Jacopo Tintoretto, The Forge of Vulcan (1578)

Η επιστήμη και η τέχνη ξεχωρίζονται συνήθως από τη φύση της πράξης τους· στη μια είναι η γνώση, στην άλλη είναι η μεταβολή, η παραγωγή, η δημιουργία. Υπάρχει όμως μια ακόμη πιο σημαντική διάκριση στη φύση των πραγμάτων που καταπιάνονται. H επιστήμη καταπιάνεται αποκλειστικά με πράγματα όπως είναι αυτά καθαυτά· και η τέχνη αποκλειστικά με πράγματα όπως επηρεάζουν την ανθρώπινη αίσθηση και την ανθρώπινη ψυχή. Δουλειά της είναι να περιγράφει τα φαινόμενα των πραγμάτων, και να βαθαίνει τις φυσικές εντυπώσεις που προκαλούν πάνω σε ζωντανά πλάσματα. H δουλειά της επιστήμης είναι ν’αντικατασταίνει τα φαινόμενα με στοιχεία και τις εντυπώσεις με αποδείξεις. Και οι δυο, σημειώστε, ενδιαφέρονται εξίσου για την αλήθεια· η μια για τη φαινόμενη αλήθεια, η άλλη για την ουσιαστική αλήθεια. H τέχνη δεν παρασταίνει ψεύτικα τα πράγματα, μα αληθινά όπως φαίνονται στους ανθρώπους. Η επιστήμη μελετάει τις σχέσεις των πραγμάτων μεταξύ τους: ενώ ή τέχνη μελετάει μόνο τις σχέσεις τους με τον άνθρωπο: και ζητάει επιτατικά από καθετί που μπαίνει κάτω από την κρίση της τούτο και μόνο τούτο, — τι είναι αυτό το πράγμα στα μάτια και στην καρδιά του ανθρώπου, τι έχει να πει στους ανθρώπους, και τι μπορεί να γίνει για τούτους: μια περιοχή έρευνας τόσο πιο πλατιά από κείνη της επιστήμης, όσο η ψυχή είναι πιο πλατιά από την υλική δημιουργία.

Αφού λοιπόν είναι αυτού του είδους η αλήθεια που ενδιαφέρει αποκλειστικά την τέχνη, πώς θα μπορούσε να διαπιστωθεί και να αθροισθεί μια τέτοια αλήθεια; Φυσικά, και μόνο, με τη νόηση και την αίσθηση. Ποτέ με συλλογισμούς, μήτε με αναφορές. Τίποτε δεν πρέπει να μπαίνει ανάμεσα στη φύση και τη ματιά του καλλιτέχνη· τίποτε ανάμεσα στο Θεό και την ψυχή του καλλιτέχνη. Μήτε υπολογισμός μήτε άκουσμα — κι ας είναι ο πιο φίνος υπολογισμός, η πιο σοφή κουβέντα — δεν επιτρέπεται να μπαίνουν ανάμεσα στο σύμπαν, και τη μαρτυρία που δίνει η τέχνη για την ορατή φύση του. Ολόκληρη η άξια αυτής της μαρτυρίας κρέμεται από το ότι είναι από αυτόπτη μάρτυρα· ολόκληρη η γνησιότητα, η αποδεκτότητα, και κυριαρχία της κρέμονται από την προσωπική βεβαίωση του ανθρώπου που την προφέρει. Όλη της η νίκη εξαρτιέται από την αλήθεια μιας μόνο λέξης που μπαίνει μπρος, «Vidi» (Είδα). Ολόκληρη η λειτουργία του καλλιτέχνη στον κόσμο συνίσταται στο να είναι ένα πλάσμα που βλέπει και αισθάνεται να είναι ένα όργανο τέτοιας τρυφερότητας κι ευαισθησίας, ώστε καμιά σκιά, καμιά απόχρωση, καμιά γραμμή, καμιά έξαφνη και φευγαλέα έκφραση των ορατών πραγμάτων γύρω του, μήτε καμιά από τις συγκινήσεις τις οποίες είναι ικανές να μεταφέρουν στο πνεύμα που του δόθηκε, να μείνουν είτε αμνημόνευτες είτε να ξεβάψουν από το βιβλίο της μνήμης. Δεν είναι δουλειά του να σκέφτεται, να κρίνει, να συζητάει ή να μαθαίνει. Η θέση του δεν είναι στο σπουδαστήριο, μήτε στην έδρα του δικαστή, μήτε στη θέση του συνηγόρου, μήτε στη βιβλιοθήκη. Αυτές είναι για άλλους ανθρώπους, και για άλλη δουλειά. Μπορεί να σκέφτεται, ως πάρεργο· να κάνει συλλογισμούς κάπου-κάπου, όταν δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει· να μαθαίνει, όσα κομμάτια της γνώσης μπορεί να μαζέψει δίχως να σκύψει, ή να τα φτάσει δίχως να καταπονηθεί· αλλά κανένα από τούτα τα πράγματα δεν πρέπει να είναι δική του έγνοια. Το έργο της ζωής του πρέπει να έχει δυο πτυχές μόνο· να βλέπει, να αισθάνεται.

