Samuel P. Huntington

Η σύγκρουση των πολιτισμών;

Ο Samuel P. Huntington υπήρξε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, διευθυντής του Ινστιτούτου Στρατηγικών Σπουδών John Olin καθώς και της Ακαδημίας Διεθνών και Περιφερειακών Σπουδών και επικεφαλής του Τμήματος Στρατηγικού Σχεδιασμού του Λευκού Οίκου επί προέδρου Κάρτερ, Από τη δεκαετία του 1990, όταν πρωτοδιατυπώθηκε, η θεωρία του περί σύγκρουσης πολιτισμών έχει προκαλέσει πλήθος συζητήσεων και διαφωνιών. Όμοια με τον Fukuyama, ο Huntington έγραψε πρώτα ένα άρθρο, το οποίο αργότερα επεξέτεινε σε βιβλίο. Η θεωρία του υπήρξε εξίσου παρεξηγημένη με εκείνη του Fukuyama. Υπήρξε ο Huntington ένας σύγχρονος «προφήτης» των σημερινών εξελίξεων; Κατά πόσον η θεωρία περί συγκρούσεων ανάμεσα στους πολιτισμούς περιγράφει παραστατικά τον κόσμο μας; Για να δοθεί απάντηση σε τέτοια ερωτήματα, πρέπει αρχικά να δούμε τι ακριβώς ισχυρίζεται η εν λόγω θεωρία, πέρα από διαδεδομένες προκαταλήψεις και παρερμηνείες. Αρχικά, το βιβλίο ξεκινά με μια απλή παρατήρηση: ο Huntington διαπιστώνει πως το διπολικό ερμηνευτικό μοντέλο που διαιρούσε τον κόσμο με βάση το δίπολο Ελεύθερος Κόσμος-Ανατολικό μπλοκ, είναι πλέον παρωχημένο. Είναι ανάγκη να αναζητήσουμε ένα νέο υπόδειγμα για τις διεθνείς σχέσεις. Στον μεταψυχροπολεμικό κόσμο, το πραγματικό κέντρο των συγκρούσεων και των συμμαχιών θα είναι οι επτά ή οκτώ μεγάλοι πολιτισμοί Ορθόδοξος (με τη Ρωσία ως ηγέτιδα δύναμη), Λατινική Αμερική, Ισλάμ, Σινικός (με ηγέτιδα την Κίνα), Αφρικανικός, Ινδουιστικός (με ηγέτιδα την Ινδία), Ιαπωνικός και τέλος, Δυτικός. Προτείνει συμμαχίες και διαπιστώνει σε ορισμένα σημεία ασυμφιλίωτα χάσματα (π.χ. Ισλάμ και Δύση, Ισλάμ και Κίνα). Ο Huntington επιμένει πως ο μεταψυχροπολεμικός κόσμος έχει τη δική του ιδιαιτερότητα και απευθύνει κάλεσμα να πάψουν να καθορίζουν τη στρατηγική τους βάσει της λογικής του Ψυχρού Πολέμου. Μαρτυρεί οπωσδήποτε μια δραματική μεταβολή στον παγκόσμιο σχηματισμό δυνάμεων, που δεν είναι άλλη από την υποχώρηση της δύναμης της Δύσης και την άνοδο άλλων δυνάμεων στο ιστορικό προσκήνιο, τις οποίες αυτή θα πρέπει στο εξής να αντιμάχεται σε διάφορα επίπεδα. Αυτή είναι η σημασία του όρου «σύγκρουση πολιτισμών», που αρχικά χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον Bernard Lewi το 1990, στο άρθρο του “The roots of Muslim rage”. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι πολιτισμικές διαφορές δεν οδηγούν πάντοτε σε συγκρούσεις, ούτε οι συγκρούσεις είναι αναγκαστικά βίαιες. Σίγουρα πάντως μια πολιτισμική σύγκρουση τείνει να είναι περισσότερο σφοδρή και διαρκής σε σχέση με μια ιδεολογική.

