Έχοντας εξετάσει την μαρξική κατανόηση της ιδεολογίας και κατόπιν την ερμηνεία του Pareto, μπορούμε πλέον να μεταβούμε στην ανάπτυξη της Κοινωνιολογίας της Γνώσης του Karl Mannheim (1893-1947). Έχει παρατηρηθεί γενικά ότι, παρά την αναμφισβήτητη βαθύτητα και πρωτοτυπία των κοινωνιολογικών του αναλύσεων, ο Mannheim συχνά παρερμηνεύτηκε στον ακαδημαϊκό χώρο της Ευρώπης και των Η.Π.Α., χρησιμοποιούμενος ως «αντίδοτο» απέναντι στον Marx (κάτι αντίστοιχο συνέβη, με διαφορετικό ίσως τρόπο, στη βεμπεριανή θέση περί πουριτανισμού και καπιταλισμού). Στην πραγματικότητα, στόχος του είναι όχι να αναιρέσει τη μαρξική ανάλυση αλλά να τη συμπληρώσει. Αρχικά, ο Manheim παρατηρεί την πρόοδο που έχει σημειωθεί ως προς την κατανόηση των κοινωνικών φαινομένων. Στηριγμένος στη διμερή διαίρεση της πολιτικής ηθικής σε ηθική σκοπών και ηθική αξιών, από τον Max Weber, ισχυρίζεται πως, μέσα στην ιστορία, η ανθρωπότητα έχει βιώσει την κοινωνική ζωή με τρεις διαδοχικούς τρόπους. Πρώτη ήταν η πίστη στο πεπρωμένο. Σε αυτό το στάδιο τα κοινωνικά γεγονότα θεωρούνται ως νομοτελειακά αναγκαία, όπως ακριβώς και τα φυσικά φαινόμενα. Κάθε δυνατότητα πρόβλεψης και ελέγχου πάνω σε αυτά είναι ακόμη αδιανόητη. Έπειτα, σε ένα επόμενο στάδιο ακολουθεί το στάδιο του φρονήματος: πλέον οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν την κοινωνία με βάση μια απόλυτη ηθική των αξιών, πιστεύοντας πως διαθέτουν έλεγχο πάνω στη ζωή και στις πράξεις τους, αν και όχι στα ίδια τα αποτελέσματα αυτών των πράξεων. Τέλος, το ιστορικό στάδιο στο οποίο κατά τον Mannheim η ανθρωπότητα βρίσκεται σήμερα, κρίνουμε με βάση την ηθική της υπευθυνότητας, η οποία περιλαμβάνει όχι μονάχα την υποταγή σε γενικές ηθικές αρχές, αλλά και την εξέταση των συνεπειών της δράσης μας, πάνω στις οποίες προσπαθούμε ν’ αποκτήσουμε τον απόλυτο έλεγχο. Σύμφωνα με τον Mannheim, καθοριστικής σημασία ζήτημα των Νεώτερων Χρόνων αποτέλεσε η συζήτηση γύρω από τους όρους «ιδεολογία» και «ουτοπία». Σχηματικά, μπορεί να παρατηρηθεί ότι η «ιδεολογία» είναι μια έννοια που αποσκοπεί στο να καμουφλάρει την πραγματικότητα, ενώ αντίθετα η «ουτοπία» στοχεύει στην παρουσίαση μιας εναλλακτικής και πιο επιθυμητής πραγματικότητας. Η πρώτη είναι «συντηρητική», ενώ η δεύτερη επαναστατική και ανατρεπτική.

