Συχνά στη δημόσια σφαίρα, από επίσημα και ανεπίσημα χείλη, ακούγεται το «Διεθνές Δίκαιο» κυρίως με την έννοια του Διεθνούς Δημόσιου Δικαίου, δηλαδή των διακρατικών σχέσεων, διότι υπάρχει και Διεθνές Ιδιωτικό Δίκαιο (αφορά στη σύγκρουση εθνικών νομοθεσιών), αλλά και Υπερεθνικό Δίκαιο (σε αυτό βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση λ.χ.).
Ειδικά τώρα που φαίνεται ότι τελειώνει η εποχή της μακρόχρονης ειρήνης, την οποία απόλαυσε κατά κόρον η Ευρώπη, και οι μεγάλοι αναθεωρητισμοί βρίσκονται σε πολυεπίπεδη εξέλιξη, το Διεθνές Δίκαιο (ΔΔ) έχει γίνει πλέον της μόδας. Πράγματι, σχεδόν όλοι το αναφέρουν. Άλλοι για να υποστηρίξουν ότι δεν υπάρχει, διότι αυτό που μετράει είναι η ισχύς και το συμφέρον, και άλλοι για να το μετατρέψουν σε ένα είδος θεολογίας την οποία συχνά επικαλούνται δια πάσαν νόσον! Κάποιοι από αυτούς είναι θύματα ακραίου σχετικισμού, ενώ άλλοι, συνήθως φιλελεύθεροι (φιλελέφτ και λιμπερτάριανς) και λοιποί προοδευτικοί/διαφωτισμένοι και αριστερίζοντες, αδυνατούν να συνδεθούν με την πραγματικότητα, όπως θα δούμε παρακάτω.
Επιγραμματικά, το ΔΔ δεν έχει σχέση με το Δίκαιο εν γένει, δηλαδή με αυτό που βιωματικά κατανοούμε ως πολίτες από τη σχέση που έχουμε με το Εσωτερικό Δίκαιο της χώρας μας ή από το πρίσμα των ανθρωπιστικών ιδεών μας. Το ΔΔ δεν είναι ασύνδετο με τα εθνικά συμφέροντα των κρατών και την Ισχύ τους: oύτε ως προς το πώς διαμορφώνεται, ούτε ως προς το πώς εφαρμόζεται. Συνεπώς, δεν πρέπει να το εξετάζουμε με το απλουστευτικό και μανιχαϊστικό δίπολο «ΔΙΚΑΙΟ vs ΙΣΧΥΣ», αλλά ως κάτι περισσότερο σύνθετο, αφηρημένο ως προς την ερμηνεία του μεν, αλλά ενιαίο που αφορά γενικότερα στο πεδίο της εξισορρόπησης Ισχύος στο Διεθνές Σύστημα. Κάποιες φορές το ΔΔ χρησιμοποιείται συνευθειακά και ενισχυτικά της χρήσης «Σκληρής Ισχύος», άλλες φορές χρησιμοποιείται για να αμβλύνει ή να αντισταθμίσει διαφορές και ενίοτε για να προσφέρει «δικαίωση». Ωστόσο, η δικαίωση δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε και επιτυγχάνεται πάντα. Σε κάθε περίπτωση, λίγοι μιλούν με σαφήνεια όταν επικαλούνται το ΔΔ και ακόμη λιγότεροι παραδέχονται ανοιχτά ότι δεν είναι απαραιτήτως συνδεδεμένο με την απόδοση Δικαίου, δεν εκλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο από τον κάθε λαό, ούτε και από τη διπλωματική κουλτούρα των διαφόρων εθνών.
Ας υποθέσουμε, καθαρά για επεξηγηματικούς λόγους, ότι ένας Έλληνας, ένας Άγγλος, ένας Ιταλός κι ένας Τούρκος φοιτητής, σπουδάζουν στην ίδια αίθουσα ΔΔ (με διερμηνέα στο αυτί τους). Έχουμε αναρωτηθεί πώς θα κατανοούσε ο καθένας τους την έννοια του Διεθνούς Δικαίου; «Διεθνές Δίκαιο» (ο Έλληνας), «Diritto Internazionale» (ο Ιταλός), «International Law» (ο Άγγλος) και «Uluslararası Hukuk» (ο Τούρκος). Είναι ξεκάθαρο ότι και οι τέσσερις αυτές εκφράσεις ΔΕΝ λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα – ειδικά ο όρος «Law» (στα αγγλικά και τούρκικα) δεν ταυτίζεται καθόλου με τον όρο «Δίκαιο». «Νόμος», «Δίκαιο» και «Δικαίωμα» δεν λένε το ίδιο πράγμα, ακόμη κι αν αναφέρονται σε κάτι που θεωρητικά θα έπρεπε να είναι κοινά κατανοητό, αποδεκτό και διεθνώς σεβαστό. Συνεπώς, δεν είναι μόνο φιλολογικό ζήτημα ή φιλοσοφικής ορθότητας, αλλά και πρακτικό-ουσιαστικό πρόβλημα.
