Γράφει: Αλέξανδρος Μπριασούλης

«Πέτρες και ξύλα»: Η πυρκαγιά της Παναγίας των Παρισίων και τα αποκαΐδια του δυτικού πολιτισμού

Η μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε ολοσχερώς στις 15 Απριλίου 2019 την σχεδόν χιλιετή ξύλινη σκεπή της Παναγίας των Παρισίων αποτέλεσε, όπως πλέον συνηθίζεται με όλα τα γεγονότα ειδικού βάρους, μια ακόμα αφορμή για κάθε είδους ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και αντεγκλίσεις στην παγκόσμια δημόσια σφαίρα. Η καταστροφή ενός από τα σημαντικότερα πολιτισμικά και θρησκευτικά μνημεία, που υπό κανονικές συνθήκες θα προκαλούσε μόνο θλίψη και περισυλλογή, κατάφερε και δίχασε την κοινή γνώμη, όχι μόνο ως προς τη σημασία του γεγονότος καθεαυτού, αλλά και δημιουργώντας αντίπαλα στρατόπεδα, στρέφοντάς τα το ένα ενάντια στο άλλο. Έτσι, απέναντι στο κύμα μαζικής συγκίνησης που προκάλεσε η καταστροφή, δημιουργήθηκε σχεδόν αυτόματα και η αντίπερα «όχθη» όλων εκείνων που είτε εκφράζουν μια περισσότερο ή λιγότερο κεκαλυμμένη μνησικακία απέναντι στην κυριαρχία του δυτικού πολιτισμού είτε ασκούν μια πιο αφ’ υψηλού και «αποστασιοποιημένη» κριτική που εστιάζεται στην υποκρισία των θρηνούντων, αυτών δηλαδή που χύνουν εύκολα δάκρυα για ένα κτίσμα που σε τελική ανάλυση δεν είναι παρά «πέτρες και ξύλα», αλλά προσπερνούν ασυγκίνητοι τον αναξιοπαθούντα συνάνθρωπό τους. Για την σημερινή ηθική τάξη πραγμάτων, καμία από τις συμβολικές αξίες του δυτικού πολιτισμού, οι οποίες επιπλέον έχουν καταντήσει – όπως μας βεβαιώνουν – κενές περιεχομένου, δεν θα μπορούσε να σταθεί δίπλα σε αυτήν του ενεργού και στρατευμένου ανθρωπισμού.

Κατοικίδιοι άνθρωποι, έξυπνες μηχανές και η μεγάλη απογοήτευση

Τα πρόσφατα επιτεύγματα της επιστημονικής έρευνας, όσον αφορά την εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ), προκαλούν πλέον εκρήξεις θαυμασμού στο πλατύ κοινό αλλά και μεταξύ των ειδικευμένων επιστημόνων. Μαζί με τον περίφημο αλγόριθμο που πριν λίγο καιρό έφτιαξε το πρώτο έργο ζωγραφικής, το μεγαλύτερο θαυμασμό συγκεντρώνουν τα προγράμματα εκείνα που έχουν την δυνατότητα να συνδιαλέγονται με τον άνθρωπο και να απαντούν στις ερωτήσεις του. Δεδομένης της στενής σχέσης μεταξύ γλωσσικής έκφρασης και νοητικών διεργασιών, είναι φανερό ότι αυτή η ικανότητα μοιάζει να χαρίζει, για πρώτη φορά στην ιστορία, κάτι που μέχρι τώρα αποτελούσε προνόμιο του ανθρώπου: σκέψη. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Χωρίς βέβαια να είναι δυνατόν να αναφερθούμε σε όλες τις τεχνολογικές και φιλοσοφικές παραμέτρους του προβλήματος, οφείλουμε να σταθούμε, έστω και επιγραμματικά, σε μία βασική πτυχή του ζητήματος: τη διαφορά μεταξύ ανταλλαγής πληροφοριών (κάτι που πχ μπορεί να επιτευχθεί μέσω ενός απλού ηχητικού κώδικα) και πλήρους γλωσσικής έκφρασης, θεμελιώδους πράξης του ανθρώπινου πολιτισμού.

Βία της κοινωνίας, κοινωνία της βίας

«Η προοδευτική χαλάρωση της κοινωνικής τάξης», σχολιάζει ο Ζιράρ με αφορμή τους ντοστογιεφσκικούς επαναστάτες, «δεν μειώνει τις αντιπαλότητες, αλλά τις αναζωπυρώνει. Γι’αυτό και οι επαναστατικές φύσεις δεν βρίσκουν καμιά ανακούφιση στο κλίμα ηθικής επιτρεπτικότητας που χαρακτηρίζει τις προεπαναστατικές περιόδους. Αντιθέτως, το πάθος τους για εξέγερση διπλασιάζεται και ριζοσπαστικοποιείται. Όσο περισσότερο οι κοινωνικές δομές αποσυντίθενται, τόσο περισσότερο φαντάζουν τυραννικές και καταπιεστικές. Έτσι οι επαναστάτες αφιερώνονται με ακόμα πιο παθιασμένη αποφασιστικότητα στην εφαρμογή του τελικού σχεδίου τους: την πλήρη καταστροφή αυτών των δομών»

