Ο αιώνας που πέρασε έφερε στη ζωή μια νέα μορφή εξουσίας, που δεν είναι άλλη από το «ολοκληρωτικό» κράτος. Το ολοκληρωτικό κράτος, όπως το μαρτυρεί η ονομασία του, είναι μια μορφή πολιτικής διακυβέρνησης που αποσκοπεί στον πλήρη μετασχηματισμό της κοινωνίας βάσει ενός συγκεκριμένου πολιτικού ιδεώδους (π.χ. αναλόγως της ιδεολογίας, αυτό μπορεί να είναι φυλετικό, οικονομικό ή εθνικοπολιτισμικό), επιχειρώντας ει δυνατόν να διαποτίσει με αυτό όλες τις πτυχές του ανθρώπινου βίου, μεταχειριζόμενο όλα τα σύγχρονα μέσα και ασκώντας τρομοκρατική βία. Έχει υποστηριχθεί ότι το φυσικό δίκαιο, προβάλλοντας κάποιες καθολικές αρχές και προτείνοντας μια συνετή και μετριασμένη διακυβέρνηση που τις σέβεται, θα μπορούσε να αποτελέσει «ανάχωμα» απέναντι στην ολοκληρωτική εξουσία και τις απόλυτες απαιτήσεις της από τους πολίτες. Τι ακριβώς είναι όμως το «φυσικό» δίκαιο; Ποια η ιστορία του; Αν έπρεπε να το ορίσουμε αναγκαστικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το φυσικό δίκαιο (ή αλλιώς «νόμος της φύσης»), είναι το σύνολο των κανόνων που υπάρχουν αντικειμενικά και καθοδηγούν τη συμπεριφορά όλων των ανθρώπων (συχνά θεωρείται πως πηγάζει από έναν υπερανθρώπινο Νομοθέτη). Στον αιώνα που μας πέρασε, ένας από τους μεγαλύτερους υποστηρικτές του υπήρξε αναμφισβήτητα ο Γερμανοεβραίος φιλόσοφος και ακαδημαϊκός, Leo Strauss (1899-1973). Στο περιβόητο βιβλίο του Ο μύθος του κράτους, ο Γερμανοεβραίος φιλόσοφος Ernst Cassirer (1874-1945) μέμφεται τον Hegel και τον ρομαντισμό του 19ου αιώνα ότι «διαπότισαν» με ανορθολογισμό και ελιτισμό το ευρωπαϊκό πνεύμα, πραγματοποιώντας μια παλινδρόμηση σε μυθικές και προ-λογικές μορφές πολιτικής σκέψης, καθιστώντας έτσι εμμέσως ευκολότερη την εδραίωση του φασισμού. Ο  Strauss, κάποτε διδακτορικός φοιτητής του Cassirer, επιχειρεί με τη σειρά του να δείξει το πώς ο ιστορικισμός, με τον ρομαντισμό που τον προϋπέθετε, ευνόησε τον ηθικό σχετικισμό, ο οποίος τελικά συνέβαλε επίσης με τον τρόπο του στην αποδοχή του φασισμού. Ο ιστορικισμός, που εμφανίστηκε αρχικά σε μια πρώιμη και αργότερα εξελίχθηκε στην πιο ακραία του μορφή (την οποία ο Strauss χαρακτηρίζει «υπαρξιστική»), ήταν η μια από τις δύο αιτίες της παρακμής και εξαφάνισης των θεωριών του φυσικού δικαίου από το φιλοσοφείν. Η δεύτερη ήταν η έννοια της «αξιολογικής ουδετερότητας», όπως εκφράστηκε από τον κορυφαίο κοινωνιολόγο Max Weber στις αρχές του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με τον Weber, λέει ο Strauss, η κατάτμηση των επιστημών σε ειδικούς επιμέρους κλάδους απομάκρυνε από τη γνώση μας τις δυνατότητες σύλληψης του κόσμου ως ενός, έμπλεου νοήματος, συνόλου. Οι επιστήμες, αν και αποτελούν τον μοναδικό δρόμο που διαθέτουμε για την απόκτηση