Evandro Agazzi

Μετάφραση και προλογισμός: Γιώργος Κουτσαντώνης

Μεταφράζουμε τμήμα ενός δοκιμίου του καθηγητή βιοηθικής Evandro Agazzi καθώς θεωρούμε ότι ο θάνατος είναι ίσως το πιο διαχρονικό και σίγουρα ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα φιλοσοφικά ζητήματα που αφορούν τον άνθρωπο. Πρόκειται για ένα σύντομο κείμενο που όμως καταφέρνει να αποσαφηνίσει πράγματα πάνω στα οποία, κατά τη γνώμη μας, υπάρχει πολλή σύγχυση και που συχνά οδηγούν σε σφοδρές αντιπαραθέσεις. Πάντα με γνώμονα την επίτευξη συνεννόησης, ισορροπίας και συμφιλίωσης ο Ιταλός καθηγητής, παρά το ιδιαιτέρως στενάχωρο του θέματος, μας προσφέρει ένα ελπιδοφόρο και ανακουφιστικό μήνυμα.

Προτείνουμε επίσης την ανάγνωση παλαιότερου κειμένου μας: «Ο θάνατος του θανάτου στο έργο του Νταμούρ».

—–  /  —–

Ποιος είναι ο σκοπός της ιατρικής; Είναι δύσκολο να απαντήσουμε σε αυτήν την ερώτηση επειδή η ιατρική πρακτική έχει περισσότερους από έναν στόχους (σήμερα π.χ. ασχολείται καί με τον αθλητισμό, αλλά καί με τη φροντίδα της ομορφιάς). Ωστόσο, είναι σημαντικό να προσπαθήσουμε να δείξουμε αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως «πρωταρχικός» σκοπός της ιατρικής και φαίνεται προφανές ότι αυτός συνίσταται στην καταπολέμηση του θανάτου. Αυτό πιθανότατα ακούγεται προφανές επειδή προέρχεται άμεσα από τη λαϊκή άποψη ότι «ο θάνατος είναι το χειρότερο από όλα τα κακά».

Πρέπει, ωστόσο, να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή είναι μια σχετικά «μοντέρνα» άποψη που χαρακτηρίζει την ατομικιστική και εκκοσμικευμένη δυτική κουλτούρα μας. Για παράδειγμα σε ορισμένους ανατολικούς πολιτισμούς, όπου το δόγμα της μετενσάρκωσης είναι αποδεκτό, ο θάνατος αντιμετωπίζεται με πολύ λιγότερο δραματικό τρόπο. Το ίδιο ίσχυε κάποτε και στη Δύση, όταν ήταν κοινή η αίσθηση που χαρακτήριζε τη χριστιανική πίστη, σύμφωνα με την οποία ο θάνατος είναι ένα «πέρασμα», ένα είδος πόρτας μέσα από την οποία περνάει κανείς στην «αιώνια ζωή»: επομένως, η ανησυχία τότε ήταν να έχουμε έναν «καλό θάνατο», που νοείται ως θάνατος που συνέβη λόγω «θείας χάρις» και, ως εκ τούτου, προϋπόθεση για την είσοδο στο βασίλειο του Θεού. Έχοντας χάσει, γενικά, την αναφορά στο υπερφυσικό, ο σύγχρονος άνθρωπος θεωρεί τον θάνατο ως κάτι το κακό, όχι μόνο επειδή βλέπει σε αυτόν την πλήρη ακύρωση της ατομικής του ύπαρξης, αλλά επειδή αυτός είναι συνήθως το αποτέλεσμα ασθενειών λιγότερο ή περισσότερο επώδυνων.

Ακόμα και έξω και πέρα από αυτήν την άμεση αναφορά στο υπερφυσικό, ο θάνατος θεωρούνταν το αποδεκτό τίμημα που πρέπει να πληρώσει κάποιος στο όνομα ορισμένων υπέρτατων αξιών, όπως η μαρτυρία της θρησκευτικής πίστης, η υπεράσπιση ή η δόξα της πατρίδας του, η πραγματοποίηση ιδανικών της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Εκτός όμως από την εκκοσμίκευση και τον ατομικισμό, η νεωτερικότητα οδήγησε την καταπολέμηση του θανάτου πιο ψηλά στην αξιακή κλίμακα της ιατρικής μετά τον μετασχηματισμό αυτής της τελευταίας με την επιστημονική και τεχνολογική έννοια. Στην πραγματικότητα, γίνεται ένα είδος απόλυτης επιταγής για την επίτευξη του στόχου που επιδιώκει μια συγκεκριμένη τεχνολογία. Επομένως, σε περιπτώσεις ασθενειών των οποίων το αναμενόμενο αποτέλεσμα ήταν ο θάνατος, η αποφυγή ή η καθυστέρηση του θανάτου έγινε υπέρτατος στόχος οποιασδήποτε θεραπευτικής πρακτικής και η μη επίτευξη αυτού του στόχου θεωρήθηκε ως οπισθοδρόμηση και αποτυχία.

