Από όλες τις κοινωνικές επιστήμες (πολιτική, ιστορία, ανθρωπολογία, κοινωνιολογία, ψυχολογία, οικονομικά), η κοινωνιολογία είναι ίσως η πλέον αμφιλεγόμενη στη χώρα μας. Μάλιστα, μερικά χρόνια πριν, τέθηκε το ερώτημα αν πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία ή αν ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί ως προπαγάνδα συγκεκριμένων πολιτικών απόψεων. Τι είναι όμως η κοινωνιολογία και πώς μπορεί να μας βοηθήσει στο να κατανοήσουμε τον κόσμο που ζούμε; Σύμφωνα με τον Raymond Aron, η κοινωνιολογία συγκροτήθηκε εξαρχής ως ένα φιλόδοξο εγχείρημα απόκτησης συστηματικής γνώσης του ανθρώπου και των σχέσεών του με τους άλλους, στα πρότυπα των φυσικών επιστημών, με στόχο να αποκτηθεί η κυριαρχία πάνω στην ιστορία και την κοινωνία, όπως η φυσική και η χημεία μας εξασφάλισαν κάποτε την κυριαρχία πάνω στις δυνάμεις της φύσης. Πιο συγκεκριμένα, η επιστήμη που γνωρίζουμε σήμερα ως κοινωνιολογία, συγκροτήθηκε εξαρχής για να διερευνήσει τις συνέπειες που είχε για τους ανθρώπους η μετάβαση στον σύγχρονο κόσμο, με τον καπιταλισμό, την εκβιομηχάνιση, την αστικοποίηση, τον εξορθολογισμό, τον ατομικισμό, την επιστημονική πρόοδο και τη σταδιακή υποχώρηση του παραδοσιακού μυθικοθρησκευτικού στοιχείου, στην Ευρώπη, μεταξύ του 18ου και 19ου αιώνα.

Όπως παραδέχεται και ο Norbert Elias, η ανθρώπινη ανάγκη για τη διατήρηση του νοήματος της ύπαρξης, την οποία παραδοσιακά κάλυπταν η θρησκεία και οι φατρίες, μετατέθηκε σε κοινωνικά μορφώματα αμιγώς κοσμικού χαρακτήρα, όπως η τάξη ή το έθνος. Υπό αυτές τις συνθήκες των βιομηχανικών κοινωνιών συντελέστηκε το αποφασιστικό πέρασμα στην επιστήμη της κοινωνιολογίας από την πολιτική φιλοσοφία, με την οποία η προβληματική της ήταν συγχωνευμένη ως τότε. Ως προς αυτό, η κοινωνιολογία διαφέρει από την κοινωνική ανθρωπολογία, που εξαρχής μελετούσε κοινωνίες με χαμηλό καταμερισμό εργασίας και σχετικά αμετάβλητες στον χρόνο. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο επιστήμες φαίνεται να γεφυρώνεται διαρκώς περισσότερο, καθώς η Παγκοσμιοποίηση επιδρά σε όλο και πιο πολλές περιοχές ανά τον κόσμο, εκσυγχρονίζοντάς τες.

Οι κοινωνιολόγοι μέχρι σήμερα ακολουθούν εμπειρικές ή και ποσοτικές μεθόδους, καταφεύγοντας σε πειραματικές έρευνες και σφυγμομετρήσεις, αλλά και εξετάζουν την κοινωνική πραγματικότητα πάντοτε υπό κάποια επιμέρους οπτική γωνία, την οποία έχουν υιοθετήσει.  Είτε στο στοιχειώδες επίπεδο των διαπροσωπικών σχέσεων, είτε στο μακροσκοπικό επίπεδο των ευρύτερων συνόλων (π.χ. έθνη, τάξεις, πολιτισμοί). Έχει παρατηρηθεί ότι κύριο μέλημα ενός κοινωνιολόγου είναι αφενός ο εντοπισμός του γενικού μέσα στις ατομικές επιλογές μας και αφετέρου η ανάδειξη των παραδοξοτήτων μέσα σε όσα τείνουμε να θεωρούμε αυτονόητο και φυσιολογικό.  Έχει παρατηρηθεί μερικές φορές ότι οι κοινωνιολόγοι είχαν συχνά ως μέλημά τους την υπεράσπιση ενός κοινωνικού συστήματος της αρεσκείας τους, σε βάρος άλλων.