Το μοντέλο που προτείνει εδώ ο Huntington ορίζει ότι η πολιτισμική εγγύτητα/απόσταση θα είναι το καθοριστικότερο κριτήριο των συμμαχιών και των συγκρούσεων στον νέο, μεταψυχροπολεμικό και πολυπολικό κόσμο μας. Το νέο ερώτημα στο οποίο κάθε κράτος θα υποχρεωθεί τώρα να απαντήσει, δεν είναι πλέον το «με ποιους είμαι;» αλλά το «ποιος είμαι;». Σήμερα, δεν υπάρχει παγκόσμια δύναμη που να είναι εγγυήτρια της ασφάλειας. Ο Huntington εξετάζει συγκριτικά τις χώρες του κόσμου και τις μεταξύ τους σχέσεις με έναν ψύχραιμο και σταθερό τόνο, αφιερώνοντας εκτεταμένες αναλύσεις στο πολιτισμικό μοντέλο της Δύσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο πολιτισμός αποτελεί υπερεθνική οντότητα και περιλαμβάνει την καταγωγή, τη θρησκεία, τη γλώσσα, τους θεσμούς και τις αξίες που χαρακτηρίζουν από κοινού κάποιους. Όπως παραδέχεται, ενδέχεται να υπάρξουν και ορισμένες βραχύβιες συμμαχίες ανάμεσα σε κράτη που ανήκουν σε διαφορετικά πολιτισμικά συστήματα, αλλά δε θα διαρκέσουν διότι δε διαθέτουν τις βαθύτατες ρίζες της πολιτισμικής συγγένειας. Όλοι αυτοί οι πολιτισμοί μετρούν τουλάχιστον μια χιλιετία ζωής και, σε αντίθεση με τα υλικά ή τα ιδεολογικά ζητήματα, οι πολιτισμικές διαφορές είναι από τη φύση τους απόλυτες και δε μπορούν να επιλυθούν οριστικά με διακανονισμούς. Γι’ αυτό και οι συγκρούσεις ανάμεσα σε πολιτισμούς θα είναι σαφώς σφοδρότερες. Αυτός είναι επίσης ο λόγος που το μέλλον των μονοπολιτισμικών οργανισμών προβλέπεται πιο ευοίωνο από εκείνο των πολυπολιτισμικών. Με λίγα λόγια, όσο μεγαλύτερη πολιτισμική ομοιογένεια χαρακτηρίζει έναν υπερεθνικό οργανισμό ή συμμαχία, τόσο περισσότερα πράγματα θα μπορούν να κάνουν από κοινού οι συμμετέχοντες. Ακόμη και τα διάφορα οικονομικά συμφέροντα, κατά κανόνα ακολουθούν και προϋποθέτουν την πολιτισμική εγγύτητα. Ο πόλεμος της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, στον οποίο αναμείχθηκαν ισλαμικά, ορθόδοξα, καθολικά και προτεσταντικά κράτη, πάντοτε βοηθώντας τους ομοθρήσκους τους, είναι για τους πολιτισμούς ό,τι ήταν ο ισπανικός εμφύλιος του 1937 για τις ιδεολογίες. Στο άρθρο του, ο Huntington είχε διαιρέσει τον Δυτικό πολιτισμό σε δύο υποπολιτισμούς (Βορειοαμερικανικός, Ευρωπαϊκός), ενώ τον Ισλαμικό σε τρεις (Αραβικός, Τουρκικός, Μαλαϊκός).

Στο χάρτη απεικονίζονται οι γεωγραφικές περιοχές των οκτώ μεγάλων πολιτισμών της υφηλίου σήμερα.

 