Το μεταναστευτικό πρόβλημα και η κατάρρευση της ευρωπαϊκής ιδέας

Πράγματι ελάχιστοι μιλούν για τις άλλες πτυχές του τεράστιου και πολυσύνθετου αυτού προβλήματος. Ο φιλομεταναστευτισμός στην πράξη δεν δημιουργεί μόνο τεράστια προβλήματα στις χώρες υποδοχής, μετατρέποντάς τες σε αποθήκες συσσώρευσης φθηνού εργατικού δυναμικού για τις χώρες του αναπτυγμένου Βορρά. Μετατρέπει και τους μετανάστες σε άτυπους δούλους, οι οποίοι με την πρώτη ευκαιρία καλύπτουν θέσεις εργασίας όταν οι αγορές των βορειοευρωπαϊκών χωρών αποφασίσουν ότι χρειάζονται νέα εργατικά χέρια, τα οποία δεν θα είναι τόσο απαιτητικά όσο τα εγχώρια. Έτσι, η ανεξέλεγκτη μετανάστευση όχι μόνο ζημιώνει την κοινωνική ασφάλεια και σπρώχνει τους μισθούς προς τα κάτω, αλλά την ίδια στιγμή διογκώνει και το φαινόμενο της εγκατάλειψης των χωρών προέλευσης καθώς οδηγεί στην οικονομική και κοινωνική ερήμωσή τους.

Joachim de Brescia – Αριστοκρατικό πνεύμα και σύγχρονη εποχή

Αυτό που έχει σημασία για τον ευγενή, δεν είναι απλά να ζει, αλλά, σύμφωνα με τα λόγια του Ernst Jünger, «να διάγει ένα βίο υψηλού στυλ». Κι αυτό το επιτυγχάνει «ακονίζοντας τις εμπειρίες του». Ο ευγενής, συνεχίζει ο Jünger, γνωρίζει πολύ καλά το τίμημα των ανέσεων: «η ζωή του κατοικίδιου ζώου οδηγεί αναπόφευκτα στο σφαχτάρι του χασάπη». Στο ίδιο μήκος κύματος κι ο Julius Evola, οποίος διαπίστωνε ότι τα χαρακτηριστικά εκείνα που προσδίδουν στον άνθρωπο την καθαρά ανθρώπινη αξιοπρέπειά του παίρνουν συχνά μορφή μέσα σ’ένα κλίμα αδικίας και σκληρότητας, το οποίο προκαλεί το ανθρώπινο πνεύμα και το βάζει σε δοκιμασία. Αντιθέτως, «αυτά τα χαρακτηριστικά σβήνουν όταν εξασφαλίσουμε στο ανθρώπινο ζώο το μέγιστο της άνεσης και της ασφάλειας και μια ισόποση δόση καλοζωισμένης ευτυχίας». Ο Evola καταλήγει με τα λόγια του Χέγκελ: «οι ευτυχισμένες εποχές (δηλαδή αυτές της υλικής ευμάρειας και άνεσης) αντιστοιχούν στις λευκές σελίδες της ιστορίας».

Πιερ Πάολο Παζολίνι – «Κινδυνεύουμε όλοι!»

Αυτός που μεταφέρεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο ενδιαφέρεται περισσότερο για το τι θα του πουν οι γιατροί για τις πιθανότητες να ζήσει, παρά για το τι θα του πουν οι αστυνομικοί για τους εγκληματικούς μηχανισμούς. Πρέπει να καταλάβεις ότι δεν κάνω ούτε δίκη προθέσεων, ούτε με νοιάζει πια η αλυσίδα αιτία-αποτέλεσμα, πρώτα αυτός, μετά ο άλλος, και το ποιος είναι ο αρχι-ένοχος. Νομίζω ότι ορίσαμε αυτό που αποκαλείς «η κατάσταση». Είναι όπως όταν βρέχει στην πόλη και τα λούκια είναι βουλωμένα. Το νερό ανεβαίνει, ένα νερό αθώο, νερό βρόχινο που δεν έχει ούτε την ορμή της θάλασσας ούτε την επικινδυνότητα των ποταμίσιων ρευμάτων. Για κάποιο λόγο όμως δεν κατεβαίνει, ανεβαίνει. Είναι αυτή η ίδια βροχή που συναντάμε σε τόσα και τόσα παιδικά ποιηματάκια και ρομαντικά τραγουδάκια. Αλλά ανεβαίνει και σε πνίγει. Αν τα πράγματα έχουν φτάσει σε αυτό το σημείο, εγώ λέω: ας μην χάνουμε τον χρόνο μας με τις ετικέτες, αλλά ας βρούμε που έχει βουλώσει αυτό το καταραμένο λούκι πριν πνιγούμε όλοι μας.

