«Καθώς όμως ή παγκοσμιότητα της μαζικής δημοκρατίας διόλου δεν θα συνεπιφέρει την παγκόσμια αρμονία ιδεών και συμφερόντων, οι ιδιαίτερες θεολογικές παραδόσεις πιθανότατα θα επιβιώσουν μέσα σε πολιτισμικά μορφώματα, τα όποια θα χρησιμεύουν ως ιδεολογικά όπλα στον μεγάλο αγώνα για την κατανομή των πόρων του πλανήτη, αγώνα πού θα σημαδέψει τον 21ο αιώνα. Αυτά τα μορφώματα δεν θα «αντικατοπτρίζουν» κάποια κοινωνική ιεραρχία, όπως κάποτε ή ουράνια ιεραρχία «αντικατόπτριζε» την επίγεια, όμως θα αναλάβουν ζωτικές λειτουργίες στη φιλική ή εχθρική αντιπαράθεση των συλλογικών υποκειμένων» (Παναγιώτης Κονδύλης)

Όπως είναι γενικά γνωστό, η εσχατολογία και οι ευθύγραμμες αντιλήψεις για το ιστορικό γίγνεσθαι, που έχουν ιουδαϊκή και χριστιανική προέλευση, από τους Νεώτερους Χρόνους και έπειτα στράφηκαν σε (εγκόσμιες) πολιτικές ιδεολογίες και ουτοπίες, οι οποίες κέρδιζαν σταδιακά έδαφος σε βάρος τους. Σύμφωνα με τον Max Horkheimer, δεν ήταν ούτε οι Γάλλοι υλιστές αλλά ούτε και οι μονιστές του 19ου αιώνα αυτοί που αποτέλεσαν σοβαρή απειλή για τη χριστιανική πίστη. Η μεγάλη αμφισβήτηση εκείνης (και γενικά των θρησκειών) προήλθε πραγματικά στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν προέκυψαν νέα μαζικά ιδεώδη στον πολιτικό χώρο: ο κομουνισμός και στη συνέχεια ο φασισμός έδειξαν να καταλαμβάνουν στις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων τον χώρο που παλιότερα φαίνεται να κατείχε ο Θεός. Αιτία υπήρξε το γεγονός ότι το κοινωνικό σύστημα έτεινε στην ενοποίηση θρησκείας και κράτους, εξασφαλίζοντας την υπέρβαση του ατομικισμού με τη συλλογική εξουσία, η οποία ασκούνταν είτε ενός υπερεθνικού οργανισμού είτε με σκοπό τη δόξα του έθνους. Κατά τη δεκαετία του 1960, έχει υπολογιστεί ότι το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού αποτελούνταν από (τουλάχιστον κατ’ όνομα) άθεους ανθρώπους. Με την παρακμή και πτώση του κομουνιστικών καθεστώτων, ο φιλελευθερισμός απέμεινε η μοναδική από τις μεγάλες πολιτικές ιδεολογίες με ισχύ στο ιστορικό προσκήνιο και αυτό έδωσε ώθηση σε προβλέψεις περί τέλους των συγκρούσεων και έλευση μιας ατελεύτητης εποχής ευημερίας.

