Η φρίκη του πολέμου (1638-1639)- Peter Paul Rubens

Γενικοί ορισμοί και διευκρινήσεις

Ο Πανεθνικισμός (pan-nationalism) είναι ένας σύνθετος όρος που προέρχεται από τα ελληνικά, «πᾶν» και τα γαλλικά: nationalisme, «εθνικισμός». Σε γενικές γραμμές χρησιμοποιείται, κυρίως στις κοινωνικές επιστήμες, για να περιγράψει τα ιδεολογήματα (για κάποιους τις μορφές εθνικισμού) που προσπαθούν να ξεπεράσουν τα παραδοσιακά όρια των βασικών εθνικών ταυτοτήτων, προκειμένου να δημιουργηθεί μια «υψηλότερη» πανεθνική ταυτότητα (all-inclusive), βασισμένη σε διάφορα κοινά στοιχεία και παρονομαστές. Σε σχέση με τον κλασικό κρατικό εθνικισμό (civic nationalism), ο πανεθνικισμός εκδηλώνεται μέσα από διάφορα πολιτικά κινήματα που υποστηρίζουν τη δημιουργία «ανώτερων» (πανεθνικών) μορφών πολιτικής ταυτότητας, οι οποίες βασίζονται σε μια περιφερειακή ή ηπειρωτική ομάδα εθνικών κρατών ή γεωγραφικής περιοχής (όπως: Παν-Αμερικανισμός, Παν-Αφρικανισμός, Παν-Αραβισμός, Παν-Ιρανισμός, Παν-Tουρανισμός ή Παν-Tουρκισμός). Όσον αφορά τον λεγόμενο εθνοτικό εθνικισμό (ethnic nationalism), ο πανεθνικισμός μπορεί επίσης να εκδηλωθεί μέσω συγκεκριμένων εθνικών κινημάτων που υποστηρίζουν τη δημιουργία επίσης «ανώτερων» (πανεθνικών) μορφών κοινής ταυτότητας που βασίζονται σε εθνοτικές ομάδες (για παράδειγμα: Παν-Γερμανισμός ή Παν-Σλαβισμός).

Πριν περάσουμε στην τουρκική εκδοχή του (Παν-τουρανισμός), για να προσεγγίσουμε ορθά τον πανεθνικισμό, πρέπει να τονίσουμε ότι, σε αντίθεση με το κράτος, το έθνος αποτελεί λιγότερο δημιούργημα της νεωτερικότητας και περισσότερο μια οντότητα προγενέστερη (όπως, πάνω κάτω, είχαν ισχυριστεί οι εθνοσυμβολιστές). Αυτή η διαπίστωση είναι ιδιαίτερης σημασίας καθώς η σύγχυση που συχνά επικρατεί πάνω σε αυτό το ζήτημα (δηλαδή της ιστορικής ταύτισης του έθνος με το κράτος), δημιουργεί πληθώρα προβλημάτων στην ανάλυση των πολιτικών φαινομένων. Στον ίδιο βαθμό ο πανεθνικισμός δεν ταυτίζεται (ιστορικά και εννοιολογικά), με τον «εθνικισμό» όπως τον έζησε ο κόσμος κατά τη νεωτερικότητα. Στην  πραγματικότητα  ο πανεθνικισμός είναι μια ευρύτερη και παλαιότερη μορφή «εθνικισμού» που ξεχωρίζει κατά βάση για τους ιδιαίτερα εκτεταμένους εδαφικούς του ισχυρισμούς και για τον ορισμό του έθνους ως ένα ιδιαίτερα ευρύ σύνολο συναφών πολιτισμών ή και εθνοτικών ομάδων. Συνέπεια αυτή της οπτικής είναι μια «εθνοτική ομάδα» να μπορεί να κατανέμεται μεταξύ πολλών κρατών. Για κάποιους ο πανεθνικισμός προέκυψε από τον ευρωπαϊκό εθνικισμό του δέκατου ένατου αιώνα, ξεκινώντας από το κίνημα του Παν-σλαβισμού, το οποίο αναπτύχθηκε ανάμεσα σε διάφορα σλαβικά έθνη στις αυστροουγγρικές και τουρκικές αυτοκρατορίες. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, μπορούμε να μιλάμε για πανεθνικισμό αναλογιζόμενοι το παράδειγμα της Κίνας η οποία έχει μια χιλιετή παράδοση πολιτιστικής και διοικητικής ενότητας, αλλά στο λεγόμενο “Zhonghua minzu” (Κινεζικό Έθνος), εκτός από την πλειοψηφία της μεγάλης εθνοτικής ομάδας Χαν, συνυπάρχουν τουλάχιστον άλλες 50 εθνοτικές μειονότητες.