Ο Mannheim αποδέχεται τις μαρξιστικές αναλύσεις της κοινωνικής (ταξικής) προέλευσης των ιδεολογιών, αλλά και τις «συμπληρώνει» από δύο απόψεις. Αφενός αναγνωρίζει ρητά τον μαρξισμό όχι ως την περιγραφή του κόσμου μας αλλά ως μια ακόμη ιδεολογία μεταξύ άλλων, και αφετέρου επιχειρεί να πραγματοποιήσει ο ίδιος τη διάνοιξη ενός δρόμου για την επιστημονική (δηλ. αντικειμενική) καταγραφή και κατανόησή όλων τους. Αυτή είναι η Κοινωνιολογία της Γνώσης, για την οποία κάνει λόγο. Επομένως, η κοινωνική προέλευση των ιδεολογιών και η εξάρτησή τους από τους κοινωνικούς φορείς και τα συμφέροντα εκείνων, είναι αυτή που υπονομεύει την αντικειμενικότητα των ιδεών που μεταχειρίζονται τα ιδεολογικά συστήματα. Από πού προέρχεται τότε όμως η επιστημονική αντικειμενικότητα, την οποία αναγκαστικά διεκδικεί η Κοινωνιολογία της γνώσης;

Αυτόν τον κίνδυνο διολίσθησης στον σχετικισμό, συλλαμβάνει ο Mannheim και επιχειρεί ν’ αποφύγει, μ’ έναν ευφυή ελιγμό. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Mannheim, είναι ο περιθωριακός κοινωνικός ρόλος των διανοουμένων εκείνο που τους επιτρέπει να μην ταυτίζουν τις επιδιώξεις τους αποκλειστικά με ένα συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα. Συγκεκριμένα, η περιθωριακή ύπαρξη των διανοουμένων μέσα στην κοινωνία, καθώς και το γεγονός ότι στους κόλπους τους περιλαμβάνονται κατά κανόνα προσωπικότητες από κάθε κοινωνική τάξη, εξασφαλίζουν ότι οι διανοούμενοι δε θα απηχούν αποκλειστικά και αναγκαία τα κοινωνικά συμφέροντα μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, αλλά έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στην αντικειμενική επιστημονική παρατήρηση της κοινωνίας. Οι διανοούμενοι νιώθουν μέσα στις κοινωνίες τους σαν «ξεριζωμένοι». Συνάμα όμως, ο περιθωριακός ρόλος τους, τους καθιστά ένα εξαιρετικά ρευστό τμήμα στην εκάστοτε κοινωνία, με ροπή προς τη δημιουργία εναλλακτικών πολιτικών ιδεών. Αυτός είναι ο λόγος που οι διανοούμενοι κατασκεύαζαν και κατασκευάζουν ιδεολογικά οικοδομήματα που αμφισβητούν το status quo και οραματίζονται κάτι διαφορετικό (π.χ. το γεγονός ότι, αν και αστός, ο Marx επιχείρησε να συμβάλλει στη χειραφέτηση του προλεταριάτου σε βάρος της αστικής τάξης). Ωστόσο, φαίνεται πως η ιδεολογική κατασκευή είναι κάτι διαφορετικό από την επιστημονική κατανόηση των κοινωνιών. Η σύγκρουση των ιδεολογιών στη Νεωτερικότητα, συνεχίζει ο Mannheim, δεν έγκειται απλώς στην απόρριψη των ιδανικών μιας ιδεολογίας εκ μέρους κάποιας άλλης, αλλά στην ανάδειξη της εξάρτησης και ετερονομίας της από ιστορικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Κατά την ιδεολογική τους πάλη, οι τρεις μεγάλες ιδεολογίες (φιλελευθερισμός, συντηρητισμός, σοσιαλισμός), υποστηρίζει ο Mannheim, μεταχειρίστηκαν το όπλο της ιδεολογικής απογύμνωσης. Ο τρόπος σύγκρουσης των ιδεολογιών στη Νεωτερικότητα δηλαδή δεν περιορίστηκε στην άρνηση των ιδεωδών της μιας ιδεολογίας από την άλλη, αλλά στην ανάδειξη της εξάρτησης και ετερονομίας που ιστορικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Έτσι όμως, οι ιδεολογικές συγκρούσεις γίνονται σφοδρότερες:

«Παλιότερα κατηγορούσε κανείς τον αντίπαλό του ότι ως εκπρόσωπος μιας ορισμένης κοινωνικής θέσης διέπραττε στα καθέκαστα τη συνειδητή ή ασυνείδητη παραποίηση. Τώρα η επίθεση βαθαίνει, καθώς αρνείται κανείς στον αντίπαλο τη δυνατότητα του ορθώς σκέπτεσθαι, αμαυρώνοντας και μάλιστα συνολικά, τη δομή της συνείδησής του».

