Γράφει: Γιώργος Κουτσαντώνης

Λαός και Λαογραφία – Άλκης Κυριακίδου Νέστορος

Αναμφισβήτητα, η στροφή προς τη νεοελληνική πραγματικότητα ήταν πρόοδος: σήμαινε εντατική με­λέτη της πρόσφατης ιστορίας μας, της λαογραφίας, στροφή της λο­γοτεχνίας σε θέματα από τη λαϊκή αγροτική ζωή·[17]  σήμαινε ακόμη, ότι οι διανοούμενοι της εποχής, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει η μορφή τον Ίωνα Δραγούμη, δεν προβάλλουν πια την αρετή των προ­γόνων, αλλά τις αξίες του λαϊκού μας πολιτισμού, άξιες σαν την «εσωτερική ελευθερία» και τη λαϊκή ευαισθησία,[18] που συγκεφα­λαιώνονται, θα μπορούσε να πει κανείς, στο «ήθος του Νεοέλληνα», όπως εκφράζεται, κατά τον Γιάννη Αποστολάκη,[19] στο κλέφτικο τραγούδι.—Αλλά τί άπ’ όλα αυτά ανταποκρίνεται στην πραγματι­κότητα; Στη λογοτεχνία, ο λαϊκισμός καλλιεργεί μιαν ειδυλλιακή εικόνα της υπαίθρου, που δεν έχει καμιά σχέση με τις πραγματικές συνθήκες της ζωής των αγροτών. Και όσο για τον Αποστολάκη — αυστηρό κριτή του Κρυστάλλη και όλων των λαϊκιστών[20]—η αλήθεια είναι ότι το κλέφτικο τραγούδι το ξέρει. Τί ξέρει όμως για τον φορέα του, τον ελληνικό λαό; Απολύτως τίποτε. Και εδώ, ακριβώς, βρίσκεται το πρόβλημα: λαός και λαϊκός πολιτισμός είναι για τη φιλελεύθερη ιδεολογία αυτής της εποχής ιδέες εξίσου μυθοποιημένες όσο και η ιδέα των προγόνων της ολιγαρχικής ιδεολογίας. Αν οι πρόγονοι βρίσκονται στα μουσεία και τις βιβλιοθήκες, μέσα σε μια εξίσου ρομαντική αντίληψη, ο λαός βρίσκεται στην ύπαιθρο, όπου πρέπει να προστρέξουν οι μορφωμένοι για ν’ανακαλύψουν τη μαγι­κή δύναμη που κρύβει μέσα του, τη «λαϊκή ψυχή». «Ας λουστούν στα φεγγερά και διάφανα νερά της», προτρέπει ο Δραγούμης, «ας συνταραχτούν και ας θελήσουν κάτι, και ο λαός θα τους ακολουθήσει έπειτα.» Γιατί ο «ξαναγεννημός», όπως λέει, της Ελλάδας έτσι μονάχα μπορεί να πετύχει, αν αρχίσει «όχι από κάτω, παρά από πάνω». Οι εξαιρετικοί άνδρες, η αριστοκρατία του πνεύματος, θα σκύψουν πρώτα επάνω στο λαό, θα αντλήσουν από την ψυχή του την έμπνευσή τους, και έπειτα θα απευθυνθούν πάλι σ’ αυτόν, για να τον φωτίσουν.

Διερευνώντας τις δομές του λαϊκού πολιτισμού – Σύστημα και αντισύστημα.

Προεκτείνοντας, κάπως τολμηρά ενδεχομένως, τις σκέψεις μας, θα μπορούσαμε να απλωθούμε και σε άλλου τύπου δραστηριότητες: σκέφτομαι τον χορό, όπου από τη μια έχουμε τις συγκρατημένες και ομοιόμορφες κινήσεις του συνόλου, όπου όλα πρέπει να προβάλουν την τάξη και το μέτρο, όπου το άτομο χάνεται στο σύνολο, κι από την άλλη τα υπέρμετρα πηδήματα και τα τσαλίμια του κορυφαίου, που για έναν ή δύο γύρους, ο καθένας με τη σειρά, έχει το δικαίωμα να αντιταχθεί στο σύνολο, να αναδείξει το πάθος εκεί που οι άλλοι αναδεικνύουν την ηρεμία – μια συμβολική και προσωρινή απελευθέρωση του ατομικού από το κοινωνικό.