Αν υπάρχει κάτι κοινό με το νεωτερικό/κρατικό εθνικισμό (civic nationalism) είναι ότι και οι δύο ιδεολογίες συμμερίζονται την ιδέα πως το έθνος είναι η πρωταρχική οντότητα που συγκροτεί την ανθρώπινη κοινωνική ζωή, η οποία, με τη σειρά της, είναι και η μόνη νόμιμη βάση ενός κράτους. Θα χρειαστεί να κάνουμε κάποιες σημαντικές αποσαφηνίσεις: o λεγόμενος Παν-Γερμανισμός, για παράδειγμα, θα μπορούσε να ενταχθεί στα πλαίσια του πανεθνικισμού, ωστόσο η μορφή του είναι μονο-εθνοτική, ακριβώς όπως και ο «τυπικός» εθνικισμός. Σε αυτήν την περίπτωση, του Παν-Γερμανισμού, το πρόθεμα «παν» χρησιμοποιείται απλά και μόνο επειδή οι γερμανικές εθνοτικές ομάδες είναι διαδεδομένες σε όλη την Κεντρική Ευρώπη. Ωστόσο, στην περίπτωση της Τουρκίας, με την οποία θα καταπιαστούμε σε αυτή την ανάλυση, ο πανεθνικισμός μιλάει για ένα μωσαϊκό από διάφορους «τουρκικούς λαούς» σε αντίθεση με την κλασική έννοια του έθνους-κράτους που προβλέπει μια ενιαία εθνικότητα, πολιτισμό και γλώσσα. Θα πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι ο πανεθνικισμός δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τον αλυτρωτισμό, αν και εντός του μπορεί να παρουσιάζει φαινόμενα αλυτρωτισμού. Οι κλασικοί, κατά τη νεωτερικότητα, εθνικιστές δικαιολογούν την επανένωση μιας περιοχής βασιζόμενοι στο γεγονός ότι αυτή είναι η πατρίδα ενός έθνους. Εδώ ο παράγοντας «κλίμακα» διαδραματίζει έναν ουσιαστικό ρόλο: μια Μεγάλη Αλβανία, ακόμη και στο ευρύτερο όραμα της, παραμένει περιορισμένη στο εδαφικό επίπεδο επομένως δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «Παν-Αλβανισμό». Από την άλλη μια Μεγάλη Γερμανία, μαζί με τις γειτονικές περιοχές που μιλούν γερμανικά, ενδεχομένως θα ξεπερνούσε κατά πολύ τα 100 εκατομμύρια κατοίκους και ως εκ τούτου θα μπορούσε, υπό κάποιες προϋποθέσεις, να ονομαστεί «Παν-Γερμανία». Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο πανεθνικισμός δεν ταυτίζεται με την επανένωση ενός έθνους της διασποράς (όπως π.χ. στην περίπτωση του Σιωνισμού), που στοχεύει να συγκεντρώσει τις παγκοσμίως διεσπαρμένες κοινότητες σε μια προγονική πατρίδα. Άλλωστε ακόμη και οι αποικίες δεν εμπίπτουν στον ορισμό του έθνους, καθώς οι αποικιστές και οι αποικισμένοι συνήθως αναγνωρίζουν ρητά ότι δεν μοιράζονται εθνικότητα, πολιτισμό και γλώσσα.

