The Sorrow of Telemachus (1783). Oil on canvas by Angelica Kauffman.

Προλογισμός και επιμέλεια: Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάσης

Αναφορικά με τους «ήρωες», ο Γάλλος ρομαντικός ποιητής, Άλφρεντ ντε Βινί, είχε την δική του θεωρία: δεν υπάρχουν ήρωες και τέρατα σε αυτόν τον κόσμο – μόνο στα μικρά παιδιά πρέπει να επιτρέπεται η χρήση αυτών των λέξεων. Για τον Αυστριακό ψυχαναλυτή Όττο Κέρνμπεργκ, όπως θα δούμε παρακάτω, «οι ναρκισσιστές λατρεύουν ήρωες, μόνο και μόνο για να στραφούν εναντίον τους όταν οι ήρωές τους τούς απογοητεύσουν». Με βάση τον Κρίστοφερ Λας, το φαινόμενο του ναρκισσισμού δεν αποδίδεται απλά και μόνο στην υπερβολική έκφραση αγάπης προς τον ίδιο μας τον εαυτό, δηλαδή προς μια τάση αυτοθαυμασμού δίχως όρια. Ο ναρκισσισμός ενέχει την «απώλεια του εαυτού», δηλαδή την αδυναμία ταύτισης του «εγώ» με οτιδήποτε θα μπορούσε να το νοηματοδοτήσει. Ο ύστερος καπιταλισμός, ο οποίος δεν βασίζεται πλέον στην προτεσταντική ηθική της παραγωγής (όπως ισχυρίζεται ο Λας), αλλά στη μεγέθυνση της κατανάλωσης, οδηγεί στην απόλυτη κυριαρχία των εφήμερων καταναλωτικών ειδώλων που είναι ανίκανα να νοηματοδοτήσουν το «εγώ», ακριβώς διότι ως άψυχα όντα (ή είδωλα), δεν έχουν την ικανότητα να ανταποδώσουν αυτό που ένα ανθρώπινο ον δύναται να ανταποδώσει σε ένα άλλο: την αίσθηση της συντροφικότητας και της συμπαράστασης. Η συντροφικότητα απαιτεί ελεύθερη βούληση και ικανότητα κρίσης, πράγμα που ένα καταναλωτικό είδωλο δεν είναι σε θέση να προσφέρει. Ως εκ τούτου, η αναζήτηση του εαυτού μέσα από τα ποικίλα καταναλωτικά είδωλα οδηγεί στην απογοήτευση, η οποία εκτρέφει το ναρκισσισμό. 

Είναι προφανές, ότι αυτή η απογοήτευση έρχεται σχεδόν πάντα ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Άλλωστε ο μετασχηματισμός σε κάτι το πιο ευτελές, ή αλλιώς η υλική και πνευματική φθορά, είναι ένα από τα σημεία του κόσμου μας και από αυτήν δεν ξεφεύγει κανείς. Χωρίς αμφιβολία ζούμε μια εποχή όπου το πλαστικό θέαμα και η ειδωλολατρική κατανάλωση, από όπου πηγάζει ο ναρκισσισμός, έχουν διαποτίσει σχεδόν τους πάντες. Το ψηφιακό σύμπαν δε, ενώ από τη μια μας προσφέρει την εκπληκτική δυνατότητα διαδικτύωσης με στόχο τη διεύρυνση της έκφρασης και της επικοινωνίας, ξεπερνώντας φυσικά εμπόδια (πράγμα που θα μπορούσε να συνεισφέρει στην εκπαίδευση και τον πολιτισμό), από την άλλη μπορεί να λειτουργεί και ως καταλύτης επιταχύνοντας αυτή την κανονική φθορά. Επίσης, μας απασχολεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι διάφοροι αλγόριθμοι – με βάση τους οποίους τα ποικίλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως Facebook και Twitter, προωθούν στον χρήστη ψηφιακές ομάδες που βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τα ενδιαφέροντά του ή τις πολιτικές και ιδεολογικές του προτιμήσεις- εμποδίζουν την έκθεσή του σε άλλου είδους κοσμοαντιλήψεις. Από την άλλη παρατηρούμε το εξίσου ανησυχητικό: μέσα σε ελάχιστες ώρες, στα «ριζοσπαστικά» κοινωνικά δίκτυα, κάποιοι μπορούν να οργανώσουν λ.χ. μια μαζική καμπάνια δολοφονίας χαρακτήρα ενός προσώπου. Η έκπτωση ή η ανάταση μιας προσωπικότητας τώρα γίνεται πιο άμεσα, βίαια και αποτελεσματικά – όμως όλο αυτό, η αγελαία ευφορία/δυσφορία, δεν κρατάει πολύ. Έτσι προκύπτει η ανάγκη για νέους τρόπους/σύμβολα/ήρωες/τέρατα, όλο και πιο θεαματικά, που θα κεντρίσουν το πολιτικό μας ενδιαφέρον. Ο μέσος βαριεστημένος «ριζοσπάστης» του 21ου αιώνα – όταν δεν αδιαφορεί πλήρως ή δεν ξεσκονίζει ευκαιριακά τις κουρελιασμένες σημαιούλες του ένδοξου, κατά τη γνώμη του, παρελθόντος – παρουσιάζει την τάση να εξιδανικεύει και να ωραιοποιεί με ευκολία φαινόμενα, πρόσωπα και γεγονότα. Όμως ταυτόχρονα κάνει και το αντίστροφο, δαιμονοποιεί, ακολουθώντας το σκεπτικό: αν δεν είσαι ο λατρεμένος ήρωάς μου, τότε θα είσαι το απεχθές τέρας που αντιμάχομαι, έστω ιδεατά.