Βέβαια, δεν είναι όλοι οι πολιτισμοί εξίσου εχθρικοί μεταξύ τους. Ορισμένοι διαθέτουν πολιτισμικά χαρακτηριστικά που τους ενώνουν και επομένως θα ήταν πιθανότερη μια διαπολιτισμική συμμαχία ανάμεσά τους και ενάντια σε άλλες πολιτισμικές ομάδες με τις οποίες διαφοροποιούνται περισσότερο, σε μια κατάσταση ανάγκης. Ο εκάστοτε πολιτισμός μοιάζει με μια εκτεταμένη οικογένεια, καθώς τα κράτη-πυρήνες φροντίζουν για την πειθάρχηση των υπολοίπων. Ενώ στην ψυχροπολεμική εποχή οι χώρες μπορούσαν να είναι σύμμαχοι, δορυφόροι, πελάτες, ουδέτερες ή αδέσμευτες, σήμερα υπάρχουν κράτη-πυρήνες, μοναχικές χώρες, διαιρεμένες ή διχασμένες χώρες. Κράτος μέλος ονομάζεται κάθε κράτος που ανήκει σε κάποια πολιτισμική συμμαχία. Κράτος πυρήνας ονομάζεται το ισχυρότερο κράτος ενός πολιτισμού, υπό το οποίο συνενώνονται και τα υπόλοιπα μέσα στην πολιτισμική συμμαχία: πρόκειται για τις Η.Π.Α. και τον γαλλογερμανικό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά τον Δυτικό πολιτισμό (αφού ο συγκεκριμένος έχει δύο πυρήνες), την Ιαπωνία για τον Ιαπωνικό, την Κίνα για τον Σινικό, και τέλος, τη Ρωσία για τον Ορθόδοξο. Ας σημειωθεί ότι η Ιαπωνία είναι η μοναδική περίπτωση πολιτισμού που ταυτίζεται απολύτως με ένα μόνο κράτος. Το Ισλάμ δεν έχει μέχρι στιγμής κράτος πυρήνα, αλλά δεν αποκλείεται να αποκτήσει μέλλον. Ο Huntington θεωρεί ότι από όλα τα ισλαμικά κράτη, αυτό που μάλλον συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες να αποκτήσει έναν τέτοιον ρόλο, είναι η Τουρκία.

Παρεμπιπτόντως, ο Huntington δείχνει να θεωρεί το Ισλάμ και τη Δύση εντελώς αντίθετα μεγέθη, παραθέτει στοιχεία που δείχνουν πως οι συγκρούσεις μουσουλμάνων είναι περισσότερες και σφοδρότερες όλων των άλλων, θεωρεί τη μουσουλμανική θρησκεία ασυμβίβαστη με τους δημοκρατικούς θεσμούς και δε διστάζει να επαναλάβει την περίφημη και εξαιρετικά αμφιλεγόμενη φράση του, ότι το Ισλάμ έχει «αιματοβαμμένα σύνορα». Το Ισλάμ είναι άλλωστε ο μοναδικός πολιτισμός ο οποίος ιστορικά έχει απειλήσει την ίδια την επιβίωση της Δύσης, και μάλιστα δύο φορές, υπογραμμίζει. Όσον αφορά τώρα τον Αφρικανικό πολιτισμό και τον Λατινοαμερικάνικο, εξαιτίας του Δυτικού ιμπεριαλισμού του παρελθόντος αποτελούν επίσης πολιτισμικές ομάδες δίχως πυρήνα, αλλά δεν έχουν σε καμία περίπτωση τη δύναμη που έχει το Ισλάμ. Αντίθετα, πρόκειται μάλλον για τους δύο ασθενέστερους παίκτες στη σύγχρονη γεωπολιτική σκακιέρα: παρά το γεγονός ότι οι τάσεις τους είναι αντίθετες, δηλαδή η Αφρική βιώνει μια προοδευτική απομάκρυνση από τη Δύση ενώ η Λατινική Αμερική ένα διαρκές πλησίασμα (σε σημείο που δεν αποκλείεται να ενταχθεί κάποτε στη Δύση ως τμήμα της), η τελευταία είναι σχεδόν η μοναδική επαφή και των δύο και μέχρι στιγμής δε φαίνεται να μπορούν να απειλήσουν τα συμφέροντά της. Τέλος, διχασμένες είναι οι χώρες όπως η Ρωσία, η Τουρκία και το Μεξικό, όπου έγιναν έντονες προσπάθειες δυτικισμού από τις αλλά δεν τις αποδέχτηκε η μεγάλη πλειοψηφία του λαού και έτσι πλέον η χώρα διακρίνεται από ένα είδος «πολιτισμικής σχιζοφρένειας», όπως λέει χαρακτηριστικά ο Huntington. Μοναχικές χώρες είναι εκείνες που, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ιαπωνίας, δε διαθέτουν πολιτισμική ομοιομορφία με άλλες χώρες. Όσον αφορά την Ελλάδα, ο Huntington είναι κάπως αρνητικός: πρόκειται, λέει, για μια χώρα που ανήκει όχι στη Δύση αλλά στον Ορθόδοξο πολιτισμό, βιώνει μια διαρκή απομάκρυνση από τη Δύση πλησιάζοντας τα ομόθρησκα κράτη (π.χ. Σερβία) και είναι προς το συμφέρον της Δύσης να αποστασιοποιηθεί από αυτή, αφήνοντάς τη ίσως εκτός του ΝΑΤΟ (κάτι που προτείνει και στην περίπτωση της Τουρκίας, για παρόμοιους λόγους), αν όχι και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στο σχεδιάγραμμα του Huntington, απεικονίζονται οι σχέσεις των πολιτισμών: οι σφοδρότερες πολιτισμικές αντιθέσεις σχεδιάζονται με έντονα μαυρισμένο χρώμα, ενώ οι μικρότερες αντιθέσεις, με κάπως πιο ήπιο.