Μια επιστολή του Ζαν Κλώντ Μισεά για το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων»

Αναρωτιέμαι μόνο μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει αυτό το κίνημα (το οποίο θυμίζει πολύ την εξέγερση της Μεσημβρίας του 1907) μέσα σε αυτή τη θλιβερή τρέχουσα πολιτική κατάσταση. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κίνημα αυτό έχει μπροστά του μια «αριστερή» θατσερική κυβέρνηση (ο κυριότερος σύμβουλος του Μακρόν είναι ο Matthew Laine,επιχειρηματίας του Σίτι και εκπρόσωπος της πολιτικής της Μάγκι), δηλαδή μια κυβέρνηση που με κυνισμό και αταραξία είναι έτοιμη – κι αυτή είναι η τεράστια διαφορά με τους προκατόχούς της -να φτάσει μέχρι τις χειρότερες ακρότητες (όπως η Μάγκι με τους ανθρακωρύχους ή με τους Ιρλανδούς απεργούς πείνας) προκειμένου να επιβάλλει την «κοινωνία της ανάπτυξης» και την αντιδημοκρατική εξουσία των δικαστών που θριαμβεύει σήμερα σε όλα τα μέτωπα. Κι όλα αυτά χωρίς να έχει να φοβάται τίποτα από το δουλοπρεπές προσωπικό των ΜΜΕ. Θά ‘πρεπε να θυμίσουμε εδώ ότι έχουμε μέχρι στιγμής 3 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες, πολλοί εκ των οποίων σε κρίσιμη κατάσταση. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, είναι απο τον Μάη του 68 που δεν είχαμε δει τέτοιας έκτασης επεισόδια σε γαλλικό έδαφος και παρόλ’αυτά η ειδησεογραφική κάλυψη των δραματικών αυτών γεγονότων είναι ανεπαρκέστατη. Τι θα είχαν να πουν τα μαντρόσκυλα του France Info αν ένας τέτοιος απολογισμός ήταν έργο ενός Πούτιν ή ενός Τράμπ;

Περί μοντέρνας ζωγραφικής – Σαλβαντόρ Νταλί

Είμαι μάλιστα διατεθειμένος να μου κόψουν ολόκληρο το αριστερό μου αυτί μαζί με το δεξί εάν μπορούσα να μάθαινα την ακριβή συνταγή που συνέθετε το «πολύτιμο νέκταρ» στο οποίο ο Βεμέερ, μοναδικός στους μοναδικούς – και που δεν αποκαλώ θεϊκό γιατί ήταν ο πιο ανθρώπινος απ’όλους τους ζωγράφους – βύθιζε τα ακριβά πινέλα του. Αυτό το απόσταγμα, που είμαι σίγουρος ότι στις μέρες του Βερμέερ ήταν κάτι το κοινό και καθημερινό, μεταμορφώθηκε στην ηλίθια και σκατολογική εποχή μας της καλλιτεχνικής παρακμής σ’ένα υγρό πετράδι τόσο σπάνιο και μυστηριώδες, που όλος ο χρυσός του κόσμου δεν φτάνει για να το ανακτήσουμε ξανά.

Το «Πορτρέτο του Έντμοντ Μπέλαμι» και η υπέρβαση της ζωγραφικής

Η τεχνολογία, μαζί με την καθίζηση των τεχνών, δείχνει να οδηγεί στην καταρράκωση της σκέψη, της οποίας η αποξήρανση έχει ήδη προκληθεί από τον καταναλωτισμό, από την τάση του να αντικαθιστά το παρελθόν με νέα καταναλωτικά είδωλα. Το πάθος ορισμένων για την τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα ακόμα δείγμα της κρίσης ειδωλολατρίας που μαστίζει τον δυτικό άνθρωπο και της απελπισμένης αναζήτησής του για μια ανώτερη αρχή (υπερέχουσα) που θα τον εξουσιάσει χωρίς όμως και να ακυρώνει την εγωιστική του έπαρση. Υπό μια έννοια πρόκειται για Το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι στον κόσμο των υπολογιστών.

Περί αγάπης

Η πρωταρχική εντολή: «καὶ ἀγαπήσεις κύριον τὸν θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου.» (ΔΤ 6,5). Ο Θεός όμως δεν είναι ποινικός κώδικας, δεν αρκεί να τον υπακούς για να Τον έχεις δίπλα σου. Η εντολή δεν είναι κανόνας, άλλα ένα μάντρα, λόγος προς βρώση και πόση καθημερινή που μας καταβροχθίζει με τη σειρά του απ’ το λίκνο της γλώσσας. «Κι αυτά τα λόγια, που εγώ σήμερα σε προστάζω, θα είναι στην καρδιά σου· και θα τα διδάσκεις με επιμέλεια στα παιδιά σου, και θα μιλάς γι’ αυτά όταν κάθεσαι στο σπίτι σου, όταν περπατάς στον δρόμο, και όταν πλαγιάζεις, και όταν σηκώνεσαι. Θα τα δέσεις στο χέρι σου σαν σημάδι και υπενθύμιση, θα είναι τα κρεμαστά στολίδια ανάμεσα στα μάτια σου. Και θα τα γράψεις στις παραστάδες του σπιτιού σου, κι επάνω στις πόρτες σου.» (ΔΤ 6, 6-9). Η νόρμα είναι μαγεία, είναι λόγος που προστατεύει τον οίκο και καθοδηγεί το βήμα.

Page 1 of 2
1 2