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο: Κρίστοφερ Λας, Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2002.


O ριζοσπαστισμός ως θέατρο του δρόμου

O εκφυλισμός της πολιτικής σε θέαμα έχει όχι μόνο μετασχηματίσει τη χάραξη πολιτικής σε δημοσιότητα, υποβαθμίσει την πολιτική ομιλία και μετατρέψει τις εκλογές σε αθλητική αναμέτρηση στην οποία η κάθε πλευρά διεκδικεί το πλεονέκτημα της «κεκτημένης ταχύτητας»• έχει κά­νει και πιο δύσκολη από κάθε άλλη φορά την οργάνωση της πολιτικής ε­ναντίωσης. Όταν οι εικόνες της εξουσίας επισκιάζουν την πραγματικότη­τα, οι άνθρωποι χωρίς εξουσία βρίσκονται να πολεμούν φαντάσματα. Ει­δικότερα, σε μία κοινωνία στην οποία η εξουσία αρέσκεται να παρουσιά­ζεται με φιλάνθρωπο ένδυμα -στην οποία η κυβέρνηση σπάνια κατα­φεύγει στη γυμνή χρήση βίας- είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε τον καταπιεστή, άσε δε να τον προσωποποιήσουμε, ή να διατηρήσουμε μια οξεία αίσθηση δυσφορίας στις μάζες. Τη δεκαετία του 1960, η Νέα Αρι­στερά επιχείρησε να ξεπεράσει αυτή την ασαφή εικόνα του κατεστημέ­νου προσφεύγοντας σε πολιτικές αντιπαράταξης. Προκαλώντας σκόπιμα βίαιη καταστολή, έλπισε να αποσπάσει τη συνεργασία των αντιφρονού­ντων. Ωστόσο, η απόπειρα να δραματοποιήσει την επίσημη καταστολή, φυλάκισε την Αριστερά σε μια πολιτική θεάτρου ή δραματικών χειρονο­μιών, σ’ ένα στιλ χωρίς ουσία -ένα εξ ανακλάσεως είδωλο της πολιτικής της εξωπραγματικότητας, που επιδίωξη της Αριστεράς θα έπρεπε να είναι το ξεσκέπασμά της.