Ο ιδιόμορφος πανεθνικισμός της μοντέρνας Τουρκίας

Η σύγχρονη Τουρκία καταλαμβάνει μια γεωγραφική περιοχή που παλαιότερα στέγαζε την καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την πτώση της αυτοκρατορίας και υπό την τεράστια ακτινοβολία της Δύσης, οι κρατικοί θεσμοί της Τουρκίας μετατράπηκαν σκόπιμα σε θεσμούς δυτικού τύπου. Αυτό έγινε, από το κεμαλικό καθεστώς, ώστε να δημιουργηθεί μια τεχνητή ασυνέχεια με τους ισχυρούς προνεωτερικούς θεσμούς (σουλτανικού τύπου) που είχαν προηγηθεί και είχαν σημαδέψει βαθιά τους Τούρκους. Αυτό που σήμερα εντοπίζουμε ως ιδιόμορφο τουρκικό πανεθνικισμό, ασφαλώς διαφέρει από την παλινόρθωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας ως είχε (άλλωστε, μια οθωμανική παλινόρθωση, με τους όρους τους παρελθόντος, στις μέρες μας θα ήταν αδύνατη). Ο τουρκικός πανεθνικισμός αποτελείται από ένα μείγμα διαφορετικών συστατικών στοιχείων. Πρώτον διακρίνεται από ένα ισχυρό τουρκικό εθνικιστικό συναίσθημα (το «εθνικιστικό» εδώ νοείται με νεωτερικούς ή Κεμαλικούς όρους) που καλλιεργείται μέσω του ερντογανικού λαϊκισμού. Δεύτερον, παρουσιάζει, κυρίως στους πληθυσμούς της βαθύτερης Ανατολής, ένα ρεύμα Παντουρκισμού (δηλαδή προώθησης της ενοποίηση όλων όσων ιστορικά θεωρούνται τουρκικοί λαοί). Τρίτον, ειδικά μετά την οθωμανική στροφή του Ερντογάν, βλέπουμε να αναδύονται καί μορφές Τουρανισμού, δηλαδή ιδεών περί της ενοποίησης των τουρκικών λαών/φυλών μαζί με άλλους συναφείς λαούς (με όρους φυλετικούς, γλωσσικούς, θρησκευτικούς). Αναφερόμαστε σε λαούς που βρίσκονται σε περιοχές της Κεντρικής Ασίας, στην Ουγγαρία, την Φινλανδία, στην Βόρεια Αφρική αλλά και στην Κορέα, στην Ιαπωνία και στην Κίνα (Ουιγούροι). Τέταρτον, χρησιμοποιείται το θρησκευτικό στοιχείο (ιδίως το Σουνιτικό Ισλάμ) ως αλυσίδα ισοδυναμίας με στόχο την κατασκευή μιας ενιαίας ταυτότητας. Βεβαίως, το θρησκευτικό στοιχείο από μόνο του δεν αρκεί, δεδομένου ότι δεν ασπάζονται το Σουνιτικό Ισλάμ όλα τα Τουρκικά φύλα (επίσημη θρησκεία του Αζερμπαϊτζάν, για παράδειγμα, είναι το Σιιτικό Ισλάμ, ενώ ένα, μικρό μεν, αλλά υπολογίσιμο ποσοστό τουρκικών εθνοτήτων είναι Χριστιανοί).

Θεωρούμε ότι η γείτονας έχει εισέλθει σε μια ιστορική περίοδο όπου οι πανεθνικιστικές βλέψεις των τουρκικών κυβερνήσεων έχουν γίνει μονόδρομος, τόσο για τον Ερντογάν, όσο και για οποιονδήποτε άλλο Τούρκο Πρόεδρο ο οποίος ενδεχομένως θα μπορούσε να τον διαδεχθεί. Αυτό, κατ’ επέκταση, αφορά και την μεγάλη πλειοψηφία της τουρκικής κοινωνίας, ιδίως της βαθιάς ανατολικής Τουρκίας, η οποία αυξάνεται πληθυσμιακά με γοργό ρυθμό (σε αντίθεση με τον πληθυσμό της «φιλελεύθερης Τουρκίας» των δυτικών παραλίων). Η σημερινή Τουρκία για να πετύχει τον βασικό στόχο της, που δεν είναι άλλος από την ανάδειξή της σε μια σύγχρονη υπερδύναμη, δεσποτικού τύπου, από τις πέντε ισχυρότερες στον πλανήτη:

1) χρησιμοποιεί τον αναθεωρητισμό, αμφισβητώντας ανοιχτά Διεθνείς Συνθήκες, όπως αυτή τη Λωζάνης, προωθώντας, πλέον ξεκάθαρα, έναν επεκτατισμό, νεο-Οθωμανικού και μιλιταριστικού τύπου,

2) αναζητά την, δυτικού τύπου, πολιτική αλληλεγγύη σε αυτά που παρουσιάζει ως δίκαια αιτήματά της (στο Αιγαίο και αλλού). Στήριξη που καλλιεργεί συστηματικά και στη δυτική κοινή γνώμη προσπαθώντας να καταγγείλει την δυτική αποικιοκρατία ή να δυσφημίσει την Ελλάδα παρουσιάζοντας την ως μια χώρα αυταρχική που δεν σέβεται το Διεθνές Δίκαιο και που η στάση της δεν είναι αρκούντως ανθρωπιστική απέναντι στα δεινά των προσφύγων. Ταυτόχρονα επιδιώκει τη συναίνεση (consensus), άλλοτε ρητή και άλλοτε σιωπηρή, χωρών όπως η Γερμανία, η Ρωσία, το Κατάρ, η Σομαλία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Κίνα, κ.α.,

3) στοχεύει σε στρατηγικές συμμαχίες που θα της εξασφαλίσουν οικονομικές ενισχύσεις, αλλά και το συγκριτικό πλεονέκτημα, έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, στα μεγάλα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου και στα άλλα μέτωπα.

Η στάση και ο κρίσιμος ρόλος της Ελλάδας

Πριν φτάσουμε στον κρίσιμο ρόλο της Ελλάδας θα χρειαστεί να κάνουμε, για μια ακόμη φορά, μια αναφορά στην παράδοση του «πολιτικού ρεαλισμού» την αρχαιότερη δηλαδή θεωρία διεθνούς πολιτικής/διεθνών σχέσεων. Οι απαρχές του ρεαλισμού, πράγματι, βρίσκονται στον Πελοποννησιακό Πόλεμο του Θουκυδίδη (431 π.Χ.), αλλά και στο κλασικό έργο στρατηγικής του Σουν Τζου, Η Τέχνη του Πολέμου, που γράφτηκε περίπου την ίδια περίοδο στην Κίνα. Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε και επικαιροποιήθηκε σημαντικά από μεγάλες προσωπικότητες της σκέψης, όπως ο Machiavelli και ο Thomas Hobbes. Σε γενικές γραμμές, ο ρεαλισμός θεμελιώνεται πάνω στην πολιτικής της ισχύος και στην επιδίωξη των εθνικών συμφερόντων. Σημαντικοί ρεαλιστές στοχαστές του προηγούμενου αιώνα, όπως ο E. H. Carr (1939) και ο Hans Morgenthau (1948), άσκησαν δριμεία κριτική στην ιδεαλιστική πίστη στον διεθνισμό και τη φυσική αρμονία. Ο Carr μάλιστα υποστήριξε πως η αφέλεια του ιδεαλισμού, την περίοδο του μεσοπολέμου, ήταν αυτή που δεν επέτρεψε στους πολιτικούς (και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού) να συνειδητοποιήσουν και να σταματήσουν την γερμανική επέκταση με όλες τις οδυνηρές συνέπειές της.