Αυτό που πρέπει συνολικά να προσέξουμε είναι ότι οι αντιθέσεις, όπου κι αν τις παρατηρούμε, δεν τείνουν ποτέ προς τη σύνθεση· αυτοπεριορίζονται στο άθροισμα, διατηρούν δηλαδή πάντα την αυτοτέλειά τους. Οργανώνονται μεταξύ τους αλυσιδωτά, σαν κρίκοι, έτσι ώστε το σύνολο του λαϊκού πολιτισμού μπορούμε να το προσομοιάσουμε με κάτι σαν δίχτυ…

1968: Η γέννηση του νέου κομφορμισμού

Αναγνωρίζοντας την αξία των μεγάλων αγώνων για τα δικαιώματα οφείλουμε να πούμε ότi αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της δημοκρατικής ζωής. Καμία δημοκρατία δεν μπορεί να ζήσει χωρίς δικαιώματα, αλλά ταυτόχρονα, πρέπει να σημειώσουμε πως καμία δημοκρατία δεν μπορεί να ζήσει μόνο με δικαιώματα, τα οποία είναι υποδεέστερα της ευθύνης, της αρετής και της υποχρέωσης. … Άλλωστε, ακόμη και στο ηθικό επίπεδο, είναι μια ψευδαίσθηση ότι η υπεράσπιση του «εγώ» μπορεί να αντισταθμίσει την έλλειψη του «εμείς», μια μηδενιστική αντίληψη που στις μέρες μας σχηματίζει μια αντιδημοκρατική πλάνη.

Κατοικίδιοι άνθρωποι, έξυπνες μηχανές και η μεγάλη απογοήτευση

Τα πρόσφατα επιτεύγματα της επιστημονικής έρευνας, όσον αφορά την εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ), προκαλούν πλέον εκρήξεις θαυμασμού στο πλατύ κοινό αλλά και μεταξύ των ειδικευμένων επιστημόνων. Μαζί με τον περίφημο αλγόριθμο που πριν λίγο καιρό έφτιαξε το πρώτο έργο ζωγραφικής, το μεγαλύτερο θαυμασμό συγκεντρώνουν τα προγράμματα εκείνα που έχουν την δυνατότητα να συνδιαλέγονται με τον άνθρωπο και να απαντούν στις ερωτήσεις του. Δεδομένης της στενής σχέσης μεταξύ γλωσσικής έκφρασης και νοητικών διεργασιών, είναι φανερό ότι αυτή η ικανότητα μοιάζει να χαρίζει, για πρώτη φορά στην ιστορία, κάτι που μέχρι τώρα αποτελούσε προνόμιο του ανθρώπου: σκέψη. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Χωρίς βέβαια να είναι δυνατόν να αναφερθούμε σε όλες τις τεχνολογικές και φιλοσοφικές παραμέτρους του προβλήματος, οφείλουμε να σταθούμε, έστω και επιγραμματικά, σε μία βασική πτυχή του ζητήματος: τη διαφορά μεταξύ ανταλλαγής πληροφοριών (κάτι που πχ μπορεί να επιτευχθεί μέσω ενός απλού ηχητικού κώδικα) και πλήρους γλωσσικής έκφρασης, θεμελιώδους πράξης του ανθρώπινου πολιτισμού.

Το μεταναστευτικό πρόβλημα και η κατάρρευση της ευρωπαϊκής ιδέας

Πράγματι ελάχιστοι μιλούν για τις άλλες πτυχές του τεράστιου και πολυσύνθετου αυτού προβλήματος. Ο φιλομεταναστευτισμός στην πράξη δεν δημιουργεί μόνο τεράστια προβλήματα στις χώρες υποδοχής, μετατρέποντάς τες σε αποθήκες συσσώρευσης φθηνού εργατικού δυναμικού για τις χώρες του αναπτυγμένου Βορρά. Μετατρέπει και τους μετανάστες σε άτυπους δούλους, οι οποίοι με την πρώτη ευκαιρία καλύπτουν θέσεις εργασίας όταν οι αγορές των βορειοευρωπαϊκών χωρών αποφασίσουν ότι χρειάζονται νέα εργατικά χέρια, τα οποία δεν θα είναι τόσο απαιτητικά όσο τα εγχώρια. Έτσι, η ανεξέλεγκτη μετανάστευση όχι μόνο ζημιώνει την κοινωνική ασφάλεια και σπρώχνει τους μισθούς προς τα κάτω, αλλά την ίδια στιγμή διογκώνει και το φαινόμενο της εγκατάλειψης των χωρών προέλευσης καθώς οδηγεί στην οικονομική και κοινωνική ερήμωσή τους.

Ο Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό και η «απάτη του Μισέλ Φουκώ»

Αυτή η τόσο περίπλοκη και νεφελώδης πρόζα είναι ένα συνονθύλευμα φουκωικών όρων («χρήση των γνώσεων» – εναλλασσόμενη με τη «δυναμική των γνώσεων»-, «μηχανισμοί», «αποφαντικά πεδία» κ.ο.κ.). Η παραπάνω φρασεολογία, με το επιτηδευμένο της ύφος, που έχει σκοπό να καλύψει ένα αβυσσαλέο κενό είναι ακριβώς η γλώσσα της μη-σκέψης. Χάρη σε αυτήν, οι γραφειοκρατίες που προσποιούνται ότι οργανώνουν την έρευνα στον τομέα της ιστορίας των επιστημών δικαιολογούν καθημερινά την ύπαρξή τους