Οι θεωρητικοί του ψυχρού πολέμου είδαν την τακτική της «κλιμάκω­σης» ως μέσον για να εντυπωσιάσουν «συναφή ακροατήρια» με την απο­φασιστικότητα του έθνους· οι επεξεργαζόμενοι τη στρατηγική της Αρι­στεράς, εξ ίσου ιδεόληπτοι με τις επιφάσεις, πίστεψαν ότι χειρονομίες κλιμάκωσης της εναντίωσης θα γονάτιζαν τελικά το κατεστημένο. Και στις δύο περιπτώσεις, η πολιτική παρουσιάστηκε σαν παιχνίδι που αντι­κειμενικός σκοπός του ήταν να φορτώσει στον αντίπαλο το κλιμακούμε­νο κόστος της πολιτικής του. Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, όταν θα εί­χε επαρκώς εντυπωσιαστεί με το κόστος, θα εγκατέλειπε την αδιαλλαξία προς όφελος της συνδιαλλαγής. Έτσι, οι εναντιούμενοι στον πόλεμο του Βιετνάμ ανάγγειλαν το 1967, με φανφάρες, ότι σκόπευαν να μετακινη­θούν «από τη διαφωνία στην αντίσταση», περιμένοντας ότι η αντίσταση θα αντιμετωπιζόταν με κατασταλτικά μέτρα ανυπόφορα για την φιλελεύ­θερη κοινή γνώμη. «Θα είναι αιματηρή», είπε ένας ριζοσπάστης υπερα­σπιζόμενος μια ιδιαίτερα μάταιη διαμαρτυρία, «αλλά το αίμα τρελαίνει τους φιλελεύθερους». Ωστόσο, η πολιτική του θεάτρου του δρόμου, όχι μόνο δεν προκάλεσε την αντίδραση των φιλελεύθερων, αλλά ισχυροποί­ησε την εναντίωση στην Αριστερά και ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την απαίτηση για νόμο και τάξη. H κλιμάκωση της μαχητικής τακτικής καταπλήρωσαν πολλές φορές βαρύ τίμημα: ξυλοδαρμός με γκλοπ, φυλάκιση, παρενόχληση από την αστυνομία ή και θάνατος, στην περίπτωση των τρομοκρατών —των Weathermen και των μελών του Symbionese Liberation Army— που ώθησαν τη λογική του αντάρτικου θεάτρου μέχρι την αναπόφευκτη κατάληξή της. Ωστόσο, οι ριζοσπάστες αυτοί είχαν να δείξουν τόσο λίγα πρακτικά αποτελέσματα για τις θυσίες τους, ώστε υποχρεωνόμαστε να συμπεράνουμε ότι ασπάστηκαν την ριζοσπαστική πολιτική κατά πρώτο λόγο, όχι επειδή υποσχόταν πρακτικά αποτελέσματα, αλλά επειδή χρησίμευε ως καινούργιος τρόπος για αυτοθεατροποίηση.