Αυτό που έχει ξεκάθαρο στο μυαλό του ο Ερντογάν είναι ότι η διεθνής πολιτική, και σήμερα όπως πάντα, διεξάγεται σε συνθήκες ζούγκλας («φυσική κατάσταση») η οποία χαρακτηρίζεται από αναρχία και όχι από τάξη και αρμονία. Επομένως σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα κάθε κράτος είναι αναγκασμένο να τα βγάλει πέρα μόνο του, δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα στα ίδια εθνικά συμφέροντα που συμπίπτουν και ορίζονται θεμελιωδώς ως επιβίωση του έθνους-κράτους και υπεράσπιση της επικράτειάς του. Ωστόσο αναρχία στις διεθνείς σχέσεις δεν σημαίνει ακατάπαυστη σύγκρουση και αδιάκοπο πόλεμο, όλων εναντίων όλων. Αντιθέτως, για την ρεαλιστική παράδοση, κινητήριος δύναμη (και ζητούμενο) είναι η αναζήτηση και επίτευξη μιας ισορροπίας δυνάμεων. Επιπλέον, ο ρεαλισμός δεν είναι ταυτισμένος ούτε με τη δημοκρατία, ούτε με τη δεσποτεία· θα μπορούσε να συνδεθεί με οποιοδήποτε πολίτευμα και κάθε ιδεολογία. Το βασικό σκεπτικό είναι ότι τα διάφορα κράτη, έχοντας ως γνώμονα το εθνικό συμφέρον και την ασφάλειά τους, συμμετέχουν σε συμμαχίες που όταν εδραιωθούν μπορούν να εξασφαλίσουν μεγάλες περιόδους ειρήνης και διεθνούς σταθερότητας, όπως αυτή την απροσδόκητα παρατεταμένη που ζούμε σήμερα, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουμε πόσο θα διαρκέσει.

Δίχως αμφιβολία, παρά τις πολιτικές ιδιαιτερότητές της και την αδυναμία της να εξέλθει από την παρατεταμένη μεταπολιτευτική περίοδο, η Ελλάδα θα μπορούσε να προσεγγιστεί ως μια φιλελεύθερη χώρα δυτικού τύπου (αν και με αρκετές ιδιομορφίες). Αυτό για κάποιους συνεπάγεται ότι στις διεθνείς σχέσεις πρέπει να υπερισχύει αυτή που στην πολιτική θεωρία ονομάζεται «νεοϊδεαλιστική θεώρηση» των πραγμάτων. Όμως αυτή η οπτική, που απορρίπτει την ιδέα των κυρίαρχων εθνών-κρατών ως απαρχαιωμένη, έρχεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα και το παράδειγμα μας το δίνουν σήμερα χώρες όπως η Γαλλία, η Αυστρία, η Ουγγαρία, η Βρετανία κ.α. Μάλιστα η Βρετανία, μην ξεχνάμε, ότι για το ζήτημα του Γιβραλτάρ, μόλις προσφάτως, ήταν έτοιμη να κηρύξει τον πόλεμο σε μια χώρα της ΕΕ, την Ισπανία, γεγονός που συνιστά ειρωνεία αν κρίνουμε την μέχρι στιγμής στάση της ΕΕ απέναντι στην Τουρκία. Από την άλλη, τα θεωρητικά μοντέλα της παγκόσμιας κοινωνίας (που διέπεται από τον νεοϊδεαλισμό) με τα υπερ-πολύπλοκα δίκτυα αλληλεξάρτησης (ο γνωστός κατά τον John Burton, «ιστός της αράχνης») στην περίπτωση της Τουρκίας δεν μπορούν να εξηγήσουν το φαινόμενο της τουρκικής επιθετικότητας και του πανεθνικισμού. Με γνώμονα όσα αναφέρθηκαν για τον ιδιόμορφο πανεθνικισμό της μοντέρνας Τουρκίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι  επισημάνσεις μας είναι ορθές, συνάγεται ότι η πολιτική του Ερντογάν, κατά κύριο λόγο χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό. Και προσθέτουμε: αυτή η στάση, του στυγνού ρεαλισμού, είναι λογική και αναμενόμενη από μια χώρα που δεν είναι φιλελεύθερη, δυτικού τύπου. Το γεγονός ότι η σύγχρονη Τουρκία έχει υιοθετήσει, κατά βάση στο λεξιλόγιο της και ελάχιστα στο γενικότερο πράττειν της, θεσμούς δυτικού τύπου αυτό δεν την καθιστά αυτομάτως μια φιλελεύθερη/δημοκρατική χώρα. Ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα όπου σχεδόν κάθε αντίθετη άποψη δικάζεται και καταδικάζεται συνοπτικά ως γκιουλενική και αντεθνική. Σήμερα η Τουρκία είναι μια χώρα που εσωτερικά αμφισβητεί ελάχιστα τον εαυτό της, τους θεσμούς, τους τρόπους και τους στόχους της. Άλλωστε το να δηλώνει κανείς κάτι διεθνώς, δεν σημαίνει ότι και αυτό είναι στην πραγματικότητα. Αρκεί να θυμηθούμε όσα δήλωνε, μόλις τον προηγούμενο αιώνα, ο Μάο Τσε Τουνγκ για το «αγαθό» καθεστώς του που εκκαθάριζε αντιφρονούντες Κινέζους κατά δεκάδες χιλιάδες. Το κρίσιμο ερώτημα επομένως, για την Ελλάδα είναι το εξής: πως απαντάει κανείς, στην πράξη, στον πολιτικό ρεαλισμό της επιτιθέμενης χώρας; Ασφαλώς όχι με ιδεαλισμό, επικαλούμενη δηλαδή ανώτερες ηθικές αξίες, όπως ο ανθρωπισμός, το διεθνές δίκαιο και οι υπερεθνικοί κανόνες που υποτίθεται πως προασπίζουν οι διάφοροι Διεθνείς Οργανισμοί. Είχαμε, άλλωστε, εξηγήσει σε παλαιότερη ανάλυσή μας ότι η υπερβολική αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο περισσότερο ζημιώνει μια χώρα παρά την ωφελεί, δεδομένου ότι οι κανόνες του Διεθνούς Δικαίου πολύ συχνά μεθερμηνεύονται και εργαλειοποιούνται, για ίδιον όφελος, ακόμα και από καθεστώτα που το αντιμάχονται.