Μα όχι δα, μπορεί να μου παρατηρήσει ο αναγνώστης, γιατί μια από τις μεγάλες χρησιμότητες της γνώσης είναι ν ’ανοίγει τα μάτια· να κάνει ορατά πράγματα που ποτέ δεν θα τα βλέπαν, αν πρώτα δεν τα είχαν μάθει.

Όχι κ΄έτσι. Αυτό μπορούσαν να το πουν ή να το πιστέψουν μόνο εκείνοι που δεν ξέρουν τι είναι η ικανότητα αντίληψης ενός μεγάλου καλλιτέχνη, σε σύγκριση με κείνη άλλων ανθρώπων. Δεν υπάρχει μεγάλος ζωγράφος, μεγάλος μάστορης σ ‘όποια τέχνη, που να μη βλέπει πιο πολλά με τη ματιά μιας στιγμής απ’ όσα θα μπορούσε να μάθει μοχθώντας χίλιες ώρες.

Ο Θεός έκανε τον κάθε άνθρωπο ικανό για τη δουλειά του· έδωσε στον άνθρωπο που προορίζει για τη μελέτη, τις στοχαστικές, λογικές, συνειρμικές ικανότητες· και στον άνθρωπο που προορίζει για καλλιτέχνη, τις νοητικές, αισθαντικές, μνημονικές ικανότητες. Και κανείς από τούτους τους ανθρώπους, όχι μόνο δεν είναι ικανός να κάνει τη δουλειά του άλλου, αλλά μήτε και να καταλάβει καν τον τρόπο που γίνεται. Ο μελετητής δεν καταλαβαίνει το όραμα, μήτε ο ζωγράφος τη μέθοδο· κυρίως όμως ο μελετητής δεν έχει ιδέα πόσο κολοσσιαία είναι η αρπάγη του οράματος και της ευαισθησίας ενός αληθινού ζωγράφου.

Οι μόχθοι ολόκληρης τις Γεωλογικής Εταιρείας, στα τελευταία πενήντα χρόνια, μόνο τώρα καταλήξανε στην εξακρίβωση εκείνων των αληθειών για τη φόρμα των βουνών που ο Τάρνερ είχε δει και εκφράσει με μερικές γραμμές με πινέλο από καμηλότριχα εδώ και πενήντα χρόνια, όταν ήταν παιδί. Η γνώση όλων των νόμων του πλανητικού συστήματος, και όλων των καμπύλων της κίνησης των βλημάτων, δεν θα κάνει ποτέ ικανό τον επιστήμονα να ζωγραφίσει ένα καταρράχτη ή ένα κύμα- κι όλα τα μέλη της Χειρουργικής Εταιρείας, βοηθώντας ο ένας τον άλλο, δε θα μπορούσαν και σήμερα να δουν, ή ν‘αναπαραστήσουν τη φυσική κίνηση ενός ανθρώπινου κορμιού σε ζωηρή δράση, όπως το έκανε ο γιός ενός φτωχού βαφειά εδώ και διακόσια χρόνια (ενν. τον Τιντορέττο).