Στα τέλη του εικοστού αιώνα όμως[1], φάνηκε μια έντονη αλλαγή που θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως αντιστροφή της παραπάνω διαδικασίας. Συγκεκριμένα, καθώς η απήχηση των πολιτικών ιδεολογιών έφθινε, η επιρροή των παραδοσιακών θρησκειών έμοιαζε να αυξάνεται εκ νέου, και μάλιστα, οι πρώην αθεϊστικές κομουνιστικές χώρες άρχισαν να βιώνουν εκ νέου μια επιστροφή στη θρησκευτική ευλάβεια του παρελθόντος. Ορισμένοι κοινωνιολόγοι, όπως ο Peter L. Berger, δε δίστασαν να μιλήσουν για «από-εκκοσμίκευση» («desecularization»), διαψεύδοντας όσους (μεταξύ των οποίων ήταν κάποτε και ο ίδιος), που προέβλεπαν τον αφανισμό των θρησκειών στο προσεχές μέλλον. Πολιτικοί επιστήμονες, όπως ο Samuel P. Huntington, θα σκιαγραφήσουν ένα νέο μέλλον, όπου βασικό ρόλο στις διεθνείς συμμαχίες και συγκρούσεις θα έχει όχι πια η ιδεολογία αλλά ο πολιτισμός, κεντρικός πυλώνας του οποίου είναι βασικά η θρησκεία. Σε αυτό το πλαίσιο γράφεται και το βιβλίο Η επιστροφή του Θεού (που επηρέασε τον τελευταίο) από τον Gilles Kepel, ο οποίος επιχειρεί να συλλάβει τη σημασία αυτής της επανόδου των θρησκευτικών παραδόσεων στο ιστορικό προσκήνιο.

Αρχικά, οι τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες: Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός και Ισλάμ (που ονομάζονται επίσης και «αβραμικές», διότι κοινό πρόσωπο στο οποίο στηρίζονται  είναι ο Αβραάμ), παραμένουν οι μεγαλύτερες στον κόσμο, καθώς γνώρισαν μιαν απρόσμενη αναβίωση στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και απέκτησαν ορατή διάδοση, την αμέσως επόμενη δεκαετία. Αυτή η αναβίωση πήρε μορφές τόσο «εκ των άνω» (με πολιτικές πιέσεις που μερικές φορές έφτασαν και στην ταύτιση με κάποιο πολιτικό κόμμα) και «εκ των κάτω» (με συλλογική κοινωνική δράση) Μήπως λοιπόν πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας όσους σύγχρονους κοινωνιολόγους κάνουν λόγο για «αναμάγευση του κόσμου»;

Αρχικά, η χρονικά παράλληλη επάνοδος Χριστιανισμού, Ιουδαϊσμού και Ισλάμ στην κοινωνία, δεν προσέλαβε παντού τα ίδια χαρακτηριστικά. Υπάρχουν σοβαρές διαφορές, που εξηγούνται αφενός από τη θρησκεία και αφετέρου από το ευρύτερο πλαίσιο της εκάστοτε κοινωνίας στην οποία αυτή επανεμφανίστηκε. Για παράδειγμα, ο αναγεννημένος Χριστιανισμός έχει δύο διαφορετικές μορφές: ενώ στις πρώην κομουνιστικές και νυν Καθολικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (π.χ. Τσεχοσλοβακία, Πολωνία) υπήρξε μια δύναμη εκδημοκρατισμού που περιοριζόταν αμείλικτα από τη μέγγενη του κομουνιστικού ολοκληρωτισμού και αργότερα συνετέλεσε στην εθνική τους ενότητα, στις κατά βάση προτεσταντικές Η.Π.Α., έχουμε το φαινόμενο να συναγωνίζονται σκληρά διάφοροι ανεξάρτητοι πάστορες προς άγραν πιστών, με όρους που θυμίζουν τον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων και μερικές φορές καταλήγουν στη φυλακή για οικονομικές ατασθαλίες.

