Αναλύσεις

Ο Frank Furedi για την υποτίμηση της ανεκτικότητας (βίντεο)

Δίχως αμφιβολία, το ιδανικό της ανοχής που βασίζεται στον πρώιμο φιλελευθερισμό, αποτελεί βασικό θεμέλιο των δυτικών κοινωνιών. Ωστόσο, η ανοχή έχει επαναπροσδιοριστεί έτσι ώστε να υποδηλώνει την αποδοχή της διαφορετικότητας ως τέτοια, δίχως όμως να προάγει -ή έστω να επιτρέπει- την κριτική σε αυτήν. Όπως αναλύει ο Frank Furedi, οι φιλελεύθεροι στοχαστές, από τον Bayle, τον Locke [1] και έπειτα, συνέδεσαν την ανοχή με την με την πράξη και την κρίση. Καί τα δύο αυτά συστατικά, όπως υποστήριξε η Hannah Arendt [2], συνθέτουν το δημόσιο πεδίο. Δίχως την κρίση, η ανεκτικότητα χάνει το πραγματικό της νόημα.

Αφρική, μετανάστευση και νεοαποικιοποίηση

Εάν κάποτε η αποικιοκρατία των δυτικών ήταν εκείνη που κατάστρεφε τις τοπικές οικονομίες της Αφρικής, σήμερα είναι το χρέος, οι πολυεθνικές και οι κερδοσκόποι που συνεχίζουν το ευάρεστο έργο. Από επίσημες εκθέσεις και προβλέψεις μεγάλων διεθνών οικονομικών οργανισμών (όπως το ΔΝΤ, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ), τα τελευταία 60 χρόνια, σχετικά με την πορεία της αφρικανικής οικονομίας, προκύπτει το εξής συμπέρασμα: η βοήθεια της Δύσης (οικονομική, τεχνο-γνωσιακή και ανθρωπιστική) οδήγησε, στην κυριολεξία, σε μια θετική οικονομική μετάλλαξη της ηπείρου. Ωστόσο αυτή η τρέχουσα αφήγηση, που αφορά την μεταποικιακή περίοδο, απέχει κατά πολύ από την πραγματικότητα. Παραπληροφόρηση, ασάφειες και αποσιωπήσεις έχουν κυρίως δυο στόχους:

Frank Furedi – Περί κυρίαρχου λαού

Η σύγχρονη αντιλαϊκιστική ρητορική ελάχιστα διαφέρει από τις αντιδημοκρατικές επιθέσεις εναντίον του Αθηναϊκού δήμου κατά την εποχή της αρχαιότητας. Και οι δύο ρητορικές εμπνέονται από την περιφρόνηση προς τον ίδιο τον λαό, την οντότητα που οι κλασσικοί φιλόσοφοι αποκαλούσαν «οι πολλοί». Μια τέτοια διάθεση προς τους πολλούς συνοδεύτηκε από την πεποίθηση ότι θα ήταν καλύτερο η πολιτική να αποτελεί τέχνη των ολίγων. Ως εκ τούτου, αντιλαϊκιστές ιδεολόγοι -τότε και τώρα- τάσσονται σφόδρα ενάντια στην αρχή της πλειοψηφίας. Ισχυρίζονται ότι οι πολλοί (δηλαδή η πλειοψηφία) θα χρησιμοποιήσουν τη δυνητική τους δύναμη για να εκφοβίσουν και να εξαναγκάσουν όλους τους άλλους. Στις μέρες μας, τέτοια αντιλαϊκιστικά συναισθήματα αποτελούν κοινό τόπο στους κύκλους των πολιτικών και πολιτισμικών ελίτ…

Η μετεξέλιξη της ειρωνείας, μια σύγχρονη κοινωνικοπολιτική μάστιγα

Όταν όμως η γλώσσα φτάνει να μιλά με «αποστάγματα» και παρασκήνια τελικά οδηγεί στην αποδοχή ακόμη και ύπουλων μορφών καταπίεσης, όπως και στον φασισμό. Αυτή η δυναμική οδηγεί στην ανάδυση ενός νέου κυνισμού που δεν έχει καμία σχέση με τον αρχαίο ο οποίος πράγματι αμφισβήτησε την εξουσία μέσω της εξύμνησης της αυτάρκειας του ανθρώπου, της γαλήνης και της ηρεμίας του, εφαρμόζοντας μια φιλοσοφία της πρόκλησης, πλην όμως μιας καλής και αγαθής ζωής. Αντίθετα ο σύγχρονος κυνισμός εμφανίζεται ως ένας μηδενισμός που εκφράζεται συχνά από μοδάτα και νευρωτικά άτομα. Είναι μια «ψευδώς φωτισμένη συνείδηση» που χρησιμοποιείται αντιδραστικά και εργαλειακά μόνο και μόνο για να αντιμετωπίσει, με τρόπο αναισθητοποιημένο, το καθημερινό στρες που έχει επιφέρει ο μαζικός (υπερ)ανταγωνιστικός κόσμος.