Ο Huntington συνοψίζει τα κυριότερα γνωρίσματα του Δυτικού πολιτισμού: κλασική κληρονομιά, Ρωμαιοκαθολικός/Προτεσταντισμός, ευρωπαϊκές γλώσσες, κοινωνικός πλουραλισμός, κράτος Δικαίου, αντιπροσώπευση, ατομικισμός, και τέλος, διαχωρισμός της θρησκευτικής από την πολιτική εξουσία. Η Δύση κατέκτησε τον κόσμο χάρη στην ισχυρή τεχνολογία, την επιστημονική τεχνογνωσία και τον στρατιωτικό εξοπλισμό της, και όχι χάρη σε κάποια εγγενή ανωτερότητα των δικών της αξιών και ιδανικών. Παρά το βάθος της επιστημονικής του ανάλυσης, ο Huntington έχει διαρκώς στραμμένη την προσοχή του προς τη Δύση και δεν παύει να απευθύνει συμβουλές για πιθανούς κινδύνους. Γεγονός είναι, μας λέει, ότι για τετρακόσια περίπου χρόνια οι σχέσεις εκείνης με τους υπόλοιπους πολιτισμούς συνίσταντο στην υποταγή εκείνων στην εξουσία της. Στην πορεία της ιστορίας, μονάχα ο Ρωσικός, ο Ιαπωνικός και ο (εν Αιθιοπία) Αφρικανικός κατόρθωσαν πραγματικά να διαφυλαχθούν από την κατάκτηση εκ μέρους της Δύσης. Ο Λατινοαμερικάνικος πολιτισμός είναι συγγενής με τον Δυτικό και ο Huntington προτείνει σύσφιξη των σχέσεων ανάμεσα στα αντίστοιχα κράτη, με την ελπίδα πως ίσως αφομοιωθεί τελικά από τη Δύση ως τμήμα της. Ο Huntington διαιρεί τους πολιτισμούς σε τρεις κατηγορίες: φιλικοί, ταλαντευόμενοι, και εχθρικοί. Την πρώτη κατηγορία αποτελούν οι πολιτισμοί της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, οι σχέσεις των οποίων με τη Δύση είναι κατά κανόνα καλή. Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν ο Ρωσικός, ο Ινδικός και ο Ιαπωνικός, που ταλαντεύονται ανάμεσα σε φιλικότητα και εναντίωση, και τέλος, στους εχθρικούς πολιτισμούς ανήκουν ο Σινικός και το Ισλάμ, με τους οποίους η Δύση φαίνεται πως θα αντιμετωπίσει προβλήματα στο άμεσο μέλλον.

