Γράφει: Αλέξανδρος Μπριασούλης

Μια επιστολή του Ζαν Κλώντ Μισεά για το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων»

Αναρωτιέμαι μόνο μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει αυτό το κίνημα (το οποίο θυμίζει πολύ την εξέγερση της Μεσημβρίας του 1907) μέσα σε αυτή τη θλιβερή τρέχουσα πολιτική κατάσταση. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κίνημα αυτό έχει μπροστά του μια «αριστερή» θατσερική κυβέρνηση (ο κυριότερος σύμβουλος του Μακρόν είναι ο Matthew Laine,επιχειρηματίας του Σίτι και εκπρόσωπος της πολιτικής της Μάγκι), δηλαδή μια κυβέρνηση που με κυνισμό και αταραξία είναι έτοιμη – κι αυτή είναι η τεράστια διαφορά με τους προκατόχούς της -να φτάσει μέχρι τις χειρότερες ακρότητες (όπως η Μάγκι με τους ανθρακωρύχους ή με τους Ιρλανδούς απεργούς πείνας) προκειμένου να επιβάλλει την «κοινωνία της ανάπτυξης» και την αντιδημοκρατική εξουσία των δικαστών που θριαμβεύει σήμερα σε όλα τα μέτωπα. Κι όλα αυτά χωρίς να έχει να φοβάται τίποτα από το δουλοπρεπές προσωπικό των ΜΜΕ. Θά ‘πρεπε να θυμίσουμε εδώ ότι έχουμε μέχρι στιγμής 3 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες, πολλοί εκ των οποίων σε κρίσιμη κατάσταση. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, είναι απο τον Μάη του 68 που δεν είχαμε δει τέτοιας έκτασης επεισόδια σε γαλλικό έδαφος και παρόλ’αυτά η ειδησεογραφική κάλυψη των δραματικών αυτών γεγονότων είναι ανεπαρκέστατη. Τι θα είχαν να πουν τα μαντρόσκυλα του France Info αν ένας τέτοιος απολογισμός ήταν έργο ενός Πούτιν ή ενός Τράμπ;

Περί μοντέρνας ζωγραφικής – Σαλβαντόρ Νταλί

Είμαι μάλιστα διατεθειμένος να μου κόψουν ολόκληρο το αριστερό μου αυτί μαζί με το δεξί εάν μπορούσα να μάθαινα την ακριβή συνταγή που συνέθετε το «πολύτιμο νέκταρ» στο οποίο ο Βεμέερ, μοναδικός στους μοναδικούς – και που δεν αποκαλώ θεϊκό γιατί ήταν ο πιο ανθρώπινος απ’όλους τους ζωγράφους – βύθιζε τα ακριβά πινέλα του. Αυτό το απόσταγμα, που είμαι σίγουρος ότι στις μέρες του Βερμέερ ήταν κάτι το κοινό και καθημερινό, μεταμορφώθηκε στην ηλίθια και σκατολογική εποχή μας της καλλιτεχνικής παρακμής σ’ένα υγρό πετράδι τόσο σπάνιο και μυστηριώδες, που όλος ο χρυσός του κόσμου δεν φτάνει για να το ανακτήσουμε ξανά.

Το «Πορτρέτο του Έντμοντ Μπέλαμι» και η υπέρβαση της ζωγραφικής

Η τεχνολογία, μαζί με την καθίζηση των τεχνών, δείχνει να οδηγεί στην καταρράκωση της σκέψη, της οποίας η αποξήρανση έχει ήδη προκληθεί από τον καταναλωτισμό, από την τάση του να αντικαθιστά το παρελθόν με νέα καταναλωτικά είδωλα. Το πάθος ορισμένων για την τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα ακόμα δείγμα της κρίσης ειδωλολατρίας που μαστίζει τον δυτικό άνθρωπο και της απελπισμένης αναζήτησής του για μια ανώτερη αρχή (υπερέχουσα) που θα τον εξουσιάσει χωρίς όμως και να ακυρώνει την εγωιστική του έπαρση. Υπό μια έννοια πρόκειται για Το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι στον κόσμο των υπολογιστών.