Έτσι, ενώ άλλοι (οι δρώντες διεθνώς) κατανοούν το ΔΔ ως ένα «κανονιστικό πλαίσιο» – και φυσικά το εργαλειοποιούν αναλόγως – συχνά ο κόσμος είναι εκπαιδευμένος να το κατανοεί εντελώς διαφορετικά, να αναμένει και να προσδοκεί άλλα πράγματα από την εφαρμογή του στο Διεθνές Σύστημα. Ο πολίτης τις περισσότερες φορές αναμένει απόδοση Δικαίου, δηλαδή Δικαιοσύνης, ενώ οι δρώντες στο διεθνές σύστημα το κατανοούν και το χρησιμοποιούν ως πλαίσιο διαδικαστικών κανόνων που ερμηνεύονται με διαφορετικούς τρόπους κάθε φορά.
Ακριβώς αυτή η «λεπτομέρεια» – και όχι μόνον αυτή ασφαλώς – ενισχύει τη θέση ότι το Διεθνές Σύστημα είναι «προ-πολιτικό» και δεν χαρακτηρίζεται από την ικανότητα ή τη διάθεση να αποδίδει Δικαιοσύνη. Αυτό συμβαίνει κατά βάση γιατί σε επίπεδο Διεθνούς Συστήματος, δεν δύναται να συντηρηθεί ένα ενιαίο πλαίσιο κατανόησης του ΔΔ, πόσο μάλλον ενιαίας εφαρμογής του. Όλα τα πολιτεύματα αντιθέτως, συμπεριλαμβανομένης της Δημοκρατίας, είναι συντηρητικά και ενιαία συστήματα γιατί δημιουργούν ένα ορισμένο πλαίσιο και προσπαθούν να το συντηρήσουν, ενιαίο και όσο γίνεται αμετάβλητο, ώστε να λειτουργήσει ομαλά μέσα στο χρόνο το πολίτευμα σε έναν ορισμένο πληθυσμό με κοινή γλώσσα, παράδοση, κουλτούρα, ρίζες κλπ. Αυτό αφορά κάθε πολίτευμα: το ορισμένο πλαίσιο αφορά πάντα ορισμένη κουλτούρα λαού με κοινά στοιχεία και ιδιαιτερότητες. Η παταγώδης αποτυχία του Δυτικού Κόσμου, να κάνει εξαγωγή της φιλελεύθερης δημοκρατίας στις χώρες της Μέσης Ανατολής και αλλού, είναι ίσως η πιο τρανή απόδειξη αυτής της καθολικά συντηρητικής πραγματικότητας. Όταν σήμερα ένας Τούρκος αξιωματούχος λέει Διεθνής «Hukuk» αναφέρεται σε εκείνη την ερμηνεία του Νόμου που δύναται να εξυπηρετήσει τα εθνικά και αναθεωρητικά σχέδια της χώρας του. Σχέδια που είναι η συνέχιση της τουρκικής κατοχής στην Κύπρο, το casus belli μαζί με τον έλεγχο των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας (βλ. Κάσος), η υπόγεια στήριξη της διεθνούς τρομοκρατίας σε συνεργασία με το Ιράν και φυσικά η Γαλάζια πατρίδα και η δημιουργία Νεοχαλιφάτου.
Γίνεται κατανοητό ότι τα παραπάνω επηρεάζουν και τη διπλωματική κουλτούρα των διαφόρων χωρών που δραστηριοποιούνται στο Διεθνές Σύστημα. Από τη στιγμή που το Διεθνές Σύστημα είναι προ-πολιτικό και χαοτικό, με την πλήρη έννοια του όρου, δεν μπορούν να υπάρξουν απόλυτες ερμηνείες του ΔΔ, κοινά αποδεκτές, αλλά ούτε και απόλυτες αλήθειες. Εδώ η σχολή των σχετικιστών – που στην Ελλάδα έχει επηρεάσει πολύ ο Παναγιώτης Κονδύλης – δεν έχει άδικο όταν λέει ότι είναι ανύπαρκτες οι απόλυτες αλήθειες, ωστόσο κάνει ένα σημαντικό σφάλμα: δεν έχουν όλες οι ερμηνείες την ίδια βάση και αξία. Αυτό το σφάλμα είναι πιο συχνό στην περισσότερο δεξιόστροφη πτέρυγα των σχετικιστών που συχνά φλερτάρει με τον ακραίο αντι-δυτικσμό σε ένα κρεσέντο «αναρχίζοντος» αντι-αυταρχισμού που καταντάει παράλογο και αρρωστημένο. Διότι, το γεγονός ότι υπάρχουν πολλαπλές ερμηνείες – κάτι αναμφισβήτητο – δεν σημαίνει ότι όλες τους είναι το ίδιο σωστές ή ότι αποδίδουν Δικαιοσύνη. Ο Πούτιν λ.