Ως συνέπεια αυτού, η διατήρηση της ζωής θεωρείται ένα σκοπός όπου κανένα κόστος δεν είναι πολύ υψηλό και, ειδικότερα, για τον οποίο η αποδοχή του πόνου (ακόμη και των πολύ έντονων πόνων) είναι κάτι που κάθε «λογικό ον» πρέπει να είναι πρόθυμο να αποδεχτεί. Για παράδειγμα, ο ακρωτηριασμός των άκρων, ο καυτηριασμός και άλλα παρόμοια, πολύ οδυνηρά μέτρα, εφαρμόστηκαν στην ιατρική πρακτική ακόμη και όταν δεν υπήρχαν αναισθητικά μέσα, όταν αυτό κρινόταν απαραίτητο για την αποφυγή του θανάτου. Τα όρια καθορίζονταν μόνο από το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η ένταση του πόνου ήταν τέτοια ώστε να οδηγήσει στο τέλος της ίδιας της ζωής και γι ‘αυτό, στη Δύση, η πρόοδος της χειρουργικής επέμβασης υπήρξε δυνατή μόνο μετά την εισαγωγή του χλωροφορμίου ως αναισθητικού, στην αρχή του 19ου αιώνα. Προσφάτως, αυτή η στάση έχει αποκτήσει μια πιο «πνευματική» αιτιολόγηση, παρουσιαζόμενη ως μια έκφραση εκτίμησης της ζωής ως κάτι ιερού, έτσι ώστε η υπεράσπισή της να μπορεί να θεωρηθεί η πιο θεμελιώδης αξία της ιατρικής ηθικής.

Η θεώρηση της ποιότητας ζωής

Η πολιτισμική κατάσταση έχει αλλάξει τις τελευταίες δεκαετίες και η ποιότητα ζωής έχει γίνει μια από τις κυρίαρχες αξίες στις κοινωνίες μας (ακόμα και αν αυτή η έννοια παραμένει πολύ αόριστα καθορισμένη), με σημαντικές επιπτώσεις στην ιατρική επιστήμη και την ηθική της. Ακόμα κι αν είναι λάθος να υποστηρίξουμε, όπως ορισμένοι συγγραφείς, ότι η «καινοτομία» της βιοηθικής σε σχέση με την παραδοσιακή ιατρική ηθική συνίσταται στο γεγονός ότι στην βιοηθική η αρχή της ποιότητας ζωής έχει αντικαταστήσει αυτήν της ιερότητας της ζωής, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι καί στην τρέχουσα βιοηθική προσέγγιση αυτές οι δύο αρχές έρχονται συχνά σε σύγκρουση και τροφοδοτούν αντιπαραθέσεις.

Η πραγματική δυσκολία αυτών των συζητήσεων έγκειται στο γεγονός ότι δεν είναι σαφές εάν αυτές οι δύο αξίες (ιερότητα της ζωής και ποιότητα ζωής) πρέπει να τοποθετηθούν στο ίδιο επίπεδο. Αυτό προφανώς έχει σημαντικότατες συνέπειες στη συζήτηση επί των περιπτώσεων στις οποίες αυτές οι δυο αξίες συγκρούονται και αυτό θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε. Πριν το κάνουμε όμως, θέλουμε να σημειώσουμε ότι η σημασία που έχει δοθεί στην ποιότητα ζωής έχει δώσει μεγάλη ώθηση στην ιατρική σε ό,τι αφορά την «καταπολέμηση του πόνου» για την οποία έχουμε μιλήσει σε προηγούμενη ανάλυση, καθώς η απουσία πόνου είναι αναμφισβήτητα σημαντικό συστατικό μιας καλής ποιότητας ζωής. Η παρηγορητική ιατρική, και όλες οι θεραπείες που εφαρμόζονται σε αυτό που έχουμε ονομάσει «τεχνολογία πόνου», αναπτύσσουν ιατρικές θεραπείες των οποίων ο σκοπός δεν είναι πλέον να αποφύγουν ή να αναβάλουν έναν αναπόφευκτο θάνατο, αλλά να εξασφαλίσουν καλύτερη ποιότητα σε αυτό το σύντομο διάστημα ζωής που είναι ακόμα διαθέσιμο.

