Γιώργος Κοντογιώργης – Τα ελληνιστικά χρόνια, η κοσμόπολη και το Βυζάντιο

Αναπαράσταση της ακρόπολης της Περγάμου, Ειρηναίος Θείρσιος, 1882.

α) αποσπάσματα από Το Ελληνικό Κοσμοσύστημα (τόμος Β), Η περίοδος της οικουμενικής οικοδόμησης (4ος π.Χ. – 4ος μ.Χ. αιώνες)

Συναφής με την αδυναμία της νεοτερικότητας να προσεγγίσει στοιχειωδώς την οικουμένη είναι η έννοια του πολίτη. Η άποψη που σταδιοδρομεί είναι ότι ο πολίτης θα μεταλλαχθεί σε υπήκοο. Ωστόσο, όπως ήδη καταδείξαμε, η πολιτειότης θα αποτελέσει τη σταθερά των πόλεων, συνακόλουθα με τη νέα θεσμική ιδιότητα του πολίτη, εκείνη του κοσμοπολίτη. Ο κοσμοπολίτης θα αποδώσει επί μακρόν την έννοια του ατελή πολίτη και, συνακόλουθα, το ανήκειν στην κοσμόπολη (σ.72) …. Ο πολίτης στο πλαίσιο της κοσμόπολης, δύναται ευκολότερα να επιλέξει ο ίδιος την πόλη όπου θα ασκήσει το κεκτημένο της πολιτειότητάς του. Επιλογή που, όπως θα δούμε, συναρτάται μάλλον με τον τόπο και το περιεχόμενο του ενγένει βίου, παρά από τη βούληση της πολιτείας της πόλεως. Η εξέλιξη αυτή θα βραδύνει στις πόλεις της μητροπολιτικής Ελλάδας, καθώς οι αντιστάσεις του κρατοκεντρισμού θα στατισιμοποιήσουν και τη μετεξέλιξη τους, θα διευκολυνθεί όμως αργότερα, με τη σταδιακή μετάβαση στην εταιρική οικονομία.

Από την άλλη, όμως, η μετάβαση από την κρατοκεντρικά διατεταγμένη μικρή κλίματα της πόλης στο εδαφικά εκτεταμένο κράτος της οικουμένης κοσμόπολης συνεπάγονταν, αναπόφευκτα, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, την υπέρβαση της δυνατότητας του φυσικού επικοινωνιακού περιβάλλοντος να διασφαλίσει την προσβασιμότητα του κοινωνικού σώματος της σύνολης επικράτειας στις λειτουργίες του κεντρικού πολιτικού συστήματος. Κατά τούτο, η θεμελιώδης σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, σε ό,τι αφορά στον πολίτη, θα εξακολουθήσει να διέρχεται από την πόλη, όχι μόνο στο εσωτερικό της πεδίο, αλλά και ως προς τη σχέση του με το κεντρικό πολιτικό σύστημα. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η έννοια του πολίτη θα συνεχίσει να τυπολογείται ως προς το περιεχόμενο της, όπως και κατά την κρατοκεντρική περίοδο, σύμφωνα με τις εκφάνσεις της στο πλαίσιο της πόλης, ανάλογα με τον βαθμό προσομοίωσης της τελευταίας στο ζητούμενο της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης. Με άλλα λόγια, στην οικουμενική κοσμόπολη, η πόλη, στο μέτρο που διατηρεί την αρμοδιότητα να αυτοσυγκεντρώνεται πολιτειακά, εναρμονίζει στο διατακτικό της και την πολιτειότητα. Έτσι, η πολιτειότης, η ιδιότητα του πολίτη, και κατά τη φάση της οικουμένης, μπορεί να είναι ατελής, απλή ή πλήρης, ανάλογα εάν η πολιτεία τυπολογείται ως αντιπροσωπευτική, ολιγαρχική ή δημοκρατική.