Ο πρώτος ιδρυτής της κοινωνιολογίας, Auguste Comte (1798-1857), επεδίωξε μέσω αυτής (την οποία αποκαλούσε «κοινωνική φυσική») τη σκιαγράφηση της ιστορικής πορείας του ανθρώπου προς όλο και μεγαλύτερη πρόοδο προς την εκπλήρωση των σημαντικότερων δυνατοτήτων του. Ωστόσο, ο κύριος θεμελιωτής της κοινωνιολογίας, ο οποίος εισήγαγε και τις σημαντικότερες έννοιες και μεθόδους της, ήταν ο Émile Durkheim (1858-1917), ο πρώτος που δίδαξε κοινωνιολογία σε γαλλικό πανεπιστήμιο. Ο Durkheim είναι επίσης ο πρώτος που χρησιμοποίησε τη στατιστική στις έρευνες σχετικά με την κοινωνία.

Έχοντας βιώσει τις ραγδαίες αλλαγές που συνεπαγόταν η μετατροπή της Γαλλίας από αγροτική σε σύγχρονη βιομηχανική χώρα, ο Γάλλος στοχαστής προβληματίστηκε από νωρίς σχετικά με ορισμένα ζητήματα: τι διατηρεί την κοινωνία; Πώς εξασφαλίζεται η κοινωνική σταθερότητα; Πώς μπορούμε να ζούμε όλοι μαζί χωρίς συνεχείς προστριβές και διαμάχες; Οι στοιχειοθετημένες και πολυεπίπεδες απαντήσεις που έδωσε ο Durkheim, συνθέτουν εκείνη τη σχολή σκέψης, στην κοινωνιολογία, που έχει μείνει γνωστή ως «λειτουργισμός».

Όντας μια από τις τρεις βασικές προσεγγίσεις (οι άλλες είναι οι θεωρίες συγκρούσεων και οι θεωρίες της συμβολικής αλληλεπίδρασης/διαντίδρασης), ο λειτουργισμός επικεντρώνει τις αναλύσεις του στο μακροεπίπεδο και βλέπει την κοινωνία ως έναν οργανισμό, ένα σώμα με πολλά μέρη που καθένα τους είναι επιφορτισμένο με ειδικά καθήκοντα και ρόλους για την εύρυθμη λειτουργιά του συνόλου. Αν είναι να καθιερωθεί η κοινωνιολογία ως επιστήμη, πρέπει να έχει όσα έχει μια επιστήμη, δηλαδή ένα ερευνητικό αντικείμενο και έναν τρόπο έγκυρης (δηλ. ποσοτικής και αντικειμενικής) γνώσης. Ερευνητικό αντικείμενο αποτελεί το «κοινωνικό γεγονός», το οποίο διαδραματίζει καίριο ρόλο στη σκέψη του Durkheim. Όπως το ορίζει ο ίδιος:

«Κοινωνικό γεγονός είναι κάθε τρόπο ενέργειας, σταθερός ή όχι, ικανός να ασκήσει στο άτομο εξωτερικό εξαναγκασμό· ή, ακόμη, τρόπος ενέργειας, που είναι γενικός σ’ όλη την έκταση μιας δεδομένης κοινωνίας, έχοντας όμως ταυτόχρονα μια ιδιαίτερη υπόσταση, ανεξάρτητη από τις ατομικές του εκδηλώσεις».

Έχει παρατηρηθεί ότι, σε αντίθεση με άλλες κοινωνικές επιστήμες (π.χ. οικονομικά), που τείνουν να αναδεικνύουν τον ρόλο του ελεύθερου ατόμου και των επιλογών του μέσα στην κοινωνία, η κοινωνιολογία δείχνει κυρίως την ετερονομία και εξάρτησή του από παράγοντες που το υπερβαίνουν. Αυτό σίγουρα είναι ορθό όσον αφορά την περίπτωση του Durkheim, στόχος του οποίου είναι να δημιουργήσει μια νέα και ανεξάρτητη επιστήμη για την κατανόηση των ανθρώπινων κοινωνιών.

