Ο Προμηθέας του Λόρδου Μπάιρον και ο ηρωισμός ως διαθήκη ελπίδας

Prometheus – Goerge Gordon Lord Byron

Titan! to whose immortal eyes
The sufferings of mortality,
Seen in their sad reality,
Were not as things that gods despise;
What was thy pity’s recompense?
A silent suffering, and intense;
The rock, the vulture, and the chain,
All that the proud can feel of pain,
The agony they do not show,
The suffocating sense of woe,
Which speaks but in its loneliness,
And then is jealous lest the sky
Should have a listener, nor will sigh
Until its voice is echoless.

Titan! to thee the strife was given
Between the suffering and the will,
Which torture where they cannot kill;
And the inexorable Heaven,
And the deaf tyranny of Fate,
The ruling principle of Hate,
Which for its pleasure doth create
The things it may annihilate,
Refus’d thee even the boon to die:
The wretched gift Eternity
Was thine—and thou hast borne it well.
All that the Thunderer wrung from thee
Was but the menace which flung back
On him the torments of thy rack;
The fate thou didst so well foresee,
But would not to appease him tell;
And in thy Silence was his Sentence,
And in his Soul a vain repentance,
And evil dread so ill dissembled,
That in his hand the lightnings trembled.

Thy Godlike crime was to be kind,
To render with thy precepts less
The sum of human wretchedness,
And strengthen Man with his own mind;
But baffled as thou wert from high,
Still in thy patient energy,
In the endurance, and repulse
Of thine impenetrable Spirit,
Which Earth and Heaven could not convulse,
A mighty lesson we inherit:
Thou art a symbol and a sign
To Mortals of their fate and force;
Like thee, Man is in part divine,
A troubled stream from a pure source;
And Man in portions can foresee
His own funereal destiny;
His wretchedness, and his resistance,
And his sad unallied existence:
To which his Spirit may oppose
Itself—and equal to all woes,
And a firm will, and a deep sense,
Which even in torture can descry
Its own concenter’d recompense,
Triumphant where it dares defy,
And making Death a Victory.

Ο Προμηθέας αποτελεί μυθική και ηρωική μορφή της αρχαιότητας που εμφανίζεται κυρίως στα έργα του Αισχύλου Προμηθεύς Δεσμώτης, Προμηθεύς λυόμενος και Προμηθεύς Πυρφόρος. Ήταν γιος του Τιτάνα Ιαπετού και της Ωκεανίδας Ασίας ή Κλυμένης. O Προμηθέας, με στόχο να προστατέψει το ανθρώπινο είδος από την εξαφάνιση (λόγω της αδυναμίας του απέναντι στη φύση) αποφασίζει να του χαρίσει τη φωτιά (σύμβολο της γνώσης, της κρίσης και του λόγου). Έτσι, με σχέδιο καλά οργανωμένο, επισκέπτεται το εργαστήρι του Ήφαιστου και τη δωρίζει κρυφά στους ανθρώπους. Για την πράξη του αυτή οι θεοί θα ζητήσουν εκδίκηση: ο Ήφαιστος, ακολουθώντας τις εντολές του Δία, θα αλυσοδέσει τον Προμηθέα σε μια κορυφή του Καύκασου, εξαναγκάζοντας τον να φορά στο κεφάλι του στεφάνι και στο χέρι σιδερένιο περιβραχιόνιο, σύμβολα πλήρους υποταγής και ταπείνωσης στο Δία. Στο ομότιτλο ποίημα του Byron, η φιγούρα του Προμηθέα επανεμφανίζεται ως πρότυπο ανθρώπου που μάχεται για τη δικαιοσύνη: «Thou art a symbol and a sign / To Mortals of their fate and force». Οι τρεις πρώτες στροφές περιγράφουν τα βάσανα και τις κακουχίες του: «Those immortal eyes / The sufferings of mortality / Seen in their sad reality». Εδώ ο Byron προσδίδει μια πτυχή δυϊσμού: ο Προμηθέας από τη μία είναι αθάνατος, αλλά εμφανίζεται επιρρεπής στον πόνο, όπως ακριβώς ένας θνητός άνθρωπος. Πολύ περισσότερο, θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε τούτο τον δυϊσμό σαν μια προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ θεϊκών όντων και απλών ανθρώπων: με άλλα λόγια, ο Προμηθέας που με τις πράξεις του κατάφερε να γλυτώσει τους ανθρώπους από βέβαιη καταστροφή, δεν είναι ξεκομμένος από τον κόσμο των θνητών· είναι, στην πραγματικότητα, ένας άνθρωπος όπως όλοι μας! Ως εκ τούτου, οι ικανότητές του είναι και ανθρώπινες ικανότητες. Ταυτόχρονα, ο Προμηθέας του Byron μας υπενθυμίζει ότι ο αγώνας για το δίκαιο απαιτεί (σχεδόν ηρωικές) θυσίες, όπως θα δούμε παρακάτω. Ενθυμούμενοι, λοιπόν, την πολιτισμική κατάρρευση της εποχής μας ως αποτέλεσμα της ψυχικής ευθραυστότητας που σταδιακά καλλιέργησε η μετάβαση στο θεραπευτικό κράτος, ωθώντας μας στην ακρισία (non-judgmentalism) και στην εξάρτησή μας από τις συνταγές κάποιας πεφωτισμένης μειοψηφίας, αξίζει να σταθούμε στο ηρωικό μήνυμα του Μπαϋρονικού Προμηθέα, ως αχτίδα ελπίδας για μια διαφορετική ηθική.