Ο Huntington συνοψίζει τα κυριότερα γνωρίσματα του Δυτικού πολιτισμού: κλασική κληρονομιά, Ρωμαιοκαθολικός/Προτεσταντισμός, ευρωπαϊκές γλώσσες, κοινωνικός πλουραλισμός, κράτος Δικαίου, αντιπροσώπευση, ατομικισμός, και τέλος, διαχωρισμός της θρησκευτικής από την πολιτική εξουσία. Η Δύση κατέκτησε τον κόσμο χάρη στην ισχυρή τεχνολογία, την επιστημονική τεχνογνωσία και τον στρατιωτικό εξοπλισμό της, και όχι χάρη σε κάποια εγγενή ανωτερότητα των δικών της αξιών και ιδανικών. Παρά το βάθος της επιστημονικής του ανάλυσης, ο Huntington έχει διαρκώς στραμμένη την προσοχή του προς τη Δύση και δεν παύει να απευθύνει συμβουλές για πιθανούς κινδύνους. Γεγονός είναι, μας λέει, ότι για τετρακόσια περίπου χρόνια οι σχέσεις εκείνης με τους υπόλοιπους πολιτισμούς συνίσταντο στην υποταγή εκείνων στην εξουσία της. Στην πορεία της ιστορίας, μονάχα ο Ρωσικός, ο Ιαπωνικός και ο (εν Αιθιοπία) Αφρικανικός κατόρθωσαν πραγματικά να διαφυλαχθούν από την κατάκτηση εκ μέρους της Δύσης. Ο Λατινοαμερικάνικος πολιτισμός είναι συγγενής με τον Δυτικό και ο Huntington προτείνει σύσφιξη των σχέσεων ανάμεσα στα αντίστοιχα κράτη, με την ελπίδα πως ίσως αφομοιωθεί τελικά από τη Δύση ως τμήμα της. Ο Huntington διαιρεί τους πολιτισμούς σε τρεις κατηγορίες: φιλικοί, ταλαντευόμενοι, και εχθρικοί. Την πρώτη κατηγορία αποτελούν οι πολιτισμοί της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, οι σχέσεις των οποίων με τη Δύση είναι κατά κανόνα καλή. Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν ο Ρωσικός, ο Ινδικός και ο Ιαπωνικός, που ταλαντεύονται ανάμεσα σε φιλικότητα και εναντίωση, και τέλος, στους εχθρικούς πολιτισμούς ανήκουν ο Σινικός και το Ισλάμ, με τους οποίους η Δύση φαίνεται πως θα αντιμετωπίσει προβλήματα στο άμεσο μέλλον.

Ο Huntington απορρίπτει ως ρηχή και απαράδεκτη την άποψη πως η Παγκοσμιοποίηση οδηγεί ή πρόκειται να οδηγήσει στην πολιτισμική ομοιομορφία του κόσμου κατά τα Δυτικά πρότυπα. Η Δύση είναι πρωτίστως η Magna Carta και όχι το Magna Mac (των McDonald’s). Εξάλλου, η διάδοση Δυτικών προτύπων δεν αποκλείει καθόλου την πιθανότητα επιθετικότητας των μη Δυτικών πολιτισμών απέναντι στη Δύση. Μάλιστα, η ηγεμονία της Δύσης μπορεί κάλλιστα να προκαλεί ή να ενισχύει τυχόν εχθρικά συναισθήματα άλλων λαών. Αυτό συμβαίνει συχνά όσον αφορά τη μετάδοση πληροφοριών. Το διεθνές εμπόριο δεν είναι ικανό να εξασφαλίσει την ειρήνη, αλλά τα αυξημένα επίπεδα εμπορίου μπορούν και να προκαλέσουν διασπαστικές δυνάμεις στη διεθνή πολιτική, σύμφωνα με σχετικές έρευνες. Το αν η οικονομική αλληλεξάρτηση των κρατών θα φέρει ειρήνη ή πόλεμο, εξαρτάται κυρίως από το αν τα ίδια τα κράτη αναμένουν τη συνέχιση αυτής της αλληλεξάρτησης και στο μέλλον ή όχι. Αν μάλιστα, ισχύει η θεωρία της διαφοροποίησης στην Κοινωνική Ψυχολογία, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι τείνουμε να ορίζουμε τους εαυτούς μας με βασικό κριτήριο τη διαφοροποίησή μας από τους άλλους, τότε η οικονομική αλληλεπίδραση μπορεί και να ενισχύει μακροπρόθεσμα τις αξιώσεις για πολιτισμική διαφοροποίηση. Η παγκόσμια αναβίωση των θρησκειών, στα τέλη του εικοστού αιώνα, συνηγορεί υπέρ αυτής της άποψης. Εκτός από τον πόλεμο του Αφγανιστάν, που τον θεωρεί ως τον πρώτο σύγχρονο πολιτισμικό πόλεμο, ο Huntington υποδεικνύει τους πολέμους σε Βοσνία και σε Ναγκόρνο Καραμπάχ, ως τυπικά παραδείγματα πολέμων ανάμεσα σε πολιτισμούς.

Γελοιογραφία που απεικονίζει τον Huntington να μάχεται τους άλλους πολιτισμούς υπέρ της Δύσης.