Γι’ αυτό επιδιώκει να την προφυλάξει από τυχόν αναγωγισμούς, καθώς αν η κοινωνιολογία αναγόταν στις αρχές μιας άλλης επιστήμης δε θα μπορούσε να συγκροτηθεί ως αυτόνομο σύστημα γνώσης. Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε ίσως αν η κοινωνία μπορούσε να κατανοηθεί με βάση τη συμπεριφορά των ατόμων που την απαρτίζουν. Προκειμένου να αποφύγει αυτή την ιδέα και τα πιθανά συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτή, ο Durkheim υιοθετεί μια στάση ολιστική και αντιαναγωγιστική. Συγκεκριμένα, για τον Durkheim, το κοινωνικό όλον είναι κάτι παραπάνω από το άθροισμα των μερών του (ολισμός).

Πρώτη και κυριότερη μεθοδολογική αρχή της κοινωνιολογίας, κατά Durkheim, οφείλει να είναι η αντιμετώπιση των κοινωνικών γεγονότων ως πραγμάτων. Τα κοινωνικά γεγονότα πρέπει να προσεγγίζονται όχι ως πλάσματα του νου, που μπορούν να εξαφανιστούν όποτε το θελήσουμε, αλλά σαν αντικειμενικώς υπαρκτές οντότητες που βρίσκονται έξω από εμάς και μερικές φορές μας ασκούν και καταναγκασμό. Αντίθετα με άλλες προσεγγίσεις που δίνουν έμφαση στην ατομική δράση (μεθοδολογικός ατομισμός), η προσέγγιση του Γάλλου κοινωνιολόγου βλέπει τα κοινωνικά γεγονότα ως παράγοντες που μας υπερβαίνουν ως άτομα και δρουν πάνω μας ως εξωτερικοί καταναγκασμοί.

Σύμφωνα με τον Durkheim, τα κοινωνικά γεγονότα είναι όχι μονάχα υπερατομικά (δηλ. υπερβαίνουν το άτομο) αλλά μας ωθούν και σε συγκεκριμένες συμπεριφορές, όπως π.χ. στον γάμο, στη γεννητικότητα, μέχρι και στην αυτοκτονία. Φυσικά, μπορεί κανείς να αντισταθεί σε έναν εξωτερικό καταναγκασμό της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει, δε μπορεί όμως να τον αγνοήσει έτσι απλά, διότι δέχεται πίεση από αυτόν.

«Και, εδώ είναι, κατά βάση, η ουσία της έννοιας του κοινωνικού εξαναγκασμού. Γιατί σημαίνει ότι η πραγματικότητα των συλλογικών τρόπων δράσης ή σκέψης είναι εξωτερική προς τα άτομα, τα οποία κάθε στιγμή συμμορφώνονται προς αυτήν. Οι τρόποι αυτοί έχουν τη δική τους υπόσταση. Το άτομο τους βρίσκει δεδομένους και δεν μπορεί ούτε να τους καταργήσει ούτε να τους αλλάξει   είναι, επομένως, υποχρεωμένο να τους λάβει υπ’ όψη του και του είναι δύσκολο (θα λέγαμε αδύνατο) να τους αλλοιώσει στο μέτρο που αυτοί ενέχονται στην υλική και ηθική επικυριαρχία της κοινωνίας στα μέλη της. Το άτομο παίζει, αναμφισβήτητα, κάποιο ρόλο στη γένεσή τους. Αλλά, για να υπάρχει κοινωνικό γεγονός, πρέπει πολλά, τουλάχιστον, άτομα να έχουν δράσει από κοινού- και πρέπει η κοινή τους αυτή δράση να έχει παράγει κάτι το καινούργιο».