Περί αγάπης

Η πρωταρχική εντολή: «καὶ ἀγαπήσεις κύριον τὸν θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου.» (ΔΤ 6,5). Ο Θεός όμως δεν είναι ποινικός κώδικας, δεν αρκεί να τον υπακούς για να Τον έχεις δίπλα σου. Η εντολή δεν είναι κανόνας, άλλα ένα μάντρα, λόγος προς βρώση και πόση καθημερινή που μας καταβροχθίζει με τη σειρά του απ’ το λίκνο της γλώσσας. «Κι αυτά τα λόγια, που εγώ σήμερα σε προστάζω, θα είναι στην καρδιά σου· και θα τα διδάσκεις με επιμέλεια στα παιδιά σου, και θα μιλάς γι’ αυτά όταν κάθεσαι στο σπίτι σου, όταν περπατάς στον δρόμο, και όταν πλαγιάζεις, και όταν σηκώνεσαι. Θα τα δέσεις στο χέρι σου σαν σημάδι και υπενθύμιση, θα είναι τα κρεμαστά στολίδια ανάμεσα στα μάτια σου. Και θα τα γράψεις στις παραστάδες του σπιτιού σου, κι επάνω στις πόρτες σου.» (ΔΤ 6, 6-9). Η νόρμα είναι μαγεία, είναι λόγος που προστατεύει τον οίκο και καθοδηγεί το βήμα.

Ναζισμός, το κρυφό πρόσωπο της νεωτερικότητας

Μέσα σ’αυτό το κλίμα χαρούμενου φεστιβισμού και επιθετικού σχετικισμού που χαρακτηρίζει τις δυτικές κοινωνίες, o ναζισμός αποτελεί κυριολεκτικά την πέτρα του σκανδάλου. Παρά την ομόφωνη κατακραυγή για τα εγκλήματά του, καταφέρνει να επιβιώνει ανενόχλητος, σαν ζωντανό απολίθωμα, και χωρίς να έχει ανάγκη να κρύψει το αληθινό του πρόσωπο. Κι αν καταφέρνει κάτι τέτοιο, είναι γιατί το ιστορικό, αποκρουστικό του πρόσωπο είναι κάτι το απαραίτητο, τόσο στους αφελείς οπαδούς όσο και στους ορκισμένους εχθρούς του. Αν για τους πρώτους η πιστότητα της αναπαράστασης μπορεί να λειτουργεί ως υπόσχεση επιτυχίας ή συνταγή ψυχικής πλήρωσης, για το νεωτερικό αφήγημα ο ναζισμός λειτουργεί ως ανάθεμα, ως το άκρον άωτον του Κακού, μια έννοια με σχεδόν μεταφυσική υπόσταση, τόσο αντίθετη με το πνεύμα της προόδου που να ορίζει αυτόματα και από την ανάποδη την ίδια την ουσία των λεγόμενων ουμανιστικών αξιών.

Αλμπέρ Καμύ – Η πτώση κι η εξορία (Β’ μέρος)

Ο φόνος του Άραβα αποτελεί το σκοτεινό σημείο του Ξένου: γίνεται χωρίς κανένα απολύτως κίνητρο ή συναισθηματική φόρτιση, αλλά δεν είναι όμως ούτε φόνος εξ αμελείας ή ατύχημα, γιατί τότε ο Μερσώ δεν θα μπορούσε να καταδικαστεί σε θάνατο. Ο φόνος διαπράττεται εν πλήρει συνειδήσει, αλλά και χωρίς κανένα λόγο. Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας μας εξηγεί ότι δεν είναι εξαιτίας του φόνου που καταδικάζεται ο ήρωάς του, αλλά γιατί δεν έκλαψε στην κηδεία της μητέρας του, γιατί δηλαδή δεν συμμετέχει στην κοινή κοινωνική υποκρισία. Με αφορμή το φόνο, ισχυρίζεται ο συγγραφέας του Ξένου, η κοινωνία εκδικείται στην πραγματικότητα κάποιον που αρνείται να συμμορφωθεί με την ηθική της, έναν αντικομφορμιστή που δεν πιστεύει σε τίποτα και αρνείται μέχρι τέλους να υποταχθεί.