Παρεμπιπτόντως, ο όρος «φονταμενταλισμός» προέκυψε στις Η.Π.Α. το 1920, δέκα έτη μετά τη δημοσίευση του δωδεκάτομου έργου The fundamentals, ένα έργο μέσα στο οποίο διάφοροι προτεστάντες θεολόγοι διακήρυσσαν ότι δεν πρέπει να γίνεται κανένας συμβιβασμός με τις μοντέρνες κοινωνικές συνθήκες. Είναι η εποχή που λαμβάνει χώρα η περίφημη «δίκη των πιθήκων» και η ποτοαπαγόρευση. Η κατάργηση της προσευχής στα σχολεία το 1962, ως αντισυνταγματικής, καθώς και η αποδοχή της άμβλωσης, το 1973, αποτέλεσαν αλλεπάλληλες νίκες για τους υποστηρικτές μιας αμιγώς κοσμικής Αμερικής. Ωστόσο, στη δεκαετία του 1980 κάτι αλλάζει. Από τη μια βρίσκεται ο φιλελεύθερος προτεσταντισμός, που δίνει έμφαση στο κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο, και από την άλλη οι ευαγγελικοί που του αντιτίθενται θεωρώντας τον υποταγμένο σε πολιτικές σκοπιμότητες. Οι τελευταίοι στήριξαν σθεναρά το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, ενθαρρύνοντας τον υποψήφιο και τελικά πρόεδρο, Ronald Reagan. Αυτό δίνει μεγάλη απήχηση στον ευαγγελισμό, με διάφορους νέους πάστορες να κάνουν την εμφάνισή τους, μεταχειριζόμενοι όλα τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα για τη διάδοση του μηνύματός τους. Εκεί εντάσσεται και το φαινόμενο του τηλε-ευαγγελισμού, ένα ιδιαιτέρως αμερικανικό φαινόμενο, με κηρύγματα, ελεημοσύνες, ακόμη και θαυματουργικές θεραπείες να λαμβάνουν χώρα τηλεοπτικά.

Είναι ενδιαφέρον ότι το παρόν βιβλίο γράφτηκε πριν την επίσημη πτώση της ΕΣΣΔ και επομένως δε γίνεται καθόλου λόγος για την αναβίωση του Ορθόδοξου Χριστιανισμού, που συντελέστηκε στη Ρωσία και είναι εμφανής μέχρι και σήμερα. Πάντως, αντίθετα με τη χριστιανική αναβίωση, που υπήρξε ειρηνική και δημοκρατική αλλά τελικώς απέτυχε να λάβει μια ξεκάθαρη πολιτική μορφή, η ισλαμική και ιουδαϊκή αναβίωση, όντας σφοδρά αλληλοσυγκρουόμενες, πολιτικοποιήθηκαν με ριζοσπαστικό τρόπο, προχωρώντας μερικές φορές ακόμη και σε τρομοκρατική δράση. Στην Ιταλία, το Κίνημα της Μετάληψης και Απελευθέρωσης, και στην Πολωνία η κίνηση των επισκόπων κατορθώνουν να δημιουργήσουν ισχυρές λαϊκές βάσεις για έναν επανεκχριστιανισμό εκ των κάτω. Απέτυχαν όμως να οδηγήσουν σε συγκεκριμένη πολιτική έκφραση (επανεκχριστιανισμός εκ των άνω), οπότε τελικά αναδιπλώθηκαν στο ποιμαντικό και το κοινωνικό τους έργο. Επιπλέον, οι καρδινάλιοι Jean-Marie Lustiger και Joseph Ratzinger (μετέπειτα πάπας Βενέδικτος ο 16ος), προσωπικότητες με βαθιά μόρφωση και πνευματική ακτινοβολία, θα ασκήσουν κριτική στο νεωτερικό όραμα σχηματισμού κοινωνιών κοσμικών και χωρίς Θεό.  Από την άλλη, η πολιτικοποίηση της ισλαμικής και της ιουδαϊκής πίστης στάθηκε πολύ πιο εύκολη: ενώ στις ισλαμικές χώρες ο παναραβικός εθνικισμός (κοσμική εξουσία) ανταγωνίζεται τον πανισλαμισμό για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, στο Ισραήλ δεν υφίσταται τέτοια διαμάχη, αφού το θρησκευτικό ιδεώδες συμπορεύεται με το εθνικό και το υπηρετεί χωρίς καμιά αντίφαση.