Το στυλ και η κανονικοποίηση της σκέψης

Σε επίπεδο πολιτικής επικοινωνίας (και όχι μόνο) η κατάλληλη επιλογή στυλ και οι διαφορετικές κλιμακώσεις των παραπάνω στοιχείων (έλλειψης-πληρότητας, φωτός, ήχου, κίνησης και άλλων) δημιουργούν κατάλληλες επικοινωνιακές συνθέσεις των οποίων η επιρροή, και ενίοτε η ηθελημένη χειραγώγηση, που ασκούν πάνω στους αποδέκτες, είναι από πριν γνωστή. Σε βαθμό που το ίδιο το αντικείμενο μπορεί να παραγκωνίζεται, να υποσκιάζεται ή και να χάνει το νόημα του, προκειμένου η επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα να είναι το δυνατό μεγαλύτερη. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα σε μεγάλο βαθμό μέσα στο ίντερνετ, όχι μόνο με τα ιντερνετικά μιμίδια, αλλά και μια σειρά από άλλες εκφράσεις, για τις οποίες όπως είπαμε, το σημαντικότερο είναι η τελική επικοινωνιακή απόδοση. Οι τεχνικές επιλογής και διαμόρφωσης του περιεχομένου (SEO) πολλών χιλιάδων (αν όχι εκατομμυρίων) ιστοσελίδων -που συνθέτουν αυτό που ονομάζουμε σκουπίδια του ίντερνετ- δίνουν ένα τυπικό παράδειγμα της «λογικής» όπου η επισκεψιμότητα βρίσκεται σε επίπεδο σαφώς ανώτερο από το περιεχόμενο της ιστοσελίδας. Πέρα από τις ψηφιακές χωματερές, ας σκεφτούμε ένα ακόμη παράδειγμα…

Η ελληνική ανεκτικότητα και η ρητορική της δημοφοβίας

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι δεν είμαστε πάντα σε ετοιμότητα να καταλάβουμε σε ποιες ωδές πρέπει να κλείνουμε τ’ αυτιά μας, γιατί δυστυχώς κάθε τόπος έχει και τις Σειρήνες του. Αυτές μάλιστα έχουν συχνά την μορφή προβεβλημένης «αυθεντίας» ή έγκριτου, εντέχνως θελκτικού, think tank που προσπαθεί να παραπληροφορήσει και να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη, βαπτίζοντας τον αυτονόητο αντίλογο, ακόμη και τη στοιχειώδη λογική: «λαϊκισμό». […] Αν κάτι φάνηκε ξεκάθαρα τα τελευταία χρόνια, είναι ότι η μαζική σύγχυση εξυπηρετεί καλά τις απρόσωπες αγορές και το τοπικό οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κατεστημένο (establishment).

Κουλτουραλισμός, μια αλαζονική επίδειξη ιδεολογίας

Σήμερα η φυγή και η αποξένωση μοιάζει να έχει γίνει πηγή αντιποίνων και να έχει παρεισφρήσει στη γλώσσα. Αν κάποτε η γλώσσα ήταν αινιγματική, ασηπτική και σκοτεινή, στην τρίτη χιλιετία είναι ρεβανσιστική, χυδαία και άξεστη. Σήμερα η συζήτηση, σε οριζόντια ψηφιακή πλατφόρμα, είναι προνόμιο όλων μας. Το Facebook, ιδίως, επιτρέπει την καθημερινή τροφοδότηση της πολυλογίας που πολύ συχνά δεν οδηγεί στην εξαγωγή κάποιου ωφέλιμου συμπεράσματος. Μια πολυλογία και μια φλυαρία της ατάκας (Twitter) που καταλήγει να μην λέει απολύτως τίποτα. Επομένως, σήμερα τα πράγματα, από επικοινωνιακή άποψη, δεν πάνε και τόσο καλύτερα σε σχέση με το χθες, όπου τα διαθέσιμα μέσα επικοινωνίας ήταν σαφώς λιγότερα. Μάλιστα η εξέγερση στην οποία αναφέρεται παραπάνω ο Κρίστοφερ Λας, ίσως καταλήξει να σχετίζεται με το εφιαλτικό ενδεχόμενο όπου ο καθένας βλέπει τον άλλο ως εχθρό/εμπόδιο που πρέπει απλά να εξοντωθεί στο όνομα ενός άγνωστου και αόριστου στόχου.

