Sartorio, Giulio Aristide (1860-1932) – Η Εφέσια Άρτεμις και οι σκλάβοι.

Στη γλώσσα η μεταφορά (metaphor) είναι ένα φαινόμενο που ανάγεται στον Αριστοτέλη και χρησιμοποιείται, σαν σχήμα λόγου, για να συγκρίνει πράγματα βάσει ορισμένων ομοιοτήτων[1]. Λέμε π.χ. «έχει ατσάλινα μπράτσα» για να χαρακτηρίσουμε έναν χειροδύναμο άνθρωπο. Λέμε επίσης «μια τέχνη είναι νεκρή» αναγνωρίζοντας ότι αυτή δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ «ζωντανή» (ένα έμβιο ον) ώστε να μπορεί να «πεθάνει» (όπως ο άνθρωπος ή ένα ζώο). Παρά την απόκλιση από την κυριολεξία καταλήγουμε στο λογικό συμπέρασμα ότι η «η συγκεκριμένη τέχνη δεν δημιουργείται πια». Σύμφωνα με τους Lakoff & Johnson[2] η εννοιακή μεταφορά (conceptual metaphor) είναι ένας μηχανισμός που επιτρέπει την πρόσβαση σε μια αφηρημένη έννοια (υποκειμενική εμπειρία) μέσω μιας απτής και συγκεκριμένης (αισθησιοκινητικής εμπειρίας), ενώ η γλώσσα αντανακλά απλώς τη σύλληψη του αφηρημένου μέσω του συγκεκριμένου. Η Χάνα Άρεντ αναφέρει ότι «η μεταφορά που γεφυρώνει την άβυσσο ανάμεσα στις ενδόμυχες και αόρατες δραστηριότητες του νου με τον αισθητηριακό κόσμο, υπήρξε το μεγαλύτερο δώρο της γλώσσας στη σκέψη και άρα στη φιλοσοφία, αλλά η ίδια η μεταφορά, ως προς την καταγωγή της είναι περισσότερο ποιητική παρά φιλοσοφική»[3]. Επομένως η μεταφορά δεν νοείται απλά ως διακοσμητική προσθήκη, που συχνά δίνει έμφαση στην κυριολεκτική γλώσσα, αλλά ως μια μορφή σκέψης και εργαλείο που μας επιτρέπει να κατηγοριοποιήσουμε τις ανθρώπινες εμπειρίες. Στην πραγματικότητα, οι γλωσσικές μεταφορές επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης και αντίληψης των γεγονότων, παίζοντας πολύ σημαντικό ρόλο στον καθορισμό του τι είναι πραγματικό και τι όχι.

Η πανδημία Covid-19 έφερε στο προσκήνιο διάφορα ζητήματα ηθικής φύσης και ιδιαίτερα βιοηθικής[4]. Δεν θα παραμείνουμε στο, πολύ σημαντικό, αντικείμενο της βιοηθικής γιατί σκοπός μας εδώ είναι να εστιάσουμε στην επικοινωνία. Συγκεκριμένα στον τρόπο επικοινωνίας και ενημέρωσης των ανθρώπων που έδειξε ότι η χρήση μεταφορών έχει τη δύναμη να προκαλεί αντιδράσεις και να οδηγεί στην κατανόηση του τι βιώνουμε. Λόγω των εγγενών χαρακτηριστικών της η μεταφορά είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο περιγραφής ενός γεγονότος, ιδίως ενός πολύ φορτισμένου συναισθηματικά όπως μια υγειονομική κρίση. Ταυτόχρονα συμβάλλει στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε αυτή την κρίση, όπως κάθε άλλο γεγονός, εξωθώντας μας στην αντίληψη ότι μπορούμε να την ελέγξουμε με κάποιο τρόπο ή, αντιθέτως, στην ανησυχία περί του αναπόφευκτου. Διαφορετικές ερμηνείες του φαινομένου θα μας ωθήσουν να αισθανθούμε εμπιστοσύνη, αισιοδοξία, ελπίδα, φόβο, πανικό, απογοήτευση, αίσθημα αδυναμίας, κ.λπ. Συνεπώς, αυτά τα συναισθήματα μπορεί να καθοδηγήσουν τις ενέργειες και τις συμπεριφορές μας. Για αυτούς τους λόγους, ο τρόπος που επιλέγουμε να περιγράψουμε και να επικοινωνήσουμε, όσα αφορούν την πανδημία (όπως κάθε φαινόμενο), αποτελούν, εν μέρει, και τα εργαλεία για να αντιμετωπίσουμε την εξάπλωσή της και γενικότερα τις αρνητικές της επιπτώσεις. Ποιες είναι όμως οι μεταφορές που καλλιέργησε η πανδημία στον γενικό πληθυσμό, αλλά και στον επιστημονικό κόσμο; Αν συνοψίσουμε σε μια κατηγορία τις πολυάριθμες μεταφορές, που χρησιμοποιήθηκαν από τα ΜΜΕ και όχι μόνο, θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε «ηρωική ορολογία πολέμου».