Το αίνιγμα του Μόμπι Ντικ

Ωστόσο το τραγικό τέλος του μυθιστορήματος καταδεικνύει το δυσάρεστο παράδοξο, ότι ενώ η ανθρωπότητα δεν μπορεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο δίχως νόημα, η ατελείωτη αναζήτηση για τις απόλυτες αλήθειες αποδεικνύεται τελικά μάταιη, ακόμη και θανατηφόρα. Ή μάλλον, η ίδια η αναζήτηση, ως αυτοσκοπός, μπορεί να φτάσει να αποτυφλώσει έναν άνθρωπο. Ακριβώς όπως ο Στάρμπακ αναφωνεί στον καπετάν Αχαάβ: «Ορίστε! Δεν σας αναζητά ο Μόμπι Ντικ. Είστε Εσείς που τον αναζητάτε με τρέλα!» Η εκδικητική τρέλα του Αχαάβ κατατρώγει το μυαλό, το σώμα και τη ψυχή του. Ο αναγνώστης αναρωτιέται αν ο Μέλβιλ θέλει τον Αχαάβ να επιστρέφει στο σπίτι του ώστε να αφιερωθεί στην άρρωστη σύζυγο και να βρει τη γαλήνη, ή να κατακτά την «κητώδη» νέμεσή του για να συναντήσει τη δόξα; Και τα δυο μονοπάτια θα τον καταστρέψουν, αλλά μόνο με το δεύτερο θα εκπληρώσει το πεπρωμένο του.

Christopher Lasch – Το θέατρο της καθημερινής ζωής

Φυλακισμένος στην ψευτοαυτογνωσία του, ο καινούριος Νάρκισσος ευχαρίστως θα κατέφευγε σε μία έμμονη ιδέα [idee fixe], σε μία νευρωτική καταπιεστική παρόρμηση, σε μία «ψυχαναγκαστική κατάσταση μεγαλείου» —σε οτιδήποτε θα απομάκρυνε το μυαλό του από το μυαλό του. Ως και η αστόχαστη συγκατάθεση στην καθημερινή ρουτινιέρικη δουλειά, καθώς η δυνατότητα να την επιτύχουμε απομακρύνεται στο ιστορικό παρελθόν, φτάνει να μοιάζει με σχεδόν αξιοζήλευτη νοητική κατάσταση. Ένας φόρος τιμής στην ιδιάζουσα φρίκη της σημερινής ζωής κάνει τα χειρότερα χαρακτηριστικά των παλαιότερων εποχών —την αποβλάκωση των μαζών, την ψυχαναγκαστική και επιβαρυμένη ζωή της αστικής τάξης— να φαίνονται συγκριτικά θελκτικά.

Η γοητεία της «προοδευτικής σύγκλισης»: μια πικρή ιστορία ελιτισμού

«Πρόοδος», «προοδευτισμός», «προοδευτικό όραμα», «προοδευτικό πρόσημο», «προοδευτικές πολιτικές»… καθώς εντός του κυβερνητικού χώρου γίνεται συχνά κουβέντα για την «ανάγκη σύγκλισης των προοδευτικών δυνάμεων» ενάντια στη «νύχτα της συντήρησης» και της δήθεν «οπισθοχώρησης σε μαύρες εποχές», κρίνουμε απαραίτητο να συζητηθούν και να ξεκαθαριστούν περαιτέρω τούτες οι έννοιες στις οποίες κατά καιρούς έχουμε ασκήσει κριτική.

Η δημοκρατική αναγέννηση ως ελπίδα σε έναν υπό κατάρρευση κόσμο

Κατά τον προηγούμενο αιώνα μια ορισμένη Δεξιά πίστευε ότι ο πλούτος πρέπει να μοιράζεται από το σύστημα της αγοράς. Από την άλλη, η Αριστερά θεωρούσε πως τη μοιρασιά πρέπει να αναλάβει ένα ισχυρό κράτος (και κόμμα), με δίκαιο και ισότιμο τρόπο. Ωστόσο με την βαθιά κρίση της βιομηχανικής παραγωγής, ειδικά σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, έννοιες όπως «Αριστερά» και «Δεξιά» κατέληξαν με τις ίδιες λανθασμένες συνταγές, στην πραγματικότητα θα λέγαμε ότι η Αριστερά (ακόμη και ως ιδέα) μετατράπηκε σε Δεξιά. Έτσι αυτό που απόμεινε στους αριστερά καθήμενους ήταν μια αόριστη ηθική ανωτερότητα που ενώ μπορεί να βασίζεται στην ίδια συνταγή, διατηρεί το αποκλειστικό προνόμιο να προωθεί έναν λόγο βασισμένο στον δικαιωματισμό και στην ισότιμη διανομή του πλούτου.