Περί του ρεαλισμού, ας δώσουμε ένα πρακτικό παράδειγμα: Ένα από τα δικαιώματα που δυστυχώς δεν έχει ασκήσει η Ελλάδα ακόμη είναι το δικαίωμα επέκτασης του ορίου της αιγιαλίτιδας ζώνης από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια (ν.μ.) και στο Αιγαίο (δικαίωμα που είναι διεθνώς αναγνωρισμένο ως νόμιμο και κυριαρχικό). Ωστόσο γνωρίζουμε την τακτική της Τουρκίας που ζητά πολλαπλάσια από αυτά που πραγματικά επιδιώκει να κερδίσει:  κάνοντας πέντε βήματα εμπρός δείχνει μετά να οπισθοχωρεί, αλλά μόνο κατά δυο ή τρία βήματα, προωθώντας έτσι συνολικά τους στόχους της. Επομένως, επιπλέον, μαζί με την επέκταση των 12 ν.μ. θα μπορούσε, από την πλευρά της Ελλάδας, να τεθεί και το θέμα των νήσων Ίμβρου και Τενέδου. Δηλαδή, κάθε φορά που η Τουρκία θα αρνείται να συμφωνήσει, ακόμη και στα αυτονόητα 12 ν.μ., η Ελλάδα θα θέτει στο τραπέζι και κάτι ακόμα. Αν μετά την Ίμβρο και Τένεδο, δεν υπάρξει συμμόρφωση της Τουρκίας, θα μπορούσε να προστεθεί στο τραπέζι μαζί με την Ίμβρο/Τένεδο και ζήτημα της πόλης Τσεσμέ (ή περιοχών στις οποίες ακόμα κατοικούν ελληνικές κοινότητες). Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε, με το προηγούμενο θεωρητικό παράδειγμα, είναι ότι ο ρεαλισμός αντικρούεται, επί του πεδίου, μόνο με ρεαλισμό και καθώς η Ελλάδα είναι μια φιλελεύθερη χώρα του δυτικού κόσμου, πέρα από την δραστική ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος και την εδραίωση συμμαχιών (όπως λ.χ. το Σύμφωνο Αμυντικής Συνεργασίας με την Γαλλία), θα χρειαστεί να δράσει αποτελεσματικά και στο επικοινωνιακό επίπεδο, έχοντας ως στόχο της την διεθνή κοινή γνώμη, κυρίως στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ!

