίρετα την εξουσία της. Όμως, η χρήση των δικαιωμάτων σε ένα πολιτικό σύστημα αυτοκυβέρνησης (όπως αυτό της αθηναϊκής δημοκρατίας) δεν έχει νόημα, καθώς οι ίδιοι οι πολίτες λαμβάνουν τις πολιτικές αποφάσεις.  Έτσι, η προσέγγιση του Constant είναι προβληματική διότι συγκροτεί μια κριτική στάση απέναντι στην αθηναϊκή δημοκρατία από την νεώτερη οπτική υπεράσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.

Ο ισχυρισμός του Constant σχετικά με τον οστρακισμό δεν μπορεί να μείνει αναντίρρητος, διότι η ατομική ελευθερία κάποιου δεν κινδύνευε όταν ο ίδιος δεν είχε σκοπό να καταλύσει τη δημοκρατία. Αυτό δε σημαίνει ότι οι πολίτες ήταν υποτελείς στον ιδιωτικό τους βίο, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε στη διάλεξη του. Ο οστρακισμός ως πολιτική πρακτική είναι θεσμικό παράδειγμα το οποίο αναδεικνύει την προτεραιότητα, που είχε για τους πολίτες η διατήρηση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η κριτική προσέγγιση του φιλελεύθερου στοχαστή διατυπώνεται σε ένα ιστορικό πλαίσιο, στο οποίο υπάρχει ανάγκη για εγκαθίδρυση ενός σταθερού πολιτικού συστήματος, το οποίο θα αποφεύγει τόσο τις ακρότητες των Ιακωβίνων, οι οποίοι κατά τον Constant, επιθυμούσαν την αναβίωση αρχαίων μορφή διακυβέρνησης (της Σπάρτης ή της Ρώμης), όσο και των αντιδραστικών, οι οποίοι νοσταλγούσαν τον Παλαιό Καθεστώς. Η κριτική στον οστρακισμό αποτελεί μέρος ενός θεωρητικού εγχειρήματος, στο οποίο κεντρική θέση έχει η απόρριψη του αρχαίου κόσμου, καθώς και των πολιτικών μορφών διακυβέρνησης και των αξιών του. Η νεώτερη εποχή κατά τον Constant δεν πρέπει να μεταστεγάσει τις αρχαίες πολιτικές πρακτικές, διότι αυτές δεν προσιδιάζουν όχι μόνο στη δομή του, αλλά είναι και επικίνδυνες για την «νεώτερη» ελευθερία.

[1] Constant Benjamin, Περί ελευθερίας και ελευθεριών (μτφρ. Τ. Δαρβέρης), Αθήνα: Ζήτρος, 2000, σ. 44. Βέβαια ο ίδιος σε προγενέστερο έργο του το 1815, στο «De lesprit de conquête et dusurpation» (Το πνεύμα της κατάκτησης και του σφετερισμού) αναφέρεται στην αθηναϊκή πόλη – κράτος μόνο θετικά χωρίς να θίγει την περίπτωση του οστρακισμού. Βλ. Constant Benjamin, Political Writings (trans. Biancamaria Fontana), Cambridge: Cambridge University Press, 1988, p.103

[2] Malkopoulou Anthoula, «Ostracism and democratic self – defense in Athens», Constellations, 24:4, 2017, p. 3. Η Μαλκοπούλου παραπέμπει στην ανάλυση της σε σωζόμενο απόσπασμα του ιστορικού Φιλόχορου, ο οποίος παρέχει μια περιγραφή της λειτουργίας του οστρακισμού. Ωστόσο, η Μαλκοπούλου αναγνωρίζει ότι ορισμένα σημεία της καταγραφής του Φιλόχορου έχουν ξεπεραστεί από την ιστορική έρευνα . Βλ. Malkopoulou, όπ.π., σ. 2, 12

[3] Sinclair R.K, Democracy and Participation in Athens, Cambridge: Cambridge University Press, 1990, p.115

[4] Malkopoulou, όπ.π.,σ.2

[5] Όπ.π.

[6] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1284a19 – 23

[7] Kishner S. Alexander, « Legitimate opposition, ostracism, and the Law of Democracy in Ancient Athens», The Journal of Politics, 78:4, 2016, σ.1100

[8] Στο ίδιο.

[9] Ο όρος «μέσο πολιτικής πάλης» χρησιμοποιείται από τον ιστορικό Μιχαήλ Σακελλαρίου στην ογκώδη μελέτη του για την αθηναϊκή δημοκρατία. Βλ. Σακελλαρίου Μιχαήλ, Η Αθηναϊκή δημοκρατία, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2004, σ. 397

[10] Για παράδειγμα, ο Ίππαρχος υπήρξε αρχηγός μιας ομάδας Αθηναίων πολιτών ευνοϊκής προς τον Ιππία, η οποία θεωρήθηκε ύποπτη να συνδράμει τους Πέρσες σε νέα εκστρατεία εναντίον της αθηναϊκής πόλης. Βλ. Σακελλαρίου Μιχαήλ, όπ.π.,

[11] Hansen Mogens Herman, Was Athens a democracy? Popular Rule, Liberty, and Equality in Ancient and Modern Political Thought, Copenhagen: The Royal Danish of Academy of Sciences and Letters, 1989, σ. 10,12

[12] Constant Benjamin, όπ.π., σ. 43

[13] Hansen.., όπ.π, σ. 10 – 14

[14] Ορισμένα από τα πολιτικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην διαδήλωση, δεν έχει κανένα νόημα στο πλαίσιο της αθηναϊκής δημοκρατίας, διότι οι πολίτες είχαν τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να διατυπώσουν τη γνώμη τους στο πεδίο της διαβούλευσης. Το δικαίωμα αυτό επιστρατεύεται στο σημερινό πολιτικό σύστημα ως μέσο πίεσης προς μια κυβέρνηση, ώστε να ικανοποιήσει αιτήματα μιας ομάδας (ή περισσότερων), καθώς η ίδια η κυβέρνηση έχει την πολιτική αρμοδιότητα και όχι η ομάδα ή το σύνολο που διαδηλώνει.