έγκυρης γνώσης,  μας δημιουργούν αναπόφευκτα κρίση νοήματος: η απειλή του μηδενισμού προβάλλει ολοκάθαρα εμπρός μας και η μόνη μας ελπίδα διαφυγής προέρχεται από τη δυνατότητα μιας γενναίας και συνειδητής, αν και λογικά αυθαίρετης, απόφασης. Αρχή του βεμπεριανού στοχασμού και μεθοδολογίας των κοινωνικών επιστημών, είναι η άποψη ότι ο ανθρώπινος λόγος αδυνατεί να επιλύσει τι συγκρούσεις ανάμεσα σε απόλυτες αξίες. Μπροστά στο «δικαστήριο του Λόγου», κάθε επιλογή είναι εξίσου δικαιολογημένη με οποιαδήποτε άλλη. Από μια τέτοια διάζευξη είναι και δέοντος γεννιέται αναπόφευκτα ο μηδενισμός, λέει ο Strauss. Ωστόσο, συνεχίζει, ακόμη και ο ίδιος ο Weber παραβίασε επανειλημμένα την προαναφερθείσα αρχή, όταν επέμενε να χαρακτηρίζει π.χ. τον Joseph Smith ως «αγύρτη». Η άρνηση του Weber ότι οι αξιακές συγκρούσεις διευθετούνται από τη λογική, οδηγεί σε ανορθολογισμό και σε εξτρεμισμό. Όσο για τον ιστορικισμό, εκείνος αντιφάσκει προς τον ίδιο του τον εαυτό: αν είναι αληθής, τότε οδηγούμαστε σε σχετικισμό και επομένως η ιστορική μελέτη των κοινωνιών, στην οποία αυτός επιδίδεται, καθίσταται αδύνατη. Για να ισχύει, πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία διαχρονική αλήθεια, οπότε ο ιστορικισμός αυτοαναιρείται. Επιπλέον, η ίδια η ιστορία δείχνει ότι η ανθρώπινη σκέψη ταλανίζεται από κάποια διαρκώς επίκαιρα και διαχρονικά ερωτήματα. Σύμφωνα με τον Strauss, ο ιστορικισμός προέκυψε από μια κρίση του νεώτερου φυσικού δικαίου. Προκειμένου όμως να γίνει αυτό ορατό, πρέπει να σκιαγραφηθεί η ιστορία της έννοιας του φυσικού δικαίου. Ας δούμε λοιπόν με ποιον τρόπο επιχειρεί να το κάνει ο Strauss.

Αρχικά, η έννοια του φυσικού δικαίου προϋποθέτει προφανώς την έννοια της «φύσεως», όπως αντίστοιχα η έννοια της πολιτικής φιλοσοφίας προϋποθέτει τη γενικότερη ύπαρξη της φιλοσοφίας. Όπως υποστηρίζει ο Strauss, η έννοια της φύσης έκανε την εμφάνισή της με τους πρώτους φιλοσόφους, τους προσωκρατικούς, οι οποίοι αμφισβήτησαν τις παραδεδεγμένες αξίες των κοινωνιών τους. Συγκεκριμένα, πριν από αυτούς, αντί για την έννοια «φύση» κυρίαρχη ήταν η έννοια του «τρόπου», της συνήθειας, τις οποίες οι ανθρώπινες κοινωνίες τότε θεωρούσαν ως έχουσες θεϊκή προέλευση και επομένως τις αντιμετώπιζαν περίπου ως απαράβατες. Πριν τη φιλοσοφία, το πατρογονικό, η παράδοση λειτουργούσε ως αυθεντία, η εμφάνιση όμως της φιλοσοφικής σκέψης μετατόπισε το κέντρο βάρους από το πατρογονικό στο εκ φύσεως καλό. Δεδομένου ότι διαφορετικές κοινωνίες έχουν διαφορετικές (και πολλές φορές αλληλοσυγκρουόμενες) συνήθειες, πράγμα που οπωσδήποτε θα είχε προβληματίσει τους πολυταξιδεμένους ανθρώπους τότε, οι οποίοι θα σκέφτονταν πως είναι αδύνατο να είναι όλες ηθικά ορθές. Κατά συνέπεια, ορισμένοι από