Και βέβαια όμως, θα επιμείνουν ακόμη, κι αν παραδεχτούμε πως ο ζωγράφος έχει αυτή την ιδιότυπη ικανότητα, θα βλέπει πιο πολλά, αφού θα ξέρει πιο πολλά, κι όσο πιο πολλά μαθαίνει, τόσο, επομένως, θάναι καλύτερα. Όχι· μήτε έτσι. Είναι βεβαίως αλήθεια ότι, κάποτε-κάποτε, ένα κομμάτι γνώσης μπορεί να επιτρέψει στο μάτι να επισημάνει μίαν αλήθεια που αλλιώς μπορούσε να του ξεφύγει όπως, λόγου χάρη, παρακολουθώντας μίαν ανατολή, η γνώση της αληθινής φύσης του ηλιακού δίσκου μπορεί να οδηγήσει το ζωγράφο να αισθανθεί πιο βαθιά, και να εκφράσει πιο γεμάτα, την απόσταση ανάμεσα στις συννεφένιες ραβδώσεις που τον κόβουν, και τη φλόγινη σφαίρα που σηκώνεται αργά πίσω τους στο άπειρο στερέωμα. Αλλά αν η γνώση σου ανοίγει τα μάτια για μια ορατή αλήθεια, σου τα σφραγίζει για χίλιες άλλες: θέλω να πω, αν η γνώση έρχεται στο νου με τρόπο που ν ’απασχολεί τη δύναμή του να θεάται τη στιγμή που πρέπει να γίνει η δουλειά της όρασης, ο νους αποτραβιέται προς τα μέσα, καρφώνεται πάνω στο γνωστό πράγμα, και ξεχνάει τα ορατά που περνάνε· και μια στιγμή τέτοιας αφηρημάδας κάνει το ζωγράφο να χάσει πιο πολλά απ’ όσα θα κέρδιζε με μιας μέρας σκέψη. Αυτό δεν είναι κανένας καινούργιος ή παράξενος ισχυρισμός. Καθένας που συνηθίζει να σκέφτεται προσεχτικά οτιδήποτε, ξέρει πως η φυσική του τάση είναι να κλείσει τα μάτια του στον εξωτερικό κόσμο. Ενώ σκέφτεται βαθιά, μήτε βλέπει, μήτε αισθάνεται, μ’όλο που μπορεί να έχει από φυσικό του μεγάλες ικανότητες να βλέπει και να συγκινείται. Αυτός που, αφού ταξίδεψε όλη μέρα πλάι στη λίμνη Λεμάν ρώτησε τους συντρόφους του, το βράδυ, που βρισκόταν η Λίμνη (ενν. τον Άγιο Βερνάρδο), πιθανόν να μην υστερούσε από ευαισθησία, αλλά γενικά ήταν ένας στοχαστής, όχι ένας παρατηρητής.

Κι αυτό είναι μόνο ένα ακραίο παράδειγμα της επίδρασης που έχει πάνω στις αισθαντικές ικανότητες η γνώση σ’όλες τις περιπτώ­σεις που γίνεται θέμα στοχασμού. Θα πρέπει νάναι φτωχή και άψυχη γνώση, αν δεν έχει την τάση να σπρώξει τον εαυτό της καταμπρός, και να γίνει δεδομένο στοχασμού, παρόλη τη διαδοχή εξωτερικών αντικειμένων. Δεν θα υποταχθεί στη διαδοχή τους. Το πρώτο που έρχεται της δίνει αρκετή τροφή για να δουλέψει όλη μέρα· είναι η συνήθειά της, το χρέος της, να βάλει τα υπόλοιπα στην άκρη, και να προσηλωθεί απάνω σε κείνο. Το πρώτο πράγμα που βλέπει μέσα στη μέρα του ένας άνθρωπος που σκέφτεται και γνωρίζει, δεν το παρατάει εύκολα. δεν είναι τρόπος δικός του να παρατάει οτιδήποτε δίχως να φτάσει στο τέρμα του, αν είναι δυνατό. Μα ο καλλιτέχνης είναι μοιραίο να δέχεται όλα τα πράγματα πάνω στην πλατιά, λευκή, λαγαρή έκταση της ψυχής του κι όχι να γαντζώνεται από ένα. Λόγου χάρη, όταν ο άνθρωπος που σκέφτεται και γνωρίζει παρακολουθεί την ανατολή, βλέπει κάτι στο χρώμα μιας αχτίδας, η την αλλαγή ενός σύννεφου, που του είναι καινούργιο· κι αυτό το παρακολουθεί ευθύς μέσα σ ‘ένα λαβύρινθο οπτικών και κινητικών νόμων, μη βλέποντας πια μήτε σύννεφα μήτε αχτίδες όλο το πρωί. Αλλά ο ζωγράφος πρέπει να συλλάβει όλες τις αχτίδες, όλα τα χρώματα που βγαίνουν, και να τα δει όλα αληθινά, όλα μέσα στην αληθινή τους σχέση και διαδοχή· επομένως, κάθε τι που κατέχει χώρο μέσα στο νου του πρέπει να το παραμερίσει προς ώρας όσο πληρέστερα μπορεί. Ο στοχα­στικός άνθρωπος πήγε μακριά για να γυρέψει· αλλά ο παρατηρη­τικός άνθρωπος πρέπει να σταθεί ακίνητος, και ν ‘ανοίξει την καρδιά του για να δεχτεί. Ο στοχαστικός άνθρωπος χαλκεύει κι σκονίζει τον εαυτό του σε δίκοπο σπαθί, για να τρυπήσει μ ‘αυτό. Ο παρατηρητικός άνθρωπος, απλώνει τον εαυτό του σ ‘ένα τετράγωνο σεντόνι, για να πιάσει μ ‘αυτό. Αλλά όλο το φάρδος που μπορεί να απλώσει τον εαυτό του κι όλο το λευκό κενό στο οποίο μπορεί να μεταμορφώσει τον εαυτό του, δεν είναι αρκετά για να δεχτούν αυτό που έχει να του δώσει ο Θεός.