Τι είναι η ευθανασία;

Η ελληνική ετυμολογία του όρου δεν είναι πολύ διαφωτιστική αφού, σύμφωνα με αυτήν, «ευθανασία» σημαίνει «καλός θάνατος» και, η συνδυαστική σκέψη, θα μας έκανε να σκεφτούμε, συνειρμικά, ότι ο όρος αυτός μας οδηγεί στη χριστιανική έννοια του «καλού θανάτου» που αναφέρθηκε προηγουμένως. Δεν ισχύει κάτι από αυτά: με μια ευρεία έννοια, μπορούμε να πούμε ότι ως «ευθανασία» εννοούμε έναν θάνατο που προκαλείται από συμπόνια ή «για το καλό του ασθενούς», όπου αυτό το καλό ορίζεται με πολύ ασαφή τρόπο και, συγκεκριμένα, ταυτίζεται με την εξάλειψη μιας κατάστασης σοβαρού πόνου. Στην ουσία, θα ήταν ένα ζήτημα «τερματισμού» των πόνων μέσω του θανάτου. Ήδη σε αυτό το σημείο προκύπτει πλήθος προβλημάτων. Για τι είδους πόνους μιλάμε; Ποιος έχει το δικαίωμα να εκτιμήσει τη σοβαρότητά τους; Έχει ο ασθενής το δικαίωμα να αποφασίσει να τερματίσει τη ζωή του ώστε να τερματίσει τον πόνο του; Σε αυτήν την περίπτωση, έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει μόνος του τη ζωή του ή μπορεί να ζητήσει τη βοήθεια άλλου ατόμου; Και αυτό το άτομο είναι ηθικά και νομικά εξουσιοδοτημένο να το κάνει; Ή, ακόμη, μπορεί να υπάρξει ηθική υποχρέωση εκτέλεσης της βούλησης του ασθενούς και για ποιον ισχύει αυτή η υποχρέωση; Είναι νόμιμο να πεθάνει ένας ασθενής που πάσχει από σοβαρό πόνο ακόμα κι αν δεν είναι σε θέση να ζητήσει ευθανασία; Υπάρχει ηθική διαφορά μεταξύ της άμεσης θανάτωσης του πάσχοντος ασθενούς και του «αφήνοντάς τον να πεθάνει» αναστέλλοντας τις θεραπείες του;

Σε καθένα από αυτά τα ερωτήματα, οι αντιτιθέμενες θέσεις συγκρούονται, βασιζόμενες σε διαφορετικές γενικές ηθικές αρχές που θεωρούνται απόλυτες αξίες και, ως εκ τούτου, οδηγούν σε ασυμβίβαστο. Για παράδειγμα, όποιος υιοθετήσει την ατομική ελεύθερη επιλογή ως απόλυτο ηθικό κριτήριο (σύμφωνα με την «ελευθεριακή» αντίληψη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που έχει ήδη αναλυθεί παραπάνω) θα υποστηρίξει ότι ο ασθενής έχει το δικαίωμα να αποφασίσει ελεύθερα εάν θα τερματίσει τη ζωή του ή όχι και επίσης να εκτελέσει αυτήν την απόφασή του. Όποιος όμως διατηρεί την «ιερότητα» της ζωής ως απόλυτη αξία, θα αρνηθεί μια παρόμοια θέση. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, πρόκειται μόνο για την επανάληψη κοσμικών, ηθικών και νομικών αντιπαραθέσεων σχετικά με την αυτοκτονία (δεδομένου ότι αυτή είναι ουσιαστικά η πράξη ευθανασίας που εκτελείται από τον ασθενή). Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για το ερώτημα εάν είναι ή όχι νόμιμο να «βοηθήσουμε» έναν ασθενή να τερματίσει τη ζωή του (ηθικό και νομικό πρόβλημα της «υποβοηθούμενης αυτοκτονίας»).

