Γράφει: ResPublica, διαδικτυακό περιοδικό

Αλήθειες και ψέματα σχετικά με την φιλοσοφία του Νίτσε

Ο Φρειδερίκος Νίτσε (Friedrich Nietzsche) είναι ίσως μια από τις πιο παρεξηγημένες μορφές του 19ου αιώνα. Ίσως μάλιστα ο πιο ιδιαίτερος και εκκεντρικός φιλόσοφος της εποχής του. Επηρεασμένος αρχικά από τον Schopenhauer και τον Wagner καταφεύγει στην πλήρη αποκήρυξή τους, με τον ίδιο τρόπο που εγκατέλειψε την πανεπιστημιακή του έδρα στην Βασιλεία και ξεκίνησε τις περιπλανήσεις του στην Νότια Ευρώπη και δη στην Ιταλία.

Οι καταδότες

Ο ψυχολογικός μηχανισμός είναι πρωτόγονος, αλλά άκρως αποτελεσματικός. Το κράτος που για διάφορους λόγους υποτίμησε αρχικά το πρόβλημα, τώρα ξεσπάει στους πολίτες: εσύ, που περπατάς στο δρόμο, εσύ φταίς που μολύνεις τους άλλους, εσύ φταίς που επιβαρύνεται το υγειονομικό σύστημα και τα νοσοκομεία. Η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση του καθένα ότι έχει αυτός δίκιο κι οι άλλοι άδικο, κάνει τα υπόλοιπα. Το καταδίδειν γίνεται έτσι τρόπος ύπαρξης: καταδίδω τον άλλο για να αισθανθώ καλύτερος. Όλως παραδόξως, η κατάδοση μας κάνει να αισθανόμαστε πιο υπεύθυνοι: κάναμε το καθήκον μας για το κοινό καλό.

H Πανδημία, ο κεϋνσιανισμός και η Λερναία Ύδρα

Οι πρωτόγνωρες και ακραίες συνθήκες που θα ζήσουν οι κοινωνίες την επόμενη περίοδο και κυρίως ο φόβος του θανάτου από τον ιό θα ξυπνήσει, αργά και σταθερά, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και του μέτρου. Και όπως ακριβώς ξυπνά το ένστικτο της βιολογικής αυτοσυντήρησης, έτσι ξυπνά και αυτό της πολιτισμικής ή ακόμα και της εθνικής στα κοινωνικά άτομα. Άλλωστε, μια οικονομία βασισμένη σε κεϋνσιανά πρότυπα είναι αδύνατο να λειτουργήσει εντός μιας αχαλιναγώγητης παγκοσμιοκρατίας, δίχως τη συντήρηση τοπικών, ή έστω εθνοκρατικών, θεσμών ικανών να ελέγχουν τη ρευστότητα με τέτοιο τρόπο ώστε η τοξικότητα των αγορών να μην πλήττει τις πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού.

Πριν και μετά την πανδημία: ανάπτυξη, πρόοδος και θνητότητα στην ιική πραγματικότητα

Η επιστήμη, η πιστή αυτή θεραπαινίδα των καιρών, ανίκανη να απαντήσει στα επίμονα ερωτήματα που τις θέτει ο απεγνωσμένος ακόλουθός της, κατολισθαίνει σε ανυποληψία, χλευάζεται, λοιδορείται. Από αυτή την πνευματική κατάσταση ξεπηδούν οι φανταστικές ιστορίες της όψιμης εργογραφίας του Maupassant και, κυρίως, το σπουδαιότερο αφηγήμά του, ο «Horla», κείμενο που διαβάζοντάς το ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια μακράς έντασης υπαρξιακή δοκιμασία του αφηγητή-Maupassant, ικανή να φανερώσει τις οδυνηρές αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής.

Μεσαίωνας

Η μνησικακία αυτή των αριστερών συστημικών διανοούμενων, ισάξια αυτής των θρησκόληπτων, η οποία και εκδηλώνεται τώρα εξ αιτίας του γενικευμένου φόβου και του πανικού που προκαλεί η επιδημία, φανερώνει κι αυτή με τη σειρά της κάτι πολύ βαθύτερο για τα κίνητρα της πολεμικής τους. Η εχθρότητα για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν πηγάζει από κάποια γενικότερη ειλικρινή και συνεπή αντιμεταφυσική στάση (όπως π.χ. συμβαίνει στον Νίτσε, ο οποίος θα χλεύαζε τις δακρύβρεχτες εκκλήσεις για αλληλεγγύη και υπευθυνότητα): το πρόβλημά τους δεν είναι γενικά η θρησκεία – δύσκολα εξ άλλου θα μπορούσαμε να φανταστούμε τους ίδιους ανθρώπους να εκτοξεύουν τις πολεμικές αυτές κραυγές και τις κατηγορίες ενάντια στο Ισλάμ ή τον Βουδισμό – αλλά ο πλησίον, αυτός ο πλησίον που είναι για μας καθρέφτης και αδελφός και ο οποίος μας σκανδαλίζει με τη «διαφορετικότητά» του.

Το τέλος του κόσμου: ήρωες σε εποχές πανδημίας

Ο ποπ κόσμος, ή αλλιώς ο σύγχρονος κόσμος, αυτός των ανθρώπων hic et nunc, τώρα απειλείται και σύντομα θα καταστραφεί, πολύ νωρίτερα από ό,τι είμαστε σε θέση να αντέξουμε, εξαιτίας μιας δαιμονικής συνωμοσίας, από κάποιον αδίστακτο τρομοκράτη, από ανθρωποιημένους πιθήκους που θα μας υποδουλώσουν, από εξωγήινους ή από έναν ιό. Ωστόσο θα παραμείνουν οι λίγοι, πολύ λίγοι, επιζώντες που θα επιβιώσουν μέσα στη μιζέρια και τη δυστυχία, ξεσπώντας στις βρωμερές αθλιότητες που ως άνθρωποι είμαστε ικανοί να πράξουμε σε ένα κόσμο χωρίς νόμο και χωρίς ηθική.