Μεταξύ άλλων, μια εξήγηση μπορεί να παρέχει και η ίδια η σύγκριση των δογμάτων: αντίθετα από τη ρητή χριστιανική διάκριση εξουσίας και πίστης (που προαναγγέλλεται στη φράση του Ιησού Χριστού για τον Θεό και τον Καίσαρα), η ισλαμική παράδοση θεωρεί πως η πολιτική οφείλει να υλοποιεί τις εντολές του Μωάμεθ, ενώ η ιουδαϊκή θρησκεία είναι στενά συνδεδεμένη με την ιστορική πορεία μιας συγκεκριμένης εθνότητας, που έχει συγκροτηθεί σε κράτος και θεωρεί τον θρίαμβό της στενά συνδεδεμένο με την έλευση του Μεσσία και λυτρωτή του. Ας δούμε λόγου χάρη όσα λέει, ουσιαστικά συμφωνώντας με τον Kepel, και ο Βρετανός ιστορικός και ακαδημαϊκός Bernard Lewis (1916-2018), στο βιβλίο του Η πολιτική γλώσσα του Ισλάμ:

«Στο κλασικό Ισλάμ, δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους. Στον χριστιανικό κόσμο, η ύπαρξη των δύο εξουσιών φτάνει πίσω μέχρι τον ιδρυτή της θρησκείας, ο οποίος απαίτησε από τους οπαδούς του να αποδίδουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ […] Στο προ-εκδυτικισμένο Ισλάμ, δεν υπήρχαν δύο εξουσίες αλλά μία, και συνεπώς δεν μπορούσε να εγερθεί θέμα διαχωρισμού. Ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, που είναι τόσο βαθιά ριζωμένος στον χριστιανικό κόσμο, δεν υπάρχει στο Ισλάμ·».

Σύμφωνα με τον Lewis:

«Όποτε εμείς, στον δυτικό κόσμο, αναθρεμμένοι με τη δυτική παράδοση, χρησιμοποιούμε τους όρους «Ισλάμ» και «Ισλαμικός», τείνουμε να κάνουμε ένα φυσικό λάθος, υποθέτοντας ότι η θρησκεία έχει την ίδια σημασία τόσο στους Μουσουλμάνους όσο και στη Δύση, ακόμη και κατά τα μεσαιωνικά χρόνια: δηλαδή, ένα μέρος ή ένα κομμάτι της ζωής που διατίθεται για ορισμένα ζητήματα και διαχωρίζεται- ή τουλάχιστον μπορεί να διαχωριστεί- από άλλα μέρη της ζωής, προορισμένα για άλλα ζητήματα. Αυτό δεν ισχύει στον ισλαμικό κόσμο. Δεν ίσχυσε ποτέ κατά το παρελθόν, και η προσπάθεια που έγινε κατά τη νεώτερη περίοδο να ισχύσει ίσως να γίνεται αντιληπτή, στη μακρά προοπτική της ιστορίας, ως μία αφύσικη ανάκληση η οποία τελείωσε στο Ιράν και, σε ορισμένες άλλες ισλαμικές χώρες, ενδεχομένως να πλησιάζει στο τέλος της».

Αντίστοιχη επισήμανση κάνει και από ο Γάλλος ιστορικός, Marc Ferro, στο βιβλίο του Το σοκ του Ισλάμ.                                                           