Είναι γεγονός ότι, αν και, όπως είδαμε, έχει αναλωθεί πολύ μελάνι για να τεκμηριωθεί το επιχείρημα του τέλους των πόλεων, της δημοκρατίας και άλλων πολιτειών, της πολιτειότητας κ.λπ. από ιστορικούς της νεοτερικότητας, πολλοί από τους σύγχρονους στοχαστές συνομολογούν για την ύπαρξη των πόλεων και των πολιτειών τους κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων. Δεν είναι αλληθές εντούτοις ότι στο πεδίο της κοσμόπολης, εν προκειμένω ως προς το κεντρικό πολιτικό σύστημα της ποσμοπολιτείας, δεν συντρέχει η πολιτειότης. Απλώς αυτή διέρχεται από το σύστημα των πόλεων, που είναι συστατική παράμετρος του συνόλου πολιτικού συστήματος της κοσμόπολης, και δι’ αυτής αναγνωρίζεται ο πολίτης τους ως κοσμοπολίτης. Η ιδιότητα αυτή υποστασιοποιείται υπό την ατελή της έννοια στο περιβάλλον της ελληνιστικής μητρόπολης. … Όμως ο πολίτης αποκτά μια πρόσθετη θεσμική ιδιότητα που συνάπτεται με το ανήκειν στην οικουμενική κοσμόπολη, με την έννοια ότι ο πολίτης της πόλης αναγνωρίζεται αυτοδικαίως και ως συστατικό μέλος της κοσμοπολιτείας, δηλαδή ως κοσμοπολίτης. Η ιδιότητα του κοσμοπολίτη δεν μεταβάλλει αυτομάτως τον πολίτη της πόλης σε πολίτη της μητρόπολης πολιτείας. Η σχέση του όμως με τη μητρόπολη θα κυμανθεί στον χρόνο, καθοδόν προς την ανθρωποκεντρική μετάλλαξη της πολιτείας της. Κατά τούτο, δυνάμει της ιδιότητας του κοσμοπολίτη, το άτομο, στο επίπεδο της συνολικής επικράτειας, προσεγγίζεται, καταρχήν, όχι πια ως πλήρης πολίτης (ως πολίτης της πολιτείας), όπως στη δημοκρατική πόλη, αλλά ως ατελής αρχικά, δυνάμει του ανήκειν στο κράτος, και ως απλός, στη συνέχεια, πολίτης. Λέμε καταρχήν, διότι η μητρόπολη θα διατηρήσει, όπως και οι επιμέρους πόλεις, ένα κάποιο άμεσο ή έμμεσο προνόμιο να ορίζει ποιός είναι πολίτης της πολιτείας της, καθόσον η θέση του σ’ αυτήν προόρισται να τον μεταβάλει αυτόχρημα σε συντελεστή του (κεντρικού ή ανάλογα του πολεοτικού) πολιτικού ζητήματος. Εντούτοις, μόνο στο Βυζάντιο θα τελειωθεί η διαδικασία αυτή, δηλαδή κατά τη φάση της πολιτειακής ολοκλήρωσης της μητρόπολης, οπότε ο πολίτης που εγκαθίσταται σ’ αυτήν μεταβάλλεται σε απλό πολίτη. (σσ.130-33).

β) αποσπάσματα από Το Ελληνικό Κοσμοσύστημα (τόμος Γ), Η Βυζαντινή περίοδος της οικουμένης (4ος μ.Χ. – 15ος μ.Χ. αιώνες). Η «Ρώμη» ως ελληνικό καταπίστευμα.