αυτούς πιθανώς σκέφτηκαν ότι πρέπει να υπάρχει μια βάση, ένα θεμέλιο, πίσω από όλες αυτές τις συνήθειες και παραδόσεις των λαών. Οι πρώτοι φιλόσοφοι έθεσαν την έννοια της φύσης ως θεμέλιο του στοχασμού τους, όχι όμως μόνη της, αλλά σε αντίθεση με την έννοια της «σύμβασης». Η τελευταία εκφράζει τις διάφορες κοινωνικές συνήθειες και τα ήθη. Στο εξής, στην ερώτηση του τι είναι καλό, θα αναζητούνταν μια απάντηση του τι είναι ενδογενώς καλό, καλό εκ φύσεως. Έτσι, αν η σύμβαση αντιμετωπιζόταν ως κάτι το επιφανειακό, η φύση θεωρούνταν αυτό που καλύπτεται και «κρύβεται» από αυτή, έτσι ώστε όποιος θέλει να τη βρει, να πρέπει να δει μέσα στο βάθος των επιμέρους συμβάσεων. Σε αυτό το δίπολο, λοιπόν, η φύση θεωρούνταν αξιολογικά ανώτερη, ενώ η σύμβαση ως υποδεέστερη, πράγμα που σημαίνει ότι η πολιτική κοινωνία γενικά λογίστηκε ως θεμελιωδώς υποδεέστερη από τη «φυσική» κατάσταση. Σύμφωνα με τον Strauss, υπάρχει βαθιά συγγένεια ανάμεσα στην ιδέα του φυσικού νόμου και στην ιδέα μιας αρχικής τελειότητας, είτε αυτή παραπέμπει στον «χρυσό αιώνα», είτε στον Κήπο της Εδέμ.  Η διάκριση ανάμεσα σε φύση και σύμβαση, που αποσκοπούσε στην «εξιχνίαση» της πρώτης, στάθηκε αναγκαίος όρος για κάθε φυσικό δίκαιο. Σύμφωνα με τον Strauss, η καταδίκη του αρχαίου φιλοσόφου Σωκράτη σε θάνατο, αποτέλεσε τη γενέθλιο στιγμή της πολιτικής φιλοσοφίας. Ο Σωκράτης υπήρξε ο δημιουργός του φυσικού δικαίου, ενώ περαιτέρω το ανέπτυξαν οι Πλάτων, Αριστοτέλης, καθώς και στωικοί και Χριστιανοί στοχαστές (με κυρίαρχη μορφή τον μεσαιωνικό διανοητή Θωμά Ακινάτη). Αυτό είναι γνωστό ως «κλασικό» φυσικό δίκαιο.

Στην Αρχαιότητα, αντίθετη με τη θεωρία του φυσικού δικαίου ήταν η «συμβασιοκρατία», μια άποψη που θεωρούσε την έννοια του δικαίου ως κατασκευή. Η αρχαία συμβασιοκρατία ταύτιζε το ηθικά καλό με το ευχάριστο. Με αυτή κλήθηκε να αντιπαρατεθεί το αρχαίο κλασικό δίκαιο, το οποίο προέβαλε μια αυστηρά ιεραρχημένη τάξη της φυσικής σύστασης του ανθρώπου, όπου το καλό θεωρούνταν πιο θεμελιώδες (και συνεπώς ανώτερο) από το ευχάριστο. Αυτή η άποψη έχει τη φιλοσοφική αλλά και τη μάλλον αγοραία εκδοχή της, στις οποίες ο Strauss αντιστοιχίζει την προσωκρατική και τη σοφιστική συμβασιοκρατία αντίστοιχα. Για την ακρίβεια, μας λέει, η φιλοσοφική συμβασιοκρατία των προσωκρατικών εκλαϊκεύθηκε και εκχυδαΐστηκε από τους διάφορους σοφιστές, αντιπροσωπευτικότερα παραδείγματα των απόψεων των οποίων αποτελούν οι «άδικοι» λόγοι των συνομιλητών Θρασύμαχο, Γλύκωνος και Αντίμαχου, στον περίφημο πλατωνικό διάλογο Πολιτεία. Σύμφωνα με τον Strauss, το μοναδικό ίσως (σχεδόν) πλήρες αρχαίο κείμενο που υποστηρίζει τη συμβασιοκρατία, αποτελεί το φιλοσοφικό ποίημα De rerum natura του επικούρειου Ρωμαίου ποιητή Λουκρήτιου.