Αλμπέρ Καμύ – Η πτώση και η εξορία (Α’ μέρος)

Με τον ίδιο τρόπο που ο καλός άγριος του Ρουσσώ, υπόδειγμα αμόλυντης αθωότητας, φανέρωνε αυτόματα την υποκρισία του πολιτισμένου Ευρωπαίου, έτσι κι ο αθώος δολοφόνος θα φανέρωνε, υποτίθεται, την υποκρισία των δικαστών και την κατάφορη αδικία της δικαιοσύνης τους. Όπως όμως ο καλός άγριος δεν είναι καθόλου καλός και αθώος, αλλά μια λογοτεχνική εικόνα, δημιούργημα της φαντασίας του Ευρωπαίου που μέσω αυτής θέλει να εκφράσει την προσωπική του δυσαρέσκεια, έτσι κι ο αθώος δολοφόνος είναι ένα οξύμωρο που εξυπηρετεί έναν άλλο σκοπό. Τον σκοπό αυτό τον αποκαλύπτει παρακάτω ο ίδιος ο Κλαμάνς: «Το έγκλημα καταλαμβάνει ακατάπαυστα το προσκήνιο, όμως ο εγκληματίας στέκεται μόνο για λίγο και φευγαλέα σ’αυτό, για να αντικατασταθεί ευθύς από κάποιον άλλο. Οι σύντομοι θρίαμβοι αυτού του είδους πληρώνονται στο τέλος πολύ ακριβά.

Η μάχη των συμβόλων

Μια από τις πιο βαθιά ριζωμένες και ατράνταχτες πεποιθήσεις της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας που δοκιμάζεται σκληρά από τα γεγονότα, είναι ο περίφημος πραγματισμός της στην αντιμετώπιση των διάφορων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων. Το νεωτερικό πνεύμα διατείνεται ότι χάρη στην ορθολογική διαχείριση των κοινωνικών συνισταμένων, διαχείριση που βασίζεται στην όλο και πιο εξειδικευμένη ανάλυση κάθε πτυχής του επιστητού, μπορεί να λύσει επιτυχώς και αποτελεσματικά οποιαδήποτε σχεδόν δυσλειτουργία που απειλεί να αποσταθεροποιήσει την ισορροπία της κοινωνίας. Αυτό βέβαια ισχύει όταν τα προβλήματα είναι περιορισμένης σχετικά έκτασης και τεχνικής κυρίως φύσης.

Simone Weil – Δίκαιο, δικαίωμα, δικαιοσύνη

Τί είναι το δικαίωμα, ποιά η σχέση του με τον άνθρωπο και με την ευρύτερη έννοια της δικαιοσύνης και ποιά η θέση του στην μοντέρνα κοινωνία και πολιτική. Αυτό που γίνεται αμέσως φανερό διαβάζοντας «Το Πρόσωπο και το Ιερό», είναι ότι η σκέψη της Weil είναι μοναδική και πρωτότυπη. Αυτός είναι ένας χαρακτηρισμός που αποδίδεται συνήθως, και με περισσή ευκολία, στη σκέψη πολλών στοχαστών, έχοντας πάντα το ίδιο νόημα: αυτό δηλαδή μιας σκέψης δημιουργημένης σχεδόν ex nihilo, πρωτάκουστης, που αποκαλύπτει καινούριες αλήθειες.

Σύγχρονη τέχνη και κρίση (Λίγες σκέψεις με αφορμή την ελληνική περίπτωση)

Ο Elémire Zolla, ένας από τους τελευταίους μύστες της ευρωπαϊκής, κι όχι μόνο, πνευματικής παράδοσης και οξυδερκής κριτής της πολιτισμικής νεωτερικότητας, προειδοποιούσε, ήδη από το 1971, ότι κάθε φορά που ακούμε κάποιον να ζητά την κατάργηση κάποιου νόμου ή κανόνα για χάρη της ελευθερίας, θα πρέπει να αναρωτιόμαστε εάν δεν σκοπεύει να τον αντικαταστήσει κρυφά με έναν νέο, χειρότερο νόμο, ο οποίος, όντας αόρατος, θα γίνει ακόμα πιο τυραννικός απ’ τον παλιό. Σήμερα γίνεται πλέον φανερό, ότι χωρίς αυτή τη διερώτηση, η τέχνη, όπως εξάλλου και κάθε άλλη πνευματική δραστηριότητα, κινδυνεύει όχι μόνο να μην μπορεί να αρθρώσει ικανό λόγο σχετικά με το πραγματικό, αλλά και να εγκλωβιστεί έξω απ’ αυτό διά παντός.