μετάφραση: Αλέξανδρος Μπριασούλης

Υπήρξα εξαρχής καχύποπτος απέναντι στην προσπάθεια της λεγόμενης french theory να τελειώσει μια για πάντα την δυτική μεταφυσική. Αυτή η επιχείρηση καταστροφής δεν μπορούσε βέβαια να παρουσιαστεί ως τέτοια και γι’ αυτό μεταμφιέστηκε με τον όρο αποδόμηση. Αυτό που εννοούσε ο Ντεριντά με αυτή τη λέξη, ήταν η επίθεση ενάντια στα θεμέλια της παραδοσιακής οντολογίας και των βασικών εννοιών της. Αποδόμηση είναι το σύνολο των τεχνικών και των στρατηγικών που εφάρμοσε ο Ντεριντά προκειμένου να αποσταθεροποιήσει και να διαρρήξει το μεταφυσικό οικοδόμημα της δυτικής σκέψης. Οι στόχοι αυτής της επίθεσης ήταν:

α) ο εντοπισμός των θεμελιωδών εννοιολογικών διχοτομιών που ορίζουν το δυτικό αφήγημα: λόγος-πάθος, ψυχή-σώμα, άλλο-ίδιο, καλό-κακό, φύση-πολιτισμός, αισθητό-νοητό, παρόν-παρελθόν, υποκείμενο-αντικείμενο κοκ.

β) η ανάδειξη, μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης μεταφυσικής, της ύπαρξης ενός ενδιάμεσου όρου στα διχοτομικά ζεύγη

γ) η καταστροφή της κυρίαρχης ρυθμιστικής σχέσης στο εσωτερικό των ζευγών αυτών, έτσι ώστε να φανεί ότι είναι δυνατόν η γραφή μπορεί να υπερκεράσει και ενδεχομένως να αντικαταστήσει το λόγο, το πάθος τη λογική, το άλλο το ίδιο, η απουσία την παρουσία, το αισθητό το νοητό, το θηλυκό το αρσενικό, το ζωώδες το ανθρώπινο…

δ) η εγκατάλειψη όλων των σημασιών που θεμελιώνονται στα κλασικά αντιθετικά ζεύγη προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάδυση μιας σκέψης αναποφάσιστης, διάφορης από τον ίδιο τον εαυτό της (η περίφημη «διαφωρά», la diferance), μια σκέψη βασισμένη σε έννοιες κατεξοχήν αμφίσημες, όπως το ανδρόγυνο, και το ξεπέρασμα των αντιθέσεων του τύπου λόγος-πάθος, ψυχή-σώμα, άλλο-ίδιο, καλό-κακό, φύση-πολιτισμός, υποκείμενο-αντικείμενο κτλ.

Η ντεριντιανή αποδόμηση προκάλεσε βαθιά ρήγματα σε όλο το δυτικό αφήγημα και αφέθηκε σε ένα πάθος για το αναποφάσιστο. Καταλαβαίνουμε βέβαια ότι η αναζήτηση του νοήματος δεν πρέπει να σταματά οριστικά σε κανένα σημαινόμενο κι ότι μπορεί πάντα να συνεχίζει το ταξίδι της ανάμεσα στο παιχνίδι της διασποράς και των ιχνών που παραπέμπουν το ένα στο άλλο. Αλλά το να αναγάγουμε το αναποφάσιστο σ’ ένα νέο ιδεώδες είναι κάτι το τελείως διαφορετικό, γιατί έτσι καθίσταται δυνατόν, αν όχι αναπόφευκτο, να λέμε τα πάντα και το αντίθετο τους. Είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο που η οξύμωρη ρητορική του Ντεριντά και των οπαδών του ξεφεύγει πέρα από κάθε όριο, κατακλύζοντας όλα τα έργα τους: παντού μιλάνε για τις απροϋπόθετες προϋποθέσεις της σκέψης, για την εμφάνιση της εξαφάνισης, για την πρώτη σπορά που είναι διασπορά… Παράδειγμα: «προσπάθησα να περιγράψω και να εξηγήσω το πως η γραφή φέρει μέσα της, δομικά, την αρχή της ίδιας της της ακύρωσης». Ή κάποιες άλλες χαρακτηριστικές αντιλογικές φράσεις από το μεγάλο ρεπερτόριο του Ντεριντά: «η μεταφορικότητα είναι η επιμόλυνση της λογικής και η λογική της επιμόλυνσης», «η φιλοσοφία, ως θεωρία της μεταφοράς, υπήρξε κατ’ αρχάς μια μεταφορά της θεωρίας», «Αμερική θα ήταν το όνομα ενός νέου μυθιστορήματος για την αποδόμηση της ιστορίας και την ιστορία της αποδόμησης».