Πράγματι πολλά ακούστηκαν και γράφτηκαν τους τελευταίους μήνες: «Ο ιός είναι ένας αόρατος εχθρός», «ο ιός μοιάζει με δολοφονικό αεριωθούμενο στελθ», «είναι μια έκρηξη θανάτου», «είναι ο ύπουλος εφιάλτης που προδίδει την ανθρωπότητα», «είναι ένα σιωπηλός παγκόσμιος πόλεμος». Έτσι, οι γιατροί γίνονται οι «ήρωές» μας αλλά και οι «καπετάνιοι» που αντιμετωπίζουν μια άγρια και φουρτουνιασμένη θάλασσα. Οι μεταφορές που χρησιμοποιήθηκαν επικοινωνιακά κατά την 1η φάση της πανδημίας, είναι αμέτρητες και είχαν σημαντικές επιπτώσεις στη συλλογική φαντασία. Οι δημοσιογράφοι μιλούσαν για «χαρακώματα» στα νοσοκομεία, για το «μέτωπο» του ιού, για οικονομία σε συνθήκες πολέμου. Ο πόλεμος και ο ηρωισμός επομένως χρησιμοποιήθηκαν πολύ συχνά για να περιγράψουν την πρώτη περίοδο της πανδημίας, όταν οι γνώσεις πάνω στον ιό ήταν περιορισμένες και αυτό που αναδυόταν ήταν έντονος προβληματισμός, ανησυχία και γενικευμένη αμηχανία. Σήμερα ωστόσο βρισκόμαστε στην 2η φάση της πανδημίας και θα πρέπει να αναρωτηθούμε πώς αυτές οι λέξεις και οι εικόνες θα μπορούσαν να προσανατολίσουν τις συμπεριφορές μας με στόχο την επιθυμητή επιστροφή στην κανονικότητα που κατά τα φαινόμενα θα είναι μια αργή και απαιτητική διαδικασία.

Για κάποιους ο ηρωισμός και η πολεμική ορολογία ήταν μια απαραίτητη επιλογή που χρησίμευσε ώστε να κάνει τον πληθυσμό πιο συνεκτικό, να τον μετατρέψει σε μια συμπαγή και ενιαία δύναμη που αντιτίθεται σε έναν κοινό εχθρό. Το σκεπτικό ήταν ότι η έκτακτη ανάγκη απαιτεί τη μετατροπή των κινδύνων σε απειλές, άρα μόλις προσδιοριστεί η σοβαρότητα της απειλής και γίνει η ταυτοποίηση του εχθρού, τότε η κοινωνία ωθείται να δράσει για την αντιμετώπιση της επίθεσης. Υπό αυτή την έννοια η χρήση της πολεμικής/ηρωικής ορολογίας βοήθησε στον εντοπισμό του κοινού εχθρού, ώστε να περιοριστεί η αίσθηση της αδυναμίας και να διευκολυνθεί η διαδικασία εντοπισμού των αιτίων του προβλήματος. Άλλωστε από τις καταγραφές μεγάλων ιστορικών  μαχών μέχρι τα απλά κόμικς, η ύπαρξη ηρώων ανάμεσά μας, καθησυχάζουν και μας κάνουν να αισθανόμαστε ενωμένοι, πιο δυνατοί και προστατευμένοι.