Ωστόσο, το γεγονός ότι οι κοινωνικές ενέργειες και πεποιθήσεις εισέρχονται σε μας έξωθεν, δε σημαίνει αυτόματα ότι τις δεχόμαστε εντελώς παθητικά: σαφώς και έχουμε τη δυνατότητα να τις αλλοιώσουμε, γι’ αυτό και κάθε κοινωνική ομοιομορφία συναντάται σε ορισμένες ατομικές παραλλαγές, λιγότερες σε ηθικοθρησκευτικά και περισσότερες σε οικονομικά ζητήματα, αλλά πάντως ο αριθμός τους είναι πεπερασμένος, καταλήγει ο Durkheim. Η εποχή κατά την οποία ανδρώθηκε ο Durkheim, η Γαλλία της Τρίτης Δημοκρατίας βίωνε κρίση σε διάφορους τομείς. Από την ραγδαία αύξηση της εκβιομηχάνισης, ως την εκπαίδευση και την υποχώρηση της ισχύος της Καθολικής εκκλησίας και της χριστιανικής πίστης γενικότερα, τα τέλη του 19ου αιώνα υπήρξαν περίοδος αναταραχής και καινοτομιών.

Οι πιέσεις ποικίλουν σε ένταση, ανάλογα με τον τόπο και την εποχή που βρισκόμαστε. Για παράδειγμα, η στατιστική των αυτοκτονιών δείχνει δεδομένα που τις τυποποιούν με βάση συγκεκριμένους παράγοντες που είναι ανεξάρτητοι από τα επιμέρους άτομα και είναι σχετικά ανεξάρτητοι από ατομικούς παράγοντες: δεν αυτοκτονεί κανείς το ίδιο συχνά σε κάθε ηλικία και περίοδο της ζωής του, λέει χαρακτηριστικά ο Durkheim, ο οποίος έχει μελετήσει σε βάθος το συγκεκριμένο ζήτημα. Η στατιστική μας δείχνει πειστικά το πώς ορισμένοι υπερατομικοί παράγοντες (π.χ. φύλο, ηλικία, εποχή) ωθούν πλήθος ατόμων να διαπράξουν αυτοχειρία, άσχετα με τις διαφορές που αυτά τα μεμονωμένα άτομα μπορεί να έχουν μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει ότι το φαινόμενο της αυτοχειρίας είναι ως έναν βαθμό ανεξάρτητο από τα άτομα και προκαλείται από παράγοντες που τα υπερβαίνουν.

Ο λειτουργισμός του Durkheim δίνει έμφαση στους κοινωνικά κατανεμημένους ρόλους, καθώς και στη σταθερότητα και ευρυθμία που εκείνοι τείνουν να εξασφαλίζουν στο εσωτερικό της εκάστοτε κοινωνίας. Τότε όμως, αναρωτιέται κανείς, με ποιον τρόπο οι θεσμοί δημιουργούνται, μεταβάλλονται ή και αντικαθίστανται από άλλους; Ο λειτουργισμός φαντάζει «συντηρητικός», με την έννοια ότι επικεντρώνεται στη σταθερότητα του κοινωνικού ιστού (σε βάρος των πιθανών μεταβολών).

Τα τρία μεγάλα έργα του Durkheim υπήρξαν οι Μορφές του καταμερισμού εργασίας, οι Στοιχειώδεις μορφές της κοινωνικής ζωής και φυσικά, η Αυτοκτονία. Σε αυτά θα μπορούσε ίσως να προστεθούν και οι Οι κανόνες της κοινωνιολογικής μεθόδου, η δημοσίευση των οποίων, περίπου στα 1895, προκάλεσε αντιδράσεις και αμφισβήτηση. Ας δούμε ενδεικτικά αυτό το βιβλίο του, που σύμφωνα με ορισμένους, παρουσιάζει τις γενικές αρχές που ο Durkheim εφάρμοσε στα προηγούμενα έργα του, πάνω σε συγκεκριμένα επιμέρους ζητήματα.

Η συλλογιστική πορεία στο βιβλίο, είναι η ακόλουθη: o Durkheim αρχικά παρουσιάζει το πρόβλημα, έπειτα σκιαγραφεί αδρά τις απόψεις του πάνω σε αυτό και στη συνέχεια αποδομεί τις απόψεις άλλων στοχαστών. Εδώ η κριτική του στρέφεται κυρίως στους Comte και Spencer, καθώς τους θεωρεί ως σημαντικές φωνές που εξήγγειλαν θεωρητικά την εδραίωση της κοινωνιολογίας ως επιστήμης, απέτυχαν όμως να την κάνουν πράξη με τον στοχασμό τους. Αυτό αναλαμβάνει να κάνει τώρα εκείνος.