Η ντεριντιανή αποδόμηση αποτελεί άμεση προέκταση της χαϊντεγγεριανής επίθεσης στην δυτική μεταφυσική που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’30. Στόχος της επίθεσης εκείνης ήταν η προετοιμασία του εδάφους για την επικράτηση της ναζιστικής ιδεολογίας. Τριάντα χρόνια αργότερα, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, χρησιμοποιήθηκε για έναν άλλο σκοπό, την επικράτηση του νεοφιλευθερισμού. Δεν ισχυρίζομαι ότι επρόκειτο για συνομωσία αλλά απλά για συγκυρία. Η σκέψη του Ντελέζ, όπως άλλωστε και του Φουκώ ή του Μπουρντιέ, υπέσκαψε όλους εκείνους τους θεσμούς που γεννήθηκαν από το Διαφωτισμό. Η σκέψη του Ντεριντά διέρρηξε τα ίδια τα θεμέλια της μεταφυσικής επάνω στα οποία στηρίζονταν αυτοί οι θεσμοί. Προσωπικά στρατεύτηκα σε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο, όχι της καταστροφής ή της αποδόμησης, αλλά της αναδόμησης του μεγάλου δυτικού αφηγήματος προκειμένου να μπορέσουμε να αποφύγουμε τον κίνδυνο της βαρβαρότητας που έβλεπα να διαγράφεται στον ορίζοντα.

Οι συνέπειες της επίθεσης της αποδόμησης υπήρξαν τεράστιες, επηρέασαν πολλούς διαφορετικούς τομείς και έθρεψαν μια νέα αριστερά που έπασχε από έλλειψη ιδεών. Αυτή η αριστερά πολύ γρήγορα εγκατέλειψε την έννοια του λαού για να την αντικαταστήσει με αυτήν της μειονότητας, εθνοτικής, σεξουαλικής, ταυτοτικής, ηλικιακής κ.ο.κ. Έχουμε έτσι έναν δεξιό νεοφιλελευθερισμό να επικρατεί στο πεδίο της οικονομίας και έναν αριστερό νεοφιλελευθερισμό να επικρατεί στο πεδίο της κουλτούρας – ο Μισεά ανέλυσε πολύ καλά αυτό το φαινόμενο. Ο αριστερός νεοφιλελευθερισμός αποδέχτηκε το ρόλο του, αρκούμενος στο να καταπραΰνει, όπως ένα παυσίπονο, τις επώδυνες συνέπειες του δεξιού νεοφιλελευθερισμού. Αυτό ώθησε την εργατική και μεσαία τάξη να εγκαταλείψει τα αριστερά κόμματα, τα οποία με τη σειρά τους στήριξαν μια απεριόριστη επέκταση των ατομικών δικαιωμάτων που οδήγησε στην αποδόμηση κάθε έννοιας κυριαρχίας και δημόσιου συμφέροντος, υποβαθμίζοντας έτσι το κράτος σε πάροχο κοινωνικών επιδοτήσεων. Υπέροχη ευκαιρία για την άκρα δεξιά που δεν είχε παρά να σκύψει και να μαζέψει την παραπεταμένη έννοια του λαού και να την προσαρμόσει στο δικό της ιδεώδες περί εθνικού μεγαλείου.

Οι μειονότητες μπήκαν λοιπόν στη μάχη των διεκδικήσεων, ακολουθώντας την φουκο-ντελεζιανή αρχή: “δεν υπάρχει όριο στα δικαιώματά μου”. «Δεν εξαρτώμαι από κανένα παρελθόν, από καμιά αυθεντία, από καμιά διαφορετικότητα». Πώς να μην δούμε εδώ ένα ντελίριο παντοδυναμίας που δεν αναγνωρίζει τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά του ανθρώπινου είδους, όπως το φύλο ή την ηλικία; Εξάλλου οι Ντελέζ-Γκουατταρί του είχαν πει ξεκάθαρα στον Αντί–Οιδίποδα: «το σχιζοφρενικό προτσές είναι το δυναμικό της επανάστασης». Εμφανίστηκε έτσι το μεταμοντέρνο υποκείμενο με τις διεκδικήσεις του στιλ «μπορώ να διαλέξω το φύλο μου» κτλ. Ένα υποκείμενο το οποίο η Αγορά θα προμήθευε με όλα τα απαραίτητα εξαρτήματα προκειμένου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του self made man.

Τέλος, στις συνέπειες αυτές της french theory βλέπω μια “πονηρία της ιστορίας”, κατά την εγελιανή πονηρία του Λόγου: οι ενεργές ομάδες που δρουν μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι καταλήγουν να πραγματοποιήσουν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που επιθυμούσαν. Οι ελευθεριακοί φοιτητές που ονειρεύονταν τον Μάη του ’68 να κατατροπώσουν τον καπιταλισμό, χρησιμοποιήθηκαν τελικά από αυτόν για να τον ανανεώσουν και να τον μετατρέψουν από θεσμικό-αυταρχικό σε φιλελεύθερο-ελευθεριακό.