Κατά τη γνώμη μας ωστόσο η επικοινωνιακή αυτή «τακτική», ανεξάρτητα από τον αυθορμητισμό της (ή μη), ως φαινόμενο, κρύβει μεγάλες παγίδες. Η χρήση ορολογίας από το «λεξικό πολέμου» του 19ου αιώνα, που μιλάει για «εισβολή και ηρωισμό», «βαρύ πυροβολικό» και «χαρακώματα», δίνει μια λανθασμένη εικόνα της αναμφίβολα επικίνδυνης υγειονομικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης που βιώνουμε. Μάλιστα αυτή η οπτική (και συνεπώς λανθασμένη επικοινωνιακή διαχείριση) θα μπορούσε να οδηγήσει όχι μόνο σε εφησυχασμό, αλλά και σε υπονόμευση της κοινωνικής συνοχής και επομένως σε αδυναμία να τεθούν εκείνοι οι αντικειμενικοί στόχοι που θα μας επιτρέψουν να βγούμε από αυτήν τη δύσκολη θέση. Πράγματι, τους πρώτους μήνες, εστιάζοντας τόσο πολύ την προσοχή της κοινής γνώμης στην παρομοίωση της επιδημίας με έναν πόλεμο – που «παράγει» ήρωες και ταυτόχρονα «ψεκασμένους», «αρνητές» και «πρόβατα» – ως ένα σημείο συγκαλύφθηκε η έννοια της «πρόληψης», που είναι κεντρικής σημασίας και αφορά καθέναν από εμάς. Πιστεύουμε ότι η χρήση του ηρωισμού και της πολεμικής ορολογίας δεν ταιριάζει καθόλου στην τρέχουσα κατάσταση, αντιθέτως μπορεί να αποδειχθεί αντιπαραγωγική. Η προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε την κρίση πρέπει να βασιστεί σε αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή ένα πολύ σύνθετο υγειονομικό πρόβλημα με κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές προεκτάσεις. Η αντίληψη της πανδημίας σαν αυτή να ήταν ένας πόλεμος με ήρωες (και αντίστοιχα δειλούς, φυγόστρατους, ριψάσπεις κ.ο.κ.) μπορεί να μας κάνει ιδιαιτέρως υπάκουους, ή πολύ αντιδραστικούς, να περιορίσει την κριτική μας ικανότητα, ενώ παράλληλα –και αυτό είναι ίσως το χειρότερο- κινδυνεύουμε να σκεφτόμαστε τους ασθενείς ως αναπόφευκτες (πολεμικές) απώλειες μιας εντέλει πολιτικής («στρατιωτικής») και ενίοτε με τρόπο εντελώς ανόητο, «ταξικής» σύγκρουσης και όχι μιας υγειονομικής συμφοράς. Υπό το φως αυτών των προβληματισμών, φαίνεται ότι μακροπρόθεσμα οι εικόνες και οι έννοιες που διαχέει η μεταφορά του πολέμου δεν μπορούν να μας βοηθήσουν να «κερδίσουμε αυτόν τον πόλεμο», ούτε ως άτομα, ούτε ως κοινωνία.