Στη συνέχεια του βιβλίου θίγονται μερικά πιο ευαίσθητα ζητήματα, όπως αυτό της σχέσης ανάμεσα σε εκσυγχρονισμό και εκδυτικισμό. Ο Huntington λέει ότι η υιοθέτηση της επιστήμης, τεχνογνωσίας και βιομηχανίας από μη Δυτικούς λαούς, δεν οδηγεί αναγκαία στον εκδυτικισμό τους, παρά αντίθετα, συντελεί στην αύξηση της εξωτερικής του ισχύος και της αυτοπεποίθησης για τα δικά τους πολιτισμικά συστήματα, πράγμα που τους καθιστά πιθανούς αντιπάλους της Δύσης. Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Ιράν, η Ιαπωνία, η Σιγκαπούρη και η Ταϊβάν έχουν εκσυγχρονισθεί δίχως να υποστούν πολιτισμικό εκδυτικισμό. Τα συναισθήματα αλλοτρίωσης και κρίσης ταυτότητας που προκύπτουν από έναν ταχύ εκσυγχρονισμό, ωθούν σε αναβίωση των παραδοσιακών θρησκευτικών τους παραδόσεων. Ο κανόνας είναι ο ακόλουθος: όσο τα κράτη ενός πολιτισμού ενισχύουν την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική τους δύναμη, τόσο μεγαλώνει και η πίστη τους στα ιδανικά του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ραγδαία οικονομική άνθηση της Κίνας στην Ανατολική Ασία, η οποία αποδίδεται συχνά στην εγγενή ανωτερότητα του κομφουκιανισμού και των κινεζικών αξιών γενικότερα. Γεγονός είναι ότι οι δεκαετίες 1980 και 1990 έγιναν μάρτυρες μιας επιστροφής των μη Δυτικών λαών στις ιθαγενείς κουλτούρες τους. Ενώ η εναντίωση των μη Δυτικών λαών στη Δύση επικαλούνταν άλλοτε τις αξίες της ίδιας (δημοκρατία, δικαίωμα στην αυτοδιάθεση κ.λπ.), σήμερα γίνεται κυρίως στο όνομα μη Δυτικών αξιών. Τόσο η ισλαμική αναβίωση (δημογραφική αύξηση) όσο και η ασιατική επιβεβαίωση (οικονομική ανάπτυξη και επέκταση), δίνουν στους λαούς τους μια αυτοπεποίθηση όσον αφορά τις δικές τους πολιτισμικές αξίες, τις οποίες είναι έτοιμοι να αντιπαραθέσουν στη Δύση. Σε αυτή την ανατίμηση του ρόλου των πολιτισμών, καθοριστικό ρόλο έχει η θρησκεία.