χ. που θέλει την μισή Ουκρανία ή ο Ερντογάν που θέλει το μισό Αιγαίο, πολλές φορές επικαλούνται το ΔΔ. Ακόμη και Ιρανοί Μουλάδες, μέσα στη στρατηγική τους ανοησία, μιλούν για Κανόνες (Rules) στο ΔΔ και ασφαλώς δεν αναφέρονται στο Δίκαιο! Τα Διεθνή Δικαστήρια γνωρίζουν καλά αυτή την πραγματικότητα γι’αυτό και οι αποφάσεις τους είναι σχεδόν πάντα μια ενδιάμεση «λύση» – στη μέση δηλαδή των διαφορών των δυο μερών – κάτι που δεν εξασφαλίζει Δικαιοσύνη και κυρίως διδάσκει ότι η προσφυγή σε Διεθνές Δικαστήριο ΔΕΝ είναι πάντα σοφή επιλογή. Η περίπτωση της Ελλάδας είναι χαρακτηριστική: σε ένα οποιοδήποτε Διεθνές Δικαστήριο απέναντι στην Τουρκία θα είχε μόνο να χάσει από την δικαστική ετυμηγορία, ενώ η Τουρκία κάτι να κερδίσει. Πρέπει συνεπώς να παραδεχτούμε ότι υπάρχει μια πολλαπλότητα ακόμη και στα θεωρούμενα θετικά ή βέβαια εργαλεία: o θετικισμός, στην πραγματικότητα, είναι μια ακόμη πλάνη του (μετα)μοντερνισμού.
Ως επαγγελματίας διερμηνέας – που έχει εργαστεί και σε αδελφοποιήσεις Δήμων του εξωτερικού με ελληνικούς – καταλαβαίνω πολύ καλά ότι οι όροι «Law», «Δίκαιο», «Diritto» και «Hukuk» στην αντίστοιχη λαϊκή/εθνική ψυχή λένε διαφορετικά πράγματα – σε σημείο όπου μια μεταφραστική επιλογή μπορεί να γίνει ευχή ή κατάρα σε ό,τι αφορά στη διαμόρφωση των διπλωματικών σχέσεων. Μην το ξεχνάμε και μην το υποτιμάμε: οι διπλωμάτες, όπως οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί και άλλοι ανθρώπινοι παράγοντες, δεν είναι ουδέτερες και απολύτως αντικειμενικές οντότητες, δεν είναι θεότητες ή μηχανές, αλλά άνθρωποι με ρίζες, γλώσσα, κουλτούρα, θυμικό, αδυναμίες και επιρροές από τον τόπο που γεννήθηκαν ή γαλουχήθηκαν. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που δεν αλλάζει, παρά τις ψευδαισθήσεις του μεταμοντέρνου και νομικίστικου νου που νομίζει ότι κατέχει τον απόλυτο έλεγχο και την επιστημονική γνώση, συχνά αδιαφορώντας για την τεράστια σημασία του Εθιμικού Δικαίου, της τοπικής κουλτούρας, της θρησκείας, των παραδόσεων και της εθνικής ψυχής η οποία διαθέτει και μεταφυσικές πτυχές. Όλα τα παραπάνω είναι στοιχεία της ανθρώπινης φύσης που η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί. Ακόμη κι αν κάποιοι αφελείς πιστεύουν ότι αύριο η Τεχνητή Νοημοσύνη θα κάνει πιο «Δίκαιο» τον κόσμο – ως δήθεν ουδέτερος παντογνώστης και καθολικός δικαστής – θα συνεχίσει να μην υπάρχει κάποιος παγκόσμιος «μηχανισμός» που θα μπορεί να επιβάλλει τις δικαστικές αποφάσεις σε εκείνες τις αρκούντως ισχυρές και/ή αναθεωρητικές χώρες που δεν θα συμμορφώνονται με το ΔΔ ή θα συνεχίσουν καταρχήν να μην το αποδέχονται ή να μην το κατανοούν όπως ο δυτικός κόσμος που το επινόησε.
Καταλήγοντας, όταν θέλουμε να επικαλεστούμε το Διεθνές Δίκαιο στη δημόσια συζήτηση, καλό θα ήταν πρώτα απ’ όλα να γνωρίζουμε, με στοιχειώδη σαφήνεια, για ποιο θέμα ΔΕΝ μιλάμε κάθε φορά και πάνω από όλα σε ποιον απευθυνόμαστε καθώς – εμείς και ο συνομιλητής μας – μπορεί να αναφερόμαστε σε εντελώς διαφορετικά πράγματα.
*Το κείμενο συντάχθηκε μετά από μια άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση με έναν φίλο, καθηγητή Διεθνούς Δικαίου, ο οποίος έχει το σπάνιο προνόμιο να διαθέτει εκτός από την ακαδημαϊκή καί μεγάλη επιχειρησιακή εμπειρία στην ελληνική Πολεμική Αεροπορία. Δεν χρειάζεται να αναφερθεί το όνομά του.