Η κοινωνιολογία, σύμφωνα με τον Durkheim, αποτελεί η επιστήμη των θεσμών, της γένεσης και της λειτουργίας τους. Ως επιστήμη, μεσολαβεί κατά κάποιον τρόπο ανάμεσα στη φιλοσοφία (που εστιάζει στο οικουμενικό και το διαχρονικό) και την ιστορία (που μελετά το συγκεκριμένο και το επιμέρους). Η Κοινωνιολογία αναζητά σχέσεις αιτιότητας ανάμεσα στα κοινωνικά φαινόμενα. Πρέπει όμως να ψάχνουμε τις αληθινές αιτίες ενός φαινομένου, και όχι απλά τον σκοπό που εξυπηρετούν όσον αφορά εμάς. Αυτό δε σημαίνει πως δε διαθέτουν χρησιμότητα: οπωσδήποτε διαθέτουν, καθώς διαφορετικά δε θα μπορούσαν να διατηρηθούν και θα είχαν εξαφανιστεί.

Όταν όμως μελετάμε ένα κοινωνικό γεγονός, θα πρέπει να αναζητάμε τη λειτουργία του σε κάποιον κοινωνικό σκοπό. Ο Durkheim απορρίπτει κάθε τελολογία, θεωρώντας τη ψυχολογισμό, αλλά και παίρνει αποστάσεις από τους θεωρητικούς του κοινωνικούς συμβολαίου στη φιλοσοφία, όπως ο Hobbes και ο Rousseau, διότι οι τελευταίοι προσπάθησαν να δουν στην ύπαρξη οργανωμένης κοινωνίας μια ρήξη σε σχέση με τη φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Για τον Durkheim δεν υφίσταται καμία τέτοια ρήξη. Δεν υφίσταται η μετάβαση από τη φύση σε οργανωμένους κοινωνικούς σχηματισμούς με κανόνες. Αντίθετα, η κοινωνία είναι κατά κάποιον τρόπο η «φύση» μας, η φυσική μας κατάσταση.

Σε αντίθεση με τον θετικιστή Comte και τη μεθοδολογική έμφαση που εκείνος έδινε στη φυσική, ο θετικιστής Durkheim μετατοπίζεται προς τη βιολογία και την ιατρική. Σύμφωνα με τον ίδιο,  διάκριση των κοινωνικών γεγονότων σε «ομαλά» και «ανώμαλα», πρέπει να γίνεται με βάση το κριτήριο της λειτουργικότητας: ομαλό είναι οτιδήποτε συντελεί στην ομαλή λειτουργία της κοινωνίας και είναι ό,τι ακριβώς είναι η υγεία για το ανθρώπινο σώμα. Για να είναι η κοινωνιολογία πραγματική επιστήμη, πρέπει να θεωρείται ως κριτήριο της ομαλότητας ενός γεγονότος η γενικότητά του, τα αν αποτελεί τον κανόνα μέσα σε μια κοινωνία, λέει επίσης εκείνος.

Το φυσιολογικό μπορεί να διαφέρει από το ένα είδος στο άλλο, καθώς και ανάλογα από το ένα στάδιο εξέλιξης ενός είδους, σε ένα προηγούμενο ή επόμενο. Η συχνότητα ταυτίζεται με την υγεία, ενώ η σπανιότητα με την παθολογία. Η διάκριση των κοινωνικών φαινομένων σε ομαλά και ανώμαλα, αποσκοπεί στο πρακτικό αίτημα για χάραξη ενός τρόπου δράσης υπέρ της κοινωνικής ευρυθμίας. Αν θέλουμε να μάθουμε πώς να διατηρήσουμε την κοινωνική συνοχή, καλά θα κάνουμε να εφαρμόσουμε τα πορίσματα της κοινωνιολογίας.