Μάλιστα, κατά τον Mannheim, ο σύγχρονος κόσμος μας προσεγγίζει ένα στάδιο παντελούς αυτοκατάλυσης του ουτοπικού στοιχείου στην πολιτική. Με λίγα λόγια, η σφοδρή και μακροχρόνια σύγκρουση των μεγάλων ιδεολογιών μεταξύ τους, οδήγησε πλήθος ανθρώπων στον κλονισμό απέναντι στην εγκυρότητας της ανθρώπινης σκέψης εν γένει: ο σκεπτικισμός και ο ανορθολογισμός ήρθαν ως φυσικές συνέπειες αυτής της διαδικασίας. Αυτό που απέμεινε ήταν μια πολιτική διαπάλη σχεδόν στερημένη από τον φωτισμό μιας λογικής ανάλυσης.

Σε σύνδεση με αυτόν τον σχετικισμό, Mannheim αφιερώνει μερικές σκέψεις στην πρόσφατη τότε ανάδυση του ιταλικού φασισμού. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο φασισμός διαφέρει από τις τρεις μεγάλες ουτοπικές ιδεολογίες των Νεότερων Χρόνων (φιλελευθερισμός, συντηρητισμός, σοσιαλισμός) σε ένα κεφαλαιώδες σημείο, που δεν είναι άλλο από το ότι θεωρεί κάθε αντίληψη περί ιστορίας πλασματική κατασκευή και επιχειρεί να τη γκρεμίσει. Με έναν λόγο, ο φασισμός δε διαθέτει ιστορική συνείδηση. Ο φασισμός θεωρεί κάθε ιστορική προοπτική ως μύθο και ο ανορθολογισμός του είναι ο ανορθολογισμός της «νεοφανούς πράξης», που αρνείται κάθε προηγούμενη (ιδεολογική) θέαση της ιστορίας.  Για τον φασισμό, ολόκληρη η διανοητική σφαίρα φαντάζει σαν παιχνίδι ψευδαισθήσεων. Ο φασίστας ηγέτης παρακολουθεί και εκφράζει την ψυχή της μάζας, που είναι άχρονη και ανιστορική. Είναι ενδιαφέρον ότι ο Mannheim διαιρεί τον ιταλικό φασισμό σε δύο στάδια και στο πρώτο παρατηρεί έναν ακτιβισμό και ενορατισμό, που συνδυάζεται με συνδικαλιστικές ιδέες σαν και αυτές που διατύπωνε ο Sorel. Ο εθνικισμός, λέει ο Mannheim, διείσδυσε μονάχα αργότερα στη φασιστική ιδεολογία. Βέβαια, ήδη ο μαρξισμός αναγνώριζε ως «γόνιμους μύθους» τις ιδέες των αντιπάλων του. Πράγματι, ο Mannheim εντοπίζει και στον επαναστατικό μαρξισμό ένα στοιχείο ανορθολογισμού: πρόκειται για το γεγονός ότι είναι άγνωστη η ευνοϊκή στιγμή για την επανάσταση (δηλ. το πότε έχουν ωριμάσει οι συνθήκες) και οφείλει να το εντοπίσει ο επαναστατικός ηγέτης με το πολιτικό ένστικτο που διαθέτει. Αυτό έγινε ορατό με τον λενινισμό. Ο φασισμός μάλιστα μοιάζει με τον λενινισμό στο ότι και οι δύο αποτελούν μορφές ακτιβισμού εκ μέρους μειονοτήτων, που υφαρπάζουν την κοινωνική εξουσία. Ωστόσο αντίθετα από τον λενινισμό, ο φασισμός εξετράπη σε απόλυτο ανορθολογισμό, αφού προχώρησε στιγματίζοντας ως ιδεολογικό μύθο κάθε έλλογη σκέψη. Συνοψίζοντας, αν και ο μαρξισμός σχετικοποίησε πρώτος