Πάσχα 262 μ.Χ: επιστολή περί σωφροσύνης και καρτερίας εν καιρώ επιδημίας

Ήταν γύρω στο Πάσχα στην Αλεξάνδρεια του 262. Έχει ξεσπάσει εμφύλια διαμάχη και πείνα και στο κατόπιν έπεσε πανούκλα (συνηθισμένα κακά για την πόλη των περήφανων Αλεξανδρέων) και τσάκισε την πόλη. Σ’ αυτές τις συνθήκες γιόρτασαν οι χριστιανοί το Πάσχα (αυτή είναι η γιορτή κι η πανήγυρη που μνημονεύεται). Γράφει ο Διονύσιος, επίσκοπος της μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας, για εκείνη την περίσταση (η επιστολή αυτή του Διονυσίου διασώζεται στου Ευσέβιου Καισαρείας την Εκκλησιαστική Ιστορία, βιβλίο Ζ΄, 22.2-10)

Το σπίτι στον καιρό της επιδημίας: τόπος εγκλεισμού ή οίκος αποκλειστικότητας;

Στον Όμηρο το σπίτι είναι ο τόπος ανάπαυσης μετά τον πόλεμο, η ξεκούραση μετά τη δοκιμασία. Για τον Οδυσσέα η Ιθάκη είναι η νεότητα και η ελπίδα, η αγάπη, τα χωράφια του, τα ζώα, τα ηλιοβασιλέματα, γι’ αυτό και θέλει να επιστρέψει. Η οικία είναι σκέπη, προστασία, σκιά. Γι’ αυτό οι Μογγόλοι ξέρανε ότι η πιο πρακτική λύση είναι η σκηνή: ένα καταφύγιο πάντα ίδιο και πάντα διαφορετικό, ιδανικό να συντροφεύει μια ζωή κατακτήσεων. Παρομοίως, ο μοναχός ποιητής Saigyo ξεκουραζόταν στη σκιά των κερασιών, ενώ ο ποιητής Basho έφτιαχνε το ταπεινό του κατάλυμα από φύλλα μπανανιάς. Η μονιμότητα ενός σπιτιού τρομοκρατούσε αυτούς τους Δασκάλους του εφήμερου.

Δεκαήμερον (Decameron) του Βοκάκιου – το ιταλικό βιβλίο του 14ου αιώνα ως οδηγός επιβιώσης στον Κορωνοϊό

Μετάφραση/προλογισμός: Μιχάλης Θεοδοσιάδης και Γιώργος Κουτσαντώνης  Το βασικότερο που πρέπει να ειπωθεί για τον Ιταλό Τζιοβάνι Βοκάκιο (Giovanni Boccaccio/εξελληνισμένο Ιωάννης Βοκάκιος), που έζησε από το 1313 ως το 1375 μ.Χ στην Φλωρεντία, είναι ότι ήταν ένας πραγματικά μεγάλος ουμανιστής της εποχής του. Και την εποχή εκείνη ουμανιστής σημαίνει κατά βάση γνώστης των λατινικών και των αρχαίων ελληνικών, επομένως των μεγάλων στοχαστών της αρχαιότητας. Ωστόσο ο Βοκάκιος δεν περιορίζεται σε αυτές τις μελέτες και διευρύνει τους ορίζοντές τους μελετώντας τη λαϊκή λογοτεχνία. Το ιδιαίτερα περίεργο και ευαίσθητο πνεύμα του τον οδηγεί σε πρωτότυπες χρήσεις του λόγου συνδυάζοντας αυτούς τους δυο φαινομενικά αντίθετους πόλους (την κλασική με την λαϊκή παιδεία). Με το έργο του πειραματίζεται νέους γλωσσικούς συνδυασμούς και υπό μια έννοια θέτει υπό αμφισβήτηση το «γλωσσικό ζήτημα» της εποχής που ήθελε τα λατινικά και τα αρχαία ελληνικά (μόνον αυτά τα δύο) να είναι σε θέση να εκφράσουν τα υψηλότερα και τα βαθύτερα νοήματα σε σχέση με την απλούστερη και λαϊκή γλώσσα που μπορεί να εκφράζει κυρίως χαμηλές, δεύτερες και χυδαίες έννοιες. Προϊόν αυτής της βαθιάς γνώσης …

Τζωρτζ Στάινερ – Υπέρ λογοτεχνίας

Αν ο κώδικας οφείλει την επιτυχία του ως επικοινωνιακό σύστημα στην απρόσωπη και μηχανική του δομή, το έργο τέχνης ζει και αναπνέει χάρη στην ανιδιοτελή προσφορά του δημιουργού, απ’ τη μια μεριά, και χάρη στη σύναψη μιας ελεύθερης σχέσης από την μεριά του κοινού, απ’ την άλλη. Ο Στάινερ τοποθετεί απέναντι στην ορθολογική επιχειρηματολογία του επιστημονικού θετικισμού την λογοτεχνική πράξη, όχι ως λογικό αντεπιχείρημα, αλλά ως ζωντανή απόδειξη περί του αντιθέτου. Το γεγονός και μόνο ότι είμαστε ικανοί να προσλαμβάνουμε και να κατανοούμε ένα έργο τέχνης, το οποίο βασίζεται σε ένα καθαρά αυτοαναφορικό σύστημα σημείων, είναι για τον Στάινερ η απτή απόδειξη ότι στη φόρμα του έργου ενυπάρχει το νόημα.

Page 1 of 23
1 2 3 23