Αν και η μέθοδος του Durkheim έχει θεωρηθεί «συντηρητική», με το σκεπτικό ότι δίνει έμφαση στη διατήρηση των υπαρχόντων θεσμών και αποθαρρύνει την κοινωνική αλλαγή, ο ίδιος το αναγνωρίζει και συγχρόνως εξηγεί ότι η ομαλότητα ενός θεσμού δε συνεπάγεται αναγκαστικά ότι δεν πρέπει να αλλάξει τίποτε. Πραγματικά, τίποτε δεν αποκλείει ένας νέος θεσμός που θα εμφανιστεί, να αποδειχτεί τελικά περισσότερο ωφέλιμος για το κοινωνικό σύνολο. Η ωφελιμότητα είναι ευρύτερη, ως έννοια, από την ομαλότητα και γι’ αυτό η ομαλότητα μιας κατάστασης δε σημαίνει αναγκαστικά ότι δεν υπάρχει κάτι καλύτερο που μπορεί να την αντικαταστήσει.

Πώς γνωρίζουμε όμως τι είναι ομαλό και τι όχι; Για παράδειγμα, είναι ομαλό να υπάρχει εγκληματικότητα σε μια κοινωνία; Ο Durkheim δίνει εδώ μιαν απάντηση που στην εποχή του είχε χαρακτηριστεί παράδοξη και προκλητική: ναι, η εγκληματικότητα είναι ομαλό φαινόμενο και είναι αναπόσπαστα δεμένη με τη ζωή των κοινωνιών. Αυτό φυσικά δε σημαίνει πως πρόκειται για κάτι ευκταίο και καλό. Όσο ομαλή είναι η ύπαρξη εγκληματικότητας, άλλο τόσο είναι ομαλή και η ύπαρξη μηχανισμών που την αποτρέπουν ή και την τιμωρούν.

Το έγκλημα είναι σχετική έννοια και δε θα γινόταν να εξαλειφθεί οριστικά, παρά μονάχα με μια τόσο δραστική περιστολή της ατομικότητας, που θα ήταν σε κάθε περίπτωση απευκταία. Για να προοδεύσει ο κόσμος μας, πρέπει να υπάρχει ένας βαθμός ατομικής πρωτοβουλίας. Για να υπάρχει δυνατότητα για τέτοιες πρωτοβουλίας, πρέπει να υπάρχει και δυνατότητα για εγκληματική συμπεριφορά, καθώς είναι αδύνατη η ύπαρξη της μιας δίχως την άλλη.

Ο Durkheim σπεύδει να διευκρινίσει ότι δεν υπερασπίζεται κατά κανέναν τρόπο την εγκληματική συμπεριφορά. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το έγκλημα είναι μια έννοια σχετική. Ας φανταστούμε, λόγου χάρη, ένα μοναστήρι που αποτελείται αποκλειστικά από αγίες υπάρξεις. Θα είχε άραγε θέση το έγκλημα μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Η απάντηση του Durkheim είναι απολύτως καταφατική: αν η έννοια «έγκλημα» είναι συνάρτηση του τι θεωρούμε νομικά ή ηθικά αποδεκτό, τότε δε μπορεί παρά να μετατοπίζεται ανάλογα με το που έχουμε τοποθετήσει εμείς το όριο.

Για παράδειγμα, σε ένα μοναστήρι των αγίων, σαν και αυτό που προαναφέρθηκε, σίγουρα δε θα είχε θέση ο φόνος και η κλοπή, ωστόσο θα υπήρχε η έννοια της παράβασης αλλά θα ήταν πολύ πιο τραβηγμένο το όριό της: μπορεί, λόγου χάρη, μια άστοχη κουβέντα ή ένα βλέμμα να είχε τον χαρακτήρα του εγκλήματος και να τιμωρούνταν αναλόγως.  Βέβαια, ο Durkheim σπεύδει παράλληλα να εξηγήσει ότι η φυσιολογικότητα του εγκλήματος από κοινωνιολογική σκοπιά, δε συνεπάγεται ότι κάθε εγκληματίας είναι και φυσιολογικός από ψυχολογική άποψη. Όπως μας λέει, τα ψυχολογικά φαινόμενα είναι φαινόμενα διαφορετικής τάξης από τα κοινωνιολογικά και θα ήταν επιστημονικώς προβληματικό να επιχειρούσαμε να αναγάγουμε τα μεν στα δε ή και το αντίστροφο.