Αρκεί να λάβουμε υπόψη μας τα κοινωνικο-πολιτικά δρώμενα του 19ου αιώνα, όπου σχεδόν σύσσωμος ο δυτικός κόσμος συγκλονίζεται από επαναστάσεις, εξεγέρσεις αλλά και εκδικητικές παλινορθώσεις, για να επιβεβαιώσουμε τον παραπάνω ισχυρισμό, πως ο Byron χρησιμοποιεί τη φιγούρα του Προμηθέα αλληγορικά, θέλοντας κατά βάση να προϊδεάσει (και να προετοιμάσει) τους θαυμαστές του αναφορικά με τις κακουχίες και τις τιμωρίες που κάθε υπερασπιστής του δικαίου καλείται να αντιμετωπίσει: «Where was thy pity’s recompense? / A silent suffering, and intense, / The Rock, the vulture, and the chain». Όπως λοιπόν ο Προμηθέας ήρθε αντιμέτωπος με την εκδικητική ατίμωση των Ολυμπίων θεών, έτσι και κάθε θνητός που επιλέγει τον δύσβατο δρόμο της αρετής και του κοινού δικαίου, ενάντια σε οτιδήποτε μας εξωθεί στην ὕβρη και ασελγεί στην ηθική ευπρέπεια, θα βρει μπροστά του όχι κατ’ ανάγκη τη σιδηρά πυγμή του ισχυρού, αλλά πολύ περισσότερο την αχαριστία και το φθόνο των συνανθρώπων του, αδυναμίες που (την ίδια στιγμή) αποτελούν και αναπόσπαστο τμήμα του ιδίου του «εγώ». Ας μην λησμονούμε, βέβαια, ότι ο Byron ουκ ολίγες φορές κατέστη αντικείμενο χλευασμού από κύκλους της Λονδρέζικης αριστοκρατίας, όχι μόνο λόγω φημολογιών που τον συνέδεαν με πράξεις ομοφυλοφιλικές (από τα πιο επαίσχυντα ταμπού της Βικτωριανής Βρετανίας), αλλά πολύ περισσότερο εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων: ο Byron πολλές φορές είχε ενεργά υπερασπιστεί αγρότες, λουδίτες και εξεγερμένους χωρικούς οι οποίοι αντιμετώπιζαν βαρύτατες κατηγορίες (που έφταναν μέχρι και τα πρόθυρα θανατικής καταδίκης) λόγω ανυπακοής και διασάλευσης της έννομης τάξης κατά τη Βικτωριανή εποχή.