τις ιδεολογικές πεποιθήσεις, δείχνοντας την εξάρτησή τους από την οικονομική και κοινωνική θέση των φορέων τους, δεν παύει να είναι γεγονός ότι στήριξε την ανάλυσή του στη βεβαιότητα για την επικείμενη προλεταριακή επανάσταση, με την οποία η ιδεολογική εξαπάτηση, μαζί με την κάθε είδους εκμετάλλευση, θα λάβει τέλος. Οι έρευνες της Κοινωνιολογίας της Γνώσης, από τον Pareto ως τον Mannheim, κατέδειξαν ότι και ο μαρξισμός εξαπέλυε την κριτική του από ιδεολογικές προϋποθέσεις, υποστηρίζοντας στην πράξη τα οικονομικά συμφέροντα μιας συγκεκριμένης τάξης. Έτσι όμως έγινε ορατή η προοπτική του σχετικισμού, καθώς ήταν δύσκολο να βρεθεί το «αρχιμήδειο» σημείο για μια αντικειμενική κατανόηση των ιδεολογιών. Η μακρόχρονη ιδεολογική διαπάλη οδήγησε σε κρίση και, κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, ήρθαν στο προσκήνιο ακραίες και βολονταριστικές πολιτικές τάσεις, οι οποίες παραμέρισαν εντελώς την επιστημονική γνώση της ιδεολογίας και υπονόμευσαν την έννοια της αντικειμενικής αλήθειας. Ο σχετικισμός ήταν πια ορατός. Φυσικά, η έρευνα της ιδεολογίας δεν τελειώνει εδώ. Στη δεκαετία του 1950, ο κοινωνιολόγος Daniel Bell θα διαπιστώσει την έλευση του τέλους των ιδεολογιών, λέγοντας πως τόσο ο Δυτικός κόσμος όσο και τα σοσιαλιστικά κράτη έχουν εγκαταλείψει τις ιδεολογικές τους διακηρύξεις και έχουν αφοσιωθεί σε τεχνικά ζητήματα διαχείρισης. Παράλληλα, πλήθος μαρξιστών διαφόρων αποχρώσεων (από τη Σχολή της Φραγκφούρτης ως τους Althousser, Πουλαντζά και Miliband και πιο πρόσφατα τον Zizek) επιχείρησε την αποκάλυψη των ιδεολογικών μεθόδων που οι καπιταλιστικές κοινωνίες μεταχειρίζονται για να νομιμοποιούν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και να αποσοβούν τον κίνδυνο της ανατροπής. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται και σήμερα (π.χ. από την κοινωνιολόγο Eva Illuz) και περιστρέφεται πρωτίστως γύρω από διάφορες έννοιες (π.χ. θετική ψυχολογία, αυτοβοήθεια) που ωθούν τα άτομα στην κοινωνία να εσωτερικεύουν τα προτάγματα του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ολόκληρος ο εικοστός αιώνας έλαβε τελικά την ονομασία «εποχή των ιδεολογιών» (K.D. Bracher), ενώ ο σχετικισμός στην ανάλυση της ιδεολογίας παραμένει κατά κάποιον τρόπο στο προσκήνιο της φιλοσοφίας, μέσα από τον μεταμοντερνισμό, ο οποίος έχει επιδοθεί συστηματικά στην ανίχνευση των μηχανισμών εξουσίας πίσω από τη διατύπωση λόγων περί αλήθειας. Αλλά αυτό είναι ίσως θέμα μιας επόμενης πραγμάτευσης.