Μάλιστα, μερικές φορές ένα έγκλημα αναγνωρίζεται μεταγενέστερα ως αρετή: τέτοια είναι η περίπτωση του Σωκράτη, που τιμωρήθηκε, σύμφωνα με το αθηναϊκό Δίκαιο, με την κατηγορία της διαφθοράς της νεολαίας. Ξέρουμε όμως σήμερα ότι το «έγκλημά» του ήταν σπουδαιότερο από ό,τι ενέκρινε ο νόμος εκείνης της εποχής. Τέτοιες περιπτώσεις εμφανίζονται περιοδικά μέσα στην ιστορία και από αυτή την άποψη μέχρι και το έγκλημα έχει τη «χρησιμότητά» του, θεωρεί ο Durkheim. Το παραπάνω σκεπτικό θυμίζει ίσως τη γνωστή προκλητική ιδέα του Nietzsche, σύμφωνα με την οποία κάθε καινοτομία στην ηθική αποτέλεσε κάποτε ένα «έγκλημα με ευτυχή κατάληξη». Πάντως, είναι γεγονός ότι η εγκληματικότητα στη Γαλλία έχει αυξηθεί υπερβολικά, στα τέλη του 19ου αιώνα, πράγμα που για τον Durkheim δεν αποτελεί κάτι το ομαλό αλλά αντικατοπτρίζει μια μεταβατική κατάσταση που πρόκειται να ξεπεραστεί.

Πρωτόπλασμα του κοινωνικού βασιλείου είναι η ορδή. Η ορδή είναι φυσική βάση κάθε ταξινόμησης των κοινωνιών. Όταν όμως η ορδή μετατραπεί από σύνολο της κοινωνίας σε ένα μονάχα μέρος της, πλέον γίνεται φατρία, δηλαδή ένα κοινωνικό σύνολο που δε διαιρείται σε μικρότερα τμήματα. Πάντως, η ορδή αποτελεί την πηγή από την οποία προήλθαν όλα τα κοινωνικά είδη. Οι φυλές διακρίνονται σε απλές πολυτμηματικές, απλά σύνθετες πολυτμηματικές και, τέλος, διπλά σύνθετες πολυτμηματικές κοινωνίες. Καθεμιά προκύπτει ύστερα από τη συγκέντρωση αρκετών κοινωνιών του προηγούμενου είδους (π.χ. οι απλές πολτμηματικές γεννώνται από τη συγχώνευση πολλών φατριών, οι απλά σύνθετες προκύπτουν από τη συγχώνευση πολλών απλών πολυτμηματικών κ.ό.κ.)

Καταλήγοντας, αξίζει να αναφερθεί ότι η από κάθε άποψη πρωτοποριακή μεθοδολογία του Durkheim, έχει αμφισβητηθεί. Τις τελευταίες δεκαετίες, σύγχρονοι κοινωνιολόγοι (π.χ. ο Anthony Giddens, ο οποίος μάλιστα έγραψε και ένα έργο με τον χαρακτηριστικό τίτλο Οι νέοι κανόνες της κοινωνιολογικής μεθόδου) έχουν αμφισβητήσει την προσέγγιση του Durkheim.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Giddens, οι άνθρωποι διαμορφώνουν την κοινωνία, αλλά και την ίδια στιγμή διαμορφώνονται από αυτή, οπότε η κατανόηση των κοινωνικών φαινομένων δε μπορεί να έχει τη μορφή της κατανόησης ενός φυσικού φαινομένου, που βρίσκεται «έξω» από μας. Τα άτομα της κοινωνίας αλληλεπιδρούν συνεχώς με τους θεσμούς που προσπαθούν να κατανοήσουν. Παρατηρώντας τα κοινωνικά φαινόμενα, τα επηρεάζουμε ποικιλοτρόπως και ανεξαρτήτως του πόσο το συνειδητοποιούμε. Αυτή είναι η θεωρία της διπλής ανάμειξης ατόμων και θεσμών και έρχεται σε αντίθεση με όσους  κοινωνιολόγους προσπαθούσαν να συλλάβουν τα κοινωνικά γεγονότα ως πράγματα.