Από την άλλη πλευρά όμως, στην ιστορία των ιδεών υπάρχει και το «νεώτερο» φυσικό δίκαιο, το οποίο αναπτύχθηκε αρκετά αργότερα, από φιλοσόφους του 17ου και 18ου αιώνα. Ο Strauss διαιρεί το κλασικό φυσικό δίκαιο σε τρεις «σχολές»: σωκρατοπλατωνική (εδώ συμπεριλαμβάνονται και οι στωικοί), αριστοτελική και θωμιστική. Αξίζει να σημειωθεί ότι χριστιανική διανόηση έφερε την εξής αλλαγή, που γίνεται φανερή στον Ακινάτη: το φυσικό δίκαιο έπαψε να ταυτίζεται με το άριστο πολίτευμα (όπως ίσχυε στους αρχαίους). Αντίθετα, θεωρούνταν πως εκπηγάζει από την ανθρώπινη συνείδηση, η οποία φέρει τη σφραγίδα του Δημιουργού της. Το νεώτερο φυσικό δίκαιο υπήρξε ουσιαστικά μια απόπειρα επαναφοράς των αρχών του κλασικού, με την παράκαμψη του (υπερβολικά θεολογίζοντος) θωμιστικού. Ο θωμισμός εξαρτούσε τις αρχές του φυσικού δικαίου από τη φυσική θεολογία (θεωρώντας ως πηγή τον Θεό και ως τελείωσή τους τη χριστιανική ζωή και όχι την πολιτική ζωή). Οι νεώτεροι λοιπόν επιχειρηματολόγησαν υπέρ του ότι οι βασικές ηθικές αρχές (φυσικό δίκαιο) είναι πιο προφανείς από εκείνες της τελευταίας.

Σύμφωνα με τον Strauss, μια καίρια διαφορά μεταξύ αρχαίου/κλασικού και νεώτερου φυσικού δικαίου, είναι το γεγονός ότι το νεώτερο δε θεωρούσε ως πρότυπο τη φύση και επομένως δεν αντιλαμβανόταν την πολιτική κοινότητα ως μια «έκπτωση», μια αναγκαστικά κατώτερη κατάσταση σε σχέση με εκείνο (όπως δηλαδή το ήθελαν οι εκπρόσωποι του κλασικού φυσικού δικαίου). Η εγκατάλειψη της φύσης ως απολύτου προτύπου είχε ως συνέπειά της την ανατίμηση της σύμβασης, η οποία έπαψε να θεωρείται κάτι το υποδεέστερο. Στη Νεωτερικότητα, η φύση πλέον παύει να είναι το πρότυπο. Ας δούμε το παράδειγμα του Hobbes, τον οποίο ο Strauss θεωρεί ως πρώτου εμπνευστή του νεώτερου φυσικού δικαίου.