Αυτές οι συζητήσεις οδήγησαν σε αναλυτικές διακρίσεις, για παράδειγμα, μεταξύ ενεργού και παθητικής ευθανασίας, εθελοντικής και ακούσιας, άμεσης και έμμεσης, στις οποίες δεν μας ενδιαφέρει να παραμείνουμε. Ούτε θέλουμε να λάβουμε υπόψη κάποιες επεκτάσεις της έννοιας της ευθανασίας που βασίζονται στον λεγόμενο «αξιοπρεπή θάνατο», όπου η αξιοπρέπεια δεν νοείται πλέον ως αυτονομία της επιλογής και ελεύθερη βούληση, αλλά ως «μη ταπεινωτική» κατάσταση του ατόμου (όπου αυτή η ταπείνωση ταυτίζεται με την επιβίωση σε καθεστώς σοβαρού χρόνιου πόνου, ή από καταστάσεις αναπηρίας, αφασίας, αδυναμίας εκτέλεσης ακόμη και των πιο απλών δραστηριοτήτων). Σε τέτοιες περιπτώσεις λέγεται ότι είναι ηθικά προτιμότερο να τερματίζουμε τη ζωή όταν δεν έχει ακόμη φθάσει σε τέτοιες καταστάσεις υποβάθμισης. Η αποδοχή αυτής της άποψης οδήγησε σε μια ορισμένη διάδοση των λεγόμενων «εκ των προτέρων οδηγιών», δηλαδή των νομικών εγγράφων (που συχνά κατατίθενται σε συμβολαιογράφο σαν να πρόκειται για διαθήκη) στα οποία ένα άτομο, ακόμη σχετικά υγιές και διαυγές, ζητά να μην του επιτραπεί να επιβιώσει υπό ορισμένες συνθήκες, για παράδειγμα, σε περίπτωση ιδιαίτερα επώδυνης «τερματικής» ασθένειας ή εγκεφαλικού επεισοδίου που τον μειώνει και τον αναγκάζει να επιβιώσει ανίκανος και παραμορφωμένος στο πρόσωπο σε μια αναπηρική καρέκλα. Και αυτό πριν φτάσει σε αυτήν την κατάσταση, όπου ενδεχομένως δεν θα έχει επαρκή νοητική διαύγεια για να ζητήσει ευθανασία.

Ιερότητα της ζωής και ποιότητα ζωής

Ο λόγος για τον οποίο δεν πιστεύουμε ότι είναι ωφέλιμο να μπαίνουμε στις λεπτομέρειες αυτών των συζητήσεων έγκειται στο γεγονός ότι μας φαίνεται πιο σημαντικό να συζητήσουμε την πραγματική καινοτομία πάνω στην οποία βασίζονται, και που άλλαξε τους όρους του σχετικού προβλήματος. Αυτή η καινοτομία συνίσταται στην αυξανόμενη ισχύ της αξίας της ποιότητας ζωής, η οποία από πολλούς θεωρείται πλέον ανώτερη από εκείνη της ιερότητα της ζωής. Για παράδειγμα, είναι αλήθεια ότι η ευθανασία είναι συγκρίσιμη με την αυτοκτονία. Ωστόσο, ενώ η ηθική και νομική καταδίκη της αυτοκτονίας είναι πολύ γενική (από την οποία προέρχεται και η υποβοηθούμενη αυτοκτονία), πολλοί είναι πρόθυμοι να κάνουν μια εξαίρεση όσον αφορά την ευθανασία, και αυτό επειδή θεωρείται μια «ανθρωπιστική» πράξη, ειδικά εάν προορίζεται να συντομεύσει τα δεινά μιας ζωής που πλησιάζει γρήγορα στο τέλος της. Εκείνοι που, από την άλλη πλευρά, υποστηρίζουν την ιερότητα της ζωής (που πρέπει να γίνει κατανοητή όχι απαραίτητα με τη θρησκευτική έννοια – δηλαδή, ως συνέπεια του γεγονότος ότι η ζωή είναι δώρο του Θεού και εναπόκειται μόνο σε αυτόν να την χαρίσει και να την αφαιρέσει – αλλά και με την πιο κοσμική έννοια – δηλαδή, ως συνέπεια του γεγονότος ότι η ζωή είναι «μη διαθέσιμη», καθώς αποτελεί το υψηλότερο αγαθό για τον άνθρωπο, το οποίο δεν μπορεί να θυσιάζεται για καμία άλλη αξία) δεν θα αποδεχθεί μια τέτοια εξαίρεση, ούτε καν για ανθρωπιστικούς λόγους, ούτε επειδή θεωρείται ότι αυτή είναι μια ζωή που δεν είναι «άξια» να την ζήσεις.