Ηρωολατρεία και ναρκισσιστική εξιδανίκευση

Στις παρυφές του ριζοσπαστικού κινήματος, πολλά τυραννισμένα πνεύματα επιδίωξαν πράγματι να γίνουν μάρτυρες, πράγμα που κατέστησε διπλά ελκυστικό η λαμπρότητα της σύγχρονης δημοσιότητας. Η Αριστερά, με το όραμα της κοινωνικής εξέγερσης που έχει, προσέλκυε ανέκαθεν περισσότερους παράφρονες από όσους της αναλογούσαν, αλλά τα M.M.E. απέδωσαν μία αλλόκοτη νομιμότητα στις αντικοινωνικές πράξεις…απλώς αναφέροντάς τες. O επιθετικός στο ποδόσφαιρο συγκεντρώνει για μία στιγμή πάνω του τα μάτια όλων. O εγκληματίας που δολοφονεί ή απάγει μία διασημότητα αποκτά τη λαμπρότητα του θύματός του. Η συμμορία Μάνσον με τη δολοφονία της Σάρον Ταίητ και των φίλων της, ο Symbionese Liberation Army με την απαγωγή της Πάτυ Χηρστ, έχουν παρόμοια ψυχολογική δομή με τους δολοφόνους ή τους επίδοξους δολοφόνους προέδρων των πρόσφατων χρόνων. Τέτοιοι άνθρωποι επιδεικνύουν, σε υπερβολική μορφή, την κρατούσα ιδεοληψία με τη διασημότητα και μια αποφασιστικότητα να την κατακτήσουν έστω και με αντίτιμο το ορθολογικό συμφέρον και την προσωπική τους ασφάλεια. O ναρκισσιστής χωρίζει την κοινωνία σε δύο ομάδες: τους πλούσιους, μεγάλους και διάσημους από τη μία μεριά, και την αγέλη των κοινών ανθρώπων από την άλλη. Κατά τον Κέρνμπεργκ, οι ναρκισσιστικοί ασθενείς «φοβούνται να μην ανήκουν στην κομπανία των μεγάλων, πλούσιων και ισχυρών, και να ανήκουν απεναντίας στους ”μέτριους”, που σημαίνει ανάξιους και περιφρονητέους και όχι “μέσους“ με τη συνηθισμένη σημασία των λέξεων». Λατρεύουν ήρωες, μόνο και μόνο για να στραφούν εναντίον τους όταν οι ήρωές τους τους απογοητεύσουν. «Ασύνειδα καθηλωμένοι σε ένα εξιδανικευμένο αντικείμενο του εαυτού το οποίο εξακολουθούν να λαχταρούν, … τέτοια πρόσωπα αναζητούν μονίμως εξωτερικές παντοδύναμες εξουσίες από των οποίων την έγκριση και την υποστήριξη επιχειρούν να αντλήσουν δύναμη». Έτσι, o δολοφόνος ενός προέδρου εγκαθιδρύει με το θύμα του μία θανάσιμη οικειότητα, παρακολουθεί τις κινήσεις του, προσκολλάται στο ανατέλλον άστρο του. O μηχανισμός της μαζικής προώθησης ενθαρρύνει αυτή την ταύτιση εξυμνώντας και συγχρόνως εξανθρωπίζοντας τους Ολύμπιους, προικίζοντάς τους με τις ίδιες ορέξεις και εκκεντρικότητες τις οποίες αναγνωρίζουμε στους γείτονές μας. Με την απεγνωσμένη πράξη του, o δολοφόνος ή επίδοξος δολοφόνος συμμετέχει στην εξυψωμένη κομπανία τους. H δολοφονία γίνεται μία μορφή θεάματος, και η εσωτερική ζωή των δολοφόνων —o δυσκολίες του Όσβαλντ με τη Μαρίνα, η ψυχική κατάσταση του Μπρέμερ όπως καταγράφεται στο ημερολόγιό του— παρέχουν την ίδια δημοφιλή διασκέδαση όπως η ιδιωτική ζωή των θυμάτων ή παρ’ ολίγο θυμάτων τους.

Σύμφωνα με τον Κέρνμπεργκ, οι ναρκισσιστικοί ασθενείς «συχνά θαυμάζουν έναν ήρωα ή διακεκριμένο άτομο» και «βιώνουν τον εαυτό τους ως μέρος του διακεκριμένου αυτού προσώπου». Βλέπουν το άτομο που θαυμάζουν ως «απλώς μία επέκταση του εαυτού τους». Αν το πρόσωπο αυτό τους απορρίψει, «βιώνουν άμεσο μίσος και φόβο και αντιδρούν υποτιμώντας το προηγουμένως είδωλό τους». Όπως o ηρωισμός διαφέρει λεπτεπίλεπτα από τη διασημότητα, έτσι και η ηρωολατρεία, που εκτιμά τις πράξεις του ήρωα και ελπίζει να τις συναγωνιστεί ή τουλάχιστον να αποδειχθεί άξιος του παραδείγματός του, πρέπει να διαφοροποιείται από την ναρκισσιστική εξιδανίκευση. Ο ναρκισσιστής θαυμάζει, και ταυτίζεται με, τους «νικητές» από φόβο μη χαρακτηριστεί νικημένος. Επιδιώκει να ζεσταθεί στην εξ ανακλάσεως λάμψη τους αλλά τα αισθήματά του περιέχουν ένα ισχυρό μείγμα φθόνου, και o θαυμασμός του μετατρέπεται συχνά σε μίσος, αν το αντικείμενο της προσκόλλησής του κάνει κάτι για να του θυμίσει την ασημαντότητά του. O ναρκισσιστής δεν έχει εμπιστοσύνη στις ικανότητές του, που θα τον ενθάρρυναν να πάρει σαν πρότυπο το εξυψωμένο παράδειγμα ενός άλλου προσώπου. ‘Έτσι, η ναρκισσιστική σαγήνη με τη διασημότητα, τόσο ασυγκράτητη στην κοινωνία μας, συμπίπτει ιστορικά με αυτό που ο Ζυλ Χένρυ ονομάζει «η διάβρωση της ικανότητας για άμιλλα, απώλεια της ικανότητας να διαμορφωνόμαστε συνειδητά με πρότυπο ένα άλλο πρόσωπο». Ένας από τους γυμνασιόπαιδες από τον οποίο πήρε συνέντευξη o Χένρυ είπε κοφτά: «Νομίζω ότι ένας άνθρωπος δεν θα πρέπει να διαπλάθεται έχοντας για πρότυπο κάποιον άλλο».