Παρά τις τολμηρές προβλέψεις πολλών ερευνητών του παρελθόντος, για την επικείμενη περιστολή και εξαφάνιση των θρησκευτικών δογμάτων, στο τελευταίο τρίτο του εικοστού αιώνα είναι γεγονός η αναβίωσή τους, μια διαδικασία που ο Gilles Kepel περιέγραψε ως «εκδίκηση του Θεού» και χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες. Αυτό που, σύμφωνα με τον Huntington, οδήγησε στην αναβίωση των θρησκειών, ήταν ακριβώς ό,τι κάποτε νομιζόταν πως θα αποτελούσε την «ταφόπλακά» τους, δηλαδή ο οικονομικός και κοινωνικοπολιτικός εκσυγχρονισμός. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Ορθοδοξία στις σλαβικές χώρες, τον Προτεσταντισμό στη Λατινική Αμερική και ακόμη περισσότερο το Ισλάμ στην Κεντρική Ασία. Οι δύο μεγάλες κατηγορίες ανθρώπων που στρέφονται στις παραδοσιακές θρησκείες τους για συναισθηματική παρηγοριά και καθοδήγηση, είναι αφενός όσοι αποτελούν τη νέα μεσοαστική τάξη των συγκεκριμένων κοινωνιών, και αφετέρου οι νέοι μετανάστες στις πόλεις. Για τέτοια άτομα, η θρησκεία δεν είναι το «όπιο του λαού» αλλά αντίθετα η «βιταμίνη των αδυνάτων», λέει ο Huntington παραθέτοντας τη φράση του Γάλλου ακαδημαϊκού, Régis Debray. Ο Huntington αποδέχεται την πολυπολιτισμικότητα στο διεθνές γίγνεσθαι, αλλά συνάμα την απορρίπτει στο εσωτερικό των διαφόρων κρατών. Αυτό φάνηκε όχι μόνο εδώ αλλά και στο μεταγενέστερο άρθρο του με τον τίτλο «Εάν δεν είναι οι “πολιτισμοί”, τότε τι άλλο μπορεί να είναι», όπου απαντούσε στους επικριτές του, όπου ισχυρίσθηκε ότι τόσο η ιδέα της πολυπολιτισμικότητας όσο και η απαίτηση των διάφορων ομάδων για ειδικά δικαιώματα ή προνόμια, ενισχύουν τη σύγκρουση των πολιτισμών στο εσωτερικό των Η.Π.Α. Η θεωρία του Huntington έχει υποστεί δριμύτατη κριτική από διάφορους ερευνητές, επειδή τοποθετεί στο κέντρο της γεωπολιτικής τις πνευματικές αξίες, τις οποίες συλλαμβάνει με πάγιο και στατικό τρόπο, περιθωριοποιώντας κάπως τις οικονομικές και πολιτικές παραμέτρους. Ενδεικτικά, ο Λιβανέζος διεθνολόγος, πολιτικός επιστήμονας και τροτσκιστής ακαδημαϊκός Gilbert Achcar έγραψε το βιβλίο του Σύγκρουση βαρβαροτήτων, όπου υποστήριζε σθεναρά ότι η Δύση (ιδιαίτερα οι ΗΠΑ και η Βρετανία), ως ένα είδος Frankenstein, δυναμίτιζε διαρκώς κάθε προσπάθεια ανάπτυξης εθνικής συνείδησης των αραβικών κρατών, υποθάλποντας τον ισλαμικό φονταμενταλισμό και επιδιώκοντας τον έλεγχο των πετρελαίων και της Μέσης Ανατολής γενικότερα. Και πράγματι, το μοντέλο που προτείνει δεν εξηγεί την προέλευση των διαφόρων εμφύλιων συγκρούσεων και τις σταθερές και μακροχρόνιες συμμαχίες ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Πώς εξηγείται λόγου χάρη ο στενότερος δεσμός των Η.Π.Α. με τη (μουσουλμανική) Τουρκία και όχι με τη (χριστιανική έστω) Ρωσία ή οι μακροχρόνιες διαμάχες μεταξύ σουνιτών και σιιτών μουσουλμάνων; Είναι εύλογο να πιστέψουμε πως σε μια ενδεχόμενη μελλοντική σύγκρουση της Κίνας με τις ΗΠΑ, η Ιαπωνία θα τασσόταν με το μέρος της πρώτης και όχι των δεύτερων, με κίνδυνο να μετατραπεί σε δορυφόρο; Η επικέντρωση στην πολιτισμική ιδιομορφία, αποτελεί ίσως αντίδραση απέναντι στην αναγκαιότητα του εκσυγχρονισμού, δηλαδή της υιοθέτησης τεχνικών επιτευγμάτων που προέρχονται από τη Δύση, απέναντι στην οποία επιθυμούν αυτές οι νέες δυνάμεις να αντιτεθούν. Ενδεχομένως δηλαδή η πολιτισμική ταυτότητα να μην αποτελεί την αληθινή αιτία των σύγχρονων γεωπολιτικών συγκρούσεων αλλά απλώς την κυριότερη δικαιολόγησή τους, όπως έχει υποστηριχθεί (πχ Κονδύλης). Για μια πλήρη και οριστική διάψευση της ραχοκοκαλιάς της θεωρίας του Huntington, έχει επισημανθεί, αυτό που θα απαιτούνταν θα ήταν το ξέσπασμα σφοδρών συγκρούσεων πρακτικά ανεξάρτητων από πολιτισμικές συνιστώσες. Ας σημειωθεί πάντως ότι, παρά τις φωνές που είδαν στη θεωρία του μια ρατσιστική δικαιολόγηση του ιμπεριαλισμού, στην πραγματικότητα ο Huntington πρεσβεύει τον περιορισμό των Δυτικών στρατιωτικών επεμβάσεων, τη σύνδεση ανάμεσα σε Ευρώπη και Αμερική, αλλά και την αποδοχή εκ μέρους της Δύσης μιας διεθνούς πολυπολιτισμικής τάξης πραγμάτων, με σκοπό την ειρήνη και τη συνεργασία μεταξύ των κρατών. Σε έναν κόσμο διαφορετικών πολιτισμών, καθένας θα πρέπει να μάθει να συνυπάρχει με τους άλλους.