Από την άλλη, η εργασία των επαγγελματιών της υγείας σε ιδιαίτερα δύσκολες σωματικές και ψυχολογικές συνθήκες, ο πρόσθετος φόρτος εργασίας τους, η καθημερινή επαφή τους με τα δεινοπαθήματα και το θάνατο και η άσκηση της ικανότητας συχνά να βασίζονται σε λιγοστά ιατροτεχνολογικά υλικά και ατομικούς πόρους, αναμφισβήτητα κάνει το έργο τους αξιέπαινο. Αλλά κατά πόσο ταιριάζει σε αυτούς τους ανθρώπους η μεταφορά του ήρωα; Είναι ικανοποιημένοι οι ίδιοι όταν τους τους προσφωνούν έτσι; Είναι λογικό, κάθε φορά που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη ζωή τους σε κίνδυνο, να συνειδητοποιούν και τη σημασία της εργασίας των επαγγελματιών της υγείας. Είναι επίσης λογικό να προσπαθούν να ενθαρρύνουν -συχνά με κολακευτικά λόγια- το έργο των ιατρών και των νοσοκόμων. Όμως εδώ δεν πρόκειται για πόλεμο διότι ο ιός – με εξαίρεση περιοχές που βρίσκονταν  ήδη σε κατάσταση πολέμου – δρα σε περίοδο ειρήνης και αυτό που προέχει είναι ο σεβασμός και η στήριξη των επαγγελμάτων υγείας. Ας το σκεφτούμε: η εικόνα του ήρωα ιατρού/νοσοκόμου/ερευνητή συνθέτει ουσιαστικά μια ηθική νομιμοποίηση βασισμένη στην πεποίθηση ότι ο επαγγελματίας της υγείας πρέπει να αψηφά (ηρωικά) τον κίνδυνο, κάνοντας τη «δουλειά» του ακόμη και με κόστος την ασφάλειά του, δηλαδή και την ίδια του τη ζωή. Αυτή όμως δεν είναι (και δεν μπορεί να είναι) η στάση των επαγγελματιών της υγείας, αντιθέτως η προστασία της υγείας τους (πρώτα αυτή) είναι ουσιαστικός παράγοντας επιτυχίας του όλου εγχειρήματος ενάντια στον ιό. Στην καθημερινή πρακτική, γνωρίζουμε ότι συχνά αυτοί οι άνθρωποι αναγκάζονται να εργαστούν σε συνθήκες αβεβαιότητας, όπου γίνονται θαρραλέες επιλογές και λαμβάνονται σημαντικές πρωτοβουλίες, από επαγγελματίες που στηρίζονται στην επαγγελματική τους ηθική και το αίσθημα καθήκοντος. Ωστόσο στο τέλος της ημέρας θέλουν να γυρίσουν στο σπίτι τους σώοι και αβλαβείς. Ακόμη και πριν την εμφάνιση της πανδημίας, το προσωπικό στα νοσοκομεία έκανε τη δουλειά του, άλλοι με ήθος και άλλοι όχι, άλλοι μέτρια, άλλοι καλά και άλλοι καλύτερα. Όμως αυτή η δραματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης έφερε (και δικαίως) στο προσκήνιο έννοιες όπως: η προσοχή, η ευγνωμοσύνη και ο σεβασμός. Περισσότερο όμως από καθετί άλλο ανάδειξε την ανάγκη στήριξης και ενίσχυσης των επαγγελμάτων υγείας ώστε να δημιουργηθούν οι απαραίτητες υποδομές, αλλά και να σχεδιαστούν οι κατάλληλες συνθήκες (σε επίπεδο οργάνωσης και ελέγχου) για την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των σημαντικών αυτών αγαθών που ονομάζουμε Υγεία και Ποιότητα ζωής. Για να εκφραστεί στην πράξη το καθήκον δεν αρκεί η συστηματική καλλιέργεια της ηθικής πρόσληψης του κόσμου, χρειάζεται επίσης η έμπρακτη στήριξη και η αναγνώριση του έργου των ανθρώπων της υγείας. Η αρμονία και η ισορροπία ανάμεσα στο άυλο νόημα (ηθικό σκέλος) και το υλικό υπόβαθρο είναι πάντα ένα «χρυσό» ζητούμενο. Αυτή η αναζήτηση ισορροπίας, ή αλλιώς «ευπρέπειας» και σοβαρότητας, μπορεί να γίνει η αναγεννητική δύναμη που θα βοηθήσει τον άνθρωπο να ατενίσει το μέλλον με μια πιο βελτιόδοξη ματιά, δηλαδή χωρίς τις ακρότητες -οι οποίες πολύ συχνά βασίζονται σε υπερβολικό πεσιμισμό ή αισιοδοξία- που οδηγούν σε απώλεια ψυχραιμίας και αγωνία.