Λίγο πριν τις αμερικανικές εκλογές ίσως βρισκόμαστε σε ένα κομβικό σημείο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Σε κάθε περίπτωση, όταν η Τουρκία χαρτογραφεί αυθαίρετα και κάνει ανοιχτά απόπειρα διχοτόμησης του Αιγαίου μια απάντηση, όπως αυτή που έδωσε πρόσφατα το ελληνικό ΥΠΕΞ δεν ήταν ικανοποιητική[1]. Ασφαλώς η επιθετική διπλωματία είναι χρήσιμη και θα πρέπει να διεξάγεται παράλληλα. Έτσι, το εμπάργκο όπλων και η αναστολή της τελωνειακής ένωσης ΕΕ-Τουρκίας, από την πλευρά της ελληνική κυβένρησης, είναι μια κίνηση στη σωστή κατεύθυνση. Όπως έχουμε προαναφέρει ο Ερντογάν κατανοεί και σέβεται τους όρους ισχύος. Όμως, για την Ελλάδα, η επιβολή όρων ισχύος έχει ως βασική προϋπόθεση τη ριζική αναδιάρθρωση της οργανωτικής δομής του ελληνικού κράτους, αναπόφευκτα και της ελληνικής κοινωνίας. Κατά τη γνώμη μας κρίνεται απαραίτητο να μιλήσουμε ανοιχτά για την άσκηση μιας διαφορετικής εξωτερικής πολιτικής που θα μιμείται, στο μέτρο του δυνατού, αυτή του Ισραήλ με όλα όσα συνεπάγονται (άμεσα εξοπλιστικά προγράμματα, στοχευμένες επενδύσεις). Η Ελλάδα σήμερα χρειάζεται ένα ευρύ σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης προσαρμοσμένο στα ελληνικά δεδομένα ώστε να πάρει μπροστά η ελληνική οικονομία σε νευραλγικούς τομείς που αφορούν την αυτάρκεια σε αγαθά και υπηρεσίες. Θα πρέπει επίσης να σκεφτούμε ότι οι τουρκικές αξιώσεις για τη διχοτόμηση των υδάτων του Αιγαίου ξεκινούν ήδη από τη δεκαετία του ‘70. Ωστόσο, τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος, ειδικά την τελευταία δεκαετία έχουν, υπό μια έννοια, μεταφέρει το πεδίο της αντιπαράθεσης στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, όπου η θέση της Ελλάδας κρίνουμε πως είναι δυσμενέστερη. Βέβαια, αυτή η δυσμένεια ορίζεται υπό προϋποθέσεις. Για να το θέσουμε πιο απλά: αν η Ελλάδα δεν έχει εξασφαλίσει (έστω σιωπηρά) με κάποιον τρόπο την παρέμβαση τρίτων δυνάμεων στα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου, τότε αυτή η στρατηγική -της μετατόπισης από το Αιγαίο στην Ανατολική Μεσόγειο- είναι λανθασμένη και οι συνέπειές της θα μπορούσαν να είναι όχι μόνο αρνητικές, αλλά και μη αναστρέψιμες.

Στο υποθετικό σενάριο, που η Ελλάδα καταφέρει να προκαλέσει την παρέμβαση ισχυρών δυνάμεων, εντοπίζεται και ο κρίσιμος ρόλος της: αν, η αφέλεια του ιδεαλισμού, την περίοδο του μεσοπολέμου υπήρξε καταστροφική, κανείς δεν μπορεί να εξασφαλίσει την Ευρώπη του 21ου αιώνα από μια νέα τρομακτική περιπέτεια, ειδικά αν χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος δείξουν ολιγωρία και φοβική στάση απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό. Θα πρέπει, με άλλα λόγια, να υπερασπιστούν αποτελεσματικά το εθνικό τους συμφέρον, την κυριαρχία και την εδαφική τους ακεραιότητα. Θα πρέπει ακόμη να δείξουν στις πλατιές δυτικές μάζες ποιες είναι οι πραγματικές βλέψεις της σημερινής Τουρκίας και ως προς το χρονικό βάθος του σχεδιασμού τους και ως προς το εύρος της εκτέλεσής τους. Γνωρίζουμε, βέβαια, ότι η συνειδητοποίηση αυτή δεν αποτελεί εύκολη επιδίωξη. Δεν θα μας εξέπληττε αν μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού των δυτικών κοινωνιών έβλεπε τις προσπάθειες της Ελλάδας και των συμμάχων της (όπως η Γαλλία) με δισταγμό.  Μπορεί να μην αργήσει η στιγμή που στα μάτια αρκετών δυτικών προοδευτικών η Τουρκία δεν θα είναι παρά «μια αναμενόμενη αντίδραση στο δυτικό ιμπεριαλισμό». Άλλωστε, οι Τούρκοι μετανάστες στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, μαζί και οι υπήκοοι των χωρών αυτών με τουρκικό υπόβαθρο, αποτελούν βασική δεξαμενή ψήφων για τα προοδευτικά κόμματα της πολυπολιτισμικότητας και της (Κεντρο)Αριστεράς.