Ξέρετε, όταν εισέρχεται κανείς σε ένα πεδίο τόσο πλαστό όσο αυτό του στρουκτουραλισμού, χάνει πολύ γρήγορα τον προσανατολισμό του. Ενώ οι εκπρόσωποί του παρουσιάστηκαν ως μεγάλοι επαναστάτες, στην πραγματικότητα ώθησαν την κοινωνία να κάνει μια νεοφιλελεύθερη στροφή, την ίδια στιγμή που όποιος τους ασκούσε κριτική περνούσε αυτόματα στο στρατόπεδο του νεοσυντηρητισμού. Όλη αυτή η σύγχυση οδήγησε στο φαινόμενο της τάσης επανεμφάνισης “ανακαινισμένων” παλαιότερων κοσμοθεωριών, όπως ο κομμουνισμός κι ο χριστιανισμός. Σκέφτομαι εδώ την επαναπροώθηση της κομμουνιστικής υπόθεσης από τον Μπαντιού. Μου φαίνεται πολύ περίεργη η τάση ενός ανθρώπου τόσο έξυπνου όπως ο Μπαντιού να αγνοεί επιδεικτικά οτιδήποτε έχει σχέση με αυτά που οδήγησαν στην αποτυχία πραγματοποίησης της κομμουνιστικής ιδέας, κάθε φορά που έγινε προσπάθεια να εφαρμοστεί στην ιστορία, από την πλατωνική πολιτεία έως και την κινεζική πολιτιστική επανάσταση, περνώντας από την Παρισινή Κομμούνα, τον Κόκκινο Οκτώβρη και τον Μάη του ’68. Από τη στιγμή που μπαίνουμε σ’ αυτόν τον τρόπο σκέψης τίποτε πλέον δεν μπορεί να κλονίσει την πίστη μας και μπορούμε μάλιστα να χρησιμοποιήσουμε όλη την εξυπνάδα μας για να ενδυναμώσουμε αυτή την πίστη. Ο Μπαντιού μου φαίνεται σαν ένας απροσπέλαστος σε οποιοδήποτε είδος αντίρρησης μοναχός. Δεν έχω να του αντιτάξω κάτι παρά μόνον ότι αυτή του η εμμονή φανερώνει αυτό που είναι πραγματικά ο κομμουνισμός, μια πολιτική θρησκεία. Ο Μαρξ πίστευε ότι έστησε τον Χέγκελ, αυτόν τον υπερ-χριστιανό που πίστευε ότι η Ιστορία είναι ενσάρκωση του απόλυτου Πνεύματος, «στα πόδια του». Ο Μπαντιού, θαυμαστής του Αγίου Παύλου, τον αναποδογύρισε εκ νέου, προκειμένου να μπορέσει να πιστέψει στην τελική αποθέωση.

Απ’ την άλλη έχουμε την πραγματική θρησκεία, τον Ρωμαιοκαθολικισμό. Ο Bruno Latour επιχειρεί την ανακύκλωση του χριστιανισμού ως θριαμβεύουσας θεοδικίας, εφευρίσκοντας μια ανθρωπολογία των κοινωνικών επιστημών και του τεχνικού νεωτερισμού εντελώς αντίθετη με τα συμπεράσματα στοχαστών όπως ο Γκύντερ Άντερς, ο Ιβάν Ιλιτς ή ο Ζακ Ελλύλ. Για τον Latour, η θέση της τεχνικής στον κόσμο μας είναι καθόλα νόμιμη. Γιατί; Γιατί αποτελεί απλά την συνέχεια του θεϊκού έργου, δηλαδή της πνευματοποίησης της ύλης που επιφέρει την εξουδετέρωση της διαφορετικότητας της υλικής πραγματικότητας. Γι’ αυτόν ο καπιταλισμός είναι κάτι το θετικό γιατί επέφερε μια επιτάχυνση της τεχνικής προόδου και άρα μια επιτάχυνση αυτής της πνευματοποίησης της ύλης. Δεν είναι όμως αυτός ένας τρόπος έμμεσης αποδοχής όλων αυτών των υποσχέσεων του τρανσουμανισμού που διαποτίζουν τον σημερινό νεοφιλελευθερισμό;

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Dany-Robert Dufour, Fils d’anar et philosophe. Entretiens avec Thibault Isabel, R&N, 2021, σσ. 70-93.

μέρος α’: Μισέλ Φουκώ

μέρος β’: Ζυλ Ντελέζ