Μαρία Πωπ, Aνοιξιάτικο απογεύμα μπροστά στην Εθνική τράπεζα και τα ανθοπωλεία, 1977.

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Άλκης Κυριακίδου-Νέστορος: Η Θεωρία της Ελληνικής Λαογραφίας, Κριτική Ανάλυση. Β.Γ.Π., Αθήνα, 1978.


Η εκτίμηση αυτή του Κ. Θ. Δημαρά για το φαινόμενο στροφή προς την αρχαιότητα που χαρακτηρίζει τον ελληνικό Διαφωτισμό βοηθάει πολύ στην κατανόηση του πνεύματος αυτής της εποχής και μας επισημαίνει μίαν ακόμη σημαντική διαφορά ανάμεσα στο γερμανικό υπόδειγμα και το ελληνικό του αντίστοιχο: για τους Γερμανούς, η ρομαντική στροφή προς το παρελθόν σημαίνει συντήρηση, σημαίνει επιστροφή σε μια ιεραρχημένη κοινωνία, βάση της οποίας είναι η θρησκεία και πολίτευμα της η μοναρχία (για να αντισταθμιστεί έτσι η αναρχία που δημιούργησε, κατά τους ρομαντικής, η Γαλλική Επανάσταση)· για τους Έλληνες, αντίθετα, η στροφή προς τους Έλληνες, αντίθετα, η στροφή προς τους προγόνους σημαίνει φιλελευθερισμό, σημαίνει ανεξαρτησία από το θρησκευτικό πνεύμα, σημαίνει ισότητα μεταξύ των πολιτών και δημοκρατικό πολίτευμα. Το πνεύμα δηλαδή είναι εντελώς διαφορετικό, όπως άλλωστε και στο ιστορικό πρότυπο που πάνε να μιμηθούν: οι Γερμανοί αποβλέπουν στο Μεσαίωνα, οι Έλληνες στην κλασική Αρχαιότητα. Μέσα στα πλαίσια του ελληνικού Διαφωτισμού, η ρομαντική έννοια του έθνους δεν ήρθε σε σύγκρουση, όπως συνέβη στη Γερμανία, με τα ιδεώδη του Ορθολογισμού. Στην Ελλάδα η σύγκρουση αυτή ήρθε αργότερα, όταν η υπερηφάνεια για τους προγόνους, που ήταν στην αρχή κίνητρο προς τα εμπρός, έγινε στείρα προγονολατρεία, και η μίμηση που, όπως γράφει ο Δημαράς, ήταν απλώς ένα μέσο για να φτάσει κανείς στα αρχαία πρότυπα, έγινε αυτοσκοπός. Η αλλαγή αυτή, που σήμανε την οριστική τροπή του ελληνικού πνεύματος προς τη συντήρηση, συντελέστηκε στα πρώτα χρόνια της Αντιβασιλείας (1833-1835): «μέσα στην πρώτη των μετεπαναστατικών χρόνων», γράφει ο Δημαράς, «ο πνευματικός ελληνισμός είχε μοναδικό σχεδόν αποκούμπι την αρχαία κληρονομιά». Τότε, στα χρόνια της Αντιβασιλείας, συγκρούονται με ορμή στην Ελλάδα ο Ορθολογισμός και ο Ρομαντισμός και, για να χρησιμοποιήσουμε την ίδια φράση με την οποία διατυπώθηκε το αντίστοιχο γερμανικό φαινόμενο, τότε αλλάζουν ο χαρακτήρας καί τα ήθη των Ελλήνων. (σ.41) …

Η επίδραση του γερμανικού ρομαντισμού είναι, νομίζω, φανερή. Η υπερβατική ψυχή του λαού (Volksteist) των Γερμανών λαογράφων γίνεται η – εξίσου υπερβατική – ψυχή των (αρχαίων) Ελλήνων· με μια, ωστόσο, βασική διαφορά: το γερμανικό Volksteist είναι προσανατολισμένο στο μέλλον· υπάρχει μάλιστα ένας έντονος μεσσιανισμός, όσον αφορά τον προορισμό του· ας θυμηθούμε τον Fitchte: «ο γερμανικός λαός προορίζεται να φέρει την ειρήνη στον κόσμο· είναι ο περιούσιος λαός, ο λαός του μέλλοντος»· ο μεσσιανισμός αυτός οδήγησε, καθώς είπαμε, σ’ έναν μυστικιστικό στην αρχή, κι έπειτα σ’ έναν ρατσιστικό ιμπεριαλισμό· το ελληνικό Volksteist, αντίθετα, είναι προσανατολισμένο στοπ παρελθόν· η τελειότητα βρίσκεται προς τα πίσω, στην κλασική αρχαιότητα· «να γίνουμε όπως οι πρόγονοί μας», αυτή είναι η μεγαλύτερη δυνατή φιλοσοφία. – Δεν υπάρχει λοιπόν ίχνος μεσσιανισμού στην έννοια του ελληνικού έθνους, όπως διαμορφώνεται μετά την Επανάσταση; Ο βυζαντινολόγος Cyril Mango υποστηρίζει πως υπάρχει, και φέρνει σαν παράδειγμα τη Μεγάλη Ιδέα:

Στον εναρκτήριο του λόγο (όταν κατέλαβε την έδρα Κοραή στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου στα 1964) που είχε τίτλο Βυζαντινισμός και ρομαντικός ελληνισμός, ο Mango ισχυρίζεται ότι η Μεγάλη Ιδέα συνεχίζει το βυζαντινό μεσσιανισμό, ο οποίος μετά την Άλωση έχει για στήριγμα του την πίστη πως, όπου να ‘ναι, θα αναστηθεί ο μαρμαρωμένος βασιλιάς και θα διώξει τον Τούρκο στην Κόκκινη Μηλιά· ύστερα από αυτό, θα έρθει και το τέλος του κόσμου. «Η Μεγάλη Ιδέα δεν ήταν βέβαια τίποτα άλλο από τον μεσσιανικό Βυζαντινισμό κάτω από καινούριο ένδυμα. Η αλλαγή του ενδύματος – και, αν μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω αυτή την έκφραση, η Μεγάλη Ιδέα φορούσε τη ρεδιγκότα – είχε βασική σημασία. Γιατί ενώ ο Βυζαντινισμός είχε θρησκευτική βάση και έκανε μικρή διάκριση ανάμεσα σε εθνότητες, εφόσον ήταν, βέβαια, ορθόδοξες, η Μεγάλη Ιδέα ήταν εθνικιστική. Οι αντικειμενικοί σκοποί όμως ήταν οι ίδιοι και επιπλέον η Μεγάλη Ιδέα ήταν, κι αυτή, βαθιά μεσσιανική. Κανένας δε φανταζόταν να σκεφτεί καθαρά πως θα μπορούσε να επιτευχθεί, τί θα γινόταν αν ποτέ πραγματοποιούνταν, πώς θα μπορούσε η Μεγάλη Ελλάδα ν’ απλωθεί ως την Τραπεζούντα κτλ.»

Δύο είναι τα χαρακτηριστικά της Μεγάλης Ιδέας που προβάλλονται από την ανάλυση του Mango: το μεσσιανικό και το εθνικιστικό. Υπάρχει όμως και ένα τρίτο χαρακτηριστικό που αποσιωπάται εδώ, γιατί και μόνη η μνεία του θα τοποθετούσε το πρόβλημα σε διαφορετική βάση-αναμφισβήτητα πλησιέστερη στην ελληνική πραγματικότητα. Ο Mango ξεχνά να αναφέρει ότι η Μεγάλη Ιδέα ήταν βασικά ενωτική: «… αν προσπαθήσουμε να την εκφράσουμε με μια έννοια», γράφει ο Κ. Θ. Δημαράς, «θα πρέπει την ενότητα να προβάλουμε… ενότητα μέσα στον χρόνο, αλλά, και ως αίτημα, μέσα στον χώρο». Όσον αφορά την ενότητα μέσα στο χρόνο, δηλαδή την ενότητα της ελληνικής ιστορίας και της ελληνικής φυλής, αυτή θεμελιώνεται από τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο στον τομέα της Ιστορίας, και από τον Νικόλαο Πολίτη στον τομέα της Λαογραφίας. Όσον αφορά τώρα την ενότητα στο χώρο, αυτή εκφράζεται «ως αίτημα», όπως λέει ο Δημαράς, τόσο στο πολιτικό όσο και στο πολιτιστικό επίπεδο: στο πολιτικό εκφράζεται με τις συνεχείς επαναστάσεις και τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων από το 1832 και κατόπιν· στο πολιτιστικό εκφράζεται με τις ιστορικές και λαογραφικές μονογραφίες για τις αλύτρωτες ελληνικές περιοχές, με τις οποίες θα ασχοληθούμε αργότερα. (σσ.45-6) …