Βιβλιοθήκη

Ορίζοντας την πολιτική

Στην καθημερινή της χρήση η «πολιτική» είναι μια βεβαρυμμένη λέξη πολύ συχνά έρμαιο προσχηματισμένων απόψεων. Πολλοί σκέφτονται την πολιτική σαν μια «βρώμικη λέξη» που ανασύρει εικόνες έντασης, διάσπασης, βίας, απάτης, χειραγώγησης, ψεύδους. Το 1775 ο Samuel Johnson είπε: «Η πολιτική δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα μέσο κοινωνικής ανόδου», ενώ ο Αμερικανός ιστορικός Henry Adams όρισε την πολιτική ως τη «συστηματική οργάνωση των εχθροτήτων». Για τον Max Weber «πολιτική είναι ο αγώνας για την κατάκτηση ή τη διανομή της εξουσίας… για τη νομή των δημοσίων θέσεων», ενώ για τον Paul Valéry «πολιτική είναι η τέχνη να εμποδίζεις τους ανθρώπους να ασχολούνται με ό,τι τους αφορά». Κάθε απόπειρα ορισμού της πολιτικής συνεπώς, προϋποθέτει την προσπάθεια απεμπλοκής του όρου από τέτοιου είδους προκατασκευασμένους συνειρμούς. Ακόμα και αναγνωρισμένες αυθεντίες δεν μπορούν να συμφωνήσουν πάνω στη φύση του αντικειμένου. Έτσι η πολιτική ορίζεται με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους: ως η άσκηση εξουσίας, η άσκηση αυθεντίας, η λήψη συλλογικών αποφάσεων, η κατανομή περιορισμένων πόρων, η πρακτική της εξαπάτησης και της χειραγώγησης κ.λπ.

Προτεραιότητα της πολιτικής έναντι της ηθικής – Γιώργος Ν. Οικονόμου

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο φιλόσοφος παραβλέπει γενικώς τις ανθρώπινες αδυναμίες, αλλά ότι στην πολιτική τελικώς γι’ αυτόν οι άποροι είναι οι κακοί, ενώ οι εύποροι είναι οἱ καλοὶ κἀγαθοί, οἱ ἐπιεικεῖς, οἱ βελτίονες, οι μοναδικοί κάτοχοι της αρετής που θα φροντίσουν εξ ορι­σμού (φύσει) για το κοινό συμφέρον. Η εικόνα των ανωτέρων στρωμάτων είναι εξιδανικευμένη, ιδεώδης και ωραιοποιημένη, όπως και η εικόνα της πολιτικής τους ικανότητας. Ο φιλόσοφος φαίνεται ότι αναζητεί και πιστεύει ότι υπάρχει στις ανώτερες τάξεις ένα πολιτικό υποκείμενο απαλλαγμένο από πάθη και αδυναμίες, παρεκκλίσεις και αδικίες, αποκαθαρμένο από ατομικές ανάγκες και ίδιο συμφέρον, δηλαδή από τα εξωτερικά αγαθά, κάτοχο ικανοτήτων και αρετών, εν τέλει ένα εξωπραγματικό και ιδεατό πολιτικό υποκείμενο.

Evandro Agazzi – Για την κρίση ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου

Μπροστά στις δυσκολίες αντιμετώπισης του προβλήματος προσανατολισμού και περιορισμού της πορείας της τεχνοεπιστήμης, σήμερα υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη πλην όμως παραπλανητική απάντηση στο ερώτημα αυτό: είναι απαραίτητο να «επιστρέψουμε στη φύση», να σταματήσουμε την ανάπτυξη του τεχνητού και να επιστρέψουμε στο φυσικό ή τουλάχιστον να υποτάξουμε το τεχνητό στο φυσικό. Αυτή η απάντηση είναι ανεπαρκής για διάφορους λόγους. Πρώτον…