Η πρώτη περίπτωση σθεναρής άρνησης του παναραβισμού υπέρ ενός ισλαμικού τζιχαντισμού, υπήρξε αυτή του Αιγύπτιου Μουσουλμάνου και εξτρεμιστή θεωρητικού του πανισλαμισμού Sayyid Qutb, ο οποίος εκτελέστηκε για συμμετοχή στην απόπειρα δολοφονίας του προέδρου Nasser. Σύμφωνα με τον Qutb, που υπήρξε ένας πρώιμος θεωρητικός της jihad, ο σύγχρονος κόσμος ζει μέσα στη βαρβαρότητα («jahiliya»), σε μια κατάσταση παρόμοια με την εποχή στην οποία εμφανίστηκε και έδρασε ο προφήτης Μωάμεθ. Πάντως, η μόνη πολιτική επανάσταση του Ισλάμ που έχει πετύχει ως τώρα, μας λέει ο Kepel, είναι η περίφημη Ιρανική Επανάσταση του 1979, από τον Ruhollah Khomeini, και προέρχεται από το σιιτικό Ισλάμ. Αυτό έχει την αιτία του στο ότι, αντίθετα από τους σιίτες ιμάμηδες, που είχαν ανέκαθεν μια κριτική στάση απέναντι στην πολιτική εξουσία, οι σουνίτες ουλεμάδες έτειναν να υιοθετούν μια μάλλον παθητική στάση αποδοχής απέναντι στις πολιτικές εξουσίες, δικαιολογώντας πολλές φορές με ειδικές θρησκευτικές εγκυκλίους τις πράξεις τους. Σύμφωνα με τον Kepel, η έλλειψη δημοκρατικής παιδείας στις ισλαμικές χώρες, αλλά και η αρνητική σημασία που έχει περιβληθεί η δημοκρατία, συνδεδεμένη με τον ξενικό έλεγχο και την καταπίεση της Δύσης, είχε ως αποτέλεσμα τη μαχητικότητα των νέων ισλαμικών κινημάτων ενάντια στις απόπειρες εκδημοκρατισμού. Ο επαναστατικός θρησκευτικός ζήλος των τζιχαντιστών είναι χολωμένος και τροφοδοτείται από την παρατεταμένη οικονομική ανέχεια, την αλλοτρίωση από τις πολιτισμικές παραδόσεις και τη συλλογική ταπείνωση λόγω εξάρτησης από ξένες δυνάμεις. Η κατάσταση στο Ισραήλ είναι όμως αρκετά διαφορετική.  Η αιγυπτιακή και συριακή επίθεση, τον Οκτώβριο του 1973, θα αιφνιδιάσει τους Ισραηλινούς που τότε γιόρταζαν το Yom Kippur (γιορτή Εξιλασμού) και παρά τη νίκη του, και σε συνδυασμό με τις αμερικάνικες πιέσεις για υποχωρήσεις στην παλαιστινιακή πλευρά, θα δημιουργήσει στο Ισραήλ μια ψυχολογία απόγνωσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, ριζοσπάστες Ιουδαίοι πιστοί θα προβάλλουν στην πολιτική το αίτημα της κατάκτησης εδαφών που να συμπίπτουν με αυτά που ορίζει ο ιερός νόμος και οι προφητείες. Πρόκειται για το κίνημα Goush Emounim. Το Goush Emounim αντιτέθηκε στη στάση της κυβερνητικής εξουσίας, την οποία στηλίτευσε ως υπερβολικά μαλθακή και υποχωρητική στο ζήτημα των παλαιστινίων, δηλώνοντας ότι δεν επιτρέπεται καμία υποχώρηση όσον αφορά την ιερή γη του Ισραήλ. Ενθάρρυνε μάλιστα τους αποικισμούς, οι οποίοι άρχισαν από τη δεκαετία του 1970 να πραγματοποιούνται πλέον ευρύτατα, σε περιοχές όπως η Χεβρώνα (κατεχόμενα εδάφη). Τελικά, το κίνημα δε δίστασε να καταφύγει σε τρομοκρατική δράση, σχεδιάζοντας την ανατίναξη των τζαμιών που βρίσκονταν στον περίβολο του ναού του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ, με στόχο να αποτελέσει το έναυσμα για τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο: ξεσηκώνοντας και οδηγώντας τους απανταχού Μουσουλμάνους σε jihad, έναν πόλεμο με εσχατολογικές διαστάσεις ανάμεσα σε Γωγ και Μαγώγ (βλ. το βιβλίο του προφήτη Ιεζεκιήλ), στον οποίο η νίκη του Ισραήλ θα προετοίμαζε την πολυπόθητη έλευση του Μεσσία. Πάντως, το ζήτημα της τρομοκρατίας θα διχάσει το κίνημα, με δύο ιστορικές μορφές του να παίρνουν εκ διαμέτρου αντίθετη στάση: ο Yoel Ben-Nun θα βρεθεί σε έντονη διαμάχη με τον ραβίνο Moshe Levinger, κατηγορώντας την οργάνωση ότι έχει δημιουργήσει ένα διάχυτο κλίμα πολιτικών δολοφονιών. Με τα λόγια του Kepel:

«Είναι πραγματικά εκπληκτικές οι ομοιότητες σε ιδεολογικό επίπεδο που διαπιστώνονται ανάμεσα στους Εβραίους συνωμότες και την ομάδα που δολοφόνησε τον Σαντάτ, τον Οκτώβριο του 1981, Και στις δύο περιπτώσεις, βρίσκεται κανείς μπροστά σε διαδικασίες επανεξιουδαϊσμού και επανισλαμισμού «εκ των άνω» που φτάνουν στα άκρα: πρόκειται για το πέρασμα στη χρήση βίας ενάντια σ ‘ένα στόχο συμβολικής σημασίας, με σκοπό την επιτάχυνση της μεταμόρφωσης του κράτους. Από την πλευρά των Εβραίων, αυτό που επιδιώκεται πάνω απ‘ όλα είναι η επάνοδος στο δρόμο που οδηγεί στη Λύτρωση και την έλευση της Βασιλείας του Ισραήλ. Από την πλευρά των μουσουλμάνων, η προτεραιότητα δίνεται στην οικοδόμηση ενός κράτους ισλαμικού πάνω στα ερείπια της ασεβούς κοινωνίας, της jahiliya. Και στις δύο περιπτώσεις, οι εγκέφαλοι των επιχειρήσεων είναι διανοούμενοι σε κατάσταση υβριδίου, που δέχτηκαν αρχικά λαϊκή παιδεία –συχνά τεχνική- κι αργότερα εντρύφησαν στη θρησκευτική γνώση, διατηρώντας ωστόσο τα διανοητικά εργαλεία που είχαν στο παρελθόν αποκτήσει».

Το κίνημα Goush ιδρύθηκε το 1974 και έδρασε για μια δεκαετία, ωσότου έγινε γνωστή η συνωμοσία για βομβαρδισμό των τεμενών, οπότε και πέρασε μια βαθιά κρίση. Αυτή την κρίση του θα την εκμεταλλευτούν όμως κάποιες άλλες ιουδαϊκές θρησκευτικές ομάδες, ερχόμενες δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο. Οι ομάδες αυτές είναι ευρύτερα γνωστές ως «haredim» και αντίθετα με το Goush Emounim, επιχείρησαν τον επανεξιουδαϊσμού όχι εκ των άνω αλλά εκ των κάτω, παροτρύνοντας τους οπαδούς τους να αποστασιοποιηθούν από την ευρύτερη κοινωνία και να σχηματίσουν μικρά γκέτο μέσα στο Ισραήλ ή και στις χώρες της διασποράς που ζούσαν. Σημαντική υπήρξε η μορφή του Shabtai Ben-Dov, πρώην Χριστιανού και γνώστη ευρωπαϊκών γλωσσών, στη θεωρητική διαμόρφωσή του.

Ας σημειωθεί εδώ ότι, ενώ ως τα τέλη του 1960 η σιωνιστική (κοσμική) ιδεολογία κατείχε κυρίαρχη θέση, από το 1970 και έπειτα αναπτύσσεται ολοένα και περισσότερο μια εχθρική αντιμετώπιση του σιωνισμού, καθώς τα yeshivot πολλαπλασιάζονται αριθμητικά και οι haredim (ακραιφνείς Ιουδαίοι πιστοί) αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή. Στο πλαίσιο της σιωνιστικής ιδεολογίας, όπως αυτή αναπτύχθηκε μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι σιωνιστές (κοσμικοί) μέμφονταν τους («ορθόδοξους») αντισιωνιστές ραβίνους της Ευρώπης με την αιτιολογία ότι απαγορεύοντας τη μετανάστευση και ίδρυση του κράτους του Ισραήλ στα εδάφη της τότε Παλαιστίνης, οι τελευταίοι άφησαν εντελώς απροστάτευτους τους εβραϊκούς πληθυσμούς, οι οποίοι τελικά οδηγήθηκαν «ὡς πρόβατα ἐπὶ σφαγήν» (παράφραση του χωρίου 53,7 από τον προφήτη Ησαΐα). Μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (1967) γεννήθηκε το σύστημα «Yeshivot heshder» με θρησκευόμενους σιωνιστές που μοίραζαν τον χρόνο τους στον στρατώνα και την προσευχή. Έτσι προέκυψε ο στρατιώτης που προσεύχεται με kippah στο κεφάλι και λωρίδες tefillin τυλιγμένες στο μπράτσο, το χαρακτηριστικό στερεότυπο που είχε ο υπόλοιπος κόσμος για το Ισραήλ στη δεκαετία του 1970.