Συμπεράσματα

Ενώ λοιπόν, όπως είδαμε, ο Fukuyama πανηγυρίζει την αυθόρμητη επέκταση των Δυτικών πολιτισμικών αξιών, ο Huntington επισημαίνει με περίσκεψη τον αναγκαστικό περιορισμό τους. Ας σημειωθεί ότι ο Fukuyama ήταν κατά κάποιον τρόπο «μαθητής» του Huntington και κατέληξε ένας από τους σκληρότερους επικριτές του. Στο άρθρο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Has History Started Again?”, που γράφτηκε λίγο μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ο Fukuyama θα ισχυριστεί ότι η θεωρία του για το τέλος της ιστορίας παραμένει ορθή: οι αξίες της Νεωρικότητας (ελευθερία, ισότητα) θα συνεχίσουν να διαδίδονται σε όλον τον κόσμο από την εκπρόσωπό τους, τις Η.Π.Α., ενώ οι τρομοκρατικές επιθέσεις αποτελούν απλώς μια απελπισμένη αντίδραση όσων είναι ανίκανοι να προχωρήσουν σε αυτό, μια ομάδα που ο Fukuyama συνοψίζει με τη λέξη «ισλαμοφασισμός».

Σε κάθε περίπτωση, οι δύο παραπάνω θεωρίες έχουν συζητηθεί και επικριθεί δριμύτατα από διάφορες μεριές, προδίδοντας όμως συχνά την τερατώδη άγνοια των σχολιαστών τους. Ορισμένοι έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τους ισχυρισμούς του Fukuyama ως φληναφήματα, με αντεπιχείρημά τους γεγονότα όπως οι επεμβάσεις των Αμερικανών στο Ιράκ («καταιγίδα της ερήμου») και τα Βαλκάνια στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, λησμονώντας μάλλον ότι αφενός τα γεγονότα αυτά είχαν ήδη συμβεί κατά την περίοδο που ο Fukuyama έγραφε το βιβλίο του (1992) και αφετέρου ότι οι ραγδαίες ιστορικές εξελίξεις δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση αναίρεση της θεωρίας περί τέλους της ιστορίας. Η θεωρία περί του τέλους της ιστορίας δεν υποστηρίζει πως θα πάψουν να συμβαίνουν εντυπωσιακά ιστορικά γεγονότα ή και συγκρούσεις (μάλιστα, ο Fukuyama διαιρεί τον μεταψυχροπολεμικό κόσμο σε ιστορικό και μετα-ιστορικό και προβλέπει έντονες συγκρούσεις στα Βαλκάνια λόγω του αναδυόμενου εθνικισμού), αλλά ότι απλώς δεν υπάρχει κανένα άλλο κοινωνικοοικονομικό σύστημα το οποίο να μπορεί να απειλήσει σοβαρά τη φιλελεύθερη δημοκρατία και τον καπιταλισμό στον ανεπτυγμένο κόσμο, καθότι οι τελευταίοι ικανοποιούν βασικά τις στοιχειώδεις ανθρώπινες επιθυμίες. Αντίστοιχα, ορισμένοι άλλοι έσπευσαν να ειρωνευτούν τον Huntington, υπενθυμίζοντας ότι οι πολιτισμοί δε συγκρούστηκαν κατά τους δύο παγκόσμιους πολέμους και τους διάφορους εμφυλίους, παραθεωρώντας όμως έτσι το γεγονός ότι το μοντέλο Huntington φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν «χάρτη» για τον μεταψυχροπολεμικό κόσμο και το μέλλον του (1989-..) και όχι να προβεί σε μια συνολική ερμηνεία όλης της ιστορίας των ανθρώπινων συγκρούσεων. Επίσης, η θεωρία του Huntington κατηγορήθηκε σφοδρά ότι προσέφερε ιδεολογική στήριξη στις επεκτατικές βλέψεις των Η.Π.Α. στη Μέση Ανατολή, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος μέσα στο βιβλίο του προειδοποιεί ρητά ενάντια στην ιμπεριαλιστική εξάπλωση των φιλελεύθερων ιδεών. Ο Huntington δεν ήταν ένας «κήρυκας της σύγκρουσης» αλλά πρωτίστως ένας κήρυκας της συσπείρωσης, της πολιτισμικής ενότητας των κρατών που εμφορούνται από τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αξίες του Δυτικού πολιτισμού.