Χάννα Άρεντ – Συλλογική ευθύνη

Υπάρχει ένα είδος ευθύνης για πράγματα που κάποιος δεν έχει κάνει· μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος γι’ αυτά. Όμως δεν μπορεί να είναι ή να νιώθει ένοχος για πράγματα που συνέβησαν χωρίς να συμμετέχει ενεργά σε αυτά. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό σημείο, που αξίζει να τονιστεί με απόλυτη σαφήνεια, σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία τόσοι πολλοί, καλοπροαίρετοι, λευκοί φιλελεύθεροι ομολογούν τα αισθήματα ενοχής τους όσον αφορά το ζήτημα των Νέγρων. Δε γνωρίζω πόσες περιπτώσεις τέτοιων εσφαλμένων συναισθημάτων έχουν υπάρξει στην ιστορία, γνωρίζω όμως ότι στην μεταπολεμική Γερμανία, όπου προέκυψαν παρόμοια προβλήματα σχετικά με όσα διαπράχθηκαν από το χιτλερικό καθεστώς εις βάρος των Εβραίων, η κραυγή «είμαστε όλοι ένοχοι», που αρχικά ακουγόταν τόσο μα τόσο ευγενής και δελεαστική, στην πράξη έχει εξυπηρετήσει μονάχα στο να απαλλάξει σε σημαντικότατο βαθμό όσους είναι πραγματικά ένοχοι.

Η νέα γενιά των περιπλανώμενων και τα αερόφυτα

Προκειμένου να δοξαστούν οι διαδικασίες του μαζικού ξεριζωμού και του παγκόσμιου ανακατέματος, το δημοσιογραφικό τσίρκο που πλαισιώνει τα κανάλια και τα μοντέρνα ΜΜΕ, εξυμνεί συνεχώς την λεγόμενη «ανοιχτή κοινωνία». Όμως ελάχιστοι επισημαίνουν ότι αυτή η πολυπόθητη «ανοιχτή κοινωνία» βασίζεται, κατά κύριο λόγο, στην τρομακτική ευελιξία του σύγχρονου τρόπου παραγωγής και ασφαλώς έχει πολιτικές και ανθρωπολογικές συνέπειες. Αυτές είναι ήδη ορατές στους νέους (ηλικιακά και μη) φανατικούς οπαδούς της παγκοσμιοποίησης. Βασικός ορίζοντας ζωής γίνεται αυτός των μόνιμων «διακοπών» στο εξωτερικό και της ασταμάτητης «ψυχαγωγίας» τύπου Netflix. Ένα μοντέλο όπου η ευζωία θεωρείται ταυτόσημη με την υιοθέτηση των φιλελεύθερων αμερικανικών συνηθειών όσον αφορά τον τρόπο (στυλ) ζωής και την κατανάλωση.

Οι νέοι, ο Νότος και οι ιταλικές εκλογές 2018

Από την άλλη σε αυτή την φάση της ιστορίας του δυτικού κόσμου, οι νέοι ηλικιακά πολίτες δεν δείχνουν να διψούν τόσο για πολιτική εξουσία και συμμετοχή, ως αναπόδραστο επακόλουθο της ταξικής τους θέσης, όσο για ελεύθερη βούληση, ίσους όρους και δικαιοσύνη. Δεν πιστεύουν πλέον στις λευκές επιταγές και στις υποσχέσεις και δεν χαρίζουν την εμπιστοσύνη τους σε αφηρημένες ιδέες και ανύπαρκτους αγωνιστές. Οι νέοι σήμερα -μπορεί να ζουν τις δικές τους αντινομίες και αντιφάσεις- όμως ζητούν χειροπιαστά πράγματα και αποτελέσματα. Τα παραπάνω ασφαλώς δεν σημαίνουν ότι έπαψαν οι κοινωνικές συγκρούσεις: η κοινωνική σύγκρουση είναι ακόμα εδώ, μάλιστα εμφανίζεται ιδιαίτερα ισχυρή, διότι ο νεοφιλελευθερισμός γίνεται όλο και πιο τερατώδης. Ένα σύστημα που μετατρέπει κάθε πόλη, κάθε γειτονιά και κάθε δρόμο σε μια αίθουσα αναμονής διεθνούς αεροδρομίου, που όλοι κάτι περιμένουμε, και που κανείς δεν καταλαβαίνει τί του γίνεται, πού πάει και πώς θα του ξημερώσει. Οι αναπαραστάσεις σήμερα έχουν αλλάξει και τα προβλήματα συνεχίζουν να συσσωρεύονται και να πιέζουν. Η προσπάθεια να κρατηθεί επ ‘αόριστον το μέλλον έξω από την Ιταλία και αυτή έξω από τις εξελίξεις, απλά επιδεινώνει το παρόν το οποίο εδώ και σχεδόν μια δεκαετία θυμίζει όλο και περισσότερο την αρχαιοελληνική τραγωδία που ζούμε στην Ελλάδα.

Go to top