Επιστρέφοντας στην έννοια του καθήκοντος, αυτή συνεπώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη τόσο με τις ανθρώπινες εμπειρίες, όσο και με τις γλωσσικές μεταφορές οι οποίες, όπως προαναφέραμε, επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης και αντίληψης των γεγονότων. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο λόγος, ειδικά ο ηθικός λόγος, είναι κανονιστικός (normative)[5], και πάντα το μεγάλο πρόβλημα παραμένει η μετάβαση από την περιγραφική γλώσσα στην κανονιστική, δηλαδή από τον κόσμο των γεγονότων, στον κόσμο των αξιών, από το «είναι» στο «πρέπει». Η βελτιόδοξη οπτική στηρίζεται στην προσπάθεια και στον ψύχραιμο ατομικό συλλογισμό που – εκκινώντας από το ατομικό μεταβαίνει στο συλλογικό επίπεδο –  δείχνει ότι δεν βρισκόμαστε σε κάποιον πόλεμο. Εξάλλου, για τον Κομφούκιο: «εάν οι έννοιες δεν είναι σωστές, τότε τα έργα δεν ολοκληρώνονται: εάν τα έργα δεν ολοκληρωθούν, η τέχνη και η ηθική δεν ευημερούν. Εάν η τέχνη και η ηθική δεν ευημερήσουν, η δικαιοσύνη δεν είναι ακριβής, εάν η δικαιοσύνη δεν είναι ακριβής, η χώρα δεν ξέρει πού να σταθεί. Επομένως, δεν πρέπει να ανεχόμαστε λανθασμένες έννοιες. Αυτό έχει σημασία».

Αν η πανδημία έχει κάτι κοινό με τον πόλεμο είναι ότι και οι δυο τους απαιτούν ορισμένες δεξιότητες όπως ισχύ, θάρρος, γνώση, ευελιξία και αντοχές, αλλά κινητοποιούνται από εντελώς διαφορετικά πράγματα: από τη μια έχουμε εχθρούς, χαρακώματα, όπλα, πυρομαχικά, μίσος και αποτρόπαια εγκλήματα, ενώ από την άλλη φροντίδα, φιλαλληλία, συμπόνια, υπομονή και επιμονή. Σε αντιδιαστολή, το καθήκον είναι μια αδιάλειπτη κατάσταση: oι πόλεμοι παύουν κάποια στιγμή – αν και πάντα ξαναρχίζουν μόλις επέλθει λήθη και βρεθούν οι απαραίτητοι πόροι – η ανάγκη φροντίδας όμως δεν τελειώνει ποτέ γιατί ποτέ δεν τελειώνουν οι ασθένειες και οι ανθρώπινες δοκιμασίες.

Καταλήγοντας, η είδηση της έλευσης των εμβολίων, ελπίζουμε ότι θα αντιμετωπίσει το υγειονομικό πρόβλημα, αλλά νομίζουμε ότι δεν θα αρκέσει να μας τονώσει ψυχικά και συναισθηματικά εν όψη του ιδιαίτερα δύσκολου χειμώνα που καλούμαστε να διανύσουμε. Χρειαζόμαστε κάτι πιο βαθύ από μια κενή κανονιστική ηθικολογία (morals), διότι αυτά που λείπουν σήμερα, δηλαδή η πνευματικότητα, η απουσία νοήματος και προσανατολισμού, θα συνεχίσουν και αύριο να μαστίζουν τις δυτικές κοινωνίες. Ιδίως αν αναλογιστούμε την οικονομική κρίση που είναι μπροστά μας και όπου εκεί ο κόσμος θα δοκιμαστεί ξανά σε όλα τα επίπεδα (κοινωνικά και πολιτικά). Γνωρίζουμε ότι πάντα κάποιοι θα καιροσκοπούν – κόμματα, πολιτικοί, επιστήμονες και κάθε είδους αριβίστες –(παρα)βιάζοντας τις λέξεις, για το προσωπικό τους μικροσυμφέρον· στην ακραία υλιστική και τεχνοεπιστημονική εποχή μας οφείλουμε να αναζητήσουμε δικαιοσύνη, πνευματικότητα και ευκοσμία[6]. Σε κάθε περίπτωση, η ελπιδοφόρα απάντηση στην σκληρότητα της πανδημίας που «μαυρίζει τη ψυχή μας» (για να κάνουμε μια ακόμη μεταφορά) δεν είναι η άρνηση, το μίσος και ο μηδενισμός, αλλά η ευπρέπεια, η φιλιά, η διαύγεια, η αγάπη και η βελτιοδοξία.