Τότε λοιπόν, θα ρωτήσουν μ ‘αγανάχτηση, ένας ολότελα αμόρφωτος και δίχως μυαλό άνθρωπος μπορεί να γίνει καλύτερος καλλιτέχνης; Όχι, μήτε κ’ έτσι. Η γνώση είναι καλή γι’ αυτόν όσο μπορεί να την κρατάει ολότελα, δουλικά, υποταγμένη στη δική του θεία εργασία, και να την πατάει κάτω από τα πόδια του και να την κλωτσάει παράμερα, τη στιγμή που είναι ενδεχόμενο να τον μπερδέψει.

Και κατά τούτο, προσέξτε, υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στη γνώση και την παιδεία. Ένας καλλιτέχνης δεν έχει ανάγκη να είναι ένας διαβασμένος άνθρωπος· κατά πάσα πιθανότητα αυτό θα είναι ένα μειονέκτημα αν γίνει τέτοιος· αλλά θα όφειλε, αν είναι δυνατό, να είναι πάντα ένας πεπαιδευμένος άνθρωπος δηλαδή, ένας που καταλαβαίνει τους τρόπους και τα χρέη του στον κόσμο, κ ‘επομένως τη γενική φύση των πραγμάτων που γίνονται και υπάρχουν στον κόσμο· και που τόσο εξάσκησε τον εαυτό του, ή τον εξασκήσαν, ώστε να αξιοποιεί με τον καλύτερο και πιο ευγενικό τρόπο όποιες ικανότητες ή γνώσεις έχει. Ο νους ενός πεπαιδευμένου ανθρώπου είναι πιο μεγάλος από τις γνώσεις που κατέχει· είναι όμως το θόλο τ ‘ουρανού, περιζώνει τη γη που ζει κι ανθίζει από κάτω του: αλλά ο νους ενός απαίδευτου και διαβασμένου ανθρώπου είναι σα μια λαστιχένια λουρίδα, μ ‘ένα αιώνιο πνεύμα συστολής μέσα της, που σφίγγει μαζί χαρτιά που δεν μπορεί να τ ‘ανοίξει, κ ‘εμποδίζει άλλους να τ ‘ανοίξουνε.

Οι μισοί από τους καλλιτέχνες μας καταστρέφονται από έλλειψη παιδείας κι από την κατοχή γνώσεων· οι καλύτεροι που γνώρισα ήταν πεπαιδευμένοι κι αγράμματοι. Το ιδεώδες για ένα καλλιτέχνη, εν τούτοις, δεν είναι ότι θα πρέπει να είναι αγράμματος, αλλά να έχει διαβάσει καλά τα καλύτερα βιβλία, και πέρα ως πέρα καλοαναθρεμμένος, τόσο στα αισθήματα όσο και στα φερσίματα. Με μια λέξη, θα πρέπει να είναι άξιος για την καλύτερη κοινωνία, και θα πρέπει να κρατιέται μακριά της*.

Απόσπασμα από το «Πέτρες της Βενετίας», τόμος ΙΙΙ (1853) του Τζον Ράσκιν, όπως το βρήκαμε στο βιβλίο K.Π. Καβάφης, Πεζά, Μελέτες, Αποκηρυγμένα Ποιήματα, Εκδ. Γιάννη Οικονόμου. Αθήνα.


*Να θυμόταν αυτή την παρεγγελία του Ράσκιν ο Καβάφης όταν μετά από πολλά χρόνια έγραφε το «Όσο μπορείς» («Κι αν δεν μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις / …μην την εξευτελίζεις / μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου» κλπ.); Ή μήπως του εντυπώθηκε περισσότερο μια περικοπή από τον Πλούταρχο: «ταϊς δε των πολλών εντεύξεσι και συνηθείαις άθικτον οιόμενος δείν το αξίωμα διατηρείν»; (Βίος Πομπηίου, κγ’). Πρβλ. τη συνέχεια του «Όσο μπορείς»: «Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς της, / γυρίζοντας συχνά κ ’εκθέτοντας την / στων σχέσεων και συναναστροφών / την καθημερινή ανοησία».