Μαξ Νορντάου – Τα κατά συνθήκη ψεύδη

Ξεγελούμε τους ίδιους τους εαυτούς μας, παίζοντας μια αιώνια κωμωδία κοπιαστική, που αντίθετα από την συνήθεια απαιτεί μια συνεχή διά­ψευση των πεποιθήσεων και ιδεών μας, αυτή η κωμωδία που παίζουμε μας γεμίζει περιφρόνηση για τον ίδιο τον εαυτό μας και για τον κόσμο ολόκληρο, τις στιγμές που πραγματικά συναισθανόμαστε το τί κάνουμε. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις παίρνουμε επίσημο ύφος, μια αξιοπρεπή στάση, φορούμε ένα ένδυμα που μας εμφανίζει σαν γελωτοποιούς, δεί­χνουμε ένα ψεύτικο σεβασμό για καταστάσεις και πρόσωπα, που κατά βάθος περιφρονούμε, και παραμένουμε αναξιόπρεπα υποταγμένοι σε συνθήκες, που στη συνείδησή μας και στη λογική μας βρίσκουμε ως στερημένες βάσεως.

Christopher Lasch – ο συντηρητισμός ενάντια στον εαυτό του

Το ερώτημα που τίθεται είναι το εάν ο πολιτιστικός συντηρητισμός είναι συμβατός με τον οικονομικό φιλελευθερισμό, την πολιτική φιλοσοφία του καπιταλισμού. Επειδή, κατ’ αρχάς, η απάντηση θα εξαρτηθεί από το τι απλώς σημαίνει πολιτιστικός συντηρητισμός, θα πρότεινα να ξεκινήσει κανείς όχι με έναν αφηρημένο ορισμό του όρου, αλλά με μία ανάλυση του τρόπου με τον οποίο οι συντηρητικές αξίες εισχωρούν στην σημερινή διαμάχη σχετικά με την έκτρωση – το καλύτερο παράδειγμα της πολιτιστικής σύγκρουσης το οποίο διχάζει την αμερικανική κοινωνία.

Jean Claude Michéa – Για να τελειώνουμε με την Αριστερά/Δεξιά

Το σύγχρονο βασίλειο του πλασματικού κεφαλαίου και η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου -λόγω της ατελείωτης τεχνολογικής καινοτομίας- βασίζεται όλο και λιγότερο στην εργασία των ανθρώπων, αλλά περισσότερο σε μια πυραμίδα χρεών που δεν θα μπορέσουν να αποπληρωθούν ποτέ. Όμως τίποτε δεν μας εγγυάται ότι -σε αυτό το πεδίο με τα ερείπια που η Αριστερά έχει αφήσει πίσω της- ότι η περίοδος των καταστροφών θα έχει ένα αίσιο τέλος. Θα μπορούσε εξίσου εύκολα να οδηγήσει στην εμφάνιση ενός μετα-καπιταλιστικού κόσμου που θα θυμίζει, με πρωτοφανή τρόπο, κάτι από την ταινία «Μπραζίλ» του Τέρρυ Γκίλλιαμ με στοιχεία Mad Max. Αυτή άλλωστε ήταν και η ζοφερή προειδοποίηση που έκανε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, πριν από σχεδόν έναν αιώνα.

THOMAS PIKETTY, Για τον αξιοκρατικό εξτρεμισμό

Για τον αξιοκρατικό εξτρεμισμό[1]    Έχει ενδιαφέρον ότι οι μυθιστοριογράφοι του 19ου αιώνα δεν αρκούνται να περιγράφουν με ακρίβεια την ιεραρχία των περιουσιών και των εισοδημάτων του καιρού τους. Συχνά δίνουν μια πολύ συγκεκριμένη και απτή εικόνα των τρόπων ζωής και της καθημερινότητας που επιτρέπουν τα διάφορα εισοδηματικά επίπεδα. Διαβάζοντας, διακρίνουμε μερικές φορές μια προσπάθεια να δικαιολογήσουν την ακραία περιουσιακή ανισότητα της εποχής, με την έννοια ότι ανάμεσα στις γραμμές διαισθανόμαστε ότι αυτή και μόνο αυτή καθιστά δυνατή την ύπαρξη μιας έστω ισχνής κοινωνικής ομάδας που έχει τη δυνατότητα να ασχοληθεί με κάτι άλλο εκτός από την επιβίωσή της: σχεδόν αποτελεί προϋπόθεση για τον πολιτισμό. Η Τζαίην Ώστεν ειδικότερα αναφέρεται