Αυτό που, ωστόσο, προκαλεί μεγάλη εντύπωση είναι το γεγονός ότι ο Προμηθέας παραμένει σιωπηλός («A silent suffering, and intense») καθ’ όλη τη διάρκεια της άδικης τιμωρίας του. Σε κανένα σημείο του ποιήματος δεν εκφράζει λύπη ή οργή. Ποιός είναι ο λόγος που ο ποιητής επέλεξε τούτη την εκκωφαντική σιωπή; Αν πραγματικά η φιγούρα του Προμηθέα αντικατοπτρίζει τον ελεύθερο άνθρωπο, αυτόν που από την πρώτη στιγμή θα κληθεί να θυσιάσει την προσωπική του ευμάρεια για το κοινό αγαθό, τότε δεν έχουμε παρά να αναγνωρίσουμε την πιο σημαντική αρετή που αρμόζει στον άνθρωπο αυτόν: πρόκειται για την αρετή που περιφρονεί αυτό που ο Νίτσε στη Γενεαλογία των Ηθών1 αποκαλούσε «δουλική ηθική». Σε αντίθεση με την αριστοκρατική ηθική, η δουλικότητα παραπέμπει στην τάση κάθε αδύναμου να εγκλωβίζεται στη δυστυχία του, να παγηδεύεται σε μια ατέρμονη μνησικακία (re-sentment) που η βαναυσότητα της αδικίας γεννά και τροφοδοτεί. Συχνά παράγωγο της μνησικακίας είναι ο θυματισμος, ένα συναίσθημα καταπίεσης που διέπει τη σκέψη και τους λογισμούς των αδύναμων. Η παγίωση του θυματισμού μπορεί εύκολα να οδηγήσει στην ανικανότητα: όταν συνηθίζουμε στην ιδέα πως η θέση στην οποία βρισκόμαστε είναι αποτέλεσμα της αδικίας που κάποιος ισχυρός μας επέβαλε λόγω της δικής μας ανικανότητας να αντισταθούμε, την ίδια στιγμή τείνουμε -συνειδητά ή ασυνείδητα- να αποδεχόμαστε τούτη την ανικανότητα ως μια de facto κατάσταση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, καταλήγουμε να αναζητούμε το έλεος και τη συμπόνοια του ισχυρού, καλλιεργώντας έτσι σχέσεις εξάρτησης, αντί να επιδιώκουμε τον αυτοέλεγχο και την αυτοδυναμία. Το πάθος για εκδικηση ενισχύει τις σχέσεις εξάρτησης: από τη στιγμή που αναπαράγει την ίδια διαλεκτική ισχυρού/ανίσχυρου εξαντλεί όλο τον πολιτικό χρόνο σε τούτη την αντιπαράθεση, αντί να οδηγεί στη δημιουργία συνθηκών που θα μπορούσαν να ανοίξουν μονοπάτια για χώρους αναδημιουργίας, εντός των οποίων μπορούν να αναδυθούν προτάγματα, ιδέες και αντιπαραδείγματα, ως αποτέλεσμα συνδιαμόρφωσης και συνεύρεσης. Η απόγνωση που χαρακτηρίζει το συναίσθημα του θυματισμού και η ένταση με την οποία οι μνησίκακες σκέψεις εκδηλώνονται, οδηγούν στην καταστολή αυτού που ο Πλάτωνας2 όριζε ως «λογικό μέρος της ψυχής»· πρόκειται για τη δυνατότητα του ανθρώπου να χρησιμοποιεί την κρίση του ώστε να οδηγείται στην αλήθεια. Μπορούμε, ωστόσο, να ταυτίσουμε το λογικό όχι μονάχα με την ικανότητά μας να λογιζόμαστε ορθά, να διαχωρίζουμε δηλαδή ποιές πράξεις είναι ευπρεπείς και ποιές όχι – κάτι που παραπέμπει στο περιβόητο «reckoning with consequences» (κατά τον Hobbes)3 και στο animali rationale (δηλαδή στην παρερμηνεία του Αριστοτελικού όρου «ζῷον λόγον ἔχον» σε «ζώο ορθολογικό» κατά τη Ρωμαϊκή εποχή)4 – αλλά ταυτόχρονα και με την ομιλία, το κατ’ εξοχήν αντίδοτο στη βίας, όπως είχε πολλές φορές ισχυριστεί η Arendt5. Ο λόγος που (για την Arendt) η βία, η μοχθηρία και η βαναυσότητα δεν οδηγούν στην ελευθερία οφείλεται στο γεγονός ότι η ίδια η ελευθερία, ως συνθήκη, είναι ταυτόσημη με την πράξη (action), δηλαδή την κοινή συνεύρεση όπου η κρίση αποτελεί προϊόν σύγκρουσης ιδεών (του λεγόμενου ‘αἰὲν ἀριστεύειν, κατά τη ρεπουμπλικανική εκδοχή) και όχι σύγκρουσης ανθρώπων6.