Η λύση μας φαίνεται να συνίσταται στην αναγνώριση ότι και οι δύο αξίες βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, δηλαδή ότι δεν πρέπει να θυσιάζουμε την μια ή την άλλη. Όταν δίνουμε απόλυτη προτεραιότητα στην αξία της ιερότητας της ζωής, οδηγούμαστε σε αυτό που αναφέρεται ως θεραπευτική εμμονή κι επιμονή, δηλαδή σε εκείνη την πρακτική όπου γίνονται «τα πάντα» προκειμένου να παραταθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η ζωή ενός ασθενούς, που είναι καταδικασμένος σε θάνατο, προκαλώντας πόνο σε αυτόν, υποβάλλοντάς τον σε χειρουργικές επεμβάσεις που δεν λύνουν το πρόβλημα, παρατείνοντας τα δεινά του για να παραταθεί η ζωή του, έστω για λίγο. Αυτή η πρακτική σήμερα είναι γενικά καταδικαστέα, αλλά είναι ορθό να επισημανθεί ότι ίσχυε, για κάποιο χρονικό διάστημα, και στα πλαίσια της καθολικής Εκκλησίας/αυθεντίας, η  οποία, ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μάχη, αγωνίστηκε για το σεβασμό στην ιερότητα της ζωής. Αρκεί να θυμηθούμε ότι ο Πάπας Πίος XII είχε ήδη δηλώσει ότι επιτρέπεται η χορήγηση αναλγητικών φαρμάκων σε έναν ασθενή που αισθάνεται οξύ πόνο, ακόμα κι αν αυτά οδηγήσουν σε συντόμευση της ύπαρξής του, κάτι που είναι πολύ διαφορετικό από το να του γίνει μια θανατηφόρος ένεση για να μην να υποφέρει περαιτέρω (ευθανασία). Είναι λοιπόν λογικό, νόμιμο και σωστό να αγωνιζόμαστε στο όνομα της ποιότητας ζωής, χωρίς να παραβιάζουμε την αρχή της ιερότητάς της.

Είναι ακριβώς οι μεγάλες εξελίξεις στη θεραπεία πόνου για τις οποίες έχουμε ήδη μιλήσει που επιτρέπουν την επίτευξη αυτής της συμφιλίωσης. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν φάρμακα που καθιστούν δυνατή τη σημαντική μείωση του πόνου ενός ασθενούς σε τελικό στάδιο και τον αφήνουν να ζήσει το υπόλοιπο σύντομο τμήμα της ζωής του σε υποφερτές συνθήκες. Δυστυχώς, αυτός ο τύπος εμπειρογνωμοσύνης δεν έχει ακόμη εισαχθεί επαρκώς στην εκπαίδευση των γιατρών, οι οποίοι δεν χρησιμοποιούν τις πρακτικές αντιμετώπισης του πόνου στο βαθμό που αυτό θα ήταν επιθυμητό. Προσθέτουμε ότι μια πρακτική που πρέπει να αποθαρρύνεται στο μέτρο του δυνατού είναι η μείωση του πόνου του ασθενούς χορηγώντας φάρμακα μιας ορισμένης τυπολογίας ή σε μια δοσολογία που να τον περιορίζει σε μια κατάσταση αναισθησίας και ασυνειδησίας.

Μια τέτοια λύση μπορεί να καταστέλλει την αίσθηση του πόνου, αλλά με κόστος σημαντική μείωση της ποιότητας ζωής του. Αυτό μπορεί να φαίνεται ελάχιστης σημασίας στα μάτια της «φυσικαλιστικής» ιατρικής, αλλά αν λάβουμε υπόψη τη διάκρισή μεταξύ φυσικού πόνου και αγωνίας (βασάνου), μπορούμε να καταλάβουμε ότι τα βάσανα των ασθενών σε τελικό στάδιο πρέπει να μετριαστούν και ότι, για το σκοπό αυτό, μπορούν να χρησιμοποιηθούν πρακτικές που οδηγούν ακόμη και σε μια μειωμένη αυτοσυνειδησία. Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις και σε μια τέτοια κατάσταση μπορεί κάποιος να «προετοιμαστεί να πεθάνει», τόσο ψυχολογικά όσο και πνευματικά. Με αυτόν τον τρόπο, παράλληλα με τις παρηγορητικές θεραπείες, διαμορφώνεται η σημασία αυτού που αποκαλείται «συνοδεία θανάτου» που, για τους ασθενείς σε τελικό στάδιο, ουσιαστικά σημαίνει ότι τους βοηθά να πεθάνουν με έναν «άξιο» και ευπρεπή τρόπο. Δηλαδή, ως ανθρώπινα όντα που, παρά τα βάσανά τους, δεν θανατώνονται απλώς, αλλά βοηθούνται να πεθάνουν ως άνθρωποι.