[1] Το ζήτημα της μεταφοράς είναι λεπτό, αλλά και σύνθετο. Αν και δεν αφορά μόνο τη γλώσσα  – καθώς περιλαμβάνει και τα έργα τέχνης (όπως ένα άγαλμα), τα πολιτισμικά σύμβολα κ.ά., αποτελεί ένα από τα αντικείμενα της λεγόμενης «γνωσιακής γλωσσολογίας».

[2] Lakoff, G., Johnson, M., 1998, Metaphores we live by, University of Chicago Press, Chicago 1980.

[3] Hannah Arendt, The Life of the Mind / Thinking / Language and metaphor, Harcourt, p.105.

[4] Ο Evandro Agazzi και η Δραγώνα-Μονάχου, συμφωνούν στο ότι η βιοηθική, που παλαιότερα ονομαζόταν «ιατρική ηθική», δεν είναι ένας καθαρά επιστημονικός κλάδος και επομένως δεν συνθέτει μια νέα «επιστήμη», με την τυπική έννοια της λέξης, ούτε και κάποιο άλλο σύστημα ηθικής. Αντιθέτως η βιοηθική είναι ένα πολυσήμαντο και ταυτόχρονα αόριστο αντικείμενο, μια πανάρχαια αναγκαιότητα που εκκινεί από την εποχή των ηθικών ερωτημάτων που έθεσαν ο Σωκράτης και ο Αριστοτέλης. Ωστόσο σήμερα, και όχι μόνον εξαιτίας της πανδημίας, η βιοηθική γίνεται όλο και περισσότερο επίκαιρη μέσα από το πάντρεμα, αλλά και από την αντιπαράθεση των βιοιατρικών τεχνοεπιστημών με τις επιστήμες του ανθρώπου, όπως είναι η ψυχολογία, η κοινωνιολογία, η πολιτική επιστήμη, το δίκαιο και η θεολογία. Η βιοηθική έχει επομένως έναν διεπιστημονικό χαρακτήρα που δεν αποκλείει κανέναν από την συζήτηση. Στην μέρες μας δεν υπάρχουν ειδικευμένοι επιστήμονες της βιοηθικής, ούτε και συστηματική εξαγωγή βιοηθικών πορισμάτων. Επί της ουσίας ο (ανα)στοχασμός, όσος παράγεται, προκύπτει από τη φιλοσοφική κατάρτιση και την ηθική ευαισθησία κάποιων επιστημόνων στο πλαίσιο του επιστημονικού πεδίου τους ή από τον προβληματισμό κάποιων ηθικών φιλοσόφων, ύστερα από επαρκή πληροφόρηση, σε βιοϊατρικά θέματα όσο και επιτροπές και συμβούλια βιοηθικής. Το ζήτημα της βιοηθικής, που απαιτεί εξειδικευμένη γνώση και μελέτη συγκεκριμένων περιπτώσεων, κατά τη γνώμη μας, θα απασχολήσει την ανθρωπότητα ιδιαίτερα στο μέλλον. Για περισσότερα βλ. Μυρτώ Δραγώνα-Μονάχου, Μ. (2015). Ηθική και βιοηθικήΕπιστήμη και Κοινωνία: Επιθεώρηση Πολιτικής και Ηθικής Θεωρίας, 8, 1-26. doi:https://doi.org/10.12681/sas.715.

[5] ό.π.

[6] Βλ. Μιχάλης Θεοδοσιάδης, Η ευκοσμία ως ανθρωποκεντρικότητα στη σκέψη του Martin Luther King και η κοινή ευπρέπεια, για την ηλεκτρονική έκδοση του ResPublica.Gr (2020).