Αντίθετα με τους κλασικούς εκπροσώπους του φυσικού δικαίου, οι οποίοι θεωρούσαν την ακραία περίπτωση ως εξαίρεση και δίδασκαν την επιστράτευση ειδικών μέτρων αντιμετώπισης, ο Hobbes την υπερτονίζει, ανάγοντάς τη στο βασικό θεμέλιο της πολιτικής σκέψης του. Οι κλασικοί συνελάμβαναν τα πολιτεύματα πρωτίστως ως στόχους. Άριστο πολίτευμα είναι αυτό που προάγει στον μέγιστο βαθμό την αρετή των πολιτών. Σε περίπτωση σύγκρουσης αξιών, που προκύπτει σε μιαν ακραία κατάσταση, όπως π.χ. σε πόλεμο με εχθρική πόλη, ο πολίτης αναγκάζεται απρόθυμα να προβεί και σε εξαπάτηση, πράγμα που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα ήταν αντίθετο με το φυσικό δίκαιο, άρα ηθικά κακό. Με άλλα λόγια, οι αρχαίοι κλασικοί πίστευαν πως το φυσικό δίκαιο πρέπει δυστυχώς να μετριάζεται ενίοτε, ώστε να μην καταλήξει να «δυναμιτίσει» τα θεμέλια της κοινωνίας. Αυτή είναι η ρίζα της μετέπειτα διάκρισης σε πρωτογενές και δευτερογενές φυσικό δίκαιο. Η δίκαιη πόλη αναγκάζεται να προσαρμοστεί στις περιστάσεις. Αντίθετα, οι νεώτεροι θεωρητικοί, επιχειρούν να επινοήσουν μια πολιτική τάξη πραγμάτων όπου δε θα υφίσταται ανάγκη προσαρμογής σε μιαν ακραία κατάσταση. Ξεκινούν από την ακραία κατάσταση, θέλοντας να δώσουν απάντηση στο εδώ και στο τώρα.  Συγκεκριμένα, ο Hobbes (και μαζί με αυτόν, οι εκπρόσωποι του νεώτερου φυσικού δικαίου) δε θεωρούν βασική την αρετή αλλά τη δημιουργία κατάλληλων θεσμών για τη συλλογική ευημερία. Έτσι, στο νεώτερο φυσικό δίκαιο, το «άριστο» πολίτευμα αντικαθίσταται έτσι από την «ορθή» διακυβέρνηση. Η πολιτική φιλοσοφία του Hobbes αποτελεί κράμα μιας υλιστικής κοσμοθεωρίας και ενός πολιτικού «ιδεαλισμού». Η θεωρία του είναι η πρώτη υπεράσπιση μιας ολοκληρωτικά «διαφωτισμένης», δηλαδή άθρησκης ή και αθεϊστικής κοινωνίας, ως λύσης του κοινωνικού προβλήματος. Βαθιά επηρεασμένη από τον Machiavelli (που όμως δεν αποδεχόταν καθόλου το φυσικό δίκαιο), δεν ασχολούνταν με το ιδανικό, αλλά επεδίωκε το εφικτό στην πράξη. Η γέννηση του νεώτερου φυσικού δικαίου, που πραγματοποιείται από τον Hobbes, αποτελεί «μεταφύτευση» κλασικών φυσικοδικαιϊκών πάνω σε μακιαβελικό έδαφος. Πλέον η φυσική κατάσταση δε αναγνωρίζεται ως πρότυπο και ο άνθρωπος δε θεωρείται ως «φύσει πολιτικόν». Για τους αρχαίους κλασικούς, η πολιτική φύση του ανθρώπου ήταν σχεδόν δεδομένη. Γι’ αυτό, το κεντρικό πολιτικό γεγονός ήταν τα καθήκοντα. Για τον Hobbes, αυτό ήταν το βασικό τους σφάλμα. Ακριβώς επειδή για τον Hobbes (αλλά και τους άλλους νεωτερικούς) ο άνθρωπος δεν είναι εκ φύσεως πολιτικό ον, ως το θεμελιώδες πολιτικό γεγονός ορίζονται όχι πια τα καθήκοντα αλλά τα δικαιώματα. Ο Strauss θεωρεί ότι την έννοια της «φυσικής κατάστασης» την παραλαμβάνει ο