Να βρεις έναν άνθρωπο που με πρότυπο αυτόν να διαπλάσεις τον εαυτό σου [γράφει o Χένρυ] είναι μία επιθετική πράξη της θέλησης, και o Μπιλ παραείναι αγχώδης και παθητικός για να το κάνει… Όταν o κυνισμός, η παραίτηση και η παθητικότητα μπαίνουν στη ζωή, ο κυνισμός κάνει να φαίνεται μάταιη κάθε συναγωνιστική επιλογή ιδιοτήτων, και η παθητικότητα και η παραίτηση διαβρώνουν τη θέληση που είναι απαραίτητη για τη συναγωνιστική απόφαση. Αλλά Θετικά, για να γίνει μία ηθικώς έγκυρη συναγωνιστική επιλογή, πρέπει να είναι παρούσα μία πίστη στον εαυτό μας ένας κάποιος απλοϊκός οπτιμισμός και μια κάποια ποσότητα θέλησης.

Όταν το υπερεγώ αποτελείται όχι τόσο από συνειδητά ιδεώδη του εγώ αλλά από ασύνειδες, αρχαϊκές φαντασιώσεις για γονείς υπεράνθρωπου μεγέθους, η άμιλλα γίνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου ασύνειδη και εκφράζει όχι την αναζήτηση προτύπων, αλλά την κενότητα των εικόνων του εαυτού. O πρωταγωνιστής του Something Happened του Χέλερ, που δεν έχει καθόλου «απλοϊκό οπτιμισμό» και μία αίσθηση του εαυτού, βιώνει ένα «σχεδόν υποδουλωτικό ένστικτο να είναι ακριβώς όπως όλοι οι άλλοι τους οποίους συναντά. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο σε ζητήματα ομιλίας, αλλά και στις σωματικές ενέργειες… Ενεργεί ασύνειδα… με μία δική του αποφασιστικότητα, παρά τη δική μου επαγρύπνηση και αποστροφή, και συνήθως δεν αντιλαμβάνομαι ότι έχω γλιστρήσει μέσα στην προσωπικό­τητα ενός άλλου πριν να είμαι εντελώς εκεί».

O ναρκισσιστής δεν μπορεί να ταυτιστεί με κάποιον άλλο χωρίς να δει τον άλλο ως προέκταση του εαυτού του, χωρίς να εξαλείψει την ταυ­τότητα του άλλου. Ανίκανος για ταύτιση, πρώτα πρώτα με τους γονείς και άλλες μορφές εξουσίας, είναι συνεπώς ανίκανος για ηρωολατρεία για την άρση της δυσπιστίας που καθιστά εφικτό να μπαίνουμε με τη φα­ντασία μας στη ζωή των άλλων αναγνωρίζοντας συγχρόνως την ανεξάρ­τητη ύπαρξή τους. Μια ναρκισσιστική κοινωνία λατρεύει μάλλον τη δια­σημότητα παρά τη φήμη και αντικαθιστά με το θέαμα τις παλαιότερες μορφές θεάτρου, που ενθάρρυναν την ταύτιση και την άμιλλα επειδή α­κριβώς διατηρούσαν προσεκτικά μία ορισμένη απόσταση ανάμεσα στους θεατές και τους ηθοποιούς, ανάμεσα στον ηρωολάτρη και τον ήρωα.