Συνέχεια στο υπόλοιπο »

Άσπονδα ζευγάρια: Ο Διάλογος πλουσίων και πενήτων του Αλέξιου Μακρεμβολίτη

  The Prince and the Pauper Ο Mark Twain είναι ο συγγραφέας της νουβέλας Ο πρίγκιπας και ο φτωχός. Αν και το βιβλίο του συμπεριλαμβάνεται στην κατηγορία της νεανικής λογοτεχνίας, ο προνοητικός Mark Twain είχε φροντίσει από την πρώτη του έκδοση το 1882 να υποδείξει στον υπότιτλό του ότι το Ο πρίγκιπας και ο φτωχός ήταν «ιστορία γραμμένη για νέους όλων των ηλικιών». Πράγματι αξίζουν μεγαλύτερης προσοχής οι νύξεις του βιβλίου για το κοινωνικό οικοδόμημα που καταπατά το δίκαιο της φυσικής κατάστασης και διασκορπίζει τους ανθρώπους, αν και γεννημένους χωρίς κοινωνικές διαφορές μεταξύ τους, σε διαφορετικές μοίρες. Το κύριο θέμα της ιστορίας είναι λίγο πολύ γνωστό. Δύο αγόρια γεννημένα την

Συνέχεια στο υπόλοιπο »

Πασκάλ Μπρυκνέρ – Υγεία, σεξουαλικότητα, αγωνία

Μονάχα ένας άρρωστος μπορεί να θεωρεί πως «η υγεία είναι ευτυχία2». Για κάποιον που είναι καλά στην υγεία του, αυτή είναι απλώς μια δεδομένη κατάσταση. Κάνοντάς την το ισοδύναμο της ευτυχίας, υπονοούμε πως είμαστε όλοι μας ετοιμοθάνατοι δίχως να το ξέρουμε και πρέπει να το μάθουμε. Στο εξής, πρέπει μονίμως να σωζόμαστε από κάτι, από μια υπερβολικά υψηλή πίεση, από μια πεπτική δυσλειτουργία, από μια τάση προς παχυσαρκία, ποτέ δεν είμαστε αρκετά λεπτοί, αρκετά μυώδεις, αρκετά ηλιοκαμένοι. Το θεραπευτικό ιδεώδες γίνεται μια έμμονη ιδέα που δεν μας εγκαταλείπει ποτέ και που τα μίντια και οι γύρω μας μάς την υπενθυμίζουν ασταμάτητα. Στο όνομα αυτής της νόρμας, που γίνεται ακόμα πιο βαριά με την προληπτική ιατρική και τη γενετική ανίχνευση, γινόμαστε όλοι μας δυνάμει ανάπηροι που επιτηρούν με αγωνία τα περιττά κιλά τους, τον καρδιακό τους ρυθμό, την ελαστικότητα του δέρματός τους…

Αισχύλος: το βασίλειο του φόβου και της αγωνίας

O φόβος της τιμωρίας είναι κάτι πιο αποτρόπαιο. Και αυτή εί­ναι η μορφή που προτιμούν οι ρεαλιστές πολιτικοί άρχοντες του Σοφοκλή: «Ποτέ, σε μια πόλη, οι νόμοι δεν θα είχαν την απαιτού­μενη δύναμη, αν δεν υποστηρίζονταν από τον φόβο (δέος), και μια στρατιά δεν θα είχε σοφή πειθαρχία, αν δεν την υπερασπίζονταν ο φόβος και ο σεβασμός (φόβου-αιδούς). Όσο γεροδεμένος κι αν είναι από τη φύση του κανείς, πρέπει να έχει στο νου του ότι μπορεί να πέσει ακόμα και από ένα μικρό κακό. Όποιος αισθάνεται φόβο και σεβασμό (δέος-αισχύνη), να το ξέρεις καλά, έχει ελπίδες σωτη­ρίας… Ένας σωτήριος φόβος πρέπει πάντα (δέος… καίριον) να υπάρχει»

Go to top