Ο δυτικός κόσμος, βυθισμένος στα ενοχικά (αντι-αποικιοκρατικά) του σύνδρομα, παρατηρεί μουδιασμένος κι ανίκανος να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στις αναδυόμενες δεσποτείες. Ενδέχεται οι ίδιες δυνάμεις της Αριστεράς, αυτές που το 2010 και το 2015 έβλεπαν την Ελλάδα ως σύμβολο αντίστασης στην επέλαση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, ξαφνικά να αντιμετωπίζουν την χώρα μας ως βδέλυγμα, προπύργιο του δυτικού ιμπεριαλισμού. Ίσως σύντομα παρατηρήσουμε οργισμένους φοιτητές, έξω από ελληνικές πρεσβείες, να διαδηλώνουν για τα «δίκαια» της Τουρκίας καταγγέλλοντας την Ελλάδα ως προμαχώνα της δυτικής κυριαρχίας. Άλλωστε, η πανεθνικιστική ιδεολογία του Ερντογάν υιοθετεί και εργαλειοποιεί το αφήγημα της μετα-αποικιοκρατίας, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η επιρροή του τουρκικού καθεστώτος, και του ισλαμισμού γενικότερα, εντός του δυτικού κόσμου, δεν είναι διόλου αμελητέα. Καταλήγοντας, φρονούμε ότι η ελληνική κοινωνία, αν θέλει να σταθεί με αξιώσεις ενάντια στην επιτιθέμενη Τουρκία, οφείλει να συνειδητοποιήσει τρία βασικά πράγματα:

α) μπορεί η πανδημία του Covid-19, λειτουργώντας ως καταλύτης, να έχει επιταχύνει τον πολιτικό χρόνο, ωστόσο η βραδυκίνητη Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιθυμεί, ούτε μοιάζει ικανή, πέρα από γενικόλογες δηλώσεις, να στηρίξει τα ελληνικά συμφέροντα, αναχαιτίζοντας αποτελεσματικά τις ορέξεις της επιθετικής γείτονος,

β) κατά στις πρώτες κρίσιμες ώρες (ενν. η χρονική περίοδος ενός σοβαρού θερμού επεισοδίου ή σύρραξης με την Τουρκία) η Ελλάδα θα είναι στην ουσία μόνη της και επομένως θα πρέπει να βασιστεί στις δυνάμεις της ενώ η απάντησή της θα πρέπει να είναι ευρεία και απηνής. Όταν, και αν, υπάρξει η μεσολάβηση τρίτων δυνάμεων (όπως η Γαλλία, το Ισραήλ, η Αίγυπτος και άλλες) ενδέχεται να έχουν ήδη επιβληθεί στην Ελλάδα μη αναστρέψιμα τετελεσμένα, αυτά ακριβώς πρέπει να αποφευχθούν,

γ) οι πολιτικές της Τουρκίας έχουν μεγάλο βάθος και εύρος πράγμα που σημαίνει ότι, ως κοινωνία, πρέπει να προσαρμοστούμε, μαθαίνοντας να ζούμε, επί μακρόν, υπό την πίεση και τις απαιτήσεις αυτής της υπό διαμόρφωση πραγματικότητας.


[1] «Η κίνηση της Τουρκίας είναι παράνομη, που δεν στηρίζεται σε επιχειρησιακά κριτήρια, δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της ασφάλειας ανθρώπινης ζωής και έρχεται να προστεθεί στο μακρύ κατάλογο των τουρκικών αυθαιρεσιών».