Hobbes από τη χριστιανική θεολογία, η οποία τη διαιρούσε σε «καθαρή» και «εκπεσούσα» φύση, αντιπαραθέτοντάς τη στη θεία Χάρη. Ο Hobbes κατήργησε τόσο το δίπολο καθαρής-εκπεσούσης όσο και την έννοια της Χάριτος, αφήνοντας μονάχα το αντιθετικό δίπολο φύση (φυσική κατάσταση)- πολιτική κοινωνία. Από τον Hobbes και μετά, η διδασκαλία περί του φυσικού δικαίου γίνεται διδασκαλία περί της φυσικής κατάστασης. Φυσικά, από εδώ δε θα μπορούσε να λείπει ο έτερος μεγάλος θεωρητικός του φιλελευθερισμού, John Locke. Σύμφωνα με τον Strauss, λόγω επίγνωσης της ύπαρξης αμφισβητήσεων όσον αφορά τις εξ αποκαλύψεως αλήθειες, ο Locke θεμελίωσε το φυσικό δίκαιο σε ορισμένες αλήθειες που δεν ήταν θεολογικές και επομένως θα ήταν προσιτές σε όλους και δυνάμει αποδεκτές από όλους. Αν και, σημειώνει ο Strauss, ο Locke υπήρξε αρκετά συνετός ώστε να παραπέμπει συχνά στον Hooker, επιβεβαιώνοντας ρητά ότι το φυσικό δίκαιο εκπηγάζει από τον Θεό, στην πραγματικότητα δεν έκανε τίποτε άλλο από το να υποσκάπτει τα θεολογικά θεμέλια του φυσικού δικαίου, ανατρέχοντας κεκαλυμμένα στον, δυσφημισμένο τότε, Hobbes. Συγκεκριμένα, ο Locke συμφώνησε με τον Hobbes ότι το θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου είναι η αυτοσυντήρηση και ότι αφού η φυσική κατάσταση ήταν ανεπαρκής να την εξασφαλίσει, δημιουργήθηκε η πολιτική κοινωνία με το κοινωνικό συμβόλαιο. Επιπλέον, ο Locke υποστήριξε επίσης ότι μέσα στην ανθρώπινη αυτοσυντήρηση περιλαμβάνεται η ιδιοκτησία, η οποία προηγείται της εμφάνισης της πολιτικής κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα, στη φυσική κατάσταση η εργασία ενός ανθρώπου κατοχυρώνει ηθικά την ιδιοκτησία του: καλλιεργώντας τη γη με τον μόχθο του, καθένας μπορεί να καρπωθεί τα αγαθά της, με μοναδικό περιορισμό το να μην πάρει περισσότερα από όσα μπορεί να καταναλώσει προτού χαλάσουν. Έτσι, για τον Locke ο μόχθος νομιμοποιεί ηθικά την ιδιοκτησία, η προστασία της οποίας όμως είναι αβέβαιη μέσα στην (εννοείται προ-πολιτική) φυσική κατάσταση. Η πολιτική κοινωνία λοιπόν ιδρύεται με το κοινωνικό συμβόλαιο, έτσι ώστε να κατοχυρώνεται και νομικά το δικαίωμα του ανθρώπου στην ιδιοκτησία βάσει της εργασίας του. Επομένως, για τον Locke η «αυτοσυντήρηση», που εξασφαλίζεται με την εμφάνιση της πολιτικής κοινωνίας, περιλαμβάνει το κατοχυρωμένο δικαίωμα στη ζωή/επιβίωση (όπως και στον Hobbes) αλλά επιπλέον και στην ιδιοκτησία. Στον Rousseau συναντάμε μια πλήρη αντιφάσεων ανατίμηση της φυσικής κατάστασης, που τελικά ώθησε στην απόρριψη του φυσικού δικαίου. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο Rousseau απλώς έφτασε τη χομπσιανή άρνηση του φυσικού σκοπού στην ακραία λογική της συνέπεια, που δεν ήταν παρά η άρνηση του φυσικού δικαίου συλλήβδην. Συγκεκριμένα, ο Rousseau αντιτέθηκε στους Locke και Rousseau και αντέστρεψε το δίπολο φύση-πολιτική κοινωνία προς όφελος της πρώτης, αρνούμενος ότι το πέρασμα στον πολιτισμό και τους θεσμούς αποτελεί ουσιαστική πρόοδο για τον άνθρωπο. Ωστόσο, αν και ο Rousseau ανατίμησε τη φύση, δεν επέστρεψε στην αρχαία κλασική θεώρηση του ανθρώπου ως φύσει κοινωνικού όντος. Αντίθετα, βρέθηκε στον διχασμό ανάμεσα στο βέβαιο για τον ίδιο γεγονός ότι ο άνθρωπος μέσα στη φύση είναι ακόμη μη διαμορφωμένος, χωρίς γλώσσα, κοινότητα, λογική σκέψη, δηλαδή ουσιαστικά μη «ανθρώπινος», και στο γεγονός ότι η σύμβαση μιας πολιτισμένης και πολιτικής κοινωνίας περιορίζει την ανθρώπινη ελευθερία. Από αυτή τη δύσκολη θέση δε βγήκε ποτέ ουσιαστικά, λέει ο Strauss, αλλά απλώς προσπάθησε να βρει μια συμβιβαστική θέση, την οποία βρήκε όταν διατύπωσε τη δική του εκδοχή του κοινωνικού συμβολαίου, με τη γενική βούληση να αποτελεί την έμπρακτη εφαρμογή της ανθρώπινης ελευθερίας μέσα στην κοινωνία. Σύμφωνα με τον Strauss, το ιδεώδες Rousseau ήταν ο ελεύθερος, μοναχικός οδοιπόρος που βρίσκεται μεν μέσα στην κοινωνία, συνάμα όμως διατηρεί (στον βαθμό του δυνατού) τις θετικές πλευρές της ζωής στη φύση (εδώ ο Rousseau μάλλον θέτει ως πρότυπο τον εαυτό του). Με τέτοιες σκέψεις, ο Rousseau έγινε ο «πατέρας» του ρομαντικού κινήματος.

Ωστόσο, δεν ήταν ο Rousseau εκείνος που διέλυσε το φυσικό δίκαιο στην πράξη, αλλά ο Βρετανός συντηρητικός διανοητής Edmund Burke. Σύμφωνα με τον Strauss, ο Burke, όταν εναντιώθηκε στη Γαλλική επανάσταση του 1789 και αποπειράθηκε να πολεμήσει τις ιδέες των Γάλλων “philosophes” που την ενέπνευσαν, έδωσε έμφαση στα ιδιαίτερα, στα τοπικά και στα εθνικά χαρακτηριστικά κάθε τόπου, επικρίνοντας αυστηρά κάθε απόπειρα οικουμενικών πολιτικών αρχών. Καταγγέλλοντας τις ιδέες των Διαφωτιστών περί καθολικών δικαιωμάτων ως υπερβολικά θεωρητικές και τεχνητές, ο Burke προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η καλύτερη δυνατή πολιτική τάξη δε θα ήταν ποτέ δυνατό να επέλθει ως αποτέλεσμα ανθρώπινου σχεδιασμού, αλλά προκύπτει αυθόρμητα και σταδιακά, μέσα από αλλεπάλληλες επιμέρους τροποποιήσεις και πρακτικούς συμβιβασμούς με το εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο. Με αυτή του την πολεμική έμφαση στο επιμέρους, το ειδικό και το τοπικά και ιστορικά συγκεκριμένο, ο Burke αναδείχθηκε σε θεωρητικό τού ιστορικιστικού συντηρητισμού. Κατέληξε έτσι να γίνει ο «νεκροθάφτης» της ιδέας του φυσικού δικαίου. Διότι η άρνηση των απόλυτων, θεωρητικών και οικουμενικών πολιτικών αρχών ισοδυναμεί στην πράξη με την απόρριψη του φυσικού δικαίου. Αυτή η «ανακάλυψη» της ιστορίας ήταν αρχικά η αναβίωση των ισχυρισμών περί διαφοράς ανάμεσα σε θεωρία και πράξη, που κατέληγε στην υποτίμηση της πρώτης υπέρ της δεύτερης. Η πολιτική φιλοσοφία έπαψε πια να επιδίδεται στην αναζήτηση του δέοντος (ορθό πολίτευμα, ιδεώδες κράτος κ.λπ.), πράγμα που έκανε από την Αρχαιότητα, και περιορίστηκε στην κατανόηση του υπαρκτού (εκάστοτε πολιτική πράξη). Με την αναγωγή της πράξης-δράσης σε κύριο στόχο της φιλοσοφίας, γεννήθηκε ένα νέο είδος μεταφυσικής, που είναι γνωστό ως φιλοσοφία της ιστορίας. Ο ιστορικισμός του Burke, που στην εποχή του φάνταζε ίσως σαν μια επιστροφή στην «πρωτόγονη» εξομοίωση του καλού με το πατρογονικό, στην πραγματικότητα υπήρξε η προετοιμασία για την έλευση της φιλοσοφίας του Hegel, σύμφωνα με την οποία η ιστορία, δηλαδή η σημαίνουσα ανθρώπινη δράση, είχε ήδη ολοκληρωθεί. Οι αντιδράσεις των Nietzsche και Kierkegaard ενάντια στο εγελιανό σύστημα έγιναν στο όνομα της ανθρώπινης δημιουργικότητας και του μέλλοντος, που είναι ανοικτό και ελεύθερο από προκαθορισμούς. Ωστόσο, αντί να διορθώσουν το σφάλμα που έκανε ο Burke και συνέχισε ο Hegel, μάλλον το μεγάλωσαν, καθώς αρνήθηκαν εντελώς τη δυνατότητα μιας θεωρίας. Για αιώνες η φιλοσοφία ήταν η αναζήτηση της αιώνιας τάξης και ενέπνεε κάθε ευγενή φιλοδοξία. Από τον 17ο αιώνα μέχρι σήμερα, η φιλοσοφία είναι ένα όπλο, ένα όργανο, πολιτικοποιούμενη για να καταλήγει σε “trahisons des clercs” (J. Benda). Σύμφωνα με τον Leo Strauss, είναι αδήριτη ανάγκη να επιστρέψουμε στις αρχές του φυσικού δικαίου. Αυτές καλλιέργησαν εκείνη η πίστη η οποία απεικονίζεται με χαρακτηριστικό τρόπο στη φράση της αμερικάνικης Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας ότι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι και ότι έχουν προικιστεί από τον Δημιουργό τους με  τα αναφαίρετα δικαιώματα στη ζωή, την ελευθερία και την αναζήτηση της ευτυχίας. Εγκαταλείποντας την ιδέα του φυσικού δικαίου και δημιουργώντας την «ιστορική αίσθηση», ο δυτικός κόσμος παραδόθηκε τελικά σε έναν απόλυτο σχετικισμό. Το να απορρίπτουμε όμως το φυσικό δίκαιο, λέει ο Strauss, ισοδυναμεί με το να λέμε ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη αντικειμενικά, παρά καθορίζεται μονάχα από τους νομοθέτες και τις δικαστικές αποφάσεις της κάθε χώρας. Οδηγούμαστε έτσι σε μια ολισθηρή κατηφόρα, πέφτοντας στην οποία δεν αποκλείεται να δικαιολογήσουμε μια μέρα μέχρι και τον κανιβαλισμό. Η σύγχρονη άρνηση του φυσικού δικαίου σήμερα, και μάλιστα στο όνομα ενός «φιλελεύθερου» σχετικισμού, δεν οδηγεί τελικά πουθενά αλλού παρά στον μηδενισμό, αναπόφευκτες συνέπειες του οποίου είναι ο φανατισμός και ο σκοταδισμός. Χωρίς κάποιες αντικειμενικές αρχές ηθικότητας, θα μπορούσε να πει κανείς, όλα επιτρέπονται.