Οι αποστάσεις, βέβαια, που χωρίζουν το Νίτσε (έναν ορκισμένο εχθρό του Χριστιανισμού και του Εβραϊσμού) με τον Byron (του οποίου η θρησκευτικότητα είναι ευδιάκριτη στα περισσότερα ποιήματά του) είναι τόσο μεγάλες, όσο και η χρονική (αλλά και ποιοτική) απόσταση που χωρίζει τον Ρομαντικό κόσμο του Νίτσε και του Byron με τον ρεπουμπλικανικό Ελληνικό και Ρωμαϊκό κόσμο της αρχαιότητας. Ποιά κοινή συνιστώσα μπορεί να βρεθεί μεταξύ ενός Νίτσε, που μισούσε κάθε δημοκρατικό κίνημα θεωρώντας το γενεαλογική συνέχεια του Χριστιανισμού, μια ζωντανή έκφραση της δουλικής ηθικής, του θυματισμού και της ελεημοσύνης, κι ενός ριζοσπάστη της Βικτωριανή εποχής, με ενεργό ρόλο τόσο στο κίνημα για την απελευθέρωση της βόρειας Ιταλίας από την Αυστρία όσο και στον πόλεμο για την Ελληνική ανεξαρτησία; Στην πραγματικότητα, ο Νίτσε υπήρξε γνήσια έκφραση μιας εποχής που τη δημοκρατία στιγμάτισε η τραγική κατάληξη της Γαλλικής Επανάστασης και ο τρόμος των Ιακωβίνων, οι οποίοι ταύτισαν την έννοια του λαού με τη «γενική βούληση», δηλαδή το ομογενοποιημένο πλήθος που το διακρίνει μια σαγηνευτική ομοφωνία και μια ιδιόρρυθμη ομοιομορφία γεύσεων, τρόπων και αντιλήψεων, ένα συμπαγές σώμα που μετατρέπεται σε στατική εικόνα η οποία συμβολικά βρίσκει έκφραση μέσα από τον ηγέτη7. Όμως, η Γαλλική Επανάσταση, που κατέληξε σε λουτρό αίματος εξακολουθεί να θεωρείται σημείο αναφοράς σε κάθε πολιτική συζήτηση. Αντίθετα, λιγότερη σημασία φαίνεται πως παρουσιάζει η περίπτωση της Αμερικανικής Επανάστασης και τα (μάλλον υποτιμημένα) δημοκρατικά ρεύματα εντός του Αγγλοσαξωνικού κόσμου, που αντί να ενστερνιστούν τη Ρουσωϊκή ιδέα της γενικής βούλησης βασίστηκαν (τουλάχιστον σε μεγαλύτερο βαθμό) στη ρεπουμπλικανική ιδέα της ατομικής δόξας (να μή συγχέεται με τη φιλελεύθερη έννοια του ατομικού δικαιώματος) και της συνένωσης κάτω από έναν κοινό στόχο, τη δημόσια ευτυχία.

