Γράφει: Αλέξανδρος Μπριασούλης

Ναζισμός, το κρυφό πρόσωπο της νεωτερικότητας

Μέσα σ’αυτό το κλίμα χαρούμενου φεστιβισμού και επιθετικού σχετικισμού που χαρακτηρίζει τις δυτικές κοινωνίες, o ναζισμός αποτελεί κυριολεκτικά την πέτρα του σκανδάλου. Παρά την ομόφωνη κατακραυγή για τα εγκλήματά του, καταφέρνει να επιβιώνει ανενόχλητος, σαν ζωντανό απολίθωμα, και χωρίς να έχει ανάγκη να κρύψει το αληθινό του πρόσωπο. Κι αν καταφέρνει κάτι τέτοιο, είναι γιατί το ιστορικό, αποκρουστικό του πρόσωπο είναι κάτι το απαραίτητο, τόσο στους αφελείς οπαδούς όσο και στους ορκισμένους εχθρούς του. Αν για τους πρώτους η πιστότητα της αναπαράστασης μπορεί να λειτουργεί ως υπόσχεση επιτυχίας ή συνταγή ψυχικής πλήρωσης, για το νεωτερικό αφήγημα ο ναζισμός λειτουργεί ως ανάθεμα, ως το άκρον άωτον του Κακού, μια έννοια με σχεδόν μεταφυσική υπόσταση, τόσο αντίθετη με το πνεύμα της προόδου που να ορίζει αυτόματα και από την ανάποδη την ίδια την ουσία των λεγόμενων ουμανιστικών αξιών.

Αλμπέρ Καμύ – Η πτώση κι η εξορία (Β’ μέρος)

Ο φόνος του Άραβα αποτελεί το σκοτεινό σημείο του Ξένου: γίνεται χωρίς κανένα απολύτως κίνητρο ή συναισθηματική φόρτιση, αλλά δεν είναι όμως ούτε φόνος εξ αμελείας ή ατύχημα, γιατί τότε ο Μερσώ δεν θα μπορούσε να καταδικαστεί σε θάνατο. Ο φόνος διαπράττεται εν πλήρει συνειδήσει, αλλά και χωρίς κανένα λόγο. Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας μας εξηγεί ότι δεν είναι εξαιτίας του φόνου που καταδικάζεται ο ήρωάς του, αλλά γιατί δεν έκλαψε στην κηδεία της μητέρας του, γιατί δηλαδή δεν συμμετέχει στην κοινή κοινωνική υποκρισία. Με αφορμή το φόνο, ισχυρίζεται ο συγγραφέας του Ξένου, η κοινωνία εκδικείται στην πραγματικότητα κάποιον που αρνείται να συμμορφωθεί με την ηθική της, έναν αντικομφορμιστή που δεν πιστεύει σε τίποτα και αρνείται μέχρι τέλους να υποταχθεί.

Αλμπέρ Καμύ – Η πτώση και η εξορία (Α’ μέρος)

Με τον ίδιο τρόπο που ο καλός άγριος του Ρουσσώ, υπόδειγμα αμόλυντης αθωότητας, φανέρωνε αυτόματα την υποκρισία του πολιτισμένου Ευρωπαίου, έτσι κι ο αθώος δολοφόνος θα φανέρωνε, υποτίθεται, την υποκρισία των δικαστών και την κατάφορη αδικία της δικαιοσύνης τους. Όπως όμως ο καλός άγριος δεν είναι καθόλου καλός και αθώος, αλλά μια λογοτεχνική εικόνα, δημιούργημα της φαντασίας του Ευρωπαίου που μέσω αυτής θέλει να εκφράσει την προσωπική του δυσαρέσκεια, έτσι κι ο αθώος δολοφόνος είναι ένα οξύμωρο που εξυπηρετεί έναν άλλο σκοπό. Τον σκοπό αυτό τον αποκαλύπτει παρακάτω ο ίδιος ο Κλαμάνς: «Το έγκλημα καταλαμβάνει ακατάπαυστα το προσκήνιο, όμως ο εγκληματίας στέκεται μόνο για λίγο και φευγαλέα σ’αυτό, για να αντικατασταθεί ευθύς από κάποιον άλλο. Οι σύντομοι θρίαμβοι αυτού του είδους πληρώνονται στο τέλος πολύ ακριβά.

Η μάχη των συμβόλων

Μια από τις πιο βαθιά ριζωμένες και ατράνταχτες πεποιθήσεις της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας που δοκιμάζεται σκληρά από τα γεγονότα, είναι ο περίφημος πραγματισμός της στην αντιμετώπιση των διάφορων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων. Το νεωτερικό πνεύμα διατείνεται ότι χάρη στην ορθολογική διαχείριση των κοινωνικών συνισταμένων, διαχείριση που βασίζεται στην όλο και πιο εξειδικευμένη ανάλυση κάθε πτυχής του επιστητού, μπορεί να λύσει επιτυχώς και αποτελεσματικά οποιαδήποτε σχεδόν δυσλειτουργία που απειλεί να αποσταθεροποιήσει την ισορροπία της κοινωνίας. Αυτό βέβαια ισχύει όταν τα προβλήματα είναι περιορισμένης σχετικά έκτασης και τεχνικής κυρίως φύσης.

Simone Weil – Δίκαιο, δικαίωμα, δικαιοσύνη

Τί είναι το δικαίωμα, ποιά η σχέση του με τον άνθρωπο και με την ευρύτερη έννοια της δικαιοσύνης και ποιά η θέση του στην μοντέρνα κοινωνία και πολιτική. Αυτό που γίνεται αμέσως φανερό διαβάζοντας «Το Πρόσωπο και το Ιερό», είναι ότι η σκέψη της Weil είναι μοναδική και πρωτότυπη. Αυτός είναι ένας χαρακτηρισμός που αποδίδεται συνήθως, και με περισσή ευκολία, στη σκέψη πολλών στοχαστών, έχοντας πάντα το ίδιο νόημα: αυτό δηλαδή μιας σκέψης δημιουργημένης σχεδόν ex nihilo, πρωτάκουστης, που αποκαλύπτει καινούριες αλήθειες.

Σύγχρονη τέχνη και κρίση (Λίγες σκέψεις με αφορμή την ελληνική περίπτωση)

Ο Elémire Zolla, ένας από τους τελευταίους μύστες της ευρωπαϊκής, κι όχι μόνο, πνευματικής παράδοσης και οξυδερκής κριτής της πολιτισμικής νεωτερικότητας, προειδοποιούσε, ήδη από το 1971, ότι κάθε φορά που ακούμε κάποιον να ζητά την κατάργηση κάποιου νόμου ή κανόνα για χάρη της ελευθερίας, θα πρέπει να αναρωτιόμαστε εάν δεν σκοπεύει να τον αντικαταστήσει κρυφά με έναν νέο, χειρότερο νόμο, ο οποίος, όντας αόρατος, θα γίνει ακόμα πιο τυραννικός απ’ τον παλιό. Σήμερα γίνεται πλέον φανερό, ότι χωρίς αυτή τη διερώτηση, η τέχνη, όπως εξάλλου και κάθε άλλη πνευματική δραστηριότητα, κινδυνεύει όχι μόνο να μην μπορεί να αρθρώσει ικανό λόγο σχετικά με το πραγματικό, αλλά και να εγκλωβιστεί έξω απ’ αυτό διά παντός.