Ενόσω η μητρόπολη είχε τη δυνατότητα να εξισορροπεί τη ροπή των κοινών προς την αυτονομία, η κοσμόπολη λειτουργούσε ικανοποιητικά. Κατόρθωνε, δηλαδή, η μητρόπολη να διατηρεί την ενότητα της επικράτειας, να απορροφά τους αποκλίνοντες πατριωτισμούς των πόλεων και των λοιπών πολιτισμικών οντοτήτων, να διασφαλίζει την αρμονία της κοσμοπολιτειακής οικουμένης. Οσάκις, όμως, το κέντρο βρισκόταν σε πολιτική αδυναμία, τα κοινά και οι λοιπές πολιτισμικές/πολιτειακές οντότητες ανακτούσαν μια μεγαλύτερη αυτονομία ή ανέπτυσσαν δυναμικές αντιπαράθεσης έναντι του κέντρου. Εν συνόλω, οφείλουμε να συγκρατήσουμε ότι η έννοια της κοσμόπολης υποδήλωνε ότι ο κρατοκεντρισμός που προηγείται της προ-οικουμενικής φάσης του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, δεν καταλύεται. Ενσωματώνεται στο κράτος της οικουμένης, την κοσμόπολη, και κινείται μαζί της στην ιστορία. Η κοσμοπολιτειακή αυτή πραγματικότητα ανετράπη μετά την άλωση του 1204, έτσι ώστε στο περιβάλλον του ελληνικού κόσμου να αναπτυχθεί μια δυναμική περιφερειακού όσο και πολεοτικού κρατοκεντρισμού. Η διάρρηξη της πολιτικής ενότητας της οικουμενικής κοσμόπολης και, κατ’ επέκταση, η αδυναμία της μητρόπολης να διαχειρισθεί πολιτικά το σύνολο έθνος, δεν ακύρωσε εντούτοις, μέχρι τέλους, την «ικανότητα» του, στα μάτια του ελληνισμού, να το ενσαρκώνει και να συμβολίζει την πολιτική του ύπαρξη.

Το γεγονός αυτό διακρίνει άλλωστε τη Ρώμη από το Βυζάντιο. Η ρωμαϊκή μητρόπολη απέδωσε την ταυτοτική συλλογικότητα των Ρωμαίων, δεν υιοθετήθηκε όμως ως στοιχείο συνοχής από τους Έλληνες. Εξού και οι Ρωμαίοι, με την μετάβαση στην Ηγεμονία, επιχείρησαν να καλύψουν το κενό νομιμοποίησης με τη λατρεία του αυτοκράτορα. Η προσωπική παρέμβαση του αυτοκράτορα, η προβολή μιας προσωποπαγούς αντίληψης/λειτουργίας της εξουσίας και η καλλιέργεια της λατρείας που επέβαλαν την παρουσία του στα δρώμενα της ρωμαϊκής Πόλης, έτσι ώστε η τελευταία να μην ξεχνά από ποιον εξαρτάται και σε ποιον οφείλει τη σωτηρία της. Υπό το πρίσμα αυτό, η νομιμοποιητική «παραδοχή» που δημιουργήθηκε με την απόδοση της ρωμαϊκής υπηκοότητας/κοσμοπολιτειότητας σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας, χωρίς εντούτοις να συνεπάγεται την εξομοίωση τους με τους πολίτες της ρωμαϊκής μητρόπολης ή να αποβλέπει στην ενσωμάτωσή τους στη ρωμαϊκή ταυτοτική συλλογικότητα, θα συνεχισθεί και επί Ηγεμονίας. Γνωρίζουμε ότι, την περίοδο της Πολιτείας, η Ρώμη λειτούργησε με πρόσημα την ηγεμονία και βάσισε ευρέως τις πολιτικές της σε μια λεηλατική λογική και, οπωσδήποτε, στη συμμαχία της με τις ολιγαρχικές τάξεις των πόλεων. Παρόλ’ αυτά, οι πόλεις αποτελούν τη θεμέλια βάση της ρωμαϊκής κοσμόπολης (σσ.170-1). …