Αυτό συνέβαινε ως τη δεκαετία του 1950, οπότε οι όροι αντιστράφηκαν: στο εξής οι σιωνιστές θεωρούνταν συνυπεύθυνοι για την τραγωδία του Ολοκαυτώματος, με το σκεπτικό ότι απέρριψαν την παραδοσιακή στάση της εξορίας, που λειτουργούσε ως τότε σαν συμβιβασμός των Εβραίων πιστών με τους «goyim» (μη Εβραίοι). Οι σιωνιστές Εβραίοι κατηγορούνταν από πιστούς ότι με τις κοσμικές φιλοδοξίες και τη μαχητικότητά τους επιτάχυναν την εξόντωση περίπου έξι εκατομμυρίων ανθρώπων.  Μάλιστα, ορισμένοι εξτρεμιστές ραβίνοι σαν τον Elchanan  Wasserman, ισχυρίστηκαν ότι τα δεινά των Εβραίων αποτελούν τη θεϊκή τιμωρία τους επειδή αλλοτριώθηκαν. Απόδειξη προς τούτο ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, το γεγονός ότι αυτά τα δεινά υπήρξαν μεγαλύτερα στις χώρες όπου αυτοί ήταν περισσότερο αφομοιωμένοι (π.χ. Γερμανία).

Εν ολίγοις, η αναβίωση του παραδοσιακού Ιουδαϊσμού έφερε μια νέα ερμηνεία του Ολοκαυτώματος, το οποίο θεωρούνταν πλέον από πολλούς Εβραίους όχι ως η συνθήκη που έδειξε την αναγκαιότητα του σιωνισμού, αλλά ως η δίκαιη τιμωρία του.  Πάντως, το κοινό στοιχείο στη δράση και των τριών μεγάλων θρησκειών είναι η καταγγελία της εκκοσμίκευσης των μοντέρνων κοινωνιών, ως αιτία των δεινών του εικοστού αιώνα. Οι νέοι θρησκευτικοί ριζοσπάστες είναι κατά κανόνα πεπαιδευμένοι (π.χ. οι νεαροί φονταμενταλιστές του Ισλάμ είναι πολλές φορές απόφοιτοι θετικών σπουδών, συνηθέστερα εφαρμοσμένων), χειρίζονται τη σύγχρονη τεχνολογία και επιθυμούν την αλλαγή της ηθικής συμπεριφοράς στις κοινωνίες τους, σε θέματα όπως η σεξουαλικότητα, η άμβλωση, η εκπαίδευση και η κοινωνική δικαιοσύνη, καταγγέλλοντας συνάμα την κρίση και παρακμή των αξιών της Νεωτερικότητας, παρατηρεί και πάλι ο Kepel. Τέλος, και οι τρεις αναβιώσεις συνδέθηκαν με την ενθάρρυνση οικοδόμησης ειδικών θρησκευτικών σχολείων, με στόχο τη διαμόρφωση μικρών «γκέτο» πιστών στο κοινωνικό περιθώριο. Αν ισχύουν οι παραπάνω παρατηρήσεις, τότε εκείνη η μερίδα της διανόησης που προβλέπει την εξαφάνιση των θρησκευτικών παραδόσεων από το «λαμπρό φως» της επιστήμης, απλώς κάνει λάθος. Η ανατίμηση της επιστήμης και η ευρύτατη διάδοσή της υπεράνω των πολιτισμών και των θρησκειών, δε μπορεί παρά να συνεπάγεται τη χρήση της επιστήμης ως οργάνου ισχύος στα χέρια των διάφορων κρατών ανά τον κόσμο, εντός των οποίων φυσικά συμπεριλαμβάνονται και οι θεοκρατίες, για τη δική τους αυτοεπιβεβαίωση και κυριαρχία.