Επιστρέφοντας στη συζήτηση αναφορικά με τον Προμηθέα, ο Byron αρνείται τη δουλική ηθική. Ο θυματισμός και η ελεημοσύνη δεν συμβαδίζουν με τα ιδανικά του δικαίου και με όσους ανθρώπους μάχονται για αυτά: «Titan! to thee the strife was given / Between the suffering and the will / Which torture where they cannot kill». Πίστη, επιμονή, ατέρμονη θέληση, αδιάκοπη θυσία, αυτοδυναμία, προσήλωση στον στόχο (την ευπρέπεια και το δίκαιο)… καμία τιμωρία, όσο σκληρή και αν είναι, δεν μπορεί να κάμψει το ηθικό του φιλοδίκαιου ανθρώπου· τί είναι, το δίκαιο αν όχι μια συνεχόμενη σύγκρουση με την αδικία; Τί είναι η επικράτησή του στον κόσμο των ανθρώπων αν όχι μια αδιάκοπη ηρωική μάχη; Τί περισσότερο και τί λιγότερο προϋποθέτει αν όχι θάρρος, τόλμη, αρετή και πίστη αντί για το έλεος του ισχυρού; Αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει τον τολμηρό και επαναστατημένο άνθρωπο και τον διαχωρίζει από τον οκνηρό, τον δειλό, τον επαίτη και τον βάναυσο, δεν είναι παρά η αυτοπεποίθηση, όπως ισχυρίζεται ο Ralph Waldo Emerson στο δοκίμιο Heroism8. Όπως βλέπουμε, ο (επιθυμητός) ηρωισμός αντιτίθεται στη δουλική ηθική του μεμψίμοιρου θυματισμού, απόρροια της οποίας είναι η μνησικακία. Παράγωγο της μνησικακίας είναι αυτό που ο Lasch9 αποκαλούσε «θρυμματισμός του εαυτού», μαζί με το ναρκισσισμό και την ακρισία (ως επακόλουθα του πρώτου), τα οποία οδηγούν στη διάβρωση και στην ταχεία αποσύνθεση του εύθραυστου κοινού μας κόσμου. Την ευθραυστότητα του κόσμου αυτού διακρίνουν τα ίδια του τα θεμέλια, χτισμένα με ιδρώτα αιώνων· αρκούν, όμως, μόνο λίγα δευτερόλεπτα απερισκεψίας, αλαζονείας και υπερβολής για να τον μετατρέψουν σε ανθρώπινα ερείπια: «The ruling principle of Hate / Which for its pleasure doth create / The things it may annihilate». Βέβαια, οποιαδήποτε σύνδεση του πασιφισμού με την αδράνεια και την ατολμία δεν αποτελεί παρά έκφραση πεσιμισμού, απόγνωσης και μοιρολατρίας, συναισθήματα που εξίσου αντικατοπτρίζουν τον δουλικό αντι-ηρωισμό και την ευθραυστότητα της θυματικής λογικής. Αξίζει στο σημείο αυτό να διατρέξουμε στη ζωή και στο έργο του Martin Luther King, αυτού του ζωντανού θρύλου της περιόδου του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα, επισπεύδοντας την προσοχή μας στον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος επεδίωκε με θάρρος, πείσμα, επιμονή και αποφασιστικότητα να υπερασπιστεί την ισχύ του λόγου -μέσα από τα Χριστιανικά του διδάγματα- ενάντια στη βία, μέσα από τις εκκλήσεις του για οικουμενικότητα και ανοιχτή συμμετοχή σε κινητοποιήσεις ενάντια στην ὕβρη του ρατσισμού. Με τόλμη, αυτο-θυσία (αλλά και η πίστη στον «απλό άνθρωπο»)10  ο MLK συνεχώς επεδίωκε να ξεριζώσει τη μνησικακία (ως παράγωγο της αδικίας) των Νέγρων της Αμερικής, χαράζοντας μια νέα πορεία φυλετικής δικαιοσύνης11. Η Χριστιανική αγάπη, όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος, δεν ήταν ούτε μια συναισθηματική ανάγκη ελεημοσύνης, μήτε μια απεγνωσμένη αναζήτηση ενός στοργικού καταφυγίου για τους εξωβελισμένους ανθρώπους του, αλλά μια αυθεντική προσπάθεια αποτίναξης του μίσους και της εκδίκισης, μια ελπίδα για τον τερματισμό κάθε βιαιοπραγίας, η μόνη πραγματική διέξοδος στον λόγο και την πράξη12.

Το γεγονός, ωστόσο, ότι α) ο ηρωισμός του King (μια σύγχρονη αντανάκλαση του Μπαϋρονικού Προμηθέα), αποτελεί μια από τις πιο ζωντανές εκφράσεις απόρριψης της δουλικής ηθικής, και β) από τη στιγμή που αυτός ο ηρωισμός συνδέεται με φιλοσοφικά διδάγματα του Χριστιανισμού, μας οδηγεί στο εξής συμπέρασμα: η πολεμική του Νίτσε ενάντια στο Χριστιανικό πνεύμα, από το οποίο (σύμφωνα με τον ίδιο) η δουλική ηθική πηγάζει, φαίνεται σαθρή και μονομερής. Εξίσου μονομερής είναι και η σύνδεση της δουλικότητας με τη μνησικακία που υποτίθεται πως όλα δημοκρατικά κινήματα (κατά το Νίτσε) ανεξαιρέτως αναπαρήγαγαν. Αξίζει να μελετήσει κανείς τις κινητοποιήσεις των Αμερικανών αγροτών κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, όπως περιγράφονται από τον Lawrence Goodwyn13. Το ποπουλίστικο αυτό κίνημα συσπειρώθηκε γύρω από τη συνομοσπονδία αγροτών (Farmers Alliance). Παρότι υποκινήθηκε από μια έντονη δυσαρέσκεια ενάντια στην τεχνολογική πρόοδο και την οικονομική καταρράκωση που οι πολιτικές των καπιταλιστών της Νέας Υόρκης είχαν επιφέρει στον Αμερικανικό νότο, κατάφερε να ξεφύγει από τη στείρα και δουλική μνησικακία που αναπαράγει το δίπολο του λαϊκισμού – του διαχωρισμού μεταξύ «εμείς» και «αυτοί» – φτάνοντας στο σημείο οι ίδιοι οι αγρότες (η πλευρά του «εμείς» με άλλα λόγια) να διοργανώνουν πολιτικές συνελεύσεις αυτο-εκπαίδευσης (όπως τις αποκαλεί ο Goodwyn), παίρνοντας από μόνοι τους τον έλεγχο της γης, της οικονομίας και της παραγωγής, αντί να εγκλωβίζονται σε διακυβεύματα επαιτείας, σε εκκλήσεις για ελεημοσύνη και λύπηση.

Αν υπάρχει κάποιο στοιχείο που όχι μόνο μας επιτρέπει να αποτινάξουμε τη δουλική ηθική αλλά ταυτόχρονα να ενστερνιστούμε την αρετή, αυτό το στοιχείο συναντάμε στον ηρωισμό της αυτο-βοήθειας (όπως θα συμφωνούσε ο Emerson). Είναι αυτό που μας επιτρέπει να αντισταθούμε στην τυραννία της μοίρας («The deaf tyranny of Fate» κατά τον Byron), στις απρόβλεπτες και καταστροφικές ορέξεις της fortuna (βλ. Μακιαβέλλι)14. Είναι αυτό που επιτρέπει την κρίση και την πράξη να αναδυθούν, αυτό που μας εξοπλίζει ενάντια στην ὕβρη που διέπει την ανθρώπινη ύπαρξη.Ύβρις είναι η λυσσαλέα επιθυμία της παράβασης15, η υπερβολή, η τάση μας προς το ναρκισσισμό, την παραφροσύνη και την την παραβίαση των ορίων16 . Η πτώση της Αθηναϊκής δημοκρατίας – για τον Καστοριάδη – είναι το αποτέλεσμα και η αιτία της ύβρεως που κυρίευσε τον δῇμον λόγω της αδυναμίας του να αυτοπεριοριστεί. Ο ίδιος17 γράφει χαρακτηριστικά:

το χάος το έχουμε και μέσα μας με τη μορφή της ύβρεως, δηλαδή της άγνοιας ή της αδυναμίας αναγνωρίσεως των ορίων των πράξεων μας. Διότι αν τα όρια ήταν σαφή και αναγνωρίσιμα εκ των προτέρων, δεν θα υπήρχε ύβρις, θα υπήρχε απλώς παράβαση ή αμάρτημα, έννοιες χωρίς κανένα βάθος.

Στα λόγια του Byron: «And Man in portions can foresee / His own funereal destiny; / His wretchedness, and his resistance». Τί είναι αυτό που, εν τέλει, μας επιτρέπει να αντισταθούμε στην ίδια την ὕβρη, αν όχι ο λόγος, η ομιλία, η ανοχή, η κρίση και η πράξη που διευκολύνουν τη συνέυρεση και απομακρύνουν τον βίαιο κύκλο της εκδίκισης; Πώς θα μπορούσε το δίκαιο να επικρατήσει αν όχι μέσω της συνεχόμενης αναζήτησης της αλήθειας, μια διαδικασία που δεν αποτελεί ατομική πράξη αλλά δημόσια, καθότι προϋποθέτει ζωντανή επικοινωνία (διαλέγεσθαι και διαβουλεύεσθαι);

Ο δρόμος προς το δίκιο και την αρετή, λοιπόν, δεν είναι παρά μακρύς και δύσβατος! Η γνώση που μας επιτρέπει να διακρίνουμε τη δίκαιη πράξη από την απρεπή, δεν είναι παρά μια συνεχόμενη και επίπονη προσπάθεια· στην πραγματικότητα, τα όρια της ὕβρεως δεν είναι πάντοτε ορατά μήτε ευδιάκριτα. Αν υπάρχει μία ελπίδα να ελαχιστοποιηθεί η τέλεση ανήθικων πράξεων, αυτή η ελπίδα μπορεί να προέλθει μόνο μέσω της αυτο-δυναμίας και της αυτοδιδαχής που οδηγούν στην κρίση· με άλλα λόγια, μέσα από την καθημερινή μας ενασχόληση με την αδιάκοπη αναζήτηση της αλήθειας και του δικαίου. Ας υποθέσουμε ότι μια απόφαση Α οδηγεί στο Α θετικό αποτέλεσμα. Στη συνέχεια μια Β απόφαση οδηγεί στο Β ηθικό αποτέλεσμα. Μεταξύ Α και Β υφίσταται κάποια απόσταση -από το σημείο Α στο σημείο Β- που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποιους στη διαπίστωση πως η απόσταση αυτή ισοδυναμεί με πρόοδο. Σε κάποια άλλη στιγμή θα μπορούσε να παρθεί μια απόφαση Γ η οποία οδηγεί στο Γ αποτέλεσμα, το οποίο ενδέχεται να είναι αρνητικό, αναιρώντας τόσο τα επιτεύγματα της Α όσο και της Β απόφασης. Κάτι τέτοιο υποδηλώνει ότι η έννοια της προόδου, της σταδιακής βελτίωσης με στόχο την αναζήτηση μιας τελειότητας, αποτελεί ιστορική και θεωρητική πλάνη, καθότι είναι αδύνατο να γνωρίζουμε και να προδικάζουμε τις συνέπειες όλων μας των αποφάσεων. Με άλλα λόγια, η ηθική αυτοδιδαχή δεν δύναται να εγγυηθεί την απόλυτη επικράτηση του φυσικού δικαίου και την εξάλειψη του πολέμου· μπορεί όμως να μας παρέχει την δυνατότητα, την ελπίδα, πως ο πόλεμος θα ελαχιστοποιηθεί (ιδίως αν αυτές οι αποφάσεις παίρνονται με το λόγο και δεν αποτελούν ενός ανδρός αρχή). Αυτός είναι, λοιπόν, ο δύσβατος δρόμος που ο ηρωικός άνθρωπος καλείται να βαδίσει: ο δρόμος της αντίστασης στην καταστροφή (wretchedness / resistance), αντίσταση που προκύπτει μέσα από το λόγο (που δώρισε ο Προμηθέας στους ανθρώπους) και όχι από την επαιτεία ή την ατελέσφορη μνησικακία. Είναι ο ηρωισμός μια ελπίδα ενάντια τόσο στον δουλικό πεσιμισμό όσο και στον οπτιμισμό του ιδεαλισμού των ουτοπικών ιδεολογιών, ενάντια στις οποίες μας προειδοποιεί ο Ντοστογιέφκσι στο Υπόγειο18.

1Βλ. Friedrick Nietzsche. 2003. The Genealogy of Morals. New York Dover Thrift Editions (σ.16).

2Πλάτωνας. 2002. Πολιτεία. Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις. (σ.320)

3Thomas Hobbes. 2006. Leviathan. New York: Dover Publications Classics.

4Βλ. Hannah Arendt. 1998. The Human Condition. Chicago: Chicago Publication Press. (σ.27).

5Βλ. Hannah Arendt. 1969. On Violence. London: A Harvest Book. Τούτο το βιβλίο εξηγεί τους λόγους που η βία και η πολιτική πράξη, η οποία βασίζεται στην ομιλία και την ακοή, είναι έννοιες αντιθετικές. Η πρώτη αρμόζει στα άβουλα θυρία, στα όντα που λόγω της αδυναμίας τους να συσπειρώσουν ομάδες όπου όλοι οι κανόνες ορίζονται με βάση τη γλώσσα, καταφεύγουν στην ισχύ. Παρόμοιες αναλύσεις μπορεί να βρει κανείς στο βιβλίο The Human Condition (1998). Chicago: Chicago Publication Press.

6Βλ. Hannah Arendt. 2005. The Promise of Politics. New York: Schocken Books. (σ.16).

7Βλ. Hannah Arendt 1990. On Revolution. London: Penguin Books. (κυρίως πρώτο και δεύτερο κεφάλαιο). Αναφορικά με την ιδέα της «γενικής βούλησης», βλ. Jean-Jacques Rousseau. 1997. The Social Contract (and other later political writings). Oxford: Oxford University Press. (σ.52). Σχετικά με τα ρεπουμπλικανικά στοιχεία της Αμερικανικής Επανάστασης, βλ. Gordon Wood. 2003. The American Revolution. New York: The Modern Library, και Bernard Bailyn. 1967. The Ideological Origins of American Revolution. Cambridge: The Harvard University Press.

8Ralph Waldo Emerson. 2000. The Essential Writings of Ralph Waldo Emerson. New York: The Modern Library (σ.225).

9Christopher Lasch. 1991. The Culture of Narcissism. New York: W & W Norton

10Σε συνέντευξη στο περιοδικό Atlantic, η Nikki Giovanni, μιλώντας για τον Martin Luther King, λέει τα εξής: «Cause if we don’t have faith in the people, then how are we going to go forward? But Martin had faith in the people. You’re standing there on the [National] Mall, speaking to the people because you believe in them».

11Βλ. Christopher Lasch. 1991. The True and Only Heaven. New York: W & W Norton. Κεφ: The Spiritual Discipline Against Resentment.

12Βλ. Martin Luther King. 1986. A Testament of Hope. New York: A Harper One. (σ.13).

13Lawrence Goodwyn. 1976. Democratic Promise: The Populist Movement in America. New York: Oxford University Press.

14Βλ. Nicollo Machiavelli. 1992. The Prince. New York: Dover Publications. (σσ.66-9)

15Κορνήλιος Καστοριάδης. 2006. Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα (τόμος Α). Αθήνα: Κριτική. (σ.177)

16Κορνήλιος Καστοριάδης. 2008. Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα (τόμος Β). (σσ.110-111)

17Κορνήλιος Καστοριάδης, 1999. Η Αρχαία Ελληνική δημοκρατία και η Σημασία της για μας Σήμερα. Αθήνα: Υψιλον βιβλία. (σ.22-23)

18Fyodor Dostoyevsky. 2004. Notes from Underground. New York: Sigent Classics.