Η περίοδος του άνω Βυζαντίου, που διανοίγεται από τον 9ο αιώνα, η οποία ωστόσο ζυμώνεται στους προηγούμενους αιώνες, συμπίπτει με καταιγιστικές αποκρυσταλλώσεις: την καθολική επικράτηση της εταιρικής οικονομίας και τη συνακόλουθη εξάλειψη της ώνιας εργασίας δουλείας· την αποκάθαρση της νομοθεσίας και της συνταγματικής τάξης από τις ρωμαϊκές επιβαρύνσεις̣· την παλινόρθωση της ελληνικής (εκλόγιμης) βασιλείας και της κοσμοπολιτειακής σχέσης ανάμεσα στη μητρόπολη και τις πόλεις στη βάση της έννομης επιστασίας, αντί της ηγεμονίας· τον συνεκτικό συμβολισμό του έθνους κοσμοσυστήματος από τη μητρόπολη και την επικέντρωση του πατριωτικού προτάγματος της κοσμόπολης στην ελληνική σημειολογία του Διγενή, αντί του χριστιανικού δόγματος και πλήθος άλλων. Η πνευματική απογείωση που θα προκύψει στο μεταξύ συμπίπτει με την ολοκλήρωση του χριστιανικού δόγματος, που συμβαδίζει με το τέλος της επιχειρησιακής της αποτελεσματικότητας στο πεδίο της πολιτικής ηγεμονίας του ελληνισμού (σ.250).

Το Ακριτικό τραγούδι, που διακινείται από τους ραψωδούς, περιέχει «ωδάς τινας πάθη περιεχούσας ενδόξων ανδρών», οι οποίες μεταφέρουν στις πόλεις/κοινά τον αγώνα των Ακριτών στις παρυφές/άκρες της κοσμόπολης εναντίον του βάρβαρου έθνους των Σαρακηνών ή «Αραβίδων» που επιχειρούν να «κουρσέψουν»/να λεηλατήσουν ή και να καταλάβουν εδάφη της πατρίδας. Οι Ακρίτες είναι στο «λαϊκό φαντασιακό» ήρωες συχνά με υπερφυσικές ιδιότητες και σημειολογία αυτοθυσίας για το συλλογικό/κοινό καλό, οι οποίοι φθάνουν μέχρι να τιτανομαχούν ακόμη και με το Χάρο. … Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι ο Διγενής, ως Έλληνας πατριώτης, είναι γόνος μικτής οικογένειας, χριστιανών και μουσουλμάνων, στην οποία υπερισχύει εντούτοις η ελληνική του αναφορά. Η απήχηση του ακριτικού κύκλου στη βυζαντινή μυθολογία εμπνέεται, καθ’ όλες τις ενδείξεις, από το σοκ που προκάλεσε στους βυζαντινούς πληθυσμούς η επέλαση των Αράβων στα εδάφη της κοσμόπολης, που έφθασε μέχρι να απειλήσει την ίδια τη βασιλεύουσα Πόλη της Ρωμανίας. Ως έννοια συναντάται ήδη τον 6ο αιώνα… (251-2). … ο ακριτικός ήρωας ήρθε να εκφράσει το νέο πατριωτισμό που γέννησε η ανάγκη, και ο οποίος στη λαϊκή του εκφορά θα αντλήσει έμπνευση από τον ήρωα, περίπου τον ημίθεο, της ελληνικής μυθολογίας. Θα συνδεθεί δε με το νέο περιβάλλον που οδήγησε στη διοικητική ανασυγκρότηση του μητροπολιτικού κράτους και τη μετάθεση της άμυνας των εξωτερικών συνόρων στις περιφερειακές ενότητας των Θεμάτων. Ο ήρωας, που εφεξής ενσαρκώνει το συλλογικό και τροφοδοτεί την έννοια της πατρίδας, είναι αξιωματούχος του Θέματος, ο οποίος με τη σειρά του αναφέρεται στη μητρόπολη, και όχι η ηγεσία της πόλης. Έχει σημασία εν προκειμένω, να παραλληλισθεί η μεθάρμοση αυτή του φορέα του συλλογικού, από την πόλη στη μητρόπολη, με τη διαμεσολάβηση του Θέματος, με την πολυσυζητημένη παρατήρηση του Λέοντα του Σοφού, ο οποίος επαίρεται ότι αφήρεσε από τις πόλεις την αρμοδιότητα του ορίζειν τους περιφερειακούς αξιωματούχους (εν οις και την ηγεσία του στρατού) για να τις αναλάβει η ίδια η κεντρική εξουσία (253-4).