[1] Ας θυμηθούμε εδώ ότι ο εικοστός αιώνας έφερε επίσης τις new age λατρείες, μια πνευματικότητα που δεν ήταν συνδεδεμένη με τις πολιτικές ιδεολογίες αλλά ούτε περιοριζόταν στο πλαίσιο των παραδοσιακών θρησκειών. Χαρακτηριζόμενη από ατομικισμό και συγκρητισμό, αυτή η νέα πνευματικότητα άνθησε ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, αλλά διατηρεί τα ίχνη της ακόμη και σήμερα. Ας δούμε λόγου χάρη αυτό που ο Γάλλος ιστορικός και ειδικός στη μελέτη της αντιμετώπισης του θανάτου στην Ευρώπη, Michel Vovelle, ονόμασε «φαινόμενο Moody». Στο περίφημο βιβλίο του με τίτλο Η ζωή μετά το σωματικό θάνατο (Life After Life, 1975), o Δρ. Raymond Moody ισχυρίζεται ότι συνοψίζει 150 αφηγήσεις γνωστών και φίλων του που υποστηρίζουν πως βίωσαν μια μεταθανάτια εμπειρία. Με αυτό επιδιώκει να φωτίσει το προαιώνιο πρόβλημα του θανάτου, ενισχύοντας τις σχετικές συζητήσεις. Αυτό το έργο, που πούλησε πάνω από 130 εκατομμύρια αντίτυπα στην εποχή του και μεταφράστηκε σε 12 γλώσσες, άνοιξε το δρόμο στο πεδίο έρευνας που ονομάζεται  «μελέτη μεταθανάτιων εμπειριών» («near-death studies»– NDEs), ενώ αργότερα (1981), ιδρύθηκε στη Βόρεια Καρολίνα των Η.Π.Α η Διεθνής Ένωση για την Έρευνα των Μεταθανάτιων Εμπειριών (International Association for Near-Death Studies, ΙANDS). Όλες αυτές οι εμπειρίες, σύμφωνα με το συγγραφέα, παρουσιάζουν αξιοσημείωτο αριθμό κοινών στοιχείων και άσκησαν σημαντική επίδραση στη ζωή των ανθρώπων που τις βίωσαν. Ο Δρ. Moody παραβάλλει τα περιστατικά αυτά με αφηγήσεις που βρίσκονται σε κλασικά κείμενα: οι πλατωνικοί διάλογοι, η Βίβλος, το Θιβετιανό Βιβλίο των Νεκρών και τα έργα του θεολόγου Emmanuel Schwedenberg. Κοινά στοιχεία στις αφηγήσεις του είναι: η ταχύτατη ανάμνηση ολόκληρης της περασμένης ζωής, το πέρασμα από ένα σκοτεινό τούνελ, το χρυσό φως, η υπέρβαση των χωροχρονικών περιορισμών, η τηλεπάθεια, η ηρεμία και η επικοινωνία με φωτεινά όντα. Μέσα από αυτές τις εμπειρίες ο θάνατος παρουσιάζεται απλώς ως μια μετάβαση από μια πραγματικότητα σε μια άλλη, πιο γαλήνια και αρμονική. Προσπαθώντας να διασκεδάσει τις αμφιβολίες των σκεπτικιστών σχετικά με την αξιοπιστία των διηγήσεών του, υποστηρίζει ότι εξετάζει το γεγονός των μεταθανάτιων εμπειριών από τη σκοπιά της μεταφυσικής αλλά και της επιστημονικής ψυχολογίας και φυσιολογίας, χωρίς όμως να ταυτίζεται με κάποια από τις ερμηνείες που διατυπώνει ή ν’